Τέσσερις στους δέκα ανέργους επιβιώνουν χάρη στην οικογένεια

Loading...


Παρόλα αυτά, οι συντάκτες της έκθεσης αναρωτιούνται: Τι δυνατότητες παρέμβασης έχει η οικογένεια, όταν το ποσοστό ανεργίας υπερβαίνει το 30%, όταν 1 στους 5 άνω των 45 ετών, αυτών δηλ. που συνθέτουν οικογένειες, δεν μπορούν να επιβιώσουν;

Τέσσερις στους δέκα ανέργους αναζητούν στήριξη στην οικογένεια, για να αντέξουν τον  εφιάλτη της ανεργίας, σύμφωνα με έρευνα του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ.


Ωστόσο, η ένταση της κρίσης αφαιρεί από τις οικογένειες που τους συντροφεύουν, ιδιαίτερα αυτές με κατώτερη κοινωνική θέση, μεγάλο μέρος των δυνατοτήτων παρέμβασης.

Δηλαδή, περισσότεροι άνεργοι στηρίζονταν στην οικογένεια το 2004 παρά το 2013, καθώς η εκτεταμένη ανεργία, η δραματική πτώση του οικογενειακού εισοδήματος και η εργασιακή ανασφάλεια, δεν αφήνουν ανεπηρέαστη την ικανότητα της οικογένειας να λειτουργεί ως μηχανισμός στήριξης των άνεργων μελών της.

«Τι δυνατότητες παρέμβασης έχει η οικογένεια, όταν το ποσοστό ανεργίας υπερβαίνει το 30%, όταν 1 στους 5 άνω των 45 ετών, αυτών δηλ. που συνθέτουν οικογένειες, δεν μπορούν να επιβιώσουν;» αναρωτιούνται οι συντάκτες της μελέτης…

Στο ερωτηματολόγιο του ΙΝΕ συμμετείχαν 174 άνεργοι το διάστημα Μαΐου-Σεπτεμβρίου. Αντίστοιχη έρευνα με το ίδιο ερωτηματολόγιο είχε διεξαχθεί το 2004, εποχή που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εποχή χαμηλής ανεργίας.

Αν και το δείγμα είναι διαφορετικό, θα γίνει αντιπαραβολή των δύο ερευνών σε επίπεδο σύγκρισης των δύο διαφορετικών εικόνων.

Σύμφωνα με τα πρώτα αποτελέσματα, το 37,4% του συνόλου των ανέργων στηρίζεται στο συγγενικό περιβάλλον, για να επιβιώσει κατά το χρονικό διάστημα της ανεργίας.

Το ποσοστό αυτό είναι σημαντικά μικρότερο, συγκρινόμενο με αντίστοιχη έρευνα που  είχε πραγματοποιηθεί σε εποχές χαμηλής ανεργίας, κατά την οποία η συμβολή του συγγενικού περιβάλλοντος ανερχόταν στο 56,1%.

Από την κατάταξη κατά φύλο παρατηρούμε ότι οι άνεργοι άνδρες, σε ποσοστό 28,4%, στηρίζονται από  το συγγενικό περιβάλλον, ποσοστό που είναι μειωμένο κατά 24,5% σε σχέση με την αντίστοιχη έρευνα του 2004, ενώ το ποσοστό των συγγενών που στήριξε τις άνεργες γυναίκες ανήλθε στο 45,9%, μειωμένο σε σχέση με το 2003 κατά 33%.

Κατά προσέγγιση, 1 στους 4 άνεργους άνδρες και 1 στις 2 γυναίκες στηρίζονται στο συγγενικό περιβάλλον, ενώ η αντίστοιχη αναλογία του 2004 ήταν 1 στις 3 άνδρες και 2 στις 3 γυναίκες.

Η συμβολή του κράτους στην συντήρηση των ανέργων είναι μικρή, καθώς μόνο το 12% των ανέργων λαμβάνει επίδομα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ., ποσοστό που προσεγγίζει το πραγματικό ποσοστό των επιδοτούμενων ανέργων.

Από την κατά φύλο κατανομή το ποσοστό των επιδοτούμενων ανδρών ανέρχεται στο 13,6% και των γυναικών στο 10,5% κατά τη διάρκεια της ανεργίας.

Η συμβολή  του φιλικού περιβάλλοντος ή  των λεγόμενων “ασθενών δεσμών” παραμένει πολύ χαμηλή, στο 9,3%. Επιβεβαιώνεται ο κανόνας που ορίζει την υπεροχή των ισχυρών δεσμών (της οικογένειας) έναντι των ασθενών.

Πέραν του οικογενειακού περιβάλλοντος, οι άνεργοι χρησιμοποιούν τα όποια χρηματικά αποθέματα έχουν συγκεντρώσει κατά την περίοδο της χαμηλής ανεργίας, προκειμένου να επιβιώσουν. Έτσι, οι άνδρες δηλώνουν σε ποσοστό 28,4% ότι αναλώνουν τις οικονομίες τους, ενώ το 20,9% των γυναικών κάνει το ίδιο.

Η οικογένεια, πέραν του ότι παραμένει η σημαντικότερη πηγή οικονομικής στήριξης, αποτελεί και το τελευταίο καταφύγιο των άνεργων μελών της.

Σύμφωνα με τα δεδομένα, ο μεγαλύτερος αριθμός των ανέργων κατά τη διάρκεια της ανεργίας επιβιώνει στα όρια της οικογένειας, καθώς μόνο το 14,3% δηλώνει ότι ζει μόνο του, ποσοστό που ανέρχεται στο 23,6%, για όσους είναι άγαμοι.

Το ποσοστό φαίνεται ότι είναι μεγαλύτερο σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα, πράγμα που ενδεχομένως να οφείλεται στην απόκτηση ιδιόκτητης κατοικίας κατά το διάστημα που μεσολάβησε -διάστημα έντονης ανόδου των στεγαστικών δανείων και του real estate.

Εάν οι άνεργοι μένουν στα όρια της οικογένειας, εάν στηρίζονται οικονομικά κατά βάση σ’ αυτήν για να επιβιώσουν, έστω και με μικρότερη ένταση, εντούτοις η ηθική στήριξη που  τους παρέχεται δεν είναι αυτονόητη.

Μεγάλο ποσοστό των άνεργων ανδρών (51,2%) και των άνεργων γυναικών (40,2%) δηλώνουν ότι έχουν μικρή ή και καθόλου ψυχολογική στήριξη εν αντιθέσει με την περίοδο της χαμηλής ανεργίας, κατά την οποία η ψυχολογική στήριξη ήταν αυτονόητη και ανερχόταν σε επίπεδα άνω του 90%.

Η στάση της οικογένειας έναντι των άνεργων μελών της είναι απόρροια της πίεσης που η ίδια δέχεται από τη δημοσιονομική προσαρμογή, που επιβάλλει η  εσωτερική υποτίμηση.

Η πίεση αυτή αναδεικνύεται είναι εμφανής από τους αριθμούς, καθώς το 50% των γονέων ζητούν επιτακτικά από τα άνεργα παιδιά τους να αναζητήσουν εργασία, ποσοστό το οποίο αυξάνεται στο 56% όταν αυτά είναι άνδρες.

Η εικόνα θα μπορούσε να φαίνεται ειδυλλιακή, συγκρινόμενη όμως με τα δεδομένα της έρευνας του 2003 δείχνει μια δραματική αλλαγή, καθώς στην εποχή της χαμηλής ανεργίας η οικογένεια παρείχε περίπου καθολικά (91,5%) πλήρη άνεση χρόνου αναζήτησης της επιθυμητής εργασίας.