Η ένσαρκη ειρήνη του Χριστού και η ειρήνη του κόσμου-Σχολιασμός προσφάτου Διεθνούς Οικουμενιστικού Συνεδρίου

Loading...


Το πρόσφατο Διεθνές Οικουμενιστικό συνέδριο από την παπική «μοναστική» αδελφότητα του Μποζέ (Bose) σχολιάζει σε ανακοίνωσή του το γραφείο αιρέσεων και παραθρησκειών της Μητρόπολης Πειραιώς.

Αναλυτικά: 

Εν Πειραιεί τη 29η Σεπτεμβρίου 2014

Η ΕΝΣΑΡΚΗ ΕΙΡΗΝΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ Η ΕΙΡΗΝΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Σχολιασμός προσφάτου Διεθνούς Οικουμενιστικού Συνεδρίου.

Με θλίψη και ανησυχία παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα στο χώρο του Οικουμενισμού, όπου η εκτροπή στον θρησκευτικό συγκρητισμό είναι καταιγιστική. Αφορμή για την επιβεβλημένη αυτή ανακοίνωσή μας, μας έδωσε μια νέα σοβαρή πρόκληση από μέρους «Ορθοδόξων» θιασωτών του Οικουμενισμού. Πρόκειται για το «22ο Διεθνές Οικουμενιστικό Συνέδριο Ορθόδοξης Πνευματικότητας», το οποίο διοργανώθηκε από την παπική «μοναστική» αδελφότητα του Μποζέ (Bose), από τις 3 έως τις 6 Σεπτεμβρίου 2014. Θέμα του φετινού Συνεδρίου: «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί (Ματθ.5,9)».

Περισσότεροι από διακόσιοι σύνεδροι απ’όλο τον κόσμο, εκπρόσωποι των Ορθοδόξων Εκκλησιών, υψηλόβαθμα στελέχη της Παπισμού καθώς και μέλη Προτεσταντικών Ομολογιών συναντήθηκαν κατά τη διάρκεια των τετραημέρων εργασιών του Συνέδριου, συζήτησαν, αντάλλαξαν θέσεις και απόψεις και προβληματίστηκαν σχετικά με το ευαγγελικό μήνυμα της ειρήνης.Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι χαιρετισμοί πολλών προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών (Οικουμενικού Πατριάρχου, Αρχιεπισκόπου Κύπρου, Αρχιεπισκόπου Αθηνών, κλπ), στους οποίους όχι μόνο δεν εκφράζονται επιφυλάξεις για το ποιόν της «Ορθοδόξου Πνευματικότητος», που εκφράζει η παπική αδελφότητα, αλλά δίδεται η εντύπωση, ότι το εν λόγω Συνέδριο αποτελεί ένα σημαντικό γεγονός στο χώρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας! Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν και οι εισηγήσεις από μέρος των Ορθοδόξων, οι οποίες είναι απόλυτα απογυμνωμένες από την (ως όφειλαν) Ορθόδοξη ομολογία!

Σχετικά με την εν λόγω «μοναστική» αδελφότητα αναφέρουμε προς ενημέρωση των αναγνωστών μας, ότι πρόκειται για μια μεικτή,διομολογιακή«μοναστική» κοινότητα, την οποία ίδρυσε ο κ. Έντζο Μπιάνκι, εδώ και 45 χρόνια περίπου, στην περιοχή Μποζέ της Βόρειας Ιταλίας.Σ’ αυτό το παπικό «μοναστήρι» εγκαταβιώνουν μαζί περίπου ογδόντα «μοναχοί» και «μοναχές», που ανήκουν σε διάφορες χριστιανικές Ομολογίες, των οποίων ηγούμενος και πνευματικός πατέρας παραμένει μέχρι σήμερα ο κ. Έντζο.

Η αδελφότητα επιδιώκει να εμβαθύνει, να βιώσει και να προβάλλει, όπως ισχυρίζεται, την Ορθόδοξη Πνευματικότητα με την διοργάνωση της μοναστικής της ζωής με πρότυπο τον Ανατολικό Μοναχισμό, με τη διοργάνωση Διεθνών Διαχριστιανικών Συνεδρίων Ορθόδοξης Πνευματικότητας, (τα οποία πραγματοποιούνται κάθε χρόνο από το 1993 και εντεύθεν) και με την μελέτη, μετάφραση και εκτύπωση πατερικών κειμένων της Ανατολικής Πατερικής Γραμματείας. Ωστόσο η αδελφότητα έχει,όπως θα φανεί στη συνέχεια, σαφώς οικουμενιστικό προσανατολισμό, αποτελεί δε αναμφίβολα ένα από τα ισχυρά προγεφυρώματα του Παπισμού, για την προώθηση του Παπικού Οικουμενισμού.

Το περασμένο έτος, (Μάϊοςτου 2013), ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος είχε επισκεφθείτο εν λόγο παπικό «μοναστήρι», προκειμένου να συνεορτάσει μαζί με τους αιρετικούς παπικούς την επέτειο των 1700 χρόνων του Διατάγματος των Μεδιολάνων.

Υπενθυμίζουμε ότι η επίσκεψη αυτή προκάλεσε σφοδρότατο σκανδαλισμό των Ορθοδόξων πιστών, με τις απαράδεκτες προσφωνήσειςκαι δηλώσεις του προς τον κ. Έντζο, τις οποίες και σχολιάσαμε σε σχετικό δημοσίευμά μας.
Καυχάται η ως άνω αδελφότης για την διοργάνωση της μοναστικής της ζωής κατά τα πρότυπα του Aνατολικού Μοναχισμού. Έρχεται όμως σε κραυγαλέα αντίθεση μ’ αυτόν, διότι ουδέποτε ο Ανατολικός Μοναχισμός στην μακραίωνη ιστορική του διαδρομή υιοθέτησε, ή εφήρμοσε στην πράξη το σύστημα των μικτών μοναστηριών.

Επιδιώκει επίσης η ως άνω αδελφότης να βιώσει την Ορθόδοξη Πνευματικότητα. Αλλ’ αυτή βιούται, όπως ήδη ετονίσαμε σε παλαιότερες δημοσιεύσεις μας, μόνον εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας καὶποτὲ βεβαίως στὴν αίρεση καὶστὴν πλάνη, διότι μόνον εντὸςαὐτής μεταδίδεται διὰτων μυστηρίων η Χάρις τουαγίου Πνεύματος, άνευ της οποίας είναι αδύνατος η κατόρθωσις των αρετών και η θέωσις του ανθρώπου. Η των δογμάτων ακρίβεια αποτελείτὴναπαραίτητη προϋπόθεση, αποτελείτὸ θεμέλιο γιὰτὴνανοικοδόμηση της αληθούς καὶ γνησίας πνευματικής ζωής.

Πίστιςκαὶέργα, δόγμα καὶ ζωή, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, έτσι ώστε αλλοίωσις τουενὸςνὰφέρηαναπόφευκτα αλλοίωση καὶ τουάλλου. Οάγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων παρατηρεί σχετικά: «Ο της θεοσεβείας τρόπος εκ δύο τούτων συνέστηκε, δογμάτων ευσεβών καὶ πράξεων αγαθών. Καὶ ούτε τὰ δόγματα χωρὶςέργων αγαθών ευπρόδεκτα τω Θεώ, ούτε τὰμὴ μετ’ εὐσεβών δογμάτων έργα τελούμενα, προσδέχεται ο Θεός»[1]. «Βίος διεφθαρμένος πονηρὰ τίκτει δόγματα»[2] συμπληρώνει ὁ άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Γι’ αὐτό, «ουδὲνγὰρόφελος βίου καθαρού, δογμάτων διεφθαρμένων. Ώσπερ ουνουδὲ τουναντίον, δογμάτων υγιών, εὰν βίος ή διεφθαρμένος»[3]. Αλλού πάλι επισημαίνει: «Αποστρεφόμεθα των αιρετικών τούς συλλόγους, εχώμεθαδὲ διηνεκώς της ορθής πίστεως καὶβίονακριβήκαὶπολιτείαν τοις δόγμασινίσηνεπιδειξώμεθα»[4].Θα έπρεπε λοιπόν ο κ. Έντζο και τα μέλη της αδελφότητός του, βαθείς μελετητές, υποτίθεται, των αγίων Πατέρων, να είχαν επισημάνει τις παράπάνω διαπιστώσεις των, τις οποίες παραθέσαμε και να οδηγηθούν στο συμπέρασμαότι αυτὴ η γνήσια πνευματικότητα, τὴνοποίααναζητούν, μόνον μέσα στὴνΟρθοδοξία θὰτὴνβρούν. Στη συνέχειαδε να απαρνηθούν τα παπικά δόγματα, να βαπτισθούν και να γίνουν μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Μεγίστη δὲ ευθύνη έχουν εν προκειμένω και οι «Ορθόδοξοι» κληρικοί και λαϊκοί, που συμμετείχαν στο εν λόγω Συνέδριο, οι οποίοι αντὶ ναεπισημάνουν στον κ. Έντζο και στην αδελφότητά του τον κίνδυνο πού διατρέχουν, να απωλέσουντην σωτηρία των παραμένοντες στην αίρεση του Παπισμού, αυτοί αντιθέτως τους επαναπαύουν, και τους δίνουν τὴν ψεύτικη εντύπωση, ότι βαδίζουν επὶ της ορθής οδού, πού οδηγείστὴν σωτηρία.

Δεν είναι τυχαίο επίσης και το θέμα του φετινού Συνεδρίου «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί», διότι εντάσσεται στην όλη οικουμενιστική τακτική της «αγαπολογίας», όπου επιζητείται «ειρήνη» και «αγάπη» με στόχο την ένωση των Χριστιανών, χωρίς την άκρως απαραίτητη προϋπόθεση της αλήθειας. Αυτό φάνηκε καθαρά από τις εισηγήσεις, στις οποίες πουθενά δεν τέθηκε ως προϋπόθεση της ειρήνης η σώζουσα αλήθεια της Ορθοδοξίας μας. Το θέμα του φετινού Συνεδρίου δεν είναι επίσης άσχετο με τις γενικότερες παγκόσμιες πολιτικές εξελίξεις, με τις αιματηρές και πολύνεκρες πολεμικές συγκρούσεις στην Ουκρανία και με τις ανελέητες σφαγές χιλιάδων αθώων Ορθοδόξων χριστιανών από τους φανατικούς Μουσουλμάνους, (Τζιχαντιστές), στη Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική.

Οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες ξεκαθάρισαν άπαξ διά παντός και σαφέστατα το θέμα της ειρήνης, το αληθές νόημα του παρά πάνω Μακαρισμού του Κυρίου και το θέμα των σχέσεων με τους αιρετικούς και αλλοδόξους με βάση βεβαίως την ευαγγελική διδασκαλία και τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Όπως και άλλοτε έχουμε τονίσει, κανείς δεν αμφιβάλλει, ότι οι πόλεμοι, οι συγκρούσεις, οι αιματοχυσίες και οι τρομοκρατικές ενέργειες δεν είναι σύμφωνες με το θέλημα του Θεού. Όλα αυτά είναι επακόλουθα της αμαρτίας και της αποστασίας του ανθρώπου από τον Θεό και τότε μόνον θα εκκλείψουν, όταν ο άνθρωπος επιστρέψει εν μετανοία μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας και εφαρμόσει το θέλημα του Θεού.

Η Εκκλησία υποδεικνύει μεν τον τρόπον της θεραπείας του κακού, δεν μπορεί όμως να μεταβληθεί σε έναν εγκόσμιο ειρηνευτικό οργανισμό, ούτε είναι δυνατόν να εγκλωβιστεί σε εγκόσμιους ρόλους, διότι τότε μοιραία εκκοσμικεύεται και εκφυλίζεται, χάνει την σωτηριολογική της αποστολή.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι Θεανθρώπινος Οργανισμός, που σκοπό έχει να προσλάβει και να θεώσειτον κόσμο και όχι να γίνεται η ίδια κόσμος. Αποστολή της Εκκλησίας είναι να ειρηνεύσει τον άνθρωπο με τον Θεό, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να ειρηνεύσουν και οι άνθρωποι στη συνέχεια μεταξύ τους. Να προσφέρει τον Χριστόν, τον μόνον ειρηνοποιόν, ο οποίος είναι «η ειρήνη ημών» (Εφ.2,14) κατά τον απόστολο. Ο άνθρωπος,υποδουλομένος στα πάθη και στην αμαρτία, ευρίσκεται σε κατάσταση έχθρας προς τον Θεόν και έχει ανάγκη καταλλαγής και συμφιλιώσεως, σύμφωνα με τον λόγο του μακαρίου Παύλου: «Ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου του υιού αυτού, πολλώ μάλλον καταλλαγέντεςσωθησώμεθα εν τη ζωή αυτού» (Ρωμ.5,10).

Όταν δε επιτευχθή αυτή η καταλλαγή διά της πίστεως, τότε ο άνθρωπος απολαμβάνει το αγαθόν της ειρήνης: «Δικαιωθέντες ουν εκ πίστεως ειρήνηνέχομεν προς τον Θεόν διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». (Ρωμ.5,1). Αυτό δε ακριβώς το έργο της καταλλαγής επιτελούν οι ειρηνοποιοί, για τους οποίους γίνεται λόγος στον Μακαρισμό αυτό του Κυρίου. Επιτυγχάνεται δε το έργο αυτό διά των κληρικών, των μοναχών, των διδασκάλων, των ιεραποστόλων και, βεβαίως, μόνον εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας και ποτέ μέσα στην αίρεση και την πλάνη.

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η ειρήνη δεν έχει κοσμικό χαρακτήρα και δεν σημαίνει απλώς την απουσία πολέμου, αλλά είναι καρπός του αγίου Πνεύματος: «ο δε καρπός του Πνεύματος εστίν αγάπη, χαρά, ειρήνη…» (Γαλ.5,22). Εξ άλλου και ο ίδιος ο Χριστός την αντιδιαστέλλει από την κοσμική ειρήνη: «ειρήνηντην εμήνδίδωμιυμίν, ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμιυμίν»(Ιω.14,27). Σας δίδω την ιδική μου ειρήνη, όχι σαν αυτή που δίδει ο κόσμος. Αυτήν και μόνον αυτού του είδους την ειρήνη καλείται να δώσει και η Εκκλησία στον κόσμο, η οποία, όταν υφίσταται, φέρνει από μόνη της και την άλλη, την κοσμική ειρήνη. Οι άγιοι απόστολοι και οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας αυτού του είδους την ειρήνη έφεραν στον κόσμο, αν και έζησαν και έδρασανεν μέσω πολέμων και αιματοχυσιών. Δεν κατενόησαν όμως την αποστολή τους, όπως την κατανοούν σήμερα πολλοί Πατριάρχες, Αρχιεπίσκοποι και θεολόγοι Οικουμενιστές. Ποτέ δεν διανοήθηκαν να συμμαχήσουν και να συνεργαστούν με άλλες θρησκείες και αιρέσεις για να υπηρετήσουν μιά κοσμικού τύπου παγκόσμια ειρήνη. Πέραν τούτου, η ειρήνη δεν είναι πάντοτε επαινετή, ούτε ο πόλεμος πάντοτε κακός.Υπάρχει κακή ειρήνη, όταν συμβιβαζόμαστε με την πλάνη και προδίδουμε την πίστη και καλός πόλεμος, για τον οποίον ομιλεί ο ίδιος ο Χριστός: «Μη νομίσητε, ότι ήλθονβαλείνειρήνην επί την γην, ουκ ήλθονβαλείνειρήνην αλλά μάχαιραν.

Ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής και εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού» (Ματθ.10,34-36). Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σχολιάζει:«Πως ουναυτοίςεπέταξεν εις εκάστην οικίανεισιούσιν ειρήνην επιλέγειν; Πως δε και οι άγγελοι έλεγον ‘Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη’; Πως δε και οι προφήται πάντες τούτο ευηγγελίζοντο; Ότι τούτο μάλιστα ειρήνη, όταν το νενοσηκώςαποτέμνηται, όταν το στασιάζονχωρίζηται[…]Επί και ιατρός ούτω το λοιπόν διασώζει σώμα, όταν το ανιάτως έχον εκτέμνη. Και στρατηγός όταν κακώς ομονοούντας εις διάστασιν αγάγη. Ούτω και επί του πύργου γέγονεν εκείνου. Την γαρ κακήν ειρήνην η καλή διαφωνία έλυσε και εποίησε ειρήνην[…]Ου γαρ πανταχού ομόνοια καλόν»[5]. Μεταφράζουμε: «Μα τότε πως παρήγγειλε, (ο Κύριος στους μαθητές του), να αποδίδουν χαιρετισμόνσε κάθε οικία που θα μετέβαιναν; Πως τότε και οι άγγελοι έψαλλαν ‘Δοξασμένος ας είναι ο ύψιστος Θεός και ας βασιλεύσει η ειρήνη σ’ όλη τη γη;’ Πως δε και οι προφήτες ευηγγελίζοντο την ειρήνην;Διότι τότε μόνον υπάρχει πραγματική ειρήνη, όταν αποκόπτεται αυτό που έχει ασθενήσει, όταν αποχωρίζεται εκείνος που στασιάζει…Διότι και ο ιατρός έτσι διασώζει το υπόλοιπον σώμα, όταν αποκόψει δηλαδή το μέλος εκείνο που δεν είναι δυναστόν να θεραπευθή. Ομοίως και ο στρατηγός διασώζει τον στρατόντου, όταν απομακρύνει εκείνους που δεν συμφωνούν μαζί του. Ακριβώς δε το ίδιο συνέβη και στον επίγειο εκείνο πύργο, (της Βαβέλ), διότι την κακή ειρήνη την διέλυσε η καλή διαφωνία και έφερε την ειρήνη…Διότι δεν είναι πάντοτε καλή η ομόνοια». Σε άλλη συνάφεια, ερμηνεύοντας τον λόγον του απ. Παύλου στην προς Ρωμαίους επιστολή«ει δυνατόν το εξ υμών μετά πάντων ανθρώπων ειρηνεύοντες», λέγει: «Καλώς δε το εξής εκέλευσεν ειπών, ‘ει δυνατόν’. Έστι γαρ όπου ου δυνατόν. Οίον όταν περί ευσεβείας ο λόγος ή, όταν περί αδικουμένων ο αγών.[…]Ει δε που την ευσέβειανπαραβλαπτομένηνίδοις, μη προτίμα την ομόνοιαν της αληθείας, αλλ’ ίστασο γενναίως έως θανάτου[…]τηναλήθειαν μηδαμού προδιδούς»[6].

Δηλαδή όσον εξαρτάται από μας επιδιώκουμε την ειρήνη με όλους τους ανθρώπους. Αλλ’ αυτό δεν είναι δυνατόν να επιτευχθή παντού και πάντοτε. Διότι υπάρχουν περιπτώσεις που αυτό είναι αδύνατο, όπως όταν ο λόγος είναι για την ευσέβεια, (για τις αλήθειες της πίστεως), ή όταν ο αγώνας είναι για εκείνους που αδικούνται….Εάν δε κάπου διαπιστώσεις, ότι ζημιώνεται η ευσέβεια, να μην προτιμήσεις την ομόνοια από την αλήθεια, αλλά να σταθείς με γενναιότητα μέχρι θανάτου…χωρίς να προδώσεις πουθενά την αλήθεια. Τα ίδιαεπιβεβαιώνει και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Κρείττων γαρ επαινετός πόλεμος ειρήνης χωριζούσης Θεού»[7].
Σε συνάφεια με την ειρήνη προβάλλεται επίσης το ιδανικό της ειρηνικής συνυπάρξεως, και συμφιλιώσεως των λαών και των θρησκειών. Πως όμως μπορεί να συμβιβαστεί αυτό το ιδανικό με τον λόγον του Χριστού «ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν» (Ιω.15,20), ή με τον λόγον του αποστόλου «πάντες δε οι θέλοντες ευσεβώς ζην εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται»; (Β΄ Τιμ.3,14). Είναι αδύνατον ο πιστός, που πραγματικά θέλει να ζήσει την εν Χριστώ ζωή, να αποφύγει τον διωγμό και να συμβιώσει ειρηνικά με τον κόσμο της απιστίας και της αποστασίας, διότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο το απέκλεισε ο Χριστός ως νόμον πνευματικόν. Επίσης πως μπορούμε να συμφιλιωθούμε και να συνεργαστούμε με τις άλλες θρησκείες, που βρίσκονται στο σκότος της πλάνης, χωρίς να προσκρούσωμε στον θεόπνευστο λόγο του αποστόλου «Μη γίνεσθε ετεροζυγούντεςαπίστοις. Τις γαρ μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; Τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος;» (Β΄Κορ. 6,14).

Οι σημερινοί Οικουμενιστές δυστυχώς, αγνοούντες και διαγράφοντες θεληματικά τις παρά πάνω διδασκαλίες του απ. Παύλου και τις ερμηνείες των αγίων Πατέρων, και την ιδίαν διδασκαλίαν«ζητούντες στήσαι», τη διδασκαλία του Θεού «ουχυπετάγησαν» (πρβλ. Ρωμ. 10,3). Οραματίζονται μια κοσμικού τύπου ειρήνη με τους αιρετικούς και αλλοθρήσκους, στην οποία «το νενοσηκώς» σώμα του Παπισμού και των άλλων αιρέσεων και θρησκειών δεν θα «αποτέμνηται», ούτε «το στασιάζον» θα χωρίζεται, αλλά θα εναρμονίζεται με το υγιές εκκλησιαστικό σώμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας! Οποία πλάνη! Ομιλούν περί ειρήνης από αρχιερατικής, ή ακαδημαϊκής καθέδρας, αλλά αγνοούν, δεν έχουν γευθεί ποτέ στην ζωή τους την ειρήνη του Χριστού «την πάντα νούν υπερέχουσα», διότι απλούστατα δεν έχουν τον Χριστόν«κατοικούνταεν ταις καρδίαις αυτών». Ας μην εντυπωσιαζόμαστε λοιπόν από τα εκκλησιαστικά τους αξιώματα, όσο μεγάλα και υψηλά και αν είναι αυτά, ούτε από τους ακαδημαϊκούς τους τίτλους και τις πανεπιστημιακές τους περγαμηνές, ούτε πολύ περισσότερο να δίνουμε προσοχή στην «θεολογία» τους, αλλά μάλλον να προσευχόμαστε γι’ αυτούς μήπως έρθουν σε μετάνοια και επίγνωση της πλάνης των και επιτύχουν την σωτηρία των.
 

[1]Κυρίλλου Ιεροσολύμων, Κατηχήσεις, 4,2. PG 33,456.
[2]Αγ. Ιω. Χρυσοστόμου, Εις Α΄Κορινθίους 40,3, PG 61,351.
[3]Αγίου Ιω. Χρυσοστόμου, Εις Ιωάννην, 66,3, PG 59,369.
[4]Αγίου Ιω. Χρυσοστόμου, Εις το ουδέποτε αφ’ εαυτού ποιεί ο Υιός ουδέν…,PG 56,256.
[5] Εις το Κατά Ματθαίον ΛΕ΄,PG 57,405.
[6] Στην προς Ρωμαίους Επιστολή ΚΓ΄, ΕΠΕ 17,490-492, PG 60,611.
[7]Γρηγορίου Θεολόγου, Απολογητικός της εις Πόντον φυγής 82, ΕΠΕ 1,176.



Ετικέτες