Μητρόπολη Πειραιώς: «Η θρησκευτική βία δεν αγγίζει την Εκκλησία μας»

Loading...


Με ανακοίνωση που εξέδωσε το Γραφείο επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών της Μητρόπολης Πειραιώς σχολιάζει όσα ειπώθηκαν σε συνέδριο για τη θρησκευτική βία.

Η Μητρόπολη ανταπαντά σε όλους όσους προσπαθούν να σπιλώσουν την Ορθόδοξη Πίστη.

Αναλυτικά η ανακοίνωση:

Εν Πειραιεί τη 18η Μαΐου 2015
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΘΕΣΕΩΝ ΣΕ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΒΙΑΣ

Είναι πλέον γεγονός, ότι το φαινόμενο της θρησκευτικής βίας με πρωταγωνιστή το Ισλάμ, έχει λάβει εφιαλτικές διαστάσεις στην εποχή μας και έχει καταστεί ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα, που αντιμετωπίζει η παγκόσμια κοινότητα.
Εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων διώκονται, βασανίζονται και βρίσκουν τραγικό θάνατο στο όνομα του Αλλάχ, (βάσει μάλιστα συγκεκριμένου τελετουργικού τυπικού), σε περιοχές της Μέσης Ανατολής και της Βορείου Αφρικής, από τους τζιχαντιστές μουσουλμάνους, οι οποίοι πολεμούν και επιδιώκουν με τον αφανισμό των «απίστων», προκειμένου να εδραιώσουν το «Ισλαμικό Κράτος». Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση τα θύματα «τυχαίνει» να είναι χριστιανοί!

Για τη μελέτη του προβλήματος της θρησκευτικής βίας πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη διεθνές διεπιστημονικό συνέδριο με θέμα: «Θρησκεία και Βία» στις 27 Απριλίου 2015. Αφού μελετήσαμε τις θέσεις, που ακούστηκαν στο Συνέδριο αυτό, θεωρήσαμε καθήκον μας να σχολιάσουμε ορισμένες από αυτές, ως πληροφόρηση των πιστών της Μητροπολιτικής μας Περιφέρειας.
Ακούστηκε κατ’ αρχήν η εξής θέση: «Μια διευκρίνιση που ίσως βοηθήσει την σκέψη όλων. Δεν πιστεύω σε καμιά θρησκεία, ακόμη και την χριστιανική. Δεν πιστεύω σε καμιά ιδεολογία. Αγαπώ την ζωή και αυτό με οδήγησε στην Εκκλησία», διότι «η Θρησκεία είναι κάτι το ανθρώπινο». Αντίθετα «η Εκκλησία δεν είναι κάτι ανθρώπινο, αλλά μια Θεανθρώπινη πραγματικότητα. Είναι πρόσκληση για κοινωνία του Προσωπικού Θεού στον άνθρωπο και κλήση για μετοχή και αλληλοπεριχώρηση». Συμφωνούμε με την επισήμανση αυτή, διότι όντως η Εκκλησία του Χριστού μας δεν είναι θρησκεία, «αλλά καινή κτίσις» (Β΄ Κορ.5,17), αποκάλυψη Θεού και όχι ανθρώπινη ανακάλυψη. Πράγματι η Ορθόδοξη Εκκλησία μας δεν είναι θρησκεία, όσοι δε εσφαλμένα την θεωρούν ως θρησκεία, ουσιαστικά την υποβιβάζουν σε ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα και την εξισώνουν με τις διάφορες θρησκείες, οι οποίες ευθύνονται τα μέγιστα για τη διαχρονική κακοδαιμονία του κόσμου, καθώς και για τη σύγχρονη φρίκη της θρησκευτικής βίας.

Σε στενή νοηματική συνάφεια με την παρά πάνω θέση είναι και οι παρά κάτω επισημάνσεις, ότι «κάποιοι Χριστιανοί “βιώνουν” την Εκκλησία ως θρησκεία. Αναμφισβήτητα και η Εκκλησία από δρόμος Θεώσεως μπορεί να μετατραπεί σε ιδεολογία και είναι απολύτως σωστό αυτό που έχει λεχθεί, ότι η μεγαλύτερη αμαρτία των χριστιανών είναι η θρησκειοποίηση της Εκκλησίας». Κι’ αυτό διότι «είναι εύκολο πράγμα να είσαι θρησκευτικός άνθρωπος, είναι πολύ δύσκολο να είσαι εκκλησιαστικός άνθρωπος. Στην πρώτη περίπτωση αυτοδικαιώνεσαι και τον Θεό τον χρειάζεσαι για να πει στους άλλους πόσο “καλός” είσαι εσύ. Δεν διστάζεις μάλιστα να κάνεις και την σύγκριση τη δική σου με τους άλλους για να δείξεις πόσο πολύ υπερέχεις εσύ. Πρόκειται για τον κλασικό τύπο του Φαρισαίου της Παραβολής». Και οι επισημάνσεις αυτές είναι εξαίρετες, διότι πράγματι «η μεγαλύτερη αμαρτία των χριστιανών είναι η θρησκειοποίηση της Εκκλησίας». Ωστόσο δεν αναφέρθηκε (και αυτό είναι ουσιαστική παράληψη), το γεγονός, ότι για την θρησκειοποίηση της Εκκλησίας ευθύνεται πρωτίστως και κυρίως η φοβερή παναίρεση του Διαχριστιανικού και Διαθρησκειακού Οικουμενισμού. Βασική και θεμελιώδης αρχή που προβάλλεται και διακηρύσσεται, urbi et orbi, σήμερα στα Διαθρησκειακά Συνέδρια και Συναντήσεις από τους θιασώτες του Οικουμενισμού είναι, ότι οι τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, ο Χριστιανισμός, ο Ιουδαϊσμός και το Ισλάμ πιστεύουν στον ίδιο Θεό. Πρώτος ο Παπισμός στη Β΄ Βατικανή Σύνοδο, (1962-1965), άρχισε να καλλιεργεί και να διδάσκει το βλάσφημο αυτό ιδεολόγημα, με το οποίο ουσιαστικά ο Χριστιανισμός εξισώνεται και τοποθετείται στην ίδια ευθεία με τις θρησκείες του κόσμου. Το δε λυπηρό είναι ότι στη συνέχεια η κακοδοξία αυτή υιοθετήθηκε δυστυχώς και από ιδικούς μας εκκλησιαστικούς ηγέτες. Το συμπέρασμα λοιπόν είναι, ότι η θρησκειοποίηση της Εκκλησίας είναι κατασκεύασμα πρωτίστως των θιασωτών του Οικουμενισμού.
Μέσα σ’ αυτή την «θρησκειοποιημένη» Εκκλησία διετυπώθη η θέση ότι υφίσταται θρησκευτική βία. «Ο Χριστός μας έδειξε, ότι ο αληθινός Θεός δεν ζητά οπαδούς, αλλά φίλους και οικείους προς μετοχήν και κοινωνίαν. Είναι χαρακτηριστικό, ότι και ο Άγιος Πορφύριος και ο Άγιος Λουκάς ο ιατρός επετίμησαν με αυστηρότητα, όσους περιφρονούσαν την πίστη άλλων. Μπορώ να καταλάβω την βία που ασκούν άλλες θρησκείες, ΔΕΝ θα καταλάβω όμως ποτέ την βία λεκτική, η οποιαδήποτε άλλη, των χριστιανών και δη των Ορθοδόξων».

Όταν βέβαια αναφέρεται ο όρος «θρησκευτική βία», μιλάμε για μορφές οργανωμένης θρησκευτικής βίας, όπως τη συναντούμε στο Ισλάμ, στον Σιχισμό, στον Παπισμό, τον Προτεσταντισμό κ.λ.π. Έχουμε πάμπολλα συγκεκριμένα παραδείγματα θρησκευτικής βίας στο Ισλάμ στις χώρες της Μέσης Ανατολής, που όλοι τα πληροφορούμεθα από τα ΜΜΕ και είναι περιττό να αναφερθούμε σ’ αυτά. Πάμπολλες είναι επίσης και οι περιπτώσεις θρησκευτικής βίας στον Παπισμό, τον Προτεσταντισμό και σε άλλες χριστιανογενείς αιρετικές ομάδες. Η ιστορική τους πορεία μέχρι σήμερα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας αδιάκοπος αγώνας επιβολής της εξουσίας δια της βίας: Κατάληψη του Σεβασμίου Πατριαρχείου της Δύσεως από τους Φράγκους, προσπάθεια επιβολής δια της βίας των λατινικών δογμάτων στους Ορθοδόξους Ρωμαίους, «εκκαθαρίσεις»των αντιφρονούντων, «ιερές εξετάσεις», σταυροφορίες, θηριωδίες των ουνιτών στην Ανατολική Ευρώπη, αποικιοκρατία, γενοκτονία 800.000 Σέρβων Ορθοδόξων από τους παπικούς Κροάτες Ουστάσι με την «ευλογία» του διαβόητου «αγίου» της παπικής «εκκλησίας» Αλοΐσιου Στέπινατς, σύγχρονα δραματικά γεγονότα στην Ουκρανία κ.λπ. είναι μερικά από τα «έργα και τις ημέρες» των αιρετικών δυτικών. Δεν υπάρχουν όμως παρόμοιες θα μπορέσει όμως παρόμοιες πράξεις θρησκευτικής θηριωδίας στους Ορθοδόξους!

Στην παραπάνω θέση έγινε επίσης λόγος για την «περιφρόνηση της πίστης των άλλων» και την «λεκτική βία», η οποία χαρακτηρίζεται και αυτή ως «θρησκευτική βία». Κατ’ αρχήν η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, ποτέ δεν καλλιέργησε μέσα στους κόλπους της τον θρησκευτικό φανατισμό και ποτέ δεν ενεθάρρυνε τα μέλη της σε άσκηση σωματικής βίας σε αιρετικούς και αλλοθρήσκους και αθέους, εξ αιτίας της αλλότριας πίστης των. Ούτε ποτέ βεβαίως αρνήθηκε την συνύπαρξη και συμβίωση με ανθρώπους διαφορετικών πίστεων, έχοντας υπ’ όψιν της τον λόγο του Κυρίου μας «όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν…» (Μαρκ.8,34) και σεβόμενη την ελευθερία του ανθρωπίνου προσώπου. Αυτό όμως σε καμιά περίπτωση δε σημαίνει, ότι δεν απέρριπτε ως πλάνη και ψεύδος κάθε αλλότρια πίστη. Σέβεται μεν την θρησκευτική ελευθερία του ανθρώπου, να επιλέξει την θρησκεία, που επιθυμεί να ακολουθήσει, ουδέποτε όμως σεβάστηκε και ουδέποτε θεώρησε το ψεύδος και την πλάνη, που εκπροσωπεί η κάθε αίρεση και η κάθε θρησκεία, ως αλήθεια. Απεναντίας πάντοτε ήλεγχε και απέρριπτε την πλάνη και καλούσε τους ανθρώπους στο φως της αληθείας του ευαγγελίου ως μοναδική οδό σωτηρίας. Ένα πράγμα που σέβομαι, οπωσδήποτε το αποδέχομαι, (αυτό σημαίνει σεβασμός), δεν το περιφρονώ. Μια αλλότρια πίστη, όταν την σέβομαι, οπωσδήποτε σημαίνει ότι την αποδέχομαι, δεν την περιφρονώ. Ενώ όταν την απορρίπτω, τότε οπωσδήποτε την περιφρονώ. Δεν υπάρχει δηλαδή περίπτωση, να απορρίπτω μια αλλότρια πίστη και ταυτόχρονα να μην την περιφρονώ, όπως θέλουν σήμερα οι οικουμενιστές, οι οποίοι έχουν αναγάγει σε δόγμα πίστεως τον σεβασμό και την μη περιφρόνηση της πίστεως των άλλων. Οι άγιοι της Εκκλησίας μας με το ότι απέρριψαν κάθε αλλότρια πίστη, οπωσδήποτε περιφρόνησαν όλες τις άλλες πίστεις. Αυτό το βλέπουμε, επίσης στη ζωή και στο ιεραποστολικό έργο των αγίων αποστόλων, οι οποίοι κηρύττοντες το ευαγγέλιο ως μοναδική οδό σωτηρίας, ταυτόχρονα απέρριπταν την ειδωλολατρία και αυτόν ακόμη τον ιουδαϊσμό ως πλάνη και σκότος. Εάν εκήρυτταν στους ανθρώπους, ότι ο Χριστιανισμός είναι μία εναλλακτική οδός σωτηρίας μεταξύ και άλλων οδών σωτηρίας, που υπάρχουν σε άλλα θρησκεύματα, (όπως σήμερα πιστεύουν οι οικουμενιστές), μόνον τότε θα εσέβοντο και δεν θα περιφρονούσαν τις άλλες θρησκείες. Απεναντίας εκήρυτταν ότι: «Ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία…» (Πραξ.4,12). Το ίδιο βλέπουμε και στους αγίους μάρτυρες, οι οποίοι, ενώ ομολογούσαν τον Χριστό, ως τον μόνο αληθινό Θεό, μυκτήριζαν τους ψεύτικους θεούς των ειδώλων.

Αν υποθέσουμε, ότι ζούσε σήμερα ο Κύριος και ομιλούσε με τον ίδιο τρόπο, που ομίλησε τότε προς τους Γραμματείς και Φαρισαίους, αποκαλώντας αυτούς «όφεις, γεννήματα εχιδνών» (Ματθ.23,33), καυτηριάζοντας την κατάσταση της πλάνης στην οποία έφθασαν λόγω της υποκρισίας των, αλλά και της απιστίας των προς το πρόσωπό του, πως άραγε θα χαρακτήριζαν οι σημερινοί οικουμενιστές τους αυστηρότατους και δριμύτατους εκείνους λόγους του; Σίγουρα θα αποδοκίμαζαν τους λόγους του ως σκληρούς και απαράδεκτους, ως λόγους που υποβιβάζουν την αξιοπρέπεια και την προσωπικότητα των άλλων και οπωσδήποτε ως λόγους που αποτελούν μορφή «λεκτικής βίας». Πως θα χαρακτήριζαν επίσης τον άλλο εκείνο λόγο του Κυρίου προς τον Πέτρο, «ύπαγε οπίσω μου, σατανά» (Ματθ.16,23), με τον οποίο τόλμησε να αποκαλέσει σατανά τον μαθητή Του; Οπωσδήποτε και στην περίπτωση αυτή θα τον αποδοκίμαζαν και θα καταδίκαζαν ως απαράδεκτη την συμπεριφορά του. Δεν θα παρέλειπαν μάλιστα να του δώσουν και μαθήματα καλής συμπεριφοράς, ώστε να διορθώσουν το παράπτωμα της «λεκτικής βίας», στο οποίο περιέπεσε! Αν δε υποθέσουμε, ότι ζούσε σήμερα ο Κύριος και ελάμβανε μέρος σε κάποιο από τα διαθρησκειακά συνέδρια των οικουμενιστών και του έδιναν οι διοργανωτές του συνεδρίου το λόγο για να ομιλήσει, τι άραγε θα έκανε; Με ποιά γλώσσα θα ομιλούσε; Θα χάιδευε τα αυτιά των συνέδρων και των παρισταμένων «Ορθοδόξων» οικουμενιστών, από φόβο μήπως τους θίξει και προσβάλλει την πίστη των προσκεκλημένων αλλοθρήσκων; Ας είναι βέβαιοι ότι ο Κύριος παρόμοια, η και δριμύτερη ελεγκτική γλώσσα θα χρησιμοποιούσε, όπως τότε στους Γραμματείς και Φαρισαίους. Και είναι υπερβέβαιο, ότι θα Τον εξέβαλαν από το συνέδριο οι σημερινοί οικουμενιστές, οι οποίοι υποτίθεται ότι πιστεύουν, λατρεύουν και υπηρετούν τον Χριστό.

Τι θα έλεγαν οι σημερινοί οικουμενιστές, αν ζούσε σήμερα ο απόστολος Παύλος και τον άκουγαν να ομιλεί και να ελέγχει τον Ελύμα τον Μάγο, τον οποίο χαρακτήρισε «υιό του διαβόλου, και εχθρό πάσης δικαιοσύνης»; «Ω πλήρης παντός δόλου και πάσης ραδιουργίας, υιέ διαβόλου, εχθρέ πάσης δικαιοσύνης, ου παύση διαστρέφων τας οδούς Κυρίου τας ευθείας; (Πραξ.13,10). Είναι βέβαιο, ότι θα τον χαρακτήριζαν ως ακραίο φονταμενταλιστή, ότι έπεσε στο αμάρτημα της «λεκτικής βίας», μίλησε με απαράδεκτη γλώσσα, και δεν σεβάστηκε την αξιοπρέπεια του Ελύμα!

Τι θα έλεγαν οι σημερινοί οικουμενιστές, αν ζούσε σήμερα ο απόστολος Πέτρος και τον άκουγαν να ομιλεί και να ελέγχει τον στον Σίμωνα τον Μάγο, με την σκληρή εκείνη φράση «το αργύριον σου συν σοι είη εις απώλειαν»; (Πραξ.8,20). Δηλαδή: Να πας να χαθείς και συ μαζί με τα λεφτά σου. Οπωσδήποτε θα θεωρούσαν ανάρμοστη και μη ευγενική την συμπεριφορά του. Θα τον νουθετούσαν να προσέχει στο εξής, ώστε να μην πέφτει σε τέτοιου είδους παραπτώματα «λεκτικής βίας»!

Τι θα έλεγαν οι σημερινοί οικουμενιστές, αν ζούσε σήμερα ο άγιος πρωτομάρτυς Στέφανος και τον άκουγαν να ομιλεί και να ελέγχει τα μέλη του ιουδαϊκού συνεδρίου με την σκληρότατη εκείνη φράση «Σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι τη καρδία και τοις ωσίν, υμείς αεί τω Πνεύματι τω Αγίω αντιπίπτετε, ως οι πατέρες υμών και υμείς» (Πραξ.7,51).Ίσως να έκλειναν και αυτοί τα αυτιά τους, όπως τότε οι δικαστές και πάντως σίγουρα θα τον αποδοκίμαζαν και θα του καταλόγιζαν όχι μόνο το αμάρτημα της «λεκτικής βίας», αλλά και έλλειψη σεβασμού προς τους δικαστές του.

Τι θα έλεγαν οι σημερινοί οικουμενιστές, αν ζούσε σήμερα ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και τον άκουγαν να ομιλεί μέσα σε κάποιο διαθρησκειακό συνέδριο και να χαρακτηρίζει το Ισλάμ ως λαοπλάνο θρησκεία και πρόδρομο του Αντιχρίστου; Στο «Περί αιρέσεων» έργο του γράφει χαρακτηριστικά: «Έστι δε και η μέχρι του νυν κρατούσα λαοπλάνος θρησκεία των Ισμαηλιτών, πρόδρομος ούσα του Αντιχρίστου». Παρά κάτω χαρακτηρίζει όλα τα θεσπίσματα του Κορανίου, ως «γέλωτος άξια» που καθιερώθηκαν στο Αραβικό Έθνος με τον «ιερό πόλεμο» και το ψευδές ιδεολόγημα της δήθεν θεϊκής αποστολής του Μωάμεθ, επτά αιώνες μετά την ενανθρώπιση του Θεού Λόγου του αληθινού Μεσσία, του οποίου το σωτηριώδες έργο επιδιώκει να ανατρέψει με τις ψευδολογίες του. Δεν χωράει αμφιβολία ότι θα τον θεωρούσαν ως ταλιμπάν, που έχει μεσαιωνικές και ξεπερασμένες αντιλήψεις, οι οποίες δεν ισχύουν σήμερα, διότι και οι μουσουλμάνοι πιστεύουν στον ίδιο αληθινό Θεό που πιστεύουν και οι χριστιανοί.

Δεν τολμούν όμως οι σημερινοί οικουμενιστές να απορρίψουν τους λόγους του Κυρίου και των παρά πάνω αναφερθέντων αγίων, διότι είναι λόγοι θεόπνευστοι, λόγοι που ελέχθησαν με τον φωτισμό του αγίου Πνεύματος, λόγοι που έχουν καταγραφεί κατά τρόπο οριστικό και αμετάκλητο στο θεόπνευστο κείμενο της αγίας Γραφής, λόγοι που αποτελούν παραδείγματα προς μίμηση. Το ίδιο και οι λόγοι του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, οι οποίοι και αυτοί θεωρούνται από την εκκλησιαστική μας παράδοση ως θεοφώτιστοι και αυθεντικοί. Πάντως αν ήταν στο «χέρι τους» να διαγράψουν τους λόγους αυτούς, θα τους διέγραφαν, διότι αποτελούν αγκάθια, που ελέγχουν την οικουμενιστική τους νοοτροπία.

Έγινε λόγος για τους δύο νεοφανείς αγίους, τον άγιο Πορφύριο και τον άγιο Λουκά τον Ιατρό, οι οποίοι «επετίμησαν με αυστηρότητα όσους περιφρονούσαν την πίστη των άλλων». Σχετικά με τον άγιο Πορφύριο, εμείς γνωρίζουμε από αυτόπτες μάρτυρες και πνευματικά του τέκνα, ότι δεχόταν μόνο την Ορθοδοξία ως την μόνη αληθινή πίστη, πράγμα που σημαίνει ότι απέρριπτε και περιφρονούσε, ως πλάνη και αίρεση, κάθε άλλη πίστη. Όσο για τον άγιο Λουκά, δεν υφίσταται ούτε ένα σχετικό παράδειγμα αποδοχής της πλάνης των άλλων. Πάντως οι λόγοι και η διδασκαλία των δύο αυτών νεοφανών αγίων, (όπως και όλων των αγίων), κρίνονται και αξιολογούνται και γίνονται δεκτοί στο μέτρο που συμφωνούν και εναρμονίζονται με την προγενέστερη αυτών Πατερική Παράδοση, με το consensus partum, δηλαδή με την συμφωνία των Πατέρων. Ποτέ η γνώμη ενός, η δύο αγίων δεν θεωρήθηκε ως κανόνας, ως γραμμή και πορεία πλεύσεως της Εκκλησίας, ως αυθεντική διδασκαλία της Εκκλησίας, αλλά μόνον το consensus partum. Άρα λοιπόν δεν θα κρίνουμε την Πατερική μας Παράδοση, έχοντες ως μέτρο και ως γνώμονα την διδασκαλία των δύο αυτών αγίων, αλλά αντιθέτως την διδασκαλία των εν λόγω αγίων με βάση την Πατερική μας Παράδοση. Και τούτο, διότι και οι άγιοι ακόμη δεν υπήρξαν αλάθητοι, όπως πολύ ωραία τονίζει την αλήθεια αυτή ο τότε αρχιμανδρίτης και νυν Μητροπολίτης Αργολίδος Νεκτάριος Αντωνόπουλος στη βιογραφία του αγίου Λουκά με τίτλο «Αρχιεπίσκοπος Λουκάς»: «Έχουμε συχνά την εντύπωση ότι άγιος είναι ο αναμάρτητος, ο αλάθητος. Αυτή η αντίληψη είναι πέρα για πέρα λάθος» (σελ.297).

Διατυπώθηκε επίσης η θέση ότι «Οι μάρτυρες δέχθηκαν το μαρτύριο, αλλά δεν άσκησαν καμία βία απέναντι στους διώκτες όχι γιατί δεν μπορούσαν ίσως, αλλά γιατί μια τέτοια βία ακύρωνε τον δικό τους αγώνα για την θέωση». Συμφωνούμε και εμείς, ότι δεν άσκησαν σωματική βία κατά των διωκτών τους, ωστόσο όμως δεν εσιώπησαν, όσον αφορά την θαρραλέα ομολογία τους στο Χριστό και τον σφοδρό έλεγχο κατά της πίστεως των διωκτών τους! Αν ρίξει κανείς μια ματιά στα «Μαρτυρολόγια», θα διαπιστώσει, πώς αντιδρούσαν οι Μάρτυρες απέναντι στην «πίστη των άλλων». Μέχρι και βωμούς και αγάλματα των ψευτοθεών αναποδογύριζαν! Συχνά έφτυναν στα μούτρα τους ειδωλολάτρες αξιωματούχους! Ας δούμε ακόμα τη στάση των Νεομαρτύρων απέναντι στους μουσουλμάνους διώκτες τους, με πόση σφοδρότητα ήλεγχαν την ισλαμική πίστη.

Ακούστηκε επίσης και η εξής θέση, σχετικά με τους αγίους μας: «Οι νέοι, Άγιοι και αναφέρομαι μόνο σ’ αυτούς, γιατί τους γνωρίσαμε, την μόνη βία που άσκησαν ήταν μόνο στον εαυτό τους. Η ηρεμία τους ως καρπός κοινωνίας με τον Θεό απέκλειε την βία. Οι άγιοι δεν έβρισαν ούτε τους άθεους, ούτε τους ολιγόπιστους, ούτε τους αμαρτωλούς, ούτε καν τους διώκτες τους. Δεν υπερασπίσθηκαν τον Θεό και την αγάπη τους προς Αυτόν διώκοντας τους απίστους». Όντως οι άγιοί μας δεν ευθύνονται για πράξεις βίας και ύβρεων με την κυριολεκτική σημασία του όρου. Όμως υπήρξαν σφοδροί ελεγκτές των πλανών τους. Όποιος μελετήσει τα συγγράμματα του Μεγάλου Αθανασίου κατά του φρικτού αιρεσιάρχου Αρείου, θα διαπιστώσει με πόση σφοδρότητα ο άγιος Πατέρας στηλιτεύει τις πλάνες του! Επίσης με πόση σφοδρότητα ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός χαρακτηρίζει τους αιρετικούς παπικούς, μετά το ναυάγιο της ψευδοσυνόδου Φεράρας – Φλωρεντίας (1438-1439), ως «όφεις»! Οι άγιοι αυτοί είναι μήπως «θρησκευτικοί τραμπούκοι»; Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς (1894-1979), ο μέγιστος των Ορθοδόξων θεολόγων και ομολογητών του 20ου αιώνος, με τους οξύτατους χαρακτηρισμούς του κατά του Οικουμενισμού, του Παπισμού και κατ’ αυτού του ιδίου του προσώπου του Πάπα, ως έχοντα «δαιμονικό εγωιστικό φρόνημα», μπορεί να χαρακτηρισθεί και αυτός ως «θρησκευτικός τραμπούκος»;

Η επισήμανση ότι: «ο αληθινός Θεός ΔΕΝ έχει ανάγκη από την υπεράσπιση τη δική μου, η του οποιουδήποτε ανθρώπου και μάλιστα στο όνομα Του», μας βρίσκει σύμφωνους. Ο Κύριος μας διαβεβαίωσε ότι η Αγία Του Εκκλησία θα είναι ακλόνητος και αιώνιος, αφού, «πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ.16,18). Η Εκκλησία μας σώζει και δεν έχει ανάγκη σωτήρων. Όντως λοιπόν ο Κύριός μας δεν έχει ανάγκη από την ιδική μας υπεράσπιση και ομολογία. Εκείνοι που έχουν ανάγκη είμαστε εμείς, οι οποίοι έχουμε χρέος να τον υπερασπιζόμαστε, όταν υβρίζεται και διασύρεται από τους αθέους και απίστους και να τον ομολογούμε ως Θεόν και σωτήρα μας, σύμφωνα με τον λόγον του: «Πας ουν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς, όστις δ’ αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ.10,32-33). Και τούτο διότι αν δεν τον ομολογήσουμε, τότε μοιραία θα τον αρνηθούμε, οπότε θα χάσουμε την αιώνια ζωή. Έχει επίσης η Εκκλησία μας ανάγκη εργατών (Ιωάν.9,37). Για το σκοπό αυτό οι άγιοι Πατέρες στρατεύτηκαν στην υπηρεσία της Εκκλησίας, όχι για να σώσουν τη φήμη του Θεού, η την Εκκλησία, αλλά για να εργαστούν για τη σωτηρία των ανθρώπων και τη δική τους.

Από τα παρά πάνω γίνεται σαφές, ότι το εν λόγω συνέδριο δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια κοσμική θεώρηση του προβλήματος της θρησκευτικής βίας, το οποίο όμως δεν αγγίζει την Εκκλησία μας. Το πρόβλημα αυτό είναι πρόβλημα των θρησκειών και μάλιστα συγκεκριμένων θρησκευμάτων, όπως το Ισλάμ και ο Σιχισμός, τα οποία έχουν εντεταγμένα στη «θεολογία» και την πρακτική τους, την βία και τα οποία δεν κατονομάστηκαν και δεν στηλιτεύτηκαν επαρκώς, όσο θα έπρεπε στο συνέδριο.

Περαίνοντας την ανακοίνωσή μας, συμπεραίνουμε ότι χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στους συμμετέχοντες και εισηγητές τέτοιων συνεδρίων, διότι κινδυνεύουν να μην διαπραγματευθούν το θέμα στις πραγματικές του διαστάσεις, προκειμένου να εναρμονιστούν με το όλο κλίμα και με την όλη ατμόσφαιρα του συνεδρίου. Ο κίνδυνος της μονόπλευρης θεωρήσεως του θέματος είναι μεγάλος, δεδομένου ότι τέτοιου είδους συνέδρια διοργανώνονται ως επί το πλείστον από οικουμενιστικούς κύκλους, που εκφράζουν ενδοκοσμικά σχήματα και αποσκοπούν σε ενδοκοσμικές επιδιώξεις, στην ανοικοδόμηση μιας κοσμικού τύπου παγκόσμιας ειρήνης.

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών



Ετικέτες