Προβληματισμοί για το νέο πρόγραμμα σπουδών των θρησκευτικών στο συνέδριο της Θεσσαλονίκης

Loading...


Επιφυλάξεις και ενστάσεις για το νέο πρόγραμμα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών, που εφαρμόζεται πιλοτικά σε ορισμένα σχολεία της χώρας, και πρόκειται να υλοποιηθεί από τη νέα σχολική χρονιά (Σεπτέμβριος) σε όλες τις σχολικές μονάδες, διατυπώθηκαν από θεολόγους, παιδαγωγούς, ψυχολόγους, σχολικούς συμβούλους, καθηγητές και δασκάλους, αλλά και από ιεράρχες της Εκκλησίας, στο πλαίσιο του πανελλήνιου επιστημονικού συνεδρίου “Το μάθημα των Θρησκευτικών: Προβληματισμοί – επισημάνσεις – προτάσεις”, που πραγματοποιείται και σήμερα δεύτερη μέρα από το τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του Αριστοτελείου πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η εισαγωγή θρησκειολογικών εννοιών από την τρίτη κιόλας τάξη του δημοτικού (όπως για παράδειγμα ο ταοϊσμός, βουδισμός, σύμβολα άλλων θρησκειών κλπ) όχι μόνο δε συμβάλλουν στην ανάπτυξη μίας σαφούς θρησκευτικής ταυτότητας στα παιδιά, αλλά οδηγούν σε πολτοποίηση στείρων γνώσεων, που προκαλούν σύγχυση, καθώς στην ηλικία των 8 ετών οι μαθητές δε διαθέτουν το επίπεδο αντίληψης και κριτικής σκέψης ώστε να αφομοιώσουν τέτοιου είδους έννοιες, υποστήριξαν οι ομιλητές του συνεδρίου.

“Στην Ευρώπη το θρησκειολογικό μάθημα έχει απορριφθεί στις περισσότερες χώρες γιατί διαπιστώθηκε ότι μπερδεύει τους μαθητές μικρών ηλικιών. Πρέπει να είμαστε προσεχτικοί στον τρόπο που εντάσσουμε τα στοιχεία των άλλων θρησκειών μέσα σε ένα πρόγραμμα. Φυσικά θα μιλήσουμε για τις άλλες θρησκείες, αλλά εδώ τίθεται παιδαγωγικό ζήτημα για το πότε και πώς θα μιλήσουμε για αυτές. Δεν στέκει παιδαγωγικά να βάζουμε τα θέματα αυτά από την ηλικία των 8 ετών, χωρίς να λάβουμε υπόψιν το αντιληπτικό επίπεδο των παιδιών. Αφού μάθουν για την πίστη τους θα έχουν χρόνο στο λύκειο να μάθουν και για τις υπόλοιπες θρησκείες” δήλωσε ο διευθυντής του εργαστηρίου Παιδαγωγικής – Χριστιανικής Παιδαγωγικής του τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ, Ηρακλής Ρεράκης και τόνισε ότι ειδικά στις μέρες γενικευμένης κρίσης, το πρόγραμμα σπουδών των θρησκευτικών οφείλει να απηχεί τη θρησκευτική παράδοση της χώρας, όπως αυτή αποτυπώνεται στην λατρευτική μας ζωή.

Συγκεκριμένα για το νέο πρόγραμμα σπουδών, οι ομιλητές επεσήμαναν ότι απουσιάζουν σημαντικά στοιχεία από την Αγία Γραφή, από τον ορθόδοξο πολιτισμό, από την μυστηριακή ζωή, από το δόγμα και τα θαύματα του Χριστού, από τις χριστιανικές αρετές και πρότυπα. Ο καθηγητής παιδαγωγικής Ψυχολογίας του πανεπιστημίου Κρήτης, Κωνσταντίνος Μπασέτας, αναφερόμενος στα αναπτυξιακά μοντέλα των Πιαζέ και Μπρούνερ, υποστήριξε ότι τα νέα προγράμματα σπουδών δε λαμβάνουν υπόψη τους την πνευματική ηλικία και ανάπτυξη των μαθητών, αλλά ούτε και την αναγκαιότητα βαθμιαίας οικοδόμησης των γνώσεων, με αποτέλεσμα να καταφεύγουν σε πρώιμη διδασκαλία δύσκολων εννοιών που προκαλούν σύγχυση ακόμη και στους ώριμους ανθρώπους, αλλά και σε βομβαρδισμό γνώσεων ασύνδετων μεταξύ τους. “Από άποψη σεβασμού της παιδικής ψυχής, το νέο πρόγραμμα σπουδών είναι απαράδεκτο” δήλωσε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι οι έννοιες των παγκόσμιων θρησκειών θα έπρεπε να τίθενται από το γυμνάσιο και μετά, όταν δηλαδή οι μαθητές μπορούν να διακρίνουν, να συγκρίνουν και να κρίνουν.

Ο σχολικός σύμβουλος Θεολόγων της Εκπαιδευτικής Περιφέρειας Ηπείρου, Τριαντάφυλλος Σιούλης, μετέφερε εμπειρίες δασκάλων και καθηγητών από την διδασκαλία του νέου προγράμματος, αλλά και απορίες μαθητών που δείχνουν ότι πρόκειται για ένα απαιτητικό και δύσκολο σε έννοιες πρόγραμμα με σκόρπιες γνώσεις, χωρίς συνοχή. Παράλληλα, χαρακτήρισε επικίνδυνη τη δυνατότητα του “νέου, έξυπνου σχολείου” να απομονώνει το βιβλίο και να δίνει τη δυνατότητα στους δασκάλους να επιλέγουν ελεύθερα τα θέματα διδασκαλίας από εξωτερικούς χορηγούς.

Το συνέδριο απασχόλησε και το θέμα της απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών. Υπό το πρίσμα της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Χανίων (2012) και με αφορμή πρόσφατα περιστατικά σύγχυσης των εκπαιδευτικών για το θέμα, ο δικηγόρος και Θεολόγος, Σωτήρης Μιχελουδάκης, δήλωσε ότι η τελευταία εγκύκλιος του υπουργείου παιδείας ορίζει σαφώς ότι το μάθημα των θρησκευτικών είναι υποχρεωτικό για τους ορθόδοξους μαθητές, αλλά όχι και για τους αλλόθρησκους, αλλόδοξους και άθεους. “Αν κάποιος επικαλεστεί την αθεΐα, ο διευθυντής του σχολείου θα πρέπει να διαπιστώσει το αληθές της δήλωσης αυτής, και στο σημείο αυτό προκαλείται η σύγχυση” είπε και διευκρίνισε ότι οι εγκύκλιοι δεν είναι δεσμευτικές, αλλά καθοδηγητικές και συμβουλευτικές. “Όταν το θέμα προσεγγίζεται νομικά, στα δικαστήρια, οι εγκύκλιοι δεν λαμβάνονται υπόψη γιατί δεν είναι νόμοι. Το δικαστήριο ερευνά τις συνταγματικές διατάξεις περί θρησκευτικής ελευθερίας, περί επικρατούσας θρησκείας, το ορθόδοξο ελληνικό δόγμα, την υποχρέωση του κράτους για ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης και την ευρωπαϊκή σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα” είπε.

Τις εργασίες του συνεδρίου χαιρέτισαν μεταξύ άλλων, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, με μήνυμά του, και ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ‘Ανθιμος, ο οποίος τόνισε ότι το μάθημα των θρησκευτικών δεν μπορεί να είναι ένα μάθημα λογικής και δεδομένων, αλλά να έχει βιωματικό χαρακτήρα και να σχετίζεται άμεσα με την παράδοση και την ελληνική ιστορία, ώστε να καλλιεργεί την ψυχή και το πνεύμα των μαθητών. Ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων, Ηλίας Φραγκόπουλος, επεσήμανε ότι το ελληνικό κράτος τα τελευταία χρόνια αντιστρατεύεται την ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση των μαθητών, κατά παράβαση του Συντάγματος και του δικαιώματος κάθε χριστιανού να καλλιεργεί την πίστη των πατέρων του και ζήτησε την απόσυρση του πιλοτικού προγράμματος σπουδών.