Πειραιώς Σεραφείμ: H χρήση ουσιών αποτελεί αποτυχημένη προσπάθεια του νέου να ανακουφίσει το άγχος της απώλειας της αγάπης

Loading...


O Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ, θέλησε να αναλύσει ενδελεχώς το θέμα των ναρκωτικών και συγκεκριμένα, τη σχέση των ναρκωτικών με τους νέους, τονίζοντας πως η υπακοή είναι πίστη!

Αναλυτικά όλα όσα είπε :

 

Η πρόσφατη ανακίνησι του κατεγνωσμένου από την σώφρονα ιατρική κοινότητα θέματος του απαραδέκτου διαχωρισμού των εξαρτησιογόνων και παραισθησιογόνων ουσιών σε δήθεν μαλακές και σκληρές ουσίες και η διοργάνωσι στην πλατεία Συντάγματος των Αθηνών φιέστας για την απενοχοποίηση των τραγικών συνεπειών της χρήσεως της ινδικής κάναβης μας υποχρεώνει ποιμαντικώς να αναφερθούμε στο εξόχως σοβαρό και εξαιρέτου σημασίας και τραγικότητος θέμα της απειλής θανάτου των νέων ανθρώπων από την χρήση εξαρτησιογόνων και παραισθησιογόνων ουσιών.

Ο εθισμός και η χρήση ναρκωτικών η εξαρτησιογόνων ουσιών από ανθρώπους κάθε ηλικίας αλλά κυρίως από τους εφήβους και τους νέους είναι ένα πολυδιάστατο τραγικό φαινόμενο που εξαπλώνεται καθημερινά όλο και περισσότερο φέρνοντας προ των πυλών του θανάτου αυτά τα τραγικά πρόσωπα και τις οικογένειές τους, αλλά και την κοινωνία την ίδια, μέσα στην οποία εξελίσσεται αυτή η παθογένεια.

Η συνήθης αντίδραση στη θέαση ενός τοξικοεξαρτημένου προσώπου, είτε λόγω άγνοιας, είτε λόγω αδιαφορίας, είτε λόγω φοβικών συνδρόμων, είναι άμεση: δημιουργία ενός περιθωρίου και διατήρηση μίας απόστασης που αποκλείει το φαινόμενο «τοξικοεξάρτηση» και κυρίως τα πρόσωπα των τοξικοεξαρτημένων από την εμβέλεια του πραγματικού ενδιαφέροντος, της βούλησης για παροχή βοήθειας, της συμπάθειας, της αγάπης, και κυρίως της παρακλητικής προσευχής προς το Θεό.

Αυτή η αντίδραση οδηγεί αναπόφευκτα σε δύο συμπεράσματα: Πρώτον στο ότι ο «Μινώταυρος» των ναρκωτικών είναι μία τραγικότητα που φέρει μέσα της τον ίδιο τον θάνατο, στη θέα του οποίου επιλέγει ο άνθρωπος να τραπεί σε φυγή η να λάβει θέση αγάπης. Δεύτερον, ακριβώς επειδή αυτή η κατάσταση έχει αναφορά στον θάνατο γίνεται μέτρο αγάπης του χριστιανού προς το πρόσωπο του αδελφού του, και πίστεως στον Χριστό και την Ανάστασή Του η οποία ξεπερνά κάθε είδους θάνατο.

Πρωτεύει βεβαίως να διακριθεί και να καθοριστεί το φαινόμενο της τοξικοεξάρτησης και του εθισμού σε ουσίες καθώς και οι αιτίες -προφανείς και μη- που οδηγούν σε αυτήν, κυρίως σε σχέση με το ίδιο το πρόσωπο που εθίζεται η είναι εθισμένο αλλά και το οικογενειακό περιβάλλον του.

Είναι πλέον αναπόφευκτο και πασίδηλο ότι ο σύγχρονος πολιτισμός είναι ο πολιτισμός του εθισμού και της εξάρτησης είτε ως καθημερινή ευκολία και δυνατότητα εξάλειψης κάθε είδους κόπου και δυσκολίας είτε ως αντικατάσταση αυτού που οι άγιοι Πατέρες ονομάζουν εργώδη πνευματική ζωή.

Όταν μιλάμε για τοξικοεξάρτηση δεν αναφερόμαστε μόνο στην εξάρτηση ενός ανθρώπου από μία χημική ουσία αλλά επίσης στο γεγονός ότι η εξάρτηση αυτή έχει καταστεί το κέντρο –και συγχρόνως ο σκοπός και το μέσο –ολόκληρης της ψυχικής και κοινωνικής ύπαρξής του.

Αυτή είναι η καθαυτή εθιστική συμπεριφορά: μία παθολογικά καταναγκαστική επανάληψη. Καί σε ότι αφορά τα ναρκωτικά, η εξάρτηση γίνεται και είναι το αποτέλεσμα επίδρασης των τοξικών ουσιών στο σώμα και την ψυχή. Καί ο εθισμός είναι η κυρίαρχη συμπεριφορά. Καί οι δύο αυτές έννοιες «εξάρτηση» και «εθισμός» προσδιορίζουν ένα πράγμα, το οποίο κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας ονομάζεται πάθος.

Πάθος είναι η επανάληψη και σταθεροποίηση μίας αμαρτίας η οποία αφού σκοτίσει το νού του ανθρώπου τον προσηλώνει στις αισθήσεις. Ακολουθεί και η υποταγή των ψυχικών δυνάμεων και του σώματος τα οποία μολύνονται. Συχνά ένα πάθος δημιουργείται από την κακή συνήθεια, από την «εν τω κακώ έξιν», που παραμένει στην ψυχή του ανθρώπου.

Βεβαίως πάθος και εθισμός δεν σημαίνει μόνο, η κατεξοχήν, τοξικοεξαρτησιογόνες ουσίες, αλκοολισμός η τζόγος, διότι αυτά είναι η «εξωτερίκευση» η η «πραγμάτωση» ψυχικών καταστάσεων οι οποίες έχουν περιγραφεί από τους νηπτικούς Πατέρες ως «παρά φύσιν» καταστάσεις του ανθρώπου.

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αναφέρει ότι πρωταρχική αιτία των παθών είναι η «άγνοια του Θεού» και αυτό εξηγεί τη θεμελιώδη αιτία αφενός του «πως» ενεργεί ο άνθρωπος, αφετέρου της δημιουργίας των κοινωνικών, των οικογενειακών και ατομικών συνθηκών που θα αποτελέσουν το χώρο του τραγικού δράματος των εξαρτήσεων.

Το να αγνοεί ο άνθρωπος την ζωοποιό και ζωογόνο Χάρη του Θεού ισοδυναμεί με εκούσια άρνηση της ίδιας της ζωής. Είναι μία συμπεριφορά διακινδύνευσης της ζωής, «μία άγνοια ζωής» κατά την οποία ο άνθρωπος διεκδικεί έναν άλλο «τρόπο ύπαρξης» που περιέχει μία παράλογη δύναμη: τη δύναμη αυτή που του προσφέρει η υποκατάσταση της χαράς της αληθινής ζωής που δεν βιώνει, από την ευχαρίστηση μίας εξάρτησης, ενός εθισμού, που είναι η νέα μορφή σχέσης την οποία θα διατηρεί ο άνθρωπος με τον εξωτερικό κόσμο εν γένει.

Δηλώνεται σήμερα με σαφήνεια από τους ειδικούς επιστήμονες, γιατρούς και θεραπευτές, ότι για τις τοξικοεξαρτητικές συμπεριφορές είναι αδύνατον να βρεθεί μία απλή αιτιότητα αλλά όλα δείχνουν ότι κυρίως οι έφηβοι και οι νέοι που κάνουν χρήση και εθίζονται στα ναρκωτικά έχουν υποστεί μία άγρια ρήξη

. Στερήθηκαν βίαια την ασφάλεια και την αγάπη και είχαν την αίσθηση ότι ο κόσμος έγινε γι’ αυτούς άδικος. Αυτό το ονομάζουν αντεστραμμένη οφειλή: αντί να νιώθουν υπόχρεοι για τη ζωή και για τη δυνατότητα ευτυχίας απέναντι στους γονείς τους, στην οικογένεια και την κοινωνία, συμπεριφέρονται αντίθετα σαν ο κόσμος όλος να έχει ένα χρέος και μία οφειλή απέναντί τους. Καί όλο αυτό βέβαια είναι η τραγική «άγνοια του Θεού», η διαρρηγμένη σχέση με ένα η πολλά πρόσωπα, η βίαιη αποκοπή και απουσία αγάπης, η απουσία του προσώπου του Θεού.

Είναι το προσωπείο ενός βαθύτατου τραύματος, μίας κραυγής: του αιτήματος για μία καθολική αποκατάσταση.
Εδώ βρίσκεται ένα άλλο κομβικό σημείο: η χρήση των ναρκωτικών δεν είναι μόνο μία εξάρτηση, ένα φαινόμενο ατομικό που να μπορεί να αποσυνδεθεί από το περιβάλλον του. Η χρήση των ναρκωτικών είναι εξίσου συν-εξάρτηση. Αυτό είναι το κομβικό γεγονός. Ποτέ δεν είναι ένας εξαρτημένος μόνος του, διότι η εξάρτηση αφορά με τον ένα η με τον άλλο τρόπο ολόκληρο το περιβάλλον του. Κυρίως το οικογενειακό περιβάλλον –στενό η ευρύτερο- το οποίο, αφενός διαδραματίζει καίριο ρόλο στις αιτίες που ενδεχομένως οδηγούν έναν νέον στην εξάρτηση, αφετέρου επηρεάζει και την εξέλιξή του, την πορεία της μετέπειτα ζωής του.

Η οικογένεια, το οικογενειακό περιβάλλον είναι στην ουσία ένα σύστημα αγάπης στο οποίο κάθε μέλος επηρεάζει και επηρεάζεται, λαμβάνει και δίνει από την κοινή αγάπη. Τα στάδια του κύκλου ζωής της οικογένειας βεβαίως σηματοδοτούνται συχνά από κρίσεις που συνήθως δεν είναι αυτόνομες αλλά συνδυάζονται με άλλες που προϋπήρχαν η δημιουργούνται.

Αυτές είναι κρίσεις που προκαλούν εξωγενείς παράγοντες οικονομικής φύσης (απώλεια εργασίας, ανεργία), κοινωνικών συνθηκών (κοινωνικός αποκλεισμός, ρατσισμός) κ.λ.π.

Είναι κρίσεις που προκαλούν νοσηροί ενδογενείς παράγοντες όπως η παρουσία παραβατικών συνηθειών, συχνών ενδοοικογενειακών συγκρούσεων, ενδοοικογενειακών ψυχοπαθολογιών και συμπεριφορών βίας.

Είναι κρίσεις που οφείλονται και προκύπτουν από την παρουσία σοβαρών ασθενειών και κυρίως του θανάτου μέσα στην οικογένεια.
Καί τέλος είναι κρίσεις πνευματικές και ηθικές οι οποίες παρουσιάζονται όταν κυρίως οι γονείς πάρουν το βλέμμα τους από το Θεό με συνέπεια ομοίως τα παιδιά να πάρουν το βλέμμα τους από εκείνους, όταν ατροφήσουν οι όροι της πνευματικής ζωής, εκλείψει σταδιακά το ήθος και αρθεί η διαρκής προσευχητική αίτηση προς τον Θεό που επιτρέπει στη Χάρη Του να φωτίζει.

Όλα αυτές οι κρίσεις και οι ρήξεις βιώνονται από έναν νέο και κυρίως από έναν έφηβο ως πιθανή απειλή διασάλευσης του κόσμου του και διάλυσης της οικογένειας. Ουσιαστικά ως διάλυση του σημείου αναφοράς του. Στην ηλικιακή περίοδο αυτή από την μία μεριά κυριαρχεί η αίσθηση της δύναμης και η άρνηση της φθοράς, το συναίσθημα αψήφησης του κινδύνου και η τάση πειραματισμού, από την άλλη παρουσιάζεται ένα συναίσθημα απόρριψης, αβεβαιότητας και απομόνωσης. Αυτό είναι το πεδίο μάχης του εφήβου, στο οποίο, αν αδυνατεί να διαχειριστεί τις προσωπικές του ανατροπές και κυρίως αν δεν βοηθηθεί από την συνεκτική δύναμη της οικογένειας, τότε είναι πολύ πιθανό εφόσον συναντηθεί με την ουσία να αναπτύξει εξαρτητική συμπεριφορά.
Είναι διαπιστωμένο και κλινικά επιβεβαιωμένο, ότι η γνωριμία με τις ουσίες συμπίπτει, συχνά, με αυτόν τον εκρηκτικό συνδυασμό των αλλαγών της εφηβείας και της απώλειας αγάπης.

Η χρήση ουσιών αποτελεί την αποτυχημένη προσπάθεια του νέου να ανακουφίσει το άγχος της απώλειας της αγάπης και μαζί των προσώπων που την κομίζουν. Η σχέση με τις ουσίες αντιπροσωπεύει τις σχέσεις του με τον κόσμο.

Ένα παιδί λοιπόν στερημένο η αποκομμένο από την αγάπη, την στοργή, το ενδιαφέρον βιώνει μία κατάσταση συναισθηματικής αποστέρησης η οποία με την σειρά της δημιουργεί μία τρομακτική αίσθηση θυμού. Αυτός δε ο θυμός καταπιέζεται από το φόβο ότι, αν εκδηλωθεί, θα προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερη απόρριψη και έλλειψη αγάπης. Έτσι, αντί να εκφράσει άμεσα το θυμό του τον εκφράζει έμμεσα, με τις πράξεις του. Τα ναρκωτικά γίνονται μία νέα μορφή επικοινωνίας αυτού του θυμού, μία νέα γλώσσα. Κάνοντας χρήση ουσιών, ουσιαστικά επικοινωνεί όλο το θυμό του προς τον έξω κόσμο, το οικογενειακό περιβάλλον και τους γονείς.

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι το «σύμπτωμα ναρκωτικά» εμφανίζεται ως μαρτυρία και παρεπόμενη συνέπεια κρυφών και άδηλων νοσηρών αιτιών που βρίσκονται συνήθως κρυμμένες στον κόσμο και την ιστορία των οικογενειών. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο εξαρτημένος έφηβος ως ευάλωτη προσωπικότητα κάνει το σώμα και την ψυχή του αποδέκτη των προβλημάτων της οικογενειακής ιστορίας τα οποία δεν έχουν επιλυθεί.

Βεβαίως η αντίδραση δεν είναι ίδια για όλους. Σημαντικό ρόλο τόσο στις οικογενειακές -λίγο η πολύ- νοσηρές και παθολογικές καταστάσεις, όσο και σε όλες τις κρίσεις που παρουσιάζονται στη ζωή, παίζει η ωριμότητα και η ευαισθησία που διακρίνει την ψυχή κάθε προσώπου που έρχεται αντιμέτωπο με αυτές τις κρίσεις. Αν λοιπόν η ωριμότητα συγκροτεί έναν εαυτό με ορθότερη κρίση στο «πως» και «γιατί», στον τρόπο και την αιτία που αντιδρά όπως αντιδρά στις μικρές η μεγάλες δυσκολίες, η ευαισθησία η οποία δεν μετράται αλλά διακρίνεται ως λεπτότητα της ψυχής κρίνει το αποτέλεσμα για το πόσο ευάλωτος θα είναι ο άνθρωπος μπροστά στην τραγική πραγματικότητα.

Πως μπορεί όμως ένας νέος να άρει την ψυχή και το σώμα του από την τραγική πραγματικότητα και να ρίξει το βλέμμα της ψυχής του στην ζωή, να δεί μία ακτίδα φωτός που θα ενθαρρύνει και θα αναθερμάνει τη ελπίδα και την ζωτική δύναμη που έχει χαθεί; Τι είναι λοιπόν θεραπεία από τα ναρκωτικά;

Ποιά είναι θεραπευτικά η ορθή στάση και πρακτική που μπορεί να βοηθήσει έναν νέο να ανακάμψει από την τραγική μοίρα του;
Αδιαμφισβήτητα στην τραγικότητα της ζωής και στην αντιμετώπιση της τοξικοεξάρτησης ενός νέου και της συν-εξάρτησης του οικογενειακού του περιβάλλοντος όπως περιγράφηκε προηγουμένως, συνυπάρχουν παράγοντες που δεν είναι εύκολο να ρυθμιστούν και να δημιουργήσουν ένα πεδίο αρωγής για άμεση θετική έκβαση.

Κάνοντας μία παρένθεση να σημειωθεί ότι στις περιπτώσεις των ναρκωτικών ουσιών κυρίως αυτών που λαμβάνονται ενδοφλεβίως –όπως η ηρωίνη- τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια έχει προστεθεί στο θέμα «θεραπεία» μία συμπληρωματική παράμετρος που είναι οι επιδημίες όπως οι ηπατίτιδες και το AIDS, ασθένειες οι οποίες δημιουργούν επιπλέον δυσκολίες και βασανίζουν τον φορέα και κατά την διάρκεια της τοξικοεξάρτησής του, και στο υπόλοιπο της ζωής του.

Με ποιό τρόπο και πόσο εύκολο λοιπόν είναι να ειπωθεί κάτι περί θεραπείας, να δρομολογηθεί ένα θεραπευτικό έργο, να γίνει αποδεκτό από την οικογένεια και τον πάσχοντα νέο που έχει προσαρμοσθεί στον κίνδυνο της εξάρτησης από τις ουσίες, και ενδεχομένως εν γνώσει του όσο παραδίδει τον εαυτό του στην εξάρτηση τον παραδίδει στον θάνατο περιγράφοντας το μαρτύριο της ζωής του με την ρήση: «τι να μου πείς αφού τα έχω δοκιμάσει και τα έχω ζήσει όλα;».

Η εξαντλητική εξάρτηση από τις ουσίες συνεπικουρούμενη από την αναγκαστική εν γένει, περιθωριακή, και συνήθως παράνομη και άνευ όρων και ορίων αδυσώπητη καθημερινότητα παίρνει την μορφή ενός «όλου», ενός κόσμου μέσα στον οποίο είναι αποκλεισμένος ο τοξικοεξαρτημένος νέος. Αυτό που διαμορφώνει αδυσώπητα την τραγική του καθημερινότητα είναι μία τραγική έλλειψη και ένα τραγικό όλο. Αυτό όμως είναι το κύριο, καίριο και κρίσιμο σημείο για ένα θεραπευτικό έργο. Το θεραπευτικό έργο λοιπόν μπορεί να είναι περισσότερο από πλαίσιο και μέθοδος ένας «χώρος παρέμβασης» των προσώπων αυτών που το υπηρετούν η αλλιώς διακονούν με την εν Κυρίω διακονία.

Με την εμπειρία της ιατροθεραπευτικής επιστημονικής μεθόδου που βοηθά την ζωή του ανθρώπου και με την προοπτική της Ανάστασης του Κυρίου στην οποία στηρίζεται η ζωή του ανθρώπου, κάθε θεραπεία στοχευμένη, εξατομικευμένη και ευέλικτη για κάθε ιδιαίτερο και ξεχωριστό πρόσωπο, γίνεται ένας χώρος μεγάλης και αστείρευτης αγάπης με μία μεγάλη έγνοια: πρώτον να εγκολπωθεί από την αγάπη των θεραπευτών-διακόνων αυτό το «τραγικό όλο» του προσώπου που πάσχει, και δεύτερον, από τη θέση ισχύος, εξαιτίας της αγάπης, που βρίσκονται οι θεραπευτές-διάκονοι και με τη δύναμή της, η αγάπη αυτή να παρέμβει απορροφώντας και αποσβένοντας το τραγικό, ταυτόχρονα τροφοδοτώντας το κενό και την έλλειψη και καταργώντας το θάνατο. Ακριβώς όπως ο Χριστός, το κατεξοχήν πρόσωπο της Αγάπης, εξαιτίας της άπειρης Αγάπης Του εγκολπώθηκε την ανθρώπινη φύση, γέμισε το τραγικό κενό του θανάτου και της φθοράς της με ζωή, αποκατέστησε τον άνθρωπο και κατήργησε το θάνατο με την Ανάστασή Του.

Το θεραπευτικό έργο λοιπόν μαζί και μέσα στην εκκλησιαστική ζωή των Μυστηρίων -που έχουν κέντρο το πρόσωπο του Χριστού και πηγάζουν από την Αγάπη Του, αλλά και τον φωτισμό και τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος- συνυπάρχουν και συμπληρώνουν με σημαντικό και μοναδικό τρόπο την προσπάθεια αποκατάστασης του περιβάλλοντος και της ψυχικής και σωματικής υγείας του νέου που δοκιμάζεται από την εξάρτηση στις ουσίες.

Αν ο εθισμός και η εξάρτηση είναι μία ισχυρή δύναμη της ψυχής που θέλει να έχει ένα τέλος και ένα στόχο, τότε αποκαθιστώντας την παθητική ροπή της προς το θάνατο επαναπροσδιορίζεται ο στόχος, και η ισχυρή δύναμη δεν είναι πιά ισχυρή εξάρτηση από μία ουσία αλλά πανίσχυρη αναζήτηση εξάρτησης από Αυτόν από τον οποίο εξαρτάται η Αρχή και το Τέλος της ζωής και του κόσμου, τον Τριαδικό Θεό.

Κάθε ξεχωριστή περίπτωση και κάθε ιδιαίτερο περιστατικό χρήζει βεβαίως ιδιαίτερης μεθόδου η οποία εκτός των επιστημονικών θεραπευτικών προτάσεων τις οποίες καλείται ο τοξικοεξαρτημένος να εντάξει στην προοπτική αποκατάστασης της μαρτυρικής ζωής του, συνδέεται και με την προοπτική της σχετιζόμενης με την ασκητική παράδοση της Εκκλησίας- θεραπευτικής στρατηγικής, που έχει νοηματοδοτηθεί από την εργώδη βιοτή των ασκητών αγίων.
Αυτή η ασκητική μεθοδολογία βρίσκει πεδίο εφαρμογής στον εθισμό από τις ναρκωτικές ουσίες και την τοξικοεξάρτηση διότι έχει στόχο όχι το εξαντλημένο από το πάθος του εθισμού καταβεβλημένο σώμα και την καταταλαιπωρημένη ψυχή αλλά το σθεναρό και νοσηρό παράγοντα που εμφολεύει στους υποδοχείς του σώματος και της ψυχής ως νόσημα και είναι το πάθος.

Σε αυτή τη νοσηρή κατάσταση πρωτεύει αυτό που στην εκκλησιαστική ασκητική παράδοση καλείται υπακοή.
Η υπακοή είναι η μόνη προϋπόθεση, το κλειδί που λειτουργεί στο κρίσιμο άνοιγμα της κλειστής θύρας στον συρρικνούμενο εσωστρεφή και αυτοκαταστροφικό εαυτό του νέου. Είναι η σταδιακή παράδοση του εαυτού που νοσεί από την εξάρτηση στην θεραπεία.

Η υπακοή είναι η άρνηση του ιδίου φρονήματος και θελήματος, η άρνηση στον εθισμό. Δεν είναι μία σύμβαση για να ακολουθηθεί μία θεραπευτική η αποτοξινωτική διαδικασία αλλά μία ριζική αλλαγή νοός, μία απόφαση για να λειτουργήσει αντίστροφα όλος ο εσωτερικός δυστυχής κόσμος του τοξικοεξαρτημένου: από την κεντρομόλο καταστροφή προς την εξωστρεφή άνοιξη της ζωής.

Η υπακοή είναι πίστη. Η υπακοή είναι η διαδικασία ανάκτησης της χαμένης εμπιστοσύνης στον κόσμο. Είναι το κουράγιο για να ανασηκωθεί και να αναστηθεί από την φθορά του πάθους της εξάρτησης.

Είναι η ακρίβεια που χρειάζεται ο αποσυντονισμένος νούς. Είναι ένας όρος ακριβής και ένα όριο αδιασάλευτο ακριβώς για να ανασχηματιστεί η φθαρμένη εικόνα των ορίων που διασαλεύτηκαν και αποδιοργάνωσαν τον άνθρωπο των εξαρτήσεων.
Η υπακοή είναι η σαφέστατη κατάφαση, το «ναί μπορώ» και «έχω έγνοια για τη ζωή μου, για τον κόσμο, για το Θεό».

Στον κόσμο ενός τοξικοεξαρτημένου νέου η πρωτεύουσα αλλαγή είναι η επανένταξή του στην αγάπη που προτύπωσε ο Κύριος ως σημείο αναφοράς.
Η εν Χριστώ λοιπόν αντίδραση στη θέαση ενός τοξικοεξαρτημένου προσώπου, γίνεται συνειδητή: δημιουργία αντί απόστασης, εγγύτητας που διακονεί με θάρρος και ταπείνωση το φαινόμενο «τοξικοεξάρτηση» και κυρίως τα πρόσωπα των τοξικοεξαρτημένων. Διατηρεί εντός της εμβέλειας του αληθινού ενδιαφέροντος, της βούλησης για παροχή διακονίας, της συμπάθειας, της αγάπης, και της παρακλητικής προσευχής προς το Θεό.

Πραγματώνει αντί του περιθωρίου έναν χώρο αγάπης με την αρετή της διάκρισης που ξεχωρίζει το ορθό, επιλέγει το αγαθό, κρίνει το καλύτερο, αποφεύγει τα άκρα, βαδίζει τη μέση οδό. Ψάχνει για την καλύτερη απάντηση και την πρέπουσα λύση. Ξεκινά και τελειώνει στην αγάπη για το κάθε τραγικό πρόσωπο και δεν έχει ούτε υπερβολική αυστηρότητα, ούτε μεγάλη επιείκεια. Η διάκριση είναι αποτέλεσμα αυτοελέγχου, αυτοκριτικής, μελέτης, προέρχεται από γνώση, εμπειρία, πνευματική καλλιέργεια, την ωριμότητα και κυρίως την ταπείνωση ότι το έργο είναι όχι προσωπικό κατόρθωμα αλλά έργο κατά παραχώρησιν από τον Θεό. Αυτή η αγάπη και αυτή η διάκριση παρηγορεί και αναπαύει ψυχές.

Διότι όταν μεταμορφωθεί η «άγνοια του Θεού» κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή πρωταρχική αιτία των παθών όπως ειπώθηκε στην αρχή, σε «έγνοια για τον Άλλο και το Θεό», γίνεται πρωταρχική αιτία θεραπευτικής αποκατάστασης για τον άνθρωπο. 

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ ο Πειραιώς ΣΕΡΑΦΕΙΜ
 



Ετικέτες