Επιστολή Πειραιώς Σεραφείμ στον Αρχιεπίσκοπο για τη χειροτονία γυναικών

Loading...


Ο Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιώς κ.κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ σχετικώς προς την απόφαση χειροτονίας γυναικών στην Αγγλικανική Κοινωνία, απέστειλε την ακόλουθη επιστολή προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Χαρακτηρίζει «ανόητο» το φεμινιστιό κίνημα και ερμηνεύει την προώθηση γυναικών στην ιερωσύνη ως «σχετική με τη διάδοση νεογνωστικών και νεοπαγανιστικών αντιλήψεων».

Ζητά τέλος παύση του Διαχριστιανικού διαλόγου με την Αγγλικανική Εκκλησία…. 

Ολόκληρη η επιστολή έχει ως εξής: 

Εν Πειραιεί τη 25η Ιουλίου 2014

 

Προς

Τον Μακαριώτατον

Αρχιεπίσκοπον Αθηνών

και πάσης Ελλάδος

Κύριον κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟΝ

και την Διαρκή Ιεράν Σύνοδον

Ιω. Γενναδίου 14

11521 ΑΘΗΝΑΙ

Μακαριώτατε Πρόεδρε,

                Σεβασμιώτατοι Συνοδικοί Σύνεδροι,

 

Η πρόσφατη απόφαση της Γενικής «Συνόδου» της Αγγλικανικής Κοινωνίας που συνεκλήθη στην Υόρκη της Μ. Βρετανίας, με την οποία ψηφίστηκε η χειροτονία γυναικών «Επισκόπων» μετά από πρόταση που προώθησε ο «Αρχιεπίσκοπος» του Καντέρμπουρυ Τζάστιν Ουέλεμπι με ψήφους 152 υπέρ και 45 κατά, δημιουργεί πλέον ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο στον διαχριστιανικό διάλογο της Αγιωτάτης μας Εκκλησίας με τον Αγγλικανισμό και θέτει με επιτακτικό τρόπο την αναγκαιότητα της Πανορθοδόξου αντιδράσεως στην τραγική αυτή εκκοσμίκευση και αλλοτρίωση της Αγγλικανικής Κοινωνίας, η οποία δυστυχώς ήταν αναμενόμενη μετά την παραίτηση του προερχομένου εκ της υψηλής θεωρουμένης Αγγλικανικής Κοινωνίας «Αρχιεπισκόπου» Ρόουαν Ουίλλιαμς επί των ημερών του οποίου τον Νοέμβριο του 2012 η ιδία πρόταση είχε απορριφθεί.

Είναι απολύτως γνωστό στην θεολογική Σας συγκρότηση και την ποιμαντική Σας ευθύνη ότι ο Χριστός τίμησε ιδιαιτέρως τις γυναίκες, το γυναικείο φύλο. Όχι μο­νο στο πρόσωπο της μητρός Του, της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποία επέ­λεξε απ’ όλους τους ανθρώπους για να γεννηθή απ’ αυτήν. Όχι μόνο διότι αξίωσε τις γυναίκες πρώτες να μάθουν την Ανάσταση, γιατί πρώτα σ’ αυτές εμφανίσθηκε, αλλά και διότι με τις πράξεις και τα έργα Του έδειξε ότι οι γυναίκες έχουν μεγάλο ηθικό και πνευματικό μεγαλείο. Μερικές φορές, ξεπερνούν και τους άνδρες. Πολλές φορές, μέσα στα συναξάριά της η Εκκλησία μας έχει άγιες γυναίκες, μάρτυρες, όσιες, ασκήτριες, οι οποίες ξεπέρασαν σε αφοσίωση στο Θεό τους θεωρουμένους δυνατούς αν­δρες. Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, αρκετές φορές, αναφερό­μενοι σε εύθραυστες, λεπτές και ευαίσθητες γυναικείες μορφές, απορούν πως αυτές οι γυναίκες με αυτή τη γυναικεία φύση και την ευαισθησία, που θα νόμιζε κανείς πως στην πρώτη δυσκολία θα κατέρρεαν, πως αυτές οι γυναίκες έδειξαν τέτοια αντοχή και τέτοια αφοσίωση στα μαρτύρια, αλλά και στη μοναχική άσκηση και αποδείχθηκαν ανώτερες από τους άνδρες.

Στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής της Σαμαρείτιδος[1], διαβάζου­με για την απορία των μαθητών, που «εθαύμασαν ότι μετά γυναικός ελάλει». Απαγορευόταν από τον Μωσαικό νόμο να δίνουν οι άνδρες τιμή και αξία στις γυναίκες, ακόμη και να τις θεωρούν ισάξιες να συνομιλή­σουν μαζί τους. Υπάρχει μάλιστα στην ιουδαική παράδοση, στη συλλογή των πατέρων των Εβραίων, στο βιβλίο «Λόγοι Πατέρων», ένα λόγιο, το ο­ποίο λέει ότι είναι καλύτερα οι λόγοι του νόμου να καίγονται και να αφα­νίζονται, παρά να τους ακούν γυναίκες. Καί υπάρχουν και πολλά άλλα στοιχεία υποτιμήσεως του γυναικείου φύλου. Όχι μόνο στον Ιουδαι­σμο, αλλά και στην αρχαία ελληνική σκέψη. Ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός, ο­μως, είναι εκείνος, ο οποίος όχι μόνο εξίσωσε άνδρες και γυναίκες – «ουκ ένι άρσεν και θήλυ˙ πάντες γαρ ημείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού»[2] – αλλά, ο­πως προηγουμένως είπαμε, πολλές φορές ανέβασε τις γυναίκες σε πολύ υψηλά βάθρα αγιότητος.

Κι ας σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι η ισότητα ανδρών και γυναι­κων δεν κρίνεται στο τι επαγγέλματα ασκεί ο καθένας, όπως ισχυρίζεται το ανόητο φεμινιστικό κίνημα, το οποίο δημιουργεί αναταραχή και αναστατώνει τις κοινωνίες. Διότι, όπως η ανδρική φύση είναι φτιαγμένη από τον Άγιο Τριαδικό Θεό να μετέρχεται ορισμένα επαγγέλματα και ορισμένες εργασίες, λόγω της φυσικής της κατασκευής, έτσι και η λεπτή και ευαίσθητη γυναικεία φύση είναι κατάλληλη και φτιαγμένη από τον Θεό να ακολουθή και να μετέρχεται ορισμένα επαγγέλματα και ιδίως το μεγάλο λειτούργημα της μητρότητας. Δεν υπάρχει ιερότερος θεσμός και ιερότερο λειτούργημα από το λειτούργημα της μητρότητας. Η ισότητα, λοιπόν, δεν έγκειται στο τι επαγγέλματα μετέρχεται κανείς σ’ αυτή εδώ τη ζωή. Η ισότητα έγκειται στο αν η γυναίκα μπορεί πνευματικά να επι­τύχει τα ίδια πράγματα, που επιτυγχάνουν οι άνδρες. Αν υπάρχει ισότητα στην αγιότητα και την αρετή. Αν μπορούν οι γυναίκες να κατακτήσουν τη Βασιλεία του Θεού. Αν μπορούν να κατανοήσουν το κήρυγμα και να αφοσιωθούν στον Θεό. Τι είναι αυτή εδώ η ζωή με τις ποικίλες διαφορο­ποιήσεις και τις ανισότητες; Μήπως και ανάμεσα στους άνδρες δεν υπάρχουν του κόσμου οι ανισότητες; Δεν υπάρχουν ανισότητες μεταξύ των δύο φύλων, παρά μόνο φυσικές και λειτουργικές διαφοροποιήσεις. Μπορούν και οι γυναίκες εξ ίσου να κατακτήσουν την αγιότητα. Καί εδώ είναι ο μεγάλος στίβος της αγιότητας. Όποια γυναίκα θέλει να ξεπεράση τους άνδρες, ανοίγεται μπροστά της ο δρόμος της αγιότητας και της αρε­της. Αντίθετα, όμως, σήμερα, φωνές διαβολικές, φωνές του κακού εξω­θούν τις γυναίκες σε άλλου είδους εξίσωση προς τους άνδρες. Σε εξίσωση με τη διαφθορά και την αμαρτία που έχουν ευτελίσει το γυναικείο φύλο.

Βεβαίως, η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία είναι σφόδρα κατηγορημα­τική και κάθετα αντίθετη στην χειροτονία-ιερωσύνη των γυναικών, και αυτό αποδεικνύεται από την πλούσια θεολογική επιχειρηματολογία και κατοχύρωση της θέσεώς της, την οποία και παραθέτουμε.

Η είσοδος της Θεοτόκου στα Άγια των Αγίων είναι όντως ένα καινο­φανές και μη επαναλαμβανόμενο γεγονός στην ιστορία. Καινοφανές μεν, γιατί πρώτη φορά επετράπη σε γυναίκα να εισέλθη στα Άγια των Αγίων, μη επαναλαμβανόμενο δε, διότι δεν επετράπη έκτοτε να εισέρχεται γυ­ναίκα στο Άγιο Βήμα, το Ιερό. Η απαγόρευση αυτή μάλιστα έχει πάρει άκαμπτο συνοδικό χαρακτήρα με ιεροκανονική επικύρωση.

Στην ακολουθία των Χαιρετισμών των Εισοδίων της Θεοτόκου στον οίκο, που αρχίζει με το γράμμα «Μ», ο ιερός υμνογράφος αναφέρει : «Μη τολ­μήση γυνή τις, εισελθείν εν Αγίω Βήματι, όπου μόνη εισήλθε, η Αγία εν ταίς γυναιξίν, εις τα των Αγίων Άγια, ου μόνος ο Αρχιερεύς εισήρχετο, του ενιαυτού άπαξ». Επίσης, στον οίκο με το γράμμα «Ψ», λέει: «Χαίρε, μόνη η αξία εν τω Βήματι εισελθείν˙ χαίρε, σοι γαρ μόνη έξεστιν εν τω Ιερώ οικείν»[3].

Ο 69ος Ιερός Κανόνας της ΣΤ΄ Αγίας και Οικουμενικής Συνόδου ορίζει: «Μη εξέστω τινί των απάντων εν λαικοίς τελούντι, ένδον του ιερού εισιέναι θυσιαστηρίου». Το άγιον Βήμα είναι αφιερωμένο στους ιερωμένους. Γι’ αυ­το ο παρών Κανόνας εμποδίζει την είσοδο σ’αυτό των λαικών. Καί ση­μειώνει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Γι’ αυτό ας παρακινηθούν οι ιε­ρείς και πνευματικοί να αποκόψουν την παράνομη συνήθεια, που επικρατεί σε πολλούς τόπους, το να εισέρχονται λαικοί μέσα στο άγιο βήμα, η οποία (συνήθεια), μη διακρίνοντας ιερείς από λαικούς, κάνει να πίπτουν οι λαικοί στην ποινή του βασιλέως Άχαζ, ο οποίος, λαικός όντας, τόλμησε να επιχειρήση τα έργα των ιερωμένων. Κατά κάποιον τρόπο κι αυτοί, εισερ­χόμενοι στον διορισμένο τόπο των ιερέων, οικειοποιούνται τα των ιερέων»[4].

Η ιερωσύνη, όμως, όπως είναι γνωστό, πηγάζει από τον Ίδιο τον Ιη­σού Χριστό, δηλαδή το αρχιερατικό Του αξίωμα, γι’αυτό και ο Ίδιος απο­καλείται ο Μέγας Αρχιερεύς. Η ιερωσύνη του Χριστού προτυπώθηκε στην Παλαιά Διαθήκη, τόσο από την ιερατική φυλή του Λευί, όσο και από τον Μελχισεδέκ, για τον οποίο κάνει λόγο ο Απόστολος Παύλος στην προς Εβραίους επιστολή. Ο Αρχιερεύς Χριστός παρέδωσε την ιερωσύνη, χειρο­το­νώντας τους αγίους Αποστόλους και αυτοί με τη σειρά τους «επέθηκαν τας χείρας των επί»[5] άλλους άνδρες αξίους της ιερωσύνης και όχι γυναί­κες, όπως εσφαλμένα συμβαίνει με τα απεξηραμμένα φύλλα της αιρετι­κης παρασυναγωγής του Προτεσταντισμού και δη των Αγγλικανών, των Λουθηρανών και των Μεταρρυθμισμένων, οι οποίοι, επηρεασμένοι από το ανόητο φεμινιστικό κίνημα, επιτρέπουν την συμμετοχή γυναικών στο Μυ­στήριο της ιερωσύνης, την οποία δυστυχώς υιοθετούν ακόμη και ορθόδο­ξοι ακαδημαικοί οικουμενιστές «θεολόγοι». Αυτή η ακατάπαυστη διαδοχή της ιερωσύνης συνεχίσθηκε ανά τους αιώνες και φθάνει μέχρι και τις ημέ­ρες μας, και έως συντελείας αιώνων. Γι’ αυτό και στην Ορθόδοξη Εκκλη­σία ομιλούμε περί αποστολικής διαδοχής.

Ο ομότιμος καθηγητής της Χριστιανικής Ηθικής στη Θεολογική Σχο­λη του ΑΠΘ κ. Γεώργιος Μαντζαρίδης σημειώνει τα εξής σχετικά με το θέμα: «Το ενδιαφέρον του θέματος από την πλευρά της Χριστιανικής η­θικής συνίσταται κυρίως στην άποψη ότι η άρνηση της χειροτονίας των γυναικών συνδέεται με κάποια γενικότερη υποτίμησή τους στην Εκκλησία. Η άποψη, όμως, αυτή παραθεωρεί και βασικά στοιχεία, που έχουν σχέση με τη λει­τουργική υπεροχή της γυναίκας στη ζωή και τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Καί πριν απ’ όλα παραμερίζει την πρόταξη της γυναίκας στη σωτηρία του ανθρώπου και τη συντριβή του διαβόλου. Η έχθρα ανάμεσα στον άνθρωπο και τον διάβολο είναι κυρίως έχθρα ανάμεσα στη γυναίκα και το διάβολο. Ει­ναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι γίνεται λόγος και για “σπέρμα” της Εύας, που θα συντρίψει το διάβολο[6].

Η Εύα έλαβε το πρωτευαγγέλιο της σωτηρίας και η Παναγία δέχθηκε τον Ευαγγελισμό της θείας ενανθρωπήσεως.

Η γυναίκα, λοιπόν, που πρωτοστάτησε στην πτώση, πρωτοστατεί και στην ανόρθωση του ανθρώπου. Ο άνδρας συμπαρασύρεται στην πτώση και συμπορεύεται στην ανόρθωση. Ο πρώτος ρόλος δεν βρίσκεται σ’αυτόν, αλλά στη γυναίκα. Καί στις δύο περιπτώσεις η γυναίκα πρωτοστατεί και ο άνδρας ακολουθεί. Ειδικότερα, η Παναγία γίνεται συναίτιος της θείας ενανθρω­πη­σεως, μαζί με τον ίδιο τον Θεό. Δανείζει στον Θεό την ανθρώπινη φύση, που γίνεται η απαρχή της καινής κτίσεως. Από την άποψη αυτή η Παναγία είναι «μετά τον πρώτον ιεράρχην Χριστόν, έτερος Ιεράρχης”[7]. Ο αποκλεισμός, ο­μως, της γυναίκας από την μυστηριακή ιερωσύνη έχει πραγματικό και συμ­βολικό νόημα. Η γυναίκα συνεργεί στο μυστήριο της σωτηρίας, ενώ ο άνδρας διακονεί. Οι ιέρειες ήταν ευρύτατα γνωστές στον προχριστιανικό κόσμο εκτός του Ισραήλ. Ειδικότερα, υπήρχαν στις θρησκείες των Ελλήνων και των Ρωμαίων, με τις οποίες ήρθε σε άμεση σχέση η Εκκλησία, αλλά και ο Ισραήλ. Γι’ αυτό από κοινωνική άποψη φαίνεται παράδοξη η απουσία ιερειών στον ιουδαιοχριστιανικό κόσμο, όπου μάλιστα η θέση της γυναίκας ήταν υψηλότερη. Επιπλέον, σε ολόκληρη τη χριστιανική γραμματεία, όπου πα­ρουσιάζονται πλείστα εκκλησιαστικά ζητήματα, ουδέποτε ανέκυψε ζήτημα ιερειών. Μόνο η γνωστικίζουσα αίρεση του Μοντανισμού δεχόταν γυναίκες στον επισκοπικό και τον πρεσβυτερικό βαθμό, πράγμα που χαρακτήρισε ο α­γιος Επιφάνιος Κύπρου ως “ειδωλοποιόν επιτήδευμα” και “εγχείρημα διαβο­λικόν”»[8].

Οι χαρακτηρισμοί του αγίου Επιφανίου δεν πρέπει να θεωρηθούν τυ­χαίοι, αλλά δηλωτικοί της στάσεως της Εκκλησίας απέναντι στην μυστηρια­κη ιερωσύνη των γυναικών. Οι επίσκοποι και οι πρεσβύτεροι είχαν εξαρχής όχι μόνο λειτουργική, αλλά και συμβολική θέση στο σώμα της Εκκλησίας. Αυτοί υπάρχουν “εις τύπον του Πατρός“ ή “εις τύπον Θεού“[9].

Ενώ στο “βα­σίλειον ιεράτευμα“[10]προσέρχονται αδιακρίτως άνδρες και γυναίκες, στην μυστηριακή ιερωσύνη προσλαμβάνονται μόνο άνδρες. Η παρουσία ιερειών θα υποδήλωνε την ύπαρξη γυναικείων θεοτήτων, όπως συνέβαινε στις προχριστιανικές θρησκείες. Η άρνηση δηλ. της ειδωλο­λατρίας, που συνεπά­γεται και την άρνηση θεοτήτων των δύο φύλων, συμβαδίζει με την απουσία ιερειών. Η Εκκλησία είχε μόνο διακόνισσες, που εξυπηρετούσαν πρακτικές λειτουργικές ανάγκες, και όχι ιέρειες με μυστηριακή ιερωσύνη συμβολικού χαρακτήρα, που χαρακτηρίζεται ως “ειδωλοποιόν επιτήδευμα“ ή “εγχείρη­μα διαβολικόν“, δηλ. ειδωλολατρία. Καί δεν είναι τυχαίο ότι ο Μοντανισμός εκτός από την ιερωσύνη των γυναικών διατήρησε κι άλλα ειδωλολατρικά στοιχεία, ενώ ο εισηγητής του Μοντανός ήταν αρχικά ιερέας της θεάς Κυβέλης. Αλλά και σήμερα η προώθηση γυναικών στην ιερωσύνη δεν είναι άσχετη με τη διάδοση νεογνωστικών και νεοπαγανιστικών αντιλήψεων, που χαρακτηρίζουν το γενικότερο πνεύμα της εποχή μας»[11].

Υπάρχουν και άλλα πάμπολλα επιχειρήματα εναντίον της χειροτο­νίας των γυναικών, τα οποία παραθέτουμε στη συνέχεια, όπως τα κατα­γράφει ο κ. Χρήστος Λιβανός[12]. Επίσης, και το Οικουμενικό Πατριαρχείο διοργάνωσε διορθόδοξο θεολογικό Συνέδριο στη Ρόδο το φθινόπωρο του 1998 με θέμα «Το αδύνατον της ειδικής ιερωσύνης των γυναικών».

α) Η ρίζα της αληθείας, ότι μόνο άρρενες πρέπει να λαμβάνουν ιερω­σύνη, βρίσκεται στην εντολή του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη «παν άρσεν διανοίγον μήτραν, άγιον τω Κυρίω κληθήσεται»[13].

β) Η ιερωσύνη, κατά την Παλαιά Διαθήκη, δινόταν μόνο σε άνδρες.

γ) Ο Χριστός δεν επέλεξε καμμία γυναίκα ως Απόστολό Του. Καί οι δώδεκα Απόστολοί Του ήταν άνδρες.

δ) Ο προδότης Ιούδας δεν αντικαταστάθηκε από γυναίκα, αλλά από άνδρα, τον Απόστολο Ματθία[14].

ε) Στον Μυστικό Δείπνο ο Χριστός κάλεσε μόνο τους Δώδεκα και σ’αυτούς παρέδωσε το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.

στ) Την εντολή να βαπτίσουν «πάντα τα έθνη» έδωσε ο Χριστός μόνο στους Αποστόλους και όχι στον ευρύτερο κύκλο των μαθητών Του, που αποτελούσαν και γυναίκες[15].

ζ) Την εξουσία του «δεσμείν και λύειν αμαρτίας» έδωσε ο Χριστός μόνο στους Αποστόλους Του και όχι σε γυναίκες[16].

η) Η Παναγία, αν και προερχομένη, κατά τον άγιο Γερμανό Κωνσταν­τινουπόλεως, «εκ γένους ιερατικού, φυλής Ααρωνείτιδος, ρίζης προφητικής και βασιλικής»[17], δεν έλαβε την ιερωσύνη. Ο ίδιος ο Υιός της δεν την συμ­περιέλαβε μεταξύ των Αποστόλων.

θ) Οι Απόστολοι ουδέποτε χειροτόνησαν γυναίκες.

ι) Η Παύλειος διδασκαλία είναι αληθινός καταπέλτης εναντίον της ιερωσύνης των γυναικών. «Αι γυναίκες υμών εν ταίς εκκλησίαις σιγάτω­σαν», παραγγέλλει στους Κορινθίους[18], «γυναικί δε διδάσκειν ουκ επιτρέ­πω», γράφει προς τον Απόστολο Τιμόθεο[19]. Πως, λοιπόν, θα χειροτονηθούν γυναίκες, εφ’όσον ο ίδιος ο Κύριος[20] απαγορεύει σ’ αυτές το «διδάσκειν», το οποίο είναι αναπόσπαστο μέρος της θείας Λατρείας και από τα βασι­κότερα καθήκοντα του πρεσβυτέρου και του επισκόπου;

ια) Ο πρεσβύτερος πρέπει να είναι «μιάς γυναικός ανήρ»[21], συμβουλεύει ο Απόστολος, χωρίς όμως να προσθέσει και το αντίστροφο, «ενός ανδρός γυνή».

ιβ) Ο επίσκοπος ίσταται «εις τύπον και τόπον Χριστού». Ο Χριστός ει­ναι άνδρας. Μπορεί γυναίκα να σταθή εις τύπον και τόπον του ανδρός Χριστού;

ιγ) Ο ιερεύς είναι «alterChristus», άλλος Χριστός. Ο Χριστός είναι ο Νυμφίος, η δε Εκκλησία η Νύμφη. Μπορεί γυναίκα να θεωρηθεί Νυμφίος; Θα τολμήσουμε να συμβολίσουμε την υπερφυά σχέση Χριστού-Εκκλησίας με τη διεστραμμένη σχέση ομοφυλοφίλου ζεύγους; Αυτό ακριβώς πρατ­τουν όσοι ετερόδοξοι παρέχουν την ιερωσύνη στις γυναίκες.

 

ιδ) Η Ιερά Παράδοση, την οποία δεν παραδέχονται οι Προτεστάντες, μαρτυρεί κατά της χειροτονίας των γυναικών, αφού επί 2013 έτη τώρα όλοι οι φορείς της ιερωσύνης ήταν και είναι άνδρες.

 

ιε) Πλήθος αγίων γυναικών κοσμεί το νοητό στερέωμα της Εκκλησίας μας. Μεταξύ αυτών οι Μυροφόρες, οι ισαπόστολοι Φωτεινή και Ελένη, καθώς και άγιες μητέρες μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας. Καμμία απ’ αυτές δεν υπήρξε ιερουργός των θείων Μυστηρίων. Καμμία από τις αρ­χαίες διακόνισσες ή τις ανά τους αιώνες μοναχές δεν απαίτησε να λάβη το αξίωμα της ιερωσύνης.

 

ις) Οι Αποστολικές Διαταγές είναι σαφείς και κατηγορηματικές: «Ουκ επιτρέπομεν ούν γυναίκας διδάσκειν εν εκκλησία, αλλά μόνον προσεύ­χεσθαι και των διδασκάλων επακούειν. Καί γαρ και αυτός ο διδάσκαλος η­μων Κύριος Ιησούς Χριστός ημάς τους δώδεκα πέμψας μαθητεύσαι τον λαόν και τα έθνη, γυναίκας ουδαμού εξαπέστειλεν εις το κήρυγμα… Ει δε εν τοις προλαβούσι διδάσκειν αυταίς ουκ επιτρέπομεν, πως ιερατεύσαι ταύτας πα­ρα φύσιν τις συγχωρήσει; Τούτο γαρ της των Ελλήνων αθεότητος το αγνόημα θηλείαις θεαίς ιερείας χειροτονείν, αλλ’ ου της του Χριστού διατά­ξεως»[22].

ιζ) Ο Τερτυλλιανός γράφει: «Δεν επιτρέπεται στη γυναίκα να ομιλή στην εκκλησία ούτε να διδάσκη ούτε να χρίη ούτε να κάνη την προσκομιδή ούτε να διεκδική για τον εαυτό της οποιοδήποτε αξίωμα, που έχουν οι αν­δρες, ή κάποιο ιερατικό λειτούργημα»[23].

ιη) Ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου ρωτά: «τίνι ου σαφές εστιν ότι των δαι­μόνων εστί το δίδαγμα και σχήμα και ηλλιοωμένον το επιχείρημα»; Καί προσθέτει: «Θεώ γαρ απ’ αιώνος ουδαμώς γυνή ιεράτευσεν»[24].

ιθ) Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συμβουλεύει «οι γυναίκες να απο­μακρύνονται από μία τέτοια υπηρεσία, όπως και το πλείστον των ανθρώ­πων», προσθέτοντας ότι «ο θείος νόμος απομακρύνει τις γυναίκες από το ιε­ρατικό λειτούργημα, αλλ’ αυτές επιζητούν να το κατακτήσουν δυναμι­κα»[25].

Επομένως η περαιτέρω εκτροπή του Αγγλικανισμού που με τον πλέον επίσημο και απόλυτο τρόπο επιβεβαιώνεται με την τραγική αυτή απόφαση της Υόρκης, καθιστά αλυσιτελή και εντελώς ανεδαφικό τον συνεχιζόμενο θεολογικό διάλογο και κατά ταύτα πανορθοδόξως θα πρέπει να στιγματιστή η ληφθείσα απόφαση και να διακοπή πλέον ο διεξαγόμενος αυτός διάλογος «κωφών» που τραυματίστηκε θανασίμως και που τυχόν συνεχιζόμενος θα αποτελεί άλλοθι για την δήθεν εκκλησιαστικότητα του εκπεσόντος Αγγλικανισμού.

Όθεν παρακαλούμε όπως διά του εκπροσώπου της Αγιωτάτης μας Εκκλησίας τεθή το ζήτημα στα Ορθόδοξα μέλη της Επιτροπής Διαλόγου μετά της Αγγλικανικής Κοινωνίας και ιδία στον Πανιερώτατο Μητροπολίτη Διοκλείας κ.κ. Καλλίστο, εκπρόσωπο του Σεπτού Οικουμενικού Πατριαρχείου στο διεξαγόμενο διάλογο.

Παρέλκει να επισημειώσωμε ότι η τοπική Επισκοπελιανή «Εκκλησία» της Αμερικής που ανήκει στην Αγγλικανική Κοινωνία έχει ήδη θεσμοθετήσει τον ομοφυλοφιλικό «γάμο» και χειροτονεί κατεγνωσμένους ομοφυλοφίλους στον «Επισκοπικό» βαθμό ανατρέπουσα κατά τον πλέον τραγικό τρόπο την ανθρώπινη οντολογία και ανθρωπολογία και διαστρέφουσα πλήρως το Ευαγγελικό κήρυγμα για την σωτηρία του ανθρώπου.

Ταπεινώς φρονούμε ότι η σιωπή μας ενώπιον αυτών των απαραδέκτων και αντιχριστιανικών εγκληματικών συμπεριφορών μας καθιστά υπολόγους ενώπιον του Παναγίου Θεού και για τον λόγο αυτό πρέπει οπωσδήποτε να αντιδράσουμε και ίσως προβληματίσουμε το τμήμα αυτό των χριστιανών του πάλαι ποτέ περιπύστου και πρεσβυγενούς Πατριαρχείου της Δύσεως.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

+ ο Πειραιώς ΣΕΡΑΦΕΙΜ



Ετικέτες