Εκδήλωση μνήμης για την Άλωση της Πόλης στην Κωνσταντινουπολειάδα Χανίων (ΦΩΤΟ)

Loading...


Εκδήλωση μνήμης αφιερωμένη στην Αλωση της Κωνσταντινούπολης πραγματοποιήθηκε με ιδιαίτερη λαμπρότητα και σε κλίμα συγκίνησης την Πέμπτη 29 Μαΐου στις 8 μ.μ. στην ´Κωνσταντινουπολειάδα´ της Ενορίας Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Νέας Χώρας.

Νωρίτερα πραγματοποιήθηκε η Ακολουθία του Εσπερινού χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου Κυδωνίας κ.κ. Δαμασκηνού και η τέλεση Μνημοσύνου υπέρ αναπαύσεως του αυτοκράτωρα Κων/νου και των συν αυτώ θυσιαζομένων αδελφών.
Η εκδήλωση περιελάμβανε δύο μέρη. 

 

Στο πρώτο μέρος πραγματοποιήθηκε ομιλία από τον θεολόγο- ιστορικό Πρωτ. Μιλαήλ Βλαβογιλάκη με θέμα: Η επίδραση του θρησκευτικού συναισθήματος στην καθημερινή δημόσια ή ιδιωτική ζωή, στη Βυζαντινή αυτοκρατορία τα τελευταία 200 χρόνια πριν από την άλωση, ενώ το δεύτερο μέρος περιελάμβανε μουσική εκδήλωση κατά την οποία αποδόθηκαν ´Πολίτικα´ και Μικρασιάτικα τραγούδια από τη χορωδία της Αδελφότητας Μικρασιατών Χανίων ´Ο Αγιος Πολύκαρπος´ που μας μετέφεραν στους χώρους της βασιλεύουσας.

Την εκδήλωση διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Κυδωνίας και Αποκορώνου, η αδελφότητα Μικρασιατών Χανίων ´Ο Αγιος Πολύκαρπος´ και η Ενορία Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Νέας Χώρας.

Σύντομο χαιρετισμό απηύθυνε ο εφημέριος της Ενορίας Αγίων Κων/νου και Ελένης Πρωτ. Αντώνιος Σαπουνάκης.

Η κ. Στέλλα Γκοτζάνη Χαριτάκη, Πρόεδρος του Συλλόγου Μικρασιατών Χανίων ο Άγιος Πολύκαρπος έκανε μία σύντομη αλλά ουσιαστική εισαγωγή στα χρόνια της Αλώσεως της Πόλης.

Ο Πρωτ. Μιχαήλ Βλαβογιλάκης μας ταξίδεψε με τις ιστορικές και θεολογικές του γνώσεις μέσα στην βυζαντινή αυτοκρατορία μιλώντας για την επίδραση του θρησκευτικού συναισθήματος στην καθημερινή δημόσια ή ιδιωτική ζωή, στη Βυζαντινή αυτοκρατορία τα τελευταία 200 χρόνια πριν από την άλωση.
 

Ο αυτοκράτορας

Την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου ο αυτοκράτορας μεταβάλλεται από θεός της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, σε αντιπρόσωπο του Θεού πάνω στη γη που είχε στόχο την ασφάλεια του κράτους, με την αποκατάσταση της δογματικής ενότητας –ως εγγύηση για την ενότητα της αυτοκρατορίας– και της ενιαίας λατρευτικής συμπεριφοράς. Ο αυτοκράτορας κυβερνά «ελέω Θεού», ως απεσταλμένος του στη γη, ως «έμψυχος Νόμος» και δεν θεοποιείται πλέον, αφού ο Θεός είναι ένας και μοναδικός.
Η εκλογή του γίνεται «θεία βουλήσει», με την παρεμβολή του Αγίου Πνεύματος στην ανθρώπινη θέληση. Θεωρείται ευσεβής, δίκαιος, φιλάνθρωπος, γενναιόδωρος, αγνός, φιλαλήθης, φιλόχριστος κλπ. Η κατοικία του ονομάζεται Ιερόν Παλάτιον. Στην εικονογραφία απεικονίζεται κρατώντας χριστιανικά σύμβολα – αποδείξεις της θείας χάριτος στην άσκηση της εξουσίας του.
Οι αυτοκράτορες έπρεπε να φροντίζουν για την πίστη, για την ανέγερση εκκλησιών με δημόσια δαπάνη, παρενέβαιναν στα εσωτερικά της εκκλησίας, στην επιλογή Πατριαρχών και επισκόπων, όριζαν την έναρξη των Οικουμενικών Συνόδων για την αντιμετώπιση των αιρετικών και την προστασία του δόγματος και αυτοδιορίζονταν διαιτητές στις διαμάχες των εκκλησιαστικών παραγόντων. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, πρόσθεσε ένα καρφί από τον σταυρό του Χριστού στο διάδημά του και θεώρησε καθήκον του να στείλει την μητέρα του και να χρηματοδοτήσει την αναζήτηση του Σταυρού του μαρτυρίου. Γι’ αυτό ονομάστηκε δέκατος τρίτος Απόστολος.

Η τάξη που επικρατεί στην ουράνια κοινωνία, αποτυπώνεται στο παλάτι, με την εθιμοτυπία και τις πολλαπλές τελετές. Από τον 7ο αιώνα η στέψη του αυτοκράτορα γινόταν στην Αγία Σοφία: ο Πατριάρχης του τοποθετούσε το διάδημα, τον ευλογούσε και τον όρκιζε στο όνομα του Θεού, να διαφυλάττει το κράτος και την ορθοδοξία. Την Παλαιολόγεια περίοδο κατέθετε έγγραφη ομολογία πίστης και η τελετή στέψης αποτελούσε μέρος της Λειτουργίας. Όταν συμμετείχε στη Θεία Λειτουργία κρατούσε σταυρό και έμπαινε στο ναό επικεφαλής της πομπής των διακόνων, που κρατούσαν τα Άγια και κατέληγε στο ιερό βήμα όπου τον ευλογούσε ο Πατριάρχης. Ήταν πάντα παρών σε τελετές υποδοχής αγίων λειψάνων και έπαιρνε μέρος κάθε χρόνο τουλάχιστον σε δεκαεπτά πανηγύρεις και λιτανείες στη μνήμη αγίων. Στην αναχώρησή του από την πρωτεύουσα, συνοδευόταν από τελετές, λιτανείες και προσευχές και στην επιστροφή τον προϋπαντούσαν με θυμιάματα και αναμμένα κεριά και τον οδηγούσαν στην Αγία Σοφία.

Την Μεγάλη Εβδομάδα παρακολουθούσε τις ακολουθίες, επισκεπτόταν πτωχοκομεία και γηροκομεία, έκανε ελεημοσύνες, δωρεές στο ναό της Αγίας Σοφίας και βοηθούσε στο στρώσιμο της Αγίας Τράπεζας. Στην τελετή του Νιπτήρος, έπαιρνε τη θέση του Ιησού και τη θέση των μαθητών δώδεκα φτωχοί στους οποίους έπλυνε τα πόδια. Στην αναστάσιμη Λειτουργία συμμετείχε με λευκές κορδέλες και με τη συνοδεία 12 παραστατών, απήγγειλε προσευχές και κοινωνούσε.
Στο καθημερινό του πρόγραμμα, όσο περνούσαν οι αιώνες, τα πάντα θεωρούνταν εκδηλώσεις «θρησκευτικής νομιμοφροσύνης» που επηρέαζαν το λαό.

Η διοίκηση

Ο αυτοκράτορας ήταν η υπέρτατη πηγή κάθε εξουσίας και οι κρατικές υπηρεσίες, ήταν οργανωμένες με αυστηρή ιεραρχία και δομημένες πάνω στην έννοια της τάξεως. Οι δημόσιοι λειτουργοί ορκίζονταν επικαλούμενοι τον Τριαδικό Θεό και την Παναγία. Τα τιμητικά αξιώματα απονέμονταν κατά τη διάρκεια θρησκευτικών εορτών, με ηθικές παραινέσεις του αυτοκράτορα και με την ευλογία της Εκκλησίας. Στο χώρο της δικαιοσύνης, ο Νόμος, που εκπονούσε ο αυτοκράτορας, εθεωρείτο απόρροια της βούλησης του Θεού. Για την ενότητα του στρατού και την ενίσχυση του ηθικού τους οι στρατιώτες, ήταν υποχρεωμένοι να παρακολουθούν καθημερινά τον όρθρο και τον εσπερινό, να προσεύχονται και να επιδιώκουν την μετάνοια με προσευχές και εξιλαστήρια δάκρυα. Αυτοκρατορικά διαγγέλματα με θρησκευτικό περιεχόμενο, προσευχές, ύμνοι, περιφορές ιερών λειψάνων, νηστείες, εξομολογήσεις και Θεία κοινωνία, έδιναν την αίσθηση ότι ο στρατός ενεργεί υπό θεία καθοδήγηση και αποκλειστικά προς όφελος της Χριστιανοσύνης.

Ο κλήρος

Ανέκαθεν η εκκλησία ως σώμα Χριστού ήταν ο χώρος δράσης του Αγίου Πνεύματος. Η οργάνωσή της ήταν απαραίτητη, αφού η εκκλησία ορατώς ανήκει στην ιστορία. Θεμέλιο της ιεραρχίας είναι η κλήση των αποστόλων και των ιεραρχών με αδιάκοπη διαδοχή. Οι αποφάσεις των Συνόδων ήταν ομόφωνες «έδοξε ημίν γενομένοις ομοθυμαδόν», αφού εκδίδονταν εν Αγίω Πνεύματι, και με βάση την πατερική διδασκαλία «επόμενοι τοίνυν τοις αγίοις πατράσιν … συμφώνως άπαντες εκδιδάσκομεν».
Ο εφημέριος μιας ενορίας ήταν ντόπιος κάτοικος που τον συνιστούσε ο επικεφαλής του χωριού και τον διόριζε ο επίσκοπος μετά από αίτημα της ενορίας. Ήταν κατά κανόνα έγγαμος, ζούσε από τις εισφορές των πιστών και την περιουσία της ενορίας. Αν και ταπεινής καταγωγής και μικρής μορφώσεως, η χειροτονία τού έδινε κύρος, αφού είχε τη χάρη να τελεί τα μυστήρια και χωρίς αυτόν δεν μπορούσε να τελεσθεί καμιά λειτουργική πράξη. Μοιραζόταν με τους χωρικούς την καθημερινή ζωή, αλλά στη λατρεία συνέδεε τους ανθρώπους με το Θεό και κατηύθυνε την προσευχή προς το Θεό, για το καλό όλης της κοινότητας.
Η εκλογή επισκόπων γινόταν από την τοπική σύνοδο ή με την επέμβαση του πατριάρχη. Σταδιακά εκλέγονταν όλο και περισσότεροι μοναχοί, οι οποίοι δεν ήταν πάντοτε χειροτονημένοι. Οι επίσκοποι συμμετείχαν στις συνόδους τοπικές ή ευρύτερες. Η οργάνωση της ιεραρχίας έγινε μέσα στο κράτος και η θέση των επισκόπων καθορίστηκε με βάση την αξία και την σπουδαιότητα των πόλεων που ποίμαιναν. Ο ανατολικός χριστιανισμός δεν έχασε ποτέ την χαρισματική ισότητα των επισκόπων. Κάθε επίσκοπος ήταν φρουρός της πίστεως και είχε το δικαίωμα να αποφαίνεται σε δογματικά ζητήματα, αλλά δεν ήταν αλάθητος.

Την εκλογή του Πατριάρχη ανακοίνωνε ο αυτοκράτορας και η ενθρόνιση γινόταν στο παλάτι μέχρι το 1204 με την τυπική φράση «Η Αγία Τριάς δια της παρ’ αυτής δοθείσης ημίν βασιλείας προβάλλεταί σε Αρχιεπίσκοπον ΚΠόλεως Νέας Ρώμης και οικουμενικόν Πατριάρχην». Από το 15 αι. γινόταν στην εκκλησία με την παρουσία επισήμων. Η κατοικία του Πατριάρχη ήταν αρκετά ταπεινή, ενώ μπορούσε να αποσύρεται σε κάποιες επαύλεις στα προάστια ή να διαμένει σε κάποιο μοναστήρι.

Οι αξιωματούχοι από τους οποίους περιστοιχιζόταν από το 13ο αιώνα ήταν πέντε. Επικεφαλής ήταν ο Μέγας Οικονόμος, διαχειριστής και διοικητής του πατριαρχικού θρόνου σε περιόδους χηρείας, ο Μέγας Σακελλάριος υπεύθυνος για τα πατριαρχικά μοναστήρια, ο Μέγας Σκευοφύλαξ υπεύθυνος για τα λειτουργικά ζητήματα και τα ιερά λείψανα, ο Μέγας χαρτοφύλαξ βιβλιοθηκάριος αρχικά και μετά υπουργός εξωτερικών και διευθυντής προσωπικού, και τέλος ο Έπαρχος των Σακελλαρίων υπεύθυνος για την τιμωρία των εκκλησιαστικών αδικημάτων. Κάτω απ΄ αυτούς υπήρχαν άλλοι αξιωματούχοι με μικρότερες αρμοδιότητες.

Ο Μοναχισμός

Η βυζαντινή κοινωνία θεωρούσε τον μοναχισμό σαν ένα πνευματικό φάρο, που έδειχνε τον ιδανικό τρόπο ζωής. Η μεγάλη αίγλη του μοναχισμού συνδεόταν με την ιδέα της τελειότητας, τον παράδεισο και την σωτηρία της ψυχής. Οι άνθρωποι, μπορεί να σέβονταν τους επισκόπους, επηρεάζονταν όμως κυρίως από τους πολυάριθμους μοναχούς. Οι μοναχοί απολάμβαναν ισχυρή λαϊκή υποστήριξη, παρά τους διαφορετικούς κανόνες ζωής που είχαν τα μοναστήρια. Εκτός από το θρησκευτικό συναίσθημα και τα πνευματικά κίνητρα, οι φόροι, η στρατιωτική θητεία, η οικονομική δυσπραγία και η μανία για το γόητρο ωθούσαν πολλούς να εγκαταλείψουν τα εγκόσμια. Τα μοναστήρια αποτελούσαν καταφύγια και άσυλα για καταχρεωμένους μικροαγρότες, αυτοκράτορες, αξιωματούχους και μεγαλογαιοκτήμονες, που αποσύρονταν εκούσια ή αναγκαστικά.
Ο μοναχός δεν έπρεπε να έχει ατομική ιδιοκτησία και γι’ αυτό διέθετε την περιουσία του πριν την αφιέρωσή του στους φτωχούς. Μετά από τριετή δοκιμασία, την ομολογία και τις υποσχέσεις του περί παρθενίας, ακτημοσύνης και υπακοής στον ηγούμενο, ενδυόταν το μοναχικό ένδυμα. Τελούσε πλέον υπό τον έλεγχο του ηγουμένου ή του αρχιμανδρίτη. Ο ηγούμενος διοικούσε το μοναστήρι με τη βοήθεια μοναχών που είχαν ορισμένες αρμοδιότητες και ευθύνες.

Ο έλεγχος για την ίδρυση μοναστηριών ανήκε στον επίσκοπο, που ευλογούσε την θέση, τοποθετούσε τον σταυρό και υπέγραφε την ιδρυτική πράξη. Την εποχή αυτή πλούσιοι λαϊκοί ίδρυαν και προίκιζαν μοναστήρια. Για το πλήθος των μοναστηριών γράφει ένας ταξιδιώτης το 12ο αιώνα, ότι μόνο στην Κπολη υπήρχαν τόσα μοναστήρια όσες ήταν οι μέρες του χρόνου. Πριν την άλωση στην πόλη και τα προάστια, υπήρχαν 175 μοναστήρια.

Όλα σχεδόν τα μοναστήρια είχαν βιβλιοθήκες και οι μοναχοί φρόντιζαν να αντιγράφουν βιβλία. Οι οικοδιδάσκαλοι προέρχονταν από τα μοναστήρια, όπου σπούδαζαν μαζί με κατώτερους κληρικούς και υποψήφιους ιερείς. Τα μοναστήρια περιέθαλπαν φτωχούς και ασθενείς, πρόσφεραν καταφύγιο σε γέροντες ή εύπορους ή δημόσιους λειτουργούς που ήθελαν να τελειώσουν το βίο τους σε ατμόσφαιρα αγιότητας και να εξασφαλίσουν την σωτηρία της ψυχής τους. Επίσης φρόντιζαν για τα άπορα παιδιά, διατηρούσαν πανδοχεία για τους προσκυνητές, νοσοκόμους και ιατρεία. Απελεύθεροι, μετανοημένοι αμαρτωλοί και εγκληματίες, έβρισκαν καταφύγιο χωρίς διάκριση. Ευγενείς μοναστές προσεύχονταν και εργάζονταν μαζί με χωρικούς. Καλλιεργούσαν τη γη και ανέπτυξαν την κτηνοτροφία που τους απέφεραν κέρδη για την κοινωνική δραστηριότητα, στην οποία οφείλεται η επιρροή των μοναχών. Οι οικοδιδάσκαλοι των πλουσίων, ήταν μοναχοί και ασκούσαν σημαντική επίδραση στο λαό ως εξομολόγοι και πνευματικοί σύμβουλοι.

Γι’ αυτό οι μοναχοί έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην εκκλησιαστική και στην πολιτική ζωή. Συγκρούονταν εύκολα με την ιεραρχία, κατέκριναν την πολυτέλεια και την αυταρχικότητα και δεν υπολόγιζαν την δύναμη της αυτοκρατορικής αυλής: «δεν είναι έργο του αυτοκράτορα να θεσπίζει νόμους για την εκκλησία» διακήρυσσε ο Ιωάννης Δαμασκηνός. Προσκολλημένοι στην παράδοση, αντίθετοι με κάθε υποχώρηση προς την Δύση, υποπτεύονταν τους φιλόσοφους σε κάθε ανάμιξή τους σε θεολογικά ζητήματα. Στις χειρότερες περιπτώσεις τα μοναστήρια αποδείχθηκαν αξιόλογα κέντρα διαφωτισμού και στις καλύτερες έγιναν φυτώρια χριστιανικών αρετών, μόρφωσης και τέχνης.

Η θρησκευτικότητα λαού στην καθημερινή ζωή

Το λαϊκό θρησκευτικό αίσθημα ήταν αναπτυγμένο λόγω της ανάγκης για άμεση και προσωπική επαφή με το Θεό. Στην καθημερινή ζωή ένα πλήθος εκδηλώσεων είχε απώτερο στόχο την προσέγγιση του Θεού. Η παράλειψη της καθημερινής θρησκευτικής τελετουργίας ενείχε τον κίνδυνο απώλειας της ψυχής. Η καθημερινή πρακτική, γράφει ο Κατακαλών Κεκαυμένος τον 11ο αιώνα, περιελάμβανε «την ακολουθία της λειτουργίας των ορθοδόξων κοσμικών, δηλαδή τον όρθρο, τις τέσσερις ώρες, τον εσπερινό και το απόδειπνο». Με αυτές πίστευαν ότι αναγνωρίζονταν ως οικείοι του Θεού. Και συνεχίζει: «Αν μπορείς τα μεσάνυχτα, κάνε μια ευχή λέγοντας έναν ψαλμό, αφού αυτή την ώρα θα μπορείς απερίσπαστα να επικοινωνήσεις με το Θεό, και αφού κάνεις την ευχή, να αναπαυθείς».
Ο λαός πίστευε ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Θεό και οφείλει να υποτάσσεται στους ανωτέρους του. Αυτή η προσήλωσή τον βοηθούσε να αντιμετωπίσει τις καθημερινές του ανάγκες, να ξεπεράσει το φόβο του θανάτου, να προστατεύεται από τους δαίμονες και τους εχθρούς, να θεραπεύεται από τις ασθένειες και να έχει αποδοτική σοδειά.
Η προσευχή, ως φυσική και αναγκαία για την προσέγγιση του Θεού, στόχευε στην αποκατάσταση της ενότητας πνεύματος και σώματος και στην ανάταση του ψυχοσωματικού οργανισμού. Στην καθημερινή πρακτική, χρησιμοποιήθηκε για μια απίστευτα μεγάλη ποικιλία εκδηλώσεων, επιθυμιών και προσδοκιών. Στα ευχολόγια βρίσκουμε προσευχές για θεραπεία από ασθένειες και επιδημίες, αποτροπή ξηρασίας, κινδύνων από επιδρομές εχθρών και αποφυγή φυσικών καταστροφών, μέχρι προστασία από πνευματικές παρεκτροπές, όπως πονηρές σκέψεις, πειρασμοί, επικλήσεις δαιμόνων, την εκδίωξη κακών πνευμάτων, ακόλαστα όνειρα, θλίψη και ψυχικά νοσήματα.

Συναντούμε προσευχές για ευημερία και προστασία στην έναρξη της νέας Χρονιάς, για την άνοδο των νερών των ποταμών, για την επιβίωση των ανθρώπων και των ζώων, για τα σπαρτά, τα χόρτα, τα νερά των αγρών, τους ανέμους, τα αμπέλια, τα καρποφόρα δένδρα, τον εξαγνισμό των μολυσμένων νερών, την απομάκρυνση ερπετών ή βλαβερών ζώων από αμπελώνες, χωράφια και περιβόλια. Προσεύχονταν για θεραπεία από την αϋπνία, την εύρεση χαμένων αντικειμένων, την ειρήνη, την προστασία από σεισμούς, θύελλες και ανομβρία. Ακόμη, για τα παιδιά την πρώτη μέρα του σχολείου, τον ταξιδιώτη, την υιοθεσία, τον στρατό, τα ζώα, τα δίχτυα για άφθονη ψαριά, τις μέλισσες, τους μεταξοσκώληκες, τον τρύγο, το κρασί, τις ελιές, το λάδι, το στάρι, το αλάτι, το νερό και τη μαγιά.

Οι απλοί άνθρωποι προσεύχονταν για ένα θαύμα, που θα τους έλυνε τα προβλήματα. Βέβαια το ενδιαφέρον τους να γνωρίσουν τη βούληση της θείας πρόνοιας για το αύριο και το μέλλον της αυτοκρατορίας, τους οδηγούσε συχνά σε αντιλήψεις και πρακτικές που η εκκλησία καταδίκαζε και οι νόμοι του κράτους απαγόρευαν. Ασκούσαν τη μαντική και τη μαγεία, χρησιμοποιούσαν μαγικά φίλτρα, ματζούνια, περίαπτα και φυλακτά για να αποφύγουν ή να προκαλέσουν ότι επιθυμούσαν. Πίστευαν ότι ακόμη και οι εικόνες προέβλεπαν το μέλλον, ήταν δέσμιοι δεισιδαιμονιών και προλήψεων, παρατηρούσαν φυσικά φαινόμενα, ζώα και αντικείμενα και φοβόντουσαν για φαντάσματα, δαίμονες, στοιχειά και καταχανάδες.

Η φυσική επιθυμία για άμεση σχέση με το θείο -μέσω υλικών αντικειμένων- οδήγησε στην πίστη στις θαυματουργικές ιδιότητες των ιερών λειψάνων και των εικόνων. Από την εύρεση του Σταυρού του Χριστού από την Αγία Ελένη τα ιερά λείψανα, έγιναν πολύ σημαντικά. Η αναζήτηση συνεχίστηκε χωρίς διακοπή και στην Κωνσταντινούπολη υπήρχε πλούσια παρακαταθήκη ιερών θησαυρών. Κυρίαρχη θέση κατείχαν τα αντικείμενα που είχαν σχέση με τον Χριστό ή την Παναγία και τα λείψανα Αποστόλων και Αγίων. Για την επίκληση των ιδιοτήτων τους οργανώνονταν τελετές υποδοχής, αγρυπνίες και λιτανείες.

Η Εκκλησία προτιμούσε να προσηλώνεται ο πιστός στο «ορατό» παρά να παιδεύεται για να κατανοήσει τις δογματικές αλήθειες. Γι’ αυτό οι εικόνες έπαιζαν τεράστιο ρόλο στην αφύπνιση του θρησκευτικού συναισθήματος. Με την νομιμοποίηση του Χριστιανισμού η εντυπωσιακή διάδοση των φορητών εικόνων προκάλεσε ανησυχία για τυχόν αναβίωση της ειδωλολατρίας. Μερικές εικόνες θεωρήθηκαν θαυματουργές, ιδίως μετά το τέλος της Εικονομαχίας. Μπροστά στις εικόνες συνωστίζονταν άνθρωποι που σταυροκοπιούνταν, μετανοούσαν, ικέτευαν και υπόσχονταν τάματα. Με εικόνα θεμελίωναν το νέο σπίτι, την κατασκευή ενός φούρνου, την εκσκαφή ενός πηγαδιού και τον εξοπλισμό ενός πλοίου. Από τις εικόνες περίμεναν προστασία, βοήθεια και συμπαράσταση. Η εικόνα της Παναγίας υιοθετήθηκε από τους αυτοκράτορες σχεδόν ως θεά-προστάτιδα, Δεόμενη, Διαμεσολαβήτρια, Νικοποιός, Υπέρμαχος στρατηγός, Προστάτιδα κλπ.

Η σημειολογία των εικόνων ήταν πολύπλευρη: σηματοδοτούσαν την αγιότητα ενός χώρου, τα σημεία που κοσμούσαν μετουσιώνονταν σε ιερά και εξόρκιζαν κάθε κακό. Ιδιαίτερα οι απεικονίσεις τους σε λάβαρα τόνωναν το ηθικό του στρατού. Η λατρεία των εικόνων ξεπέρασε αυτή των ιερών λειψάνων και οδήγησε, όπως γνωρίζουμε, στην μαύρη περίοδο της εικονομαχίας.
Ο λαός, επωφελούνταν πάντα από τις περιστάσεις για να εκφράσει τη χαρά του με την ευκαιρία ευχάριστων γεγονότων. Οι λεγόμενες δημόσιες ιλαρίες, γίνονταν σε αίσιες ημέρες όπως η σύναψη ειρήνης, η επέτειος της Κωνσταντινούπολης, τα εγκαίνια ναών, ή η ανάμνηση σωτηρίας από συμφορές. Πάνδημος εορτασμός για μια εβδομάδα, γινόταν στην περίπτωση που μια πόλη γλίτωνε από βαρβαρική επιδρομή. Στην υποδοχή σεβαστών προσώπων, ιερών λειψάνων ή αντικειμένων, συμμετείχαν όλοι, λαϊκοί και κληρικοί, κρατώντας κεριά, κλαδιά, εικόνες και σταυρούς, ψάλλοντας ύμνους και αρωματίζοντας τον αέρα με μύρα και θυμιάματα.
Η λιτάνευση μιας ιδιαίτερα σεβαστής εικόνας αγίου, στη μνήμη του, σε μια επαρχιακή πόλη, προσέλκυε πλήθη κόσμου από όλη την επικράτεια. Οι επισκέψεις σε μοναστήρια ή ιερά προσκυνήματα αποτελούσαν μοναδική θρησκευτική εμπειρία.

Η ζωή τους κυλούσε συνήθως μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον και οι οικογενειακές τελετές -βάπτιση, αρραβώνας, γάμος, θάνατος- διαπνέονταν από το θρησκευτικό συναίσθημα.

Η μεγάλη φτώχεια στις πόλεις, επέβαλε στην Εκκλησία την άσκηση της φιλανθρωπίας: ίδρυσε, επάνδρωσε και συντήρησε ορφανοτροφεία, γηροκομεία, πτωχοκομεία και νοσοκομεία. Το παράδειγμα ακολούθησαν αυτοκράτορες, μέλη των οικογενειών τους, ευγενείς και απλοί πολίτες. Πατερικοί λόγοι, αγιολογικά κείμενα και νόμοι, αφορούν τη διοίκηση τέτοιων ιδρυμάτων. Λαϊκοί και κληρικοί διακρίθηκαν για το φιλανθρωπικό έργο τους και την άσκηση της πρόνοιας και της φιλανθρωπίας. Σε επείγουσες καταστάσεις, όπως σεισμοί, πυρκαγιές, επιδρομές βαρβάρων, αλλά και με την ευκαιρία χαρμόσυνων γεγονότων και εορτών, βοηθούσαν όσους είχαν ανάγκη: φτωχούς, επαίτες, ξένους, ασθενείς, φυλακισμένους, χήρες, ορφανά, γέροντες και εξόριστους.
Οι λαϊκοί δεν έπαψαν ποτέ να κοινωνούν και από τα δύο είδη (σώμα και αίμα Χριστού), και ο κλήρος μόνος του δεν μπορούσε να τελέσει κανένα μυστήριο. Ο λαός έπαιρνε μέρος στις εκκλησιαστικές έριδες και είχε σημαντικό ρόλο στη ζωή, την οργάνωση και στο κοινωνικό έργο της εκκλησίας. Η θεολογία δεν ήταν μονοπώλιο του κλήρου, αφού και οι λαϊκοί μπορούσαν να εμπνευσθούν από το άγιο Πνεύμα. Το υψηλό μορφωτικό επίπεδο έδινε κύρος στους μορφωμένους λαϊκούς που δεν υποτάσσονταν στην αυλή ή στην ιεραρχία, ούτε συμπορεύονταν πάντοτε με τους μοναχούς.

Η επιρροή της εκκλησίας στο λαό ήταν τεράστια. Οι λαϊκοί έτρεφαν θαυμασμό σε ότι θεωρούσαν αγιότητα και ήταν προσκολλημένοι μέχρι πάθους στη λατρεία. Όταν συμμετείχαν στις λατρευτικές τελετές ένιωθαν μέρος της εκκλησίας και ότι έρχονταν σε επαφή με τον ίδιο το Θεό. Η μεγαλύτερη τιμωρία ήταν να στερηθεί κανείς αυτό το προνόμιο, γι’ αυτό ο αφορισμός επιβαλλόταν σπάνια. Στις πόλεις οι περισσότεροι εκκλησιάζονταν στη μητρόπολη, όπου οι τελετές με την παρουσία του επισκόπου ήταν επιβλητικές. Ιδίως τις τελευταίες μέρες της Κπολης οι ιεροτελεστίες στην Αγιά Σοφιά είχαν ιδιαίτερη αίγλη, ενώ ο κατακτητής βρισκόταν έξω από τα τείχη.
Η δύναμη του λαού ήταν εντυπωσιακή: επηρεαζόταν από τους μοναχούς, ιδίως τους ερημίτες και τους στυλίτες, αλλά και από τους δημαγωγούς, με την θετική σημασία του όρου, κυρίως ιερείς ή διανοούμενους. Ο λαός σεβόταν τον αυτοκράτορα και τον πατριάρχη, αλλά τον δονούσε η απλή πίστη στην ιερή παράδοση και η ενστικτώδης αντίληψη για δικαιοσύνη. Λαός και ιερείς παρά την ανυπακοή τους πολλές φορές στην ιεραρχία, ήταν η φωνή του Θεού και έμεναν πιστοί στην ιδέα της εκκλησίας του Χριστού.
Η ελπίδα για ουράνια ευδαιμονία και ένωση με το Θεό, έδωσε ένα ιδιαίτερο χρώμα στην βιοθεωρία των Βυζαντινών, επηρεάζοντας τη συμπεριφορά τους στον πολιτικό, στον κοινωνικό τομέα και στην καθημερινότητά τους.

Η άλωση

Την Τρίτη 29 Μαΐου 1453 ο τελευταίος κληρονόμος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, Κωνσταντίνος κι αυτός, έπεσε νεκρός στο πεδίο της μάχης. Η βασιλίδα των πόλεων, η πρωτεύουσα της χριστιανικής αυτοκρατορίας παραδόθηκε στον άπιστο σουλτάνο Μωάμεθ. Αυτοκράτορας και παλάτι, η εξουσία και τα σύμβολα του μεγαλείου χάθηκαν. Η εκκλησία επιβίωσε στην ταπείνωση και στην εξαχρείωση. Οι χριστιανοί ήταν υποχρεωμένοι να υποκλίνονται στον Αντίχριστο της ανατολής, στον αγαρηνό. Μέσα στην ψυχή τους όμως διατηρήθηκε βαθιά ριζωμένη η πίστη στον αληθινό Θεό, που έφερε το φως της εθνικής αναστάσεως.

 

Με λόγια συγκίνησης και χαρμολύπης χαιρέτισε την εκδήλωση ο Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχηςκ.κ. Δαμασκηνός ο οποίος ευχαρίστησε τον Εφημέριο της Ενορίας Αγίων Κων/νου και Ελένης Πρωτ. Αντώνιο Σαπουνάκη, τον Πρωτ. Μιχαήλ Βλαβογιλάκη για την εξαίσια ομιλία του, την χορωδία του Συλλόγου Μικρασιατών για τα υπέροχα τραγούδια καθώς και όλο τον κόσμο που έδωσε το παρόν στην εκδήλωση αυτή της μνήμης για την Άλωση της Πόλης.     



Ετικέτες