Μητρόπολη Πειραιώς: Αναφορά σε σύγχρονη Θεοπασχητική κακοδοξία

Loading...


Αναφορά σε σύγχρονη Θεοπασχητική κακοδοξία  κάνει σε ανακοίνωσή του το Γραφείο επί των αιρέσεων και παραθρησκειών της Ι.Μ.Πειραιώς.

Ολόκληρη η ανακοίνωση έχει ως εξής: 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 24η Απριλίου 2014

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΘΕΟΠΑΣΧΗΤΙΚΗ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑ

Μία από τις πληγές της σύγχρονης ακαδημαϊκής Θεολογίας είναι η σύνδεσή της με την φιλοσοφία και δη την Ευρωπαϊκή, κυρίως του αθέου Υπαρξισμού και Ουμανισμού. Είναι και αυτό το φαινόμενο δυστυχώς μέρος της σύγχρονης πνευματικής συγχύσεως τα τελευταία χρόνια. Θεολόγοι με την υπεροψία του φιλοσόφου, θεολογούν φιλοσοφώντας, με αποτέλεσμα να κακοδοξούν. Διατυπώνουν θεωρίες ξένες και συχνά αντίθετες με την Ορθόδοξη Παράδοση της Εκκλησίας μας. Και τούτο διότι θεολογούν ερήμην των θεοφόρων Πατέρων, των οποίων η θεολογία είναι προέκταση και αποτέλεσμα της προσωπικής των νήψεως, προσευχής και κατά Χάριν θεώσεως. Θέλουν τη Θεολογία «ακαδημαϊκή» και όχι τρόπο ζωής και εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος. Θεραπαινίδα του νου και όχι οδηγό προς την θέωση. Αυτή είναι δυστυχώς η κατάσταση!

Για την σύντομη αυτή αναφορά μας στο φαινόμενο αυτό πήραμε αφορμή από δημοσίευμα στο περιοδικό «ΣΥΝΑΞΙΣ» (τεύχ. 129. Ιανουάριος – Μάρτιος 2014), του θεολόγου κ. Αθανασίου Παπαθανασίου, με τίτλο: «Ο πάσχων Θεός, ο σύντροφος Θεός». Μελετώντας με προσοχή το άρθρο, διαπιστώσαμε σαφείς αντορθόδοξες απόψεις, οι οποίες οφείλονται, κατά την ταπεινή μας γνώμη, σε μια εσφαλμένη, μονοφυσιτικού τύπου θεώρηση του μυστηρίου της ενώσεως των δύο εν Χριστώ φύσεων στην μία υπόσταση του Θεού Λόγου και ειδικότερα στην εσφαλμένη θεώρηση του μυστηρίου της αντιδόσεως των ιδιωμάτων των δύο φύσεων μετά την ένωσιν αυτών στην μία Υπόσταση του Θεού Λόγου.

Το αποτέλεσμα είναι να οδηγείται ο συγγραφέας, σε ένα είδος Θεοπασχητισμού, να αποδίδει δηλαδή στην απαθή και αναλοίωτη και άτρεπτη Θεία φύση του ενανθρωπήσαντος Λόγου, πάθος και κατά συνέπεια τροπή και αλλοίωση. Για να δικαιολογήσει το πάθος του Θεού κατά την Σταύρωση του Χριστού, επικαλείται ορισμένα τροπάρια της Μεγάλης Εβδομάδος, των οποίων όμως διαστρεβλώνει το νόημα για να στηρίξει τις Θεοπασχητικές του αντιλήψεις, όπως «Σε τον σταυρωθέντα Θεόν ημών υμνούμεν», «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας» και τον όρο «θεόσωμος ταφή». Κατ’ αυτόν «οι ύμνοι αυτοί … αποτυπώνουν ολοζώντανα την καρδιά του μυστηρίου», τον «ορθόδοξο θεοπασχητισμό», όπως τον αναφέρει στη συνέχεια. Στη συνέχεια παραθέτει τον 12ο αναθεματισμό της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου για να «στηρίξει» και συνοδικά την άποψή του: «ει τις ουχ ομολογεί τον του Θεού Λόγου παθόντα σαρκί και εσταυρωμένον σαρκί και θανάτου γευσάμενον σαρκί γεγονότα τε πρωτότοκον εκ των νεκρών, καθό ζωή τε εστί και ζωοποιός ως Θεός, ανάθεμα έστω».

Κατ’ αρχήν προσπερνούμε την ακατανόητη για μας αφετηρία του αρθρογράφου με την αναφορά του στο ολοκαύτωμα των Εβραίων στα κρεμαντόρια του Άουσβιτς και του Μπούχενβαλτ και την μηδενιστική ερώτηση του Ελιέζερ Βίζελ «Πού είναι ο φιλεύσπλαχνος Θεός;» και εστιάζουμε την προσοχή μας στην θεολογική πλευρά του άρθρου, που αποτελεί και την ουσία του ζητήματος που μας απασχολεί. Σύμφωνα με την διδασκαλία του μεγάλου και κορυφαίου Πατρός της Εκκλησίας μας αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού στο περισπούδαστο έργο του «Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως», η οποία βέβαια απηχεί την διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας: «Αυτός ούν ο του Θεού Λόγος πάντα υπέμεινε σαρκί, της θείας και μόνης απαθούς αυτού φύσεως απαθούς μενούσης.

Του γαρ ενός Χριστού, του εκ Θεότητός τε και ανθρωπότητος συντεθειμένου, εν Θεότητί τε και ανθρωπότητι όντος, πάσχοντος, το μεν παθητόν ως πεφυκός πάσχειν, έπασχεν, ου συνέπασχε δε το απαθές. Η μεν γαρ ψυχή, παθητή ούσα, του σώματος τεμνομένου αυτή μη τεμνομένη, συναλγεί και συμπάχει τω σώματι, η δε Θεότης απαθής ούσα, ου συνέπασχε τω σώματι. Ιστέον δε, ότι Θεόνμεν σαρκί παθόντα φαμέν, Θεότητα δε σαρκίπαθούσαν, η Θεόν διά σαρκός παθόντα ουδαμώς. Ώσπερ γαρ ηλίου δένδρωεπιλάμποντος, ει αξίνη τέμνοι το δένδρον, άτμητος και απαθής διαμένει ο ήλιος, πολλώ μάλλον η απαθής του Λόγου Θεότης καθ’ υπόστασιν ηνωμένη σαρκί, της σαρκός πασχούσης, διαμένει απαθής».[1]

Κατά τον άγιο ο σαρκωθείς Θεός Λόγος όλα τα υπέφερε με την σάρκα, ενώ έμεινε αμέτοχος του πάθους η Θεία και μόνη απαθής φύσις του. Η μεν ανθρωπίνη παθητή φύσις του, επειδή έχει φυσική ιδιότητα να πάσχει, έπασχε, αλλά δεν έπασχε μαζί το απαθές της θείας φύσεως. Και η μεν ψυχή, επειδή είναι και αυτή παθητή, όταν πάσχει το σώμα, συμπάσχει με αυτό, όχι όμως και η Θεότης. Αναφέρει δε στη συνέχεια το παράδειγμα του δένδρου, που κόβεται από το τσεκούρι, καθ’ όν χρόνον ο ήλιος, ενώ φωτίζει το δένδρο, δεν συμμετέχει στο πάθος του δένδρου.

Επεξηγών και ερμηνεύων την παρά πάνω διδασκαλία του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού ο αείμνηστος καθηγητής κ. Παν. Τρεμπέλας γράφει στη Δογματική του: «Ούτω συντελείται εν τω προσώπω του Θεανθρώπου η λεγομένη αντίδοσις, ή κοινοποίησις των ιδιωμάτων ‘διά την εις άληλλα των μερών περιχώρησιν και την καθ’ υπόστασιν ένωσιν’ εξ’ού και ονομάζομεν τον Χριστόν ‘ποτέ μεν εκ των υψηλών μόνον, ποτέ δε εκ των ταπεινών μόνον’ κατηγορούντες επί της μιάς υποστάσεως αυτού αμφοτέρων των φύσεων τα ιδιώματα, χωρίς όμως και να συγχέωμεν τας φύσεις.

Εντεύθεν δυνάμεθα μεν να ομιλώμεν περί αίματος Θεού και περί Κυρίου της δόξης εσταυρωμένου, ουχί όμως και περί ακτίστου και απαθούς ανθρωπίνης φύσεως του ενανθρωπίσαντος Λόγου, η περί Θεότητος παθητής, ή κτιστής. Και γενικώς όταν ο σαρκωθείς Λόγος ονομάζεται εκ της Θείας αυτού φύσεως Υιός Θεού και Θεός, δέχεται τα ιδιώματα της μεθ’ ής είναι ηνωμένος ανθρωπίνης φύσεως. Όταν δε πάλιν ονομάζεται εκ της ανθρωπίνης αυτού φύσεως άνθρωπος και Υιός ανθρώπου, δέχεται τα ιδιώματα και αυχήματα της Θείας αυτού φύσεως. Πάντοτε όμως υπό την προϋπόθεσιν, ότι αμφότεραι αι φύσεις, καίπερ ηνωμέναι αδιαιρέτως, παραμένουσιν ασύγχυτοι, φυλάττουσαι εκατέρα τας εαυτής ιδιότητας, κοινοποιούσα δε ταύτας προς αλλήλας λόγω της ενότητος του προσώπου, ή της μιας υποστάσεως του Λόγου, εν τη οποία συνενούνται φυσικώς και αχωρίστως αμφότεραι αι φύσεις. Εις αισθητοτέραν δε παράστασιν της εις αλλήλας διεισδήσεως, ή και περιχωρήσεως ταύτης των δύο φύσεων εχρησιμοποιήθη η εικών του πεπυρακτωμένου σιδήρου, προσκτωμένου την καυστικήν ενέργειαν εκ της προς το πυρ ενώσεως, αλλά και διακρινομένου από τούτου».[2]

Η παρά πάνω διδασκαλία της Εκκλησίαςμας επιβεβαιώνεται και από την υμνογραφία της.Λέγει επί παραδείγματι το δοξαστικό της στ΄ ωδής του κανόνος του Μεγάλου Σαββάτου: «ει γαρ και πέπονθέ σου, της σαρκός η χοϊκή ουσία, αλλ’ η Θεότης απαθής διέμεινεν». Επίσης: «έπαθες δια σταυρού, ο απαθής τη Θεότητι» (τροπάριο των αίνων πλ.δ΄ ήχου). Επίσης: «Κύριε ώσπερ εξήλθες εσφραγισμένου του τάφου, ούτως εισήλθες και των θυρών κεκλεισμένων προς τους μαθητάς σου, δεικνύων αυτοίς τα του σώματος πάθη, άπερ κατεδέξω Σωτήρμα κροθυμήσας. Ως εκ σπέρματος Δαυίδ μώλωπας υπήνεγκας, ως Υιός δε του Θεού κόσμον ηλευθέρωσας» (αναστάσιμο στιχηρό των αίνων του πλ.α΄ ήχου). Επίσης «και σταυρόν και θάνατον υπέμεινας σαρκί, ο απαθής τη Θεότητι» (αναστάσιμο στιχηρό των αίνων του δ΄ ήχου). κ.α.

 Τώρα το πώς η Θεία φύσις, ενώ δέχεται τα ιδιώματα της ανθρωπίνης φύσεως, παραμένει ταυτόχρονα αναλοίωτη και άτρεπτη, αποτελεί ένα μυστήριο απερινόητο και ακατάληπτο στην ανθρώπινη διάνοια. Διά τον λόγον αυτόν αποδεχόμεθα μεν το μυστήριο χωρίς να πολυπραγμονούμε, αρκούμεθα δε μόνον σε όσα οι άγιοι Πατέρες μάς εξηγούν και διασαφίζουν, χωρίς να επιχειρούμε με ακροβατικούς συλλογισμούς να εισχωρήσουμε έτι περαιτέρω, διότι τότε είναι βέβαιο ότι θα πέσουμε σε πλάνη και αίρεση.
Περαίνοντας τη σύντομη αναφορά μας στο άρθρο αυτό προσευχόμεθα και παρακαλούμε τον Κύριο να φωτίσει την ψυχή του αγαπητού αρθρογράφου, ώστε εν ταπεινώσει να συνειδητοποιήσει τις αποκλίνουσες από την χριστιανική διδασκαλία απόψεις του και να επιστρέψει στην σώζουσα διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, για επιτύχει την σωτηρία του. Αμήν.

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών

Ο υπεύθυνος
Αρχ. π. Παύλος Δημητρακόπουλος

Ο Γραμματέας
κ. Λάμπρος Σκόντζος, Θεολόγος

[1] Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, «Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως», ΕΠΕ 1, σελ. 410.
[2] Παν. Τρεμπέλα, Δογματική, Εκδ. Αδελφότητος Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήναι 1979, Τομ Β΄, σελ. 116-117.



Ετικέτες