Επίκαιρο όσο ποτέ το Διάταγμα των Μεδιολάνων

Loading...


Θεολογική Αγιολογική Ημερίδα με θέμα «ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΩΝ ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ» από τη Μητρόπολη Λαγκαδά

Με την ευκαιρία των εόρτιων εκδηλώσεων προς τιμήν των δύο μεγάλων αγίων Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης καθώς και της αφίξεως του Τιμίου Ξύλου εκ του Σκευοφυλακίου του Παναγίου Τάφου πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της Τέταρτης 22 Μαΐου 2013, στον Ιερό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης – Ασσήρου Θεολογική Αγιολογική Ημερίδα με αφορμή 1700 ΕΤΗ ΑΠΟ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΤΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ που διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης, με την συμμετοχή διακεκριμένων καθηγητών της Θεολογικής Σχολής.
Την έναρξη της Ημερίδος χαιρέτησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης κ.κ. Ιωάννης ο οποίος στην σύντομη ομιλία του τόνισε οτί το διάταγμα των Μεδιολάνων είναι πολύ καθοριστικό για την περαιτέρω πορεία στη ζωή της αγίας μας εκκλησίας ένα διάταγμα που πραγματικά έχει απασχολήσει και τον νομικό και τον θεολογικό κόσμο.

1

Εν συνεχεία και προ της ενάρξεως της ημερίδος ανεγνώσθη η ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΕΠΙ ΤΗι 1700ΕΤΗΡΙΔΙ ΑΠΟ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΤΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου από τον Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο της Ιεράς μας Μητροπόλεως Πρωτοπρεσβύτερο π. Αναστάσιο Παρούτογλου.

Ακολούθως, το λόγο πήρε ο Επίκουρος Καθηγητής του Α.Π.Θ. Κοινωνιολογίας του Χριστιανισμού κ. Κωτσιόπουλος Κωνσταντίνος ο οποίος κατά την εισήγηση του τόνισε ότι το διάταγμα των Μεδιολάνων (313 μ.Χ) του Μεγάλου Κωνσταντίνου είναι σήμερα επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε. Διότι και σήμερα παρατηρείται, δυστυχώς παραβίαση των δικαιωμάτων της Θρησκευτικής ελευθερίας ιδιαίτερα σε Χριστιανικούς πολιτισμούς εκτός της Ευρωπαϊκής Ηπείρου. Ήδη όπως χαρακτηριστικά επισήμανε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε ψήφισμα του, με συγκεκριμένα στοιχεία αποδεικνύει την θλιβερή αυτή πραγματικότητα και ζητά την προστασία του αναφαίρετου δικαιώματος της Θρησκευτικής ελευθερίας.

1

Σε άλλο σημείο της ομιλίας του αναφερόμενος στον Μ. Κωνσταντίνο τονίζει οτί ουσιαστικά κατοχύρωσε και έκανε νόμους του Κράτους τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Απέφευγε δε να εισέρχεται στα εσωτερικά θέματα τις Εκκλησίας, προσπαθώντας έτσι να συνεργάζεται σε ισότιμη βάση με την εκκλησία σε πνεύμα συμπόνιας. Για τον λόγο αυτό ο Μ. Κωνσταντίνος οικοδομεί το πρότυπο του Βυζαντινού Βασιλέα ο οποίος σέβεται (ως επί το πλείστον) την εκκλησιαστική παράδοση και την ανεξαρτησία της εκκλησίας, σε καθεστώς Συναλληλίας και όχι Θεοκρατίας ή πολιτεικοκρατίας. Η λογική αυτή όπως χαρακτηριστικά είπε οδηγεί στην αντίληψη οτί οι κανόνες της εκκλησίας υπερέχουν πνευματικά από τους νόμους του Κράτους.

Τελειώνοντας δεν παρέλειψε να αναφέρει πως ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναδεικνύει την αξία του Βυζαντινού Κράτους που ίδρυσε ο Μ. Κωνσταντίνος λέγοντας ότι σε καθεστώς «συγχρονιστικής παραλληλίας» Χριστιανισμού και νέου Ρωμαϊκού Κράτους εξαπλώνεται κατά Θεία Πρόνοια η ειρήνη, η ομόνοια και η αλληλεγγύη.

Επόμενος Εισηγητής ήταν ο Λέκτορας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. κ. Δημήτριος Νικολακάκης του οποίου η εισήγηση είχε ως θέμα «Την επίδραση του διατάγματος της Ανεξιθρησκίας (313 μ.Χ) στην διαμόρφωση της βυζαντινής πολιτειολογίας». Κατά την εισαγωγή της ομιλίας του έκανε λόγο πως μετά την υπογραφή του διατάγματος της ανεξιθρησκίας το 313 η Χριστιανική Θρησκεία αναγνωρίζεται ως ανεκτή. Λίγο αργότερα συγκαλείται η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια με πρωτοβουλία του ίδιου του αυτοκράτορα, του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Η εκκλησία όπως χαρακτηρίστηκα τονίζει μεταβαίνει από την περίοδο των διωγμών στην περίοδο της ελευθερίας και της ακώλυτης άσκησης όλων των θρησκευτικών εκδηλώσεων. Λίγο αργότερα της αναγνωρίζεται από τον Μ. Κωνσταντίνου το δικαίωμα να επιλαμβάνεται των ζητημάτων που άπτονται της οργάνωσης και λειτουργίας του πολιτεύματος της, να ψηφίζει και να θέτει σε ισχύ τις νομοθετικές της διατάξεις, που στην εκκλησιαστική ορολογία ονομάζονται κανόνες, και γενικά να αυτοδιοικείται.

Κλείνοντας την εισαγωγή του αναφέρεται στο γεγονός πως το ίδιο συμβαίνει και λίγο μετά την σύγκληση της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου στην Κωνσταντινούπολη από τον Αυτοκράτορα Μ. Θεοδόσιο, ο οποίος αναγνωρίζει το 380 τον χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Από αυτή την χρονική περίοδο όπως χαρακτηριστικά τονίζει ξεκίνησε η συνεργασία μεταξύ εκκλησίας και πολιτείας αλλά και η ανάμιξη της πολιτείας στα εκκλησιαστικά πράγματα.

Η Θεολογική Ημερίδα έκλεισε με το ληκτικό επίλογο του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνη κ.κ. Ιωάννου, ο οποίος και ευχαρίστησε τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο και την περί αυτού σεπτή Αγία και Ιερά Σύνοδο δια την εμπνευσμένη όντως και απολύτως έχουσα την αναφορά προς την επικαιρότητα εγκύκλιο καθώς και τους καθηγητές και όλους αυτούς που με την παρουσία τους τίμησαν και αυτή την εκδήλωση της Ιεράς μας Μητροπόλεως.