Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός στο Αίγιο – Ομιλία με θέμα: «Ζητήματα λατρείας και λειτουργικής αγωγής»

Loading...


Την Δευτέρα 18 Μαρτίου 2016 στην αίθουσα ομιλιών του Κέντρου Νεότητος «ΝΕΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ», στο Αίγιο, πραγματοποιήθηκε, με την ευλογία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ. Αμβροσίου, στα πλαίσια της επιμορφώσεως των κληρικών της Ιεράς Μητροπόλεως, η δεύτερη συνάντηση κληρικών για το Σεμινάριο με θέμα «ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΛΑΤΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ», το οποίο υλοποιεί η Ιερά Μητρόπολη σε συνεργασία με το Ίδρυμα Ποιμαντικής Επιμορφώσεως Κληρικών της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

Προσκεκλημένος ομιλητής ήταν ο Αιδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός, ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος, ανέπτυξε το θέμα «Θεία Λατρεία και Ποιμαντική Πράξη» ενώ παράλληλα αναφέρθηκε στην άσκηση και τη σχέση της με τη θεία λατρεία.

Η Εκκλησιαστική Λατρεία είναι εορτάσιμη στο ηθος της. Κάθε μέρα είναι για την Εκκλησία «πανήγυρις», εορτή, διότι οι μνήμες των Αγίων επιβεβαιώνουν τη νίκη του Χριστού πάνω στον κόσμο (Ἰω. 16. 33). Η άσκηση, εξ άλλου, προοδοποιεί την είσοδο στην εορτή της Εκκλησίας, στην πνευματική πανήγυρή της. Είναι η προετοιμασία για τη μετοχή του όλου ανθρώπου στήν«καινήν κτίσιν» (Β’ Κορ. 5. 17), πού αποκαλύπτεται στη λατρεία. ‘Οπως σημειώνει ο Ἰ. Χρυσόστομος…. ,«το ζητούμενον ενταύθα (στη λατρεία) ψυχή νήφουσα, διεγηγερμένη διάνοια, καρδία κατανενυγμένη, λογισμός ερρωμένος. συνειδός κεκαθαρμένον». Η άσκηση επιδιώκει, με την «αδιάλειπτη προσευχή, την ταπείνωση, την απάθεια, τη νηστεία και τη συνεχή λατρευτική πράξη, να μεταβάλει τη ζωή σε «θυσίαν ζώσαν, αγίαν, τω Θεω ευάρεστον»… (Ρωμ. 12, 1), για να βρει τελικά η ζωή την πρωταρχική της ωραιότητα και γνησιότητα.

Η άσκηση των πιστών βρίσκει στη λατρεία μια όαση πνευματική, πού αναπαύει τη σκληρή ασκητική πράξη. Εξ άλλου, αυτό πού γίνεται ο άνθρωπος με την άσκηση του, δια της λατρείας, και μάλιστα της Θείας Ευχαριστίας, εκκλησιοποιείται εντάσσεται δηλαδή στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία και το ατομικό γεγονός γίνεται συλλογικό, δηλαδή εκκλησιαστικό. Η Λατρεία εν-Χριστώνει όλη τη ζωή του μοναχού, αλλά και κάθε πιστού. Η άσκηση παρέχει τη δυνατότητα για την πραγμάτωση αυτού του σκοπού, εφ’ όσον ο ακάθαρτος από τα πάθη άνθρωπος δεν μπορεί να υμνήσει και δοξάσει αληθινά τον Θεό. Ας θυμηθούμε τον πασχάλιο ύμνο: «Και ημάς τούς ευσεβείς καταξίωσον εν καθαρά καρδίᾳ Σέ δοξάζειν». Η «καθαρά καρδίᾳ» είναι το σκοπούμενο στην χριστιανική άσκηση (πρβλ. Ψαλμ. 50, 12: «καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμεί ο Θεός…»). Μόνον «εν καθαρα καρδίᾳ» μπορεί ο άνθρωπος να δει τον Θεό (Ματθ. 5, 8), νά φθάσει δηλαδή στόν ἀπόλυτο σκοπό της εκκλησιαστικής υπάρξεως. Αυτό ακριβώς εκφράζει και ο λόγος του ι. Δαμασκηνού στον πασχάλιο κανόνα του: «Καθαρθώμεν τας αισθήσεις, και οψόμεθα τω απροσίτῳ φωτί της αναστάσεως Χριστόν εξαστράπτοντα…».

Η λατρεία οδηγεί στη θέωση, όταν όμως υπάρχει η καθαρότητα της καρδίας και των αισθήσεων. Αν η λατρεία, συνεπώς, είναι η είσοδος στην ουράνια βασιλεία, η άσκηση είναι η οδός προς αυτήν. Η λατρεία καθορίζει και αποκαλύπτει τον σκοπό της υπάρξεως μας· η άσκηση συμβάλλει στην επίτευξη του σκοπού αυτού. Με την άσκηση, ως μόνιμο τρόπο ζωής για κάθε χριστιανό, ολόκληρη η ζωή του πιστού μεταμορφώνεται σέ λατρεία του Θεού «εν πνεύματι και αληθείᾳ*» (Ἰω. 4. 23). Διότι ο ασκούμενος χριστιανός μεταβάλλεται ολόκληρος σε «ναό του Θεού», στον οποίο ιερουργείται το μυστήριο της σωτηρίας. Αλλά όπως οι προσευχόμενοι καρδιακά στην Κόρινθο (Α’ Κορ. 5. 19), μολονότι είχαν την «αδιάλειπτη προσευχή» (Α’ Θεσσ. 5, 18) του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά τους, μετείχαν και της συνάξεως όλου του σώματος, έτσι και ο τελειούμενος στην άσκηση μετέχει στη σύναξη και λατρεία του σώματος, εκκλησιοποιώντας τα χαρίσματά του. Προς την κατεύθυνση αυτή οδηγεί ο ιερέας τον κάθε πιστό, μέσα από την ποιμαντική του δραστηριότητα στην ενοριακή ζωή με κέντρο πάντοτε το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.

Η ορθόδοξη χριστιανική λατρεία έχει κοινοτικό, συλλογικό και εκ­κλη­σιο­λο­γικό χαρακτήρα. Οι χριστιανοί αγιάζονται μετέχοντας στην ζωή της Εκκλησίας, στο σώμα του ζώντος Χριστού. Όμως, η μετοχή στα ιερά μυ­στήρια και ο εκκλη­σια­σμός χρειάζεται να γίνεται συνειδητά και όχι ανεπίγνωστα, με κα­θα­ρή καρδιά και όχι με εμπάθεια. Η συλλο­γι­κό­τη­τα δεν αίρει την προσωπική ευθύνη. Κα­ταρχήν, ο καθένας φι­λο­τί­μως προσάγει στον Θεό και ιδιαίτερα στην κοινή λα­τρεία τα δώρα της ευ­χα­ρι­στί­ας του: το πρόσφορο, τον οίνο, το λάδι, το κερί και το λιβάνι. Πα­ράλληλα όμως, κομίζει και τον προ­σω­πι­κό του πνευματικό αγώνα κι όχι την κα­κία και τα πάθη του, τα οποία όταν εμφω­λεύ­ουν στην καρδιά, διασπούν την εν Χρι­στώ κοινωνία και ψύ­χουν την αγάπη.

Οπότε, η μετοχή στο εκκλησιαστικό σώμα προϋποθέτει τη «θυσία» των πα­θών και των εμπαθών λογισμών διά της μετανοίας, αφού στην κοινή προσευχή καλ­­λιεργείται ήθος «συ­ντε­τριμ­μένης καρ­δίας» και αυτοεξομο­λο­γητική διάθεση. Αν δεν θε­ραπευτεί με την άσκηση και τη συνειδητή μετάνοια η βούληση του χριστιανού, τα α­τομικά πάθη, ως ασθένειες της ψυχής, αποκτούν ευρύ­τε­ρες διαστάσεις και διαβρώ­νουν το εκκλησιαστικό σώμα. Στην ένωση και κοινωνία με τον Χρι­στό και τους συ­ναν­­θρώ­πους συμ­βάλ­­λει σημαντικά η αν­θρώ­πι­νη προαίρεση. «Εκ προαι­ρέ­σεως γάρ η έ­νωσις αύτη γί­νεται, ου χωρίς της ημών γνώμης», διδάσκει ο άγιος Ιωάν­νης Δα­­μα­­σκη­­νός.

Ακολούθησε εποικοδομητική συζήτηση με τους ιερείς την οποία συντόνισε ο Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως π. Ιωακείμ Βενιανάκης.