Η «Κοίμηση της Θεοτόκου» και οι παπικοί

Loading...


Η ΚΑΙ Η

Γράφει ο Χρίστος Βασιλειάδης, Θεολόγος – Φιλόλογος 

    Τη γιορτή της «Κοιμήσεως της Θεο­τόκου» λίαν ευφυώς την ονόμασαν , αφού μέσα στην καρδιά τού θέρους, στο «κατακαλόκαι­ρο», ακόμη και στο τελευταίο χωριό, ξέρει η Ορθοδοξία μας επάξια να τιμά με τόση λα­μπρότητα και τόσον παλμόν λαού τη Μητέρα του Κυρίου μας, που είναι και «Μάννα» όλων ημών, των Χριστιανών.

Παίρνοντας αφορμήν απ τη γιορτή της «Κοιμήσεως της Θεοτόκου», θα ασχοληθούμε με μίαν αρκετά εντυπωσιακήν παραδοξότητα, σχετικήν μ’ αυτήν την γιορτή και με το εννοιολογικό περιεχόμενόν της. Ίσως όμως πει κάποιος: –«Μα, δεν είναι αυτονόητη η σημασία της γιορτής; Δεν γιορτάζουμε μ’ αυτήν εμείς οι Ορθόδοξοι τον θάνατον της Παναγίας μας;».

Βέβαια, αυτή η ευθεία, απλή και εύκολη απάντηση είναι και η ορθή. Μ’ αυτήν όμως εμπλέκονται και μερικά ακανθώδη προβλή­ματα, που συνήθως μάλλον δεν έχουν μερικοί υπ’ όψη τους. Τέτοια ερωτήματα απασχόλη­σαν, σε δεκάδες βαθυστόχαστων βιβλίων, πραγματειών και άρθρων, ισάριθμους σοφούς και διεθνώς αναγνωρισμένους ειδικούς επι­στήμονες και από διάφορες χώρες και από διαφορετικούς επιστημονικούς χώρους, όπως της φιλολογίας, της θεολογίας, της ιστορίας, της αρχαιολογίας και άλλων συναφών βοηθη­τικών επιστημών, και οι οποίοι σοφοί προ­σπαθούν, χωρίς βέβαια να το πετυχαίνουν πάντα, να δώσουν υπεύθυνες απαντήσεις. Εμείς πάντως θα επιχειρήσουμε να τους πα­ρουσιάσουμε επί τροχάδην, συνοπτικά και κάπως διαγραμματικά, στο μικρό φυλλάδιο, που κρατάς στα χέρια σου, αγαπητέ αναγνώστα.

– «Και ποιο το παράδοξον, που θα διαβάσου­με σ’ αυτές τις γραμμές;» Ίσως, λοιπόν, μας ξαφνιάσει το εξής αξιοπερίεργον, ότι δηλαδή το εννοιολογικόν περιεχόμενον της γιορτής της «Κοιμήσεως», που είναι ο θάνατος της Θεοτόκου, ούτε ήταν πάντοτε και παντού, ούτε και σήμερα φαίνεται να είναι από όλους αποδεκτόν. Μερικοί στο μακρυνό παρελθόν αμφι­σβήτησαν και κάποιοι σήμερα αμφισβητούν, το ότι η Αειπάρθενος κόρη Μαρία πέθανε κάποτε σωματικώς. Ακριβώς δε η μελέτη του ιστορικού παρελθόντος της Εκκλησίας μας οδηγεί σε ανακάλυψη τέτοιων παραβό­λων ιδεών και παραδόξων αντιλήψεων για το πρόσωπον της Αειπαρθένου.

Αρχαίες αιρετικές αντιλήψεις για την «Κοίμησιν της Θεοτόκου»
Έτσι, ανιχνεύοντας την Ιστορία διαπιστώνουμε την ύπαρξη μιας τέτοιας τάσης ήδη από τον 4ον μ.Χ. αιώνα, πληροφορούμενοι, σχετικά, από ένα εκκλησιαστικόν Πατέρα και συγγραφέα, που ζούσε εκείνην την εποχήν, τον άγιον Επιφάνιον, επίσκοπον Κωνστάντιας (Σαλαμίνας) Κύπρου. Στο σύγγραμμά του, λοιπόν, με τίτλον «Κατά αιρέσεων…», άλλως γνωστόν και ως «Πανάριον» (Migne, Patrologia Graeca, τόμος 41, κεφ. 78 § 11), υπεραμυ­νόμενος της Αειπαρθενίας της Παναγίας μας κατά των τότε αιρετικών που ονομάζονταν Αντιδικομαριανίτες, λέγει επίσης και κάτι που σήμερα μάλλον μας ξαφνιάζει: ότι, δηλα­δή, «η Καινή Διαθήκη δεν αναφέρει διόλου εάν η Παναγία μας πέθανε, ή, όχι, εάν ετά­φη, ή, όχι. Αυτό κάνει τον άγιον να διστάζει να υποστηρίξει, εάν η Θεοτόκος ζούσε ακόμη, στην εποχήν του, δηλαδή τον 4ον αιώνα, ή, αν είχε ήδη πεθάνει. Σημειώνει δε ο άγιος επίσκοπος, ότι «αυτή η σιωπή της Αγίας Γραφής αποτελεί ένα βαθύ μυστήριον»!

Ολίγον κατωτέρω, στο ίδιο έργον του (κεφ. 78 § 24) ο ιερός Επιφάνιος απαριθμεί τρεις, διαφορετικές μεταξύ τους, δυνατότητες-εκδοχές, σχετικές με τον θάνατον της Αειπαρθένου, που μας απασχολεί: α) Ίσως, λέγει, η Παναγία απέθανεν και ετάφη, β) Ή, πιθα­νόν, υπέστη βίαιον θάνατον, γ) Είτε, τέλος, συνεχίζει να ζει ακόμη πάνω σ’ αυτή τη γη, όπως πριν, σ’ ένα όμως τόπον που δεν είναι γνωστός σε κανένα.

Τέτοιες πληροφορίες, όπως αυτή του 4ου αιώνα μ.Χ., που μάλλον μας εκπλήσσουν, αποτελούν ενδείξεις, ότι από τότε κι’ όλας, αλλά ίσως και ακόμη πολύ πρότερον, υπήρξαν μερικοί, μάλλον εκτός Εκκλησίας, δηλαδή κάποιοι από αιρετικούς κύκλους, οι οποίοι επινοούσαν, προωθούσαν και διέδιδαν απόψεις παράξενες και διδασκαλίες αλλόκο­τες, όπως αυτή, σχετικά με το τέλος της επίγειας ζωής της Θεοτόκου. Ισχυρίζονταν ότι η Παναγία μητέρα του Κυρίου μας δεν «εκοιμήθη», όπως ψάλλει και γιορτάζει στις 15 Αυγούστου η Ορθόδοξος Εκκλησία μας.

Διετείνοντο, δηλαδή, ότι δεν απέθανε, ότι δεν εχωρίσθη η μακαρία και παναγία ψυχή της από το πανάχραντον και άσπιλον σώμα της. Σαν απλούστατον δε λόγον γι’ αυτήν την γνώμην πρόβαλλαν το ότι δεν άρμοζε τάχα στην Παναγία μας να ακολουθήσει την κοινήν μοίραν των ανθρώπων, είτε αυτοί ήσαν απόστολοι, ή μάρτυρες, ή άγιοι της Εκκλησίας.

Φαίνεται δε, ότι οι διάφοροι αιρετικοί, που πολεμούσαν λυσσωδώς το πρόσωπον της Θεοτόκου, χωρίζονταν σε δύο παρατάξεις: στους αριστερούς, που μείωναν εμφανώς το πρόσωπον και τον ρόλον της, και στους δεξι­ούς, σ’ αυτούς που δήθεν εκόπτοντο να εξυ­ψώσουν την προσωπικότητά της και πλειο­δοτούσαν σ’ αυτό. Ο στόχος των εχθρών της Εκκλησίας ήταν ένας: είτε δια των δεξιών, είτε δια των αριστερών όπλων, είτε δηλαδή υπερτιμώντας, είτε υποτιμώντας το πρόσω­πον της Παναγίας, τους αρκούσε να εισαγά­γουν πλάνες και αιρέσεις στην Εκκλησίαν.

Έτσι, η δεξιά αιρετική παράταξη, που μας ενδιαφέρει για το θέμα μας, είχε σαν αφετηρίαν της σκέψης της, ότι: η Παναγία μας αποτελούσε μοναδικήν περίπτωση, αποκλειστικήν εξαίρεση και στο σημείο αυτό, το σχετικό με το τέλος της επίγειας ζωής της. Αλήθεια!… Ποιος δεν θα συμφωνούσε με μια τέτοια αντίληψη για την Παναγία μας, εάν δεν είχε διάκριση και δεν ήταν αυστηρά προσκολλημένος στο βράχο της Εκκλησιαστικής πίστης, αφού εκ πρώ­της όψεως φαίνεται, ότι μια τέτοια διδασκα­λία εξαιρέτως τιμά και αναφανδόν εξυψώνει την Αειπάρθενον Μητέρα μας;

Δεν είναι ιδιαίτερα γαργαλιστική η εξής ερώ­τηση, που φαίνεται ότι έκαναν οι αιρετικοί στους Ορθοδόξους; – Πως θα ήταν δυνατόν να την αφήσει να πεθάνει, αφού μπορούσε ο Κύριος και υιός της να εμποδίσει τον θάνα­τόν της; Φαίνεται δε, ότι τέτοιοι λογικοφανείς συλλογισμοί, που γίνονταν εκτός Εκκλη­σίας, σε κύκλους αιρετικών, απέβαιναν στη συνέχεια και διαλογισμοί, που μπέρδεψαν ακόμη και μεμονωμένους εκκλησιαστικούς άνδρες, οχι όμως, βέβαια, και την Εκκλησίαν. Ποτέ η επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας δεν ισχυρίστηκε ότι η Παναγία δεν πέθανε.

Οι οπαδοί τέτοιων αντιλήψεων δεν έ­λεγαν απλώς ότι ο θάνατος της Αειπαρθένου δεν είχε τίποτε από τη δριμύτητα, την αγωνίαν, την απόγνωση, την λύπην που έχει ο θάνατος των κοινών ανθρώ­πων και μάλιστα ενδεδυμένων την αμαρτίαν ώσπερ ιμάτιον. Δεν ισχυρίζονταν απλώς, ότι ο θάνατός της ήταν γαλήνιος, μακάριος, πα­νευτυχής, γλυκύτατος σαν ηδύς ύπνος, αφού η ψυχή της θα συναντούσε τον πεφιλημένον της Υιόν. Ούτε, ακόμη, διετείνοντο μόνον, ότι αυτή απέθανε μεν, άλλ’ ότι ο γυιός της δεν την άφησε να γνωρίσει την αποσύνθεση του νεκρού της σώματος. Ούτε, πάλιν, εννο­ούσαν, ότι ο γυιός της δεν την εγκατέλειψε στην κυριαρχίαν του θανάτου, αλλά μετ’ ολί­γον την ανέστησεν, ή, ότι αφού αυτή πρώτα πέθανε, ακολούθως το σώμα της μετέστη στους ουρανούς. Αυτά τα «λίγα» για τους αιρετικούς και ετεροδοξούντες του απωτέρου παρελθόντος.

Σύγχρονες αιρετικές γνώμες για την «Κοίμηση της Θεοτόκου»:
Όμως αγαπητέ αναγνώστα, αν το φυλλάδιον αυτό το αφιερώνουμε ειδικά στο θέμα του θανάτου της Παναγίας μας, με αφορμήν την αυγουστιάτικη γιορτή της «Κοιμήσεως της Θεοτόκου», είναι επειδή, όχι μόνο στο μακρινόν παρελθόν, αλλά και στην εποχή μας μερικοί ανασύρουν απ’ τα βάθη των αιώνων και εκσυγχρονίζουν αυτήν την αιρετικήν αντίληψη, ότι η Παναγία δεν «εκοιμήθη», δεν πέθανε πραγματικά και αληθινά. Και ποιοί είναι αυτοί που ανασκάπτουν το πα­ρελθόν, για να εισκομίσουν στη σημερινή ανθρωπότητα μιαν τόσο δεινήν αίρεση; Οι τυμβωρύχοι αυτοί που σαν ύαινες ανασκά­πτουν το παρελθόν και το αναδιφούν, ακούνε στο όνομα «Παπικοί». Αυτοί, λανθανόντως ή ιεροκρυφίως φαίνεται, ότι συμμερίζονται την άποψη, ότι η Παναγία δεν πέθανε σωματικώς, και εργάζονται σκοτεινώς για την εν ευθέτω καιρώ ανακήρυξη της γνώμης τους αυτής σε νέον δόγμα! Να, γιατί το ζή­τημα που μας απασχολεί και θρησκευτικόν ενδιαφέρον αποκτά και εκκλησιαστικήν επι­καιρότητα έχει, ιδιαίτερα τώρα στην περίοδο του δεκαπεντΑυγουστου, το οποίον μας προ­ετοιμάζει ακριβώς για τη γιορτή της «Κοι­μήσεως της Θεοτόκου». Φαντασθείτε τι θα εσήμαινε να γιορτάζουμε την «Κοίμηση» και η Παναγία να μην είχεν «κοιμηθεί».

Πράγματι, είναι εύκολον να παρατη­ρήσουμε το εξής χαρακτηριστικό των Παπικών για το θέμα μας: Αυτοί, κατά κανόνα, μιλούν μόνο για «Μετά­σταση της Αειπαρθένου», και αποφεύγουν να μιλήσουν για «Κοίμηση», δηλαδή για σωμα­τικό θάνατό της. Κάθε δε φοράν, πράγμα σπάνιον, που κατ’ εξαίρεση κάνουν λόγο για την «Κοίμηση» (που τη λένε Dormitio), διευκρινίζουν αμέσως, ότι πρόκειται για μιαν βυζαντινήν, δηλαδή ανατολικήν, ορθόδοξον εορτήν. Το αξιοπρόσεκτον είναι, ότι όταν αναφέρουν τη φράση: «ο θάνατος της (αει­παρθένου) Μαρίας», σπεύδουν να εξηγήσουν, ότι πρόκειται για κάτι, το οποίον οι άλλοι, π.χ. οι ορθόδοξοι, δέχονται, ενώ οι ίδιοι, οι παπικοί, αυτόν τον «θάνατον» της Θεοτόκου τον εννοούν με άλλην σημασίαν, του δίδουν άλλο νόημα, μοναδικό, θεωρώντας τον «θάνα­τόν» της μη πραγματικόν, μη σωματικόν θά­νατον. Τον θεωρούν μόνον «κατ’ αναλογίαν» προς τον πραγματικόν θάνατον των λοιπών ανθρώπων, που σημαίνει ότι εννοούν τον «θά­νατον» της Θεοτόκου ως… «μη θάνατον»!!! Και για να μη θεωρηθούμε «φιλοκατήγοροι», θα τεκμηριώσουμε τους ισχυρισμούς μας ανα­φερόμενοι σε επίσημα κείμενα του πάπα, κα­θώς και σε εκείνα σημαινόντων παπικών.

Την 1ην Νοεμβρίου του 1950, ο Πά­πας Πίος ο 12ος εξέδωσε Εγκύκλιον-Βούλλαν παπικήν, η οποία, -όπως συνηθίζεται να ονομάζονται οι παπι­κές Βούλλες απ’ τις δύο-τρεις αρχικές λέξεις τους-, είναι γνωστή με την ονομασίαν: «Munificentissimus Deus» (=Ο Μεγαλοδωρότατος Θεός), με την οποίαν ο ρωμαίος Ποντίφηκας ανακήρυσσε σε δόγμα της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας την διδασκαλίαν περί της «Μεταστάσεως» της Παναγίας μας στον Ουρανό, με τα εξής ακριβώς λόγια, μεταφρασθέντα από τα λατινικά: «Η άσπιλος και αειπάρθενος Θεομήτωρ Μαρία, μετά την ολοκλήρωση της επίγειας διαδρομής της ζωής της, ανελήφθη μετά του σώματος και της ψυχής της εις την ουρανίαν μεγαλειότητα. Συνεπώς, εάν κάποιος, πράγμα που απευχόμεθα να το επιτρέψει ο Θεός, τολμήσει είτε να αρνηθεί είτε συνειδητά να αμφισβητήσει αυτήν την αλήθεια, η οποία καθορίστηκε από εμάς, να ξέρει ότι είναι παντελώς έκπτωτος από την θεϊκήν και καθολικήν Πίστη». (Ρ. Cattin Ο.Ρ. και Η. Th. Conus Ο.Ρ., Heilslehre der Kirche. Documente von Pius IX bis Pius XII, γερμανική έκδοση Α. Rohrbasser, 1953).

Από το λατινικό κείμενο της παπικής Εγκυκλίου, το ύποπτον όσον και επίμαχον για το θέμα μας σημείον είναι ακριβώς η παπική φράση: «expleto terrestris vitae cursu» (=ολοκληρωθείσης της διαδρομής της επίγειας ζωής» (της Παναγίας).

Ισχυριζόμαστε, λοιπόν, ότι εδώ, συνειδητά και σκόπιμα αποφεύγει ο Πάπας να κάνει λόγο για τον θάνατο της Παναγίας μας. Είναι σαν να λέει: «Αφού η Παναγία συμπλήρωσε τον κύκλο του βίου της και έφτασε στο τέρμα της επίγειας ζωής της (δεν απέθανεν, αλλ’ ακριβώς πριν πεθάνει, δηλαδή χωρίς καν να πεθάνει), ανελήφθη με το σώμα και την ψυχήν της στον ουρανό. Ότι δε, στο σημείο αυτό, ο πάπας ενεργεί όχι τυχαία και συμπτωματικά, αλλά συνειδη­τά και σκόπιμα αποφεύγει να μιλήσει για «Κοίμηση», δηλαδή για θάνατον σωματικόν της Παναγίας, κι ότι δεν είμαστε εμείς οι φιλύποπτοι και ευφάνταστοι και επινοητές και αποδίδοντες στον πάπα προθέσεις, που αυτός δήθεν δεν έχει, θα φανεί στη συνέχεια, απ’ τα σχόλια και τις ερμηνείες που παραθέ­τουμε, παρμένες από συγγράμματα των ιδίων των παπικών και μάλιστα των διαση­μότερων απ’ αυτούς, του Γερμανού Michael Schmaus, καθηγητή του Πανεπιστημίου του Μονάχου, που εθεωρείτο ο μεγαλύτερος σύγχρονος μας παπικός δογματολόγος, και του Γάλλου Gervais Dumeige, του εκ των τα πρώτα κατεχόντων, μεταξύ των σημε­ρινών θεολόγων του γαλατικού παπισμού.

Ο Schmaus, λοιπόν, γράφει σχετικά με την ένοχη αποσιώπηση του πά­πα Πίου του 12ου: «Η Εγκύκλιος της δογματοποίησης λέγει μόνον, ότι η Μαρία μετά την ολοκληρωση της επίγειας πορείας της ζωής της… σωματικώς ανελήφθη στον Ουρανό».(Katholische Dogmatik, Band V, Mariologie, S. 246, Max Hueber Verlag, Munchen 19612). Τι όμως εννοεί ο Schmaus, όταν γράφει αυτό το: «λέγει μό­νον»; Κατωτέρω, ο ίδιος, γίνεται σαφέστερος, όταν σχολιάζει ως εξής: «Η Βούλλα της δογματοποίησης δεν παίρνει καμιάν θέση απέναντι σ’ αυτό το θέμα», δηλαδή του θα­νάτου της Παρθένου, (αυτόθι σελ. 242).

Ο δε Γάλλος ομόλογός του, G. Dumeige, είναι εκφραστικότερος, γιατί γράφει γι’ αυτήν την παπικήν Εγκύκλιον: «Η Αποστολική Διάταξη, η ο­ποία αφήνει ανοικτό το θέμα, εάν η Μαρία απέθανεν ή όχι, δίνει μιαν γενική άποψη της ιστορίας αυτής της δοξασίας». (G. Du­meige, La Foi Catholique, p. 234, ed. de l’ Orante, Paris 1996). Άρα, συνειδητά και σκόπιμα παραλείπεται από τον Πάπα η ανα­φορά στον θάνατον της Αειπαρθένου, διότι, απλούστατα, οι παπικοί δεν πιστεύουν ότι έλαβε χώραν αυτός. Επί πλέον, ο θάνατος της Παναγίας μας χαρακτηρίζεται από τον Dumeige ως μία «δοξασία» (croyance). Ξέρουμε, βέβαια, τι θέλει να πει ο Γάλλος παπικός. Οπωσδήποτε, ότι ο θάνατος της Παρθένου δεν είναι πραγματικόν γεγονός, αλλά μια αστήρικτη κι αδέσποτη γνώμη κι όχι μια αλήθεια της χριστιανικής πίστης. Δεν είμαστε, λοιπόν, εμείς οι φιλύποπτοι, ούτε και επινοούμε επινοήσεις, άλλ’ ούτε και αποδίδουμε στο παπικόν κείμενον ανύ­παρκτες σκοπιμότητες και προθέσεις, που αυτό δεν έχει.

Άρα διαπιστώνουμε, πως οι αριστείς του Παπισμού ομολογούν, ότι στο σημείο αυτό της δογματικής διάτα­ξης, ο Πάπας Πίος ο 12ος, συνειδητά και σκόπιμα, κι όχι τυχαία, συμπτωματικά και άδολα παραλείπει να αναφερθεί στην «Κοίμη­ση της Θεοτόκου», και ότι η «Κοίμηση» θε­ωρείται μια απλή «δοξασία» κι όχι αλήθεια της πίστης, κρίνεται δε σαν κάτι το θεολογικώς, τουλάχιστον, «αμφισβητούμενον», ή, μάλλον, κάτι το εμφανώς αθεμελίωτον και παντελώς αστήρικτον. Στο σημείο αυτό, χωρίς να διεκδικούμε προφητική ικανότητα, αφού τα ίδια τα παπικά κείμενα και οι δια­θέσεις, η νοοτροπία και αι παπικές μέθοδοι το δακτυλοδεικτούν, δεν θα κινδυνεύαμε να πέσουμε έξω, εάν προειδοποιούσαμεν, ότι εν ευθέτω χρόνω ένα νέον παπικό δόγμα-έκπληξη θα διατυπωθεί, ότι δηλαδή η Παναγία δεν απέθανε και μάλιστα ότι δεν μπορούσε, και δεν ήταν δυνατόν και δεν έπρεπε να αποθά­νει και γι’ αυτό δεν πέθανε.

Όχι ότι ο Πάπας δεν το έχει ήδη φα­νερώσει το δόγμα αυτό. Εννοούμε βέβαια ότι το διετύπωσεν δια της μεθόδου της αποσιώπησης. Σκοπός του Πά­πα την 1ηνΝοεμβρίου του 1950 δεν ήταν τόσο να διατυπώσει το νέον δόγμα της «Μεταστάσεως της Θεοτόκου». Ήθελε περισσότερον να ρίψει σκιάν στον θάνατον της Παρ­θένου. Αυτόν ήθελε να αρνηθεί ουσιαστικά. Είναι πλατειά γνωστόν ότι το δόγμα του 1950 το προετοίμαζαν ήδη από την Α’ Σύνοδον του Βατικανού, από το 1870. Όμως λίγα χρόνια πριν το 1950, τα πρωτοπαλλήκαρα του παπισμού προλείαναν το έδαφος με την κυκλοφορίαν ειδικών συγγραμμάτων. Εννοούμεν και άλλα, αλλά κυρίως δύο βασι­κά: Την εργασίαν του Martin Jugie («La mort et l’assomption de la Sainte Vierge», Citta del Vaticano 1944) και του Ο. Faller («De priorum saeculorum silentio circa Assumptionem Beatae Mariae Virginis» Roma 1946).

Ο πρώτος απ’ τους δύο, ειδικευμένος σε θέματα σχετικά με τη διδασκαλία, τη ζωή, τα συγγράμματα, την ιστορία της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, -έγραψε μάλιστα και πεντάτομον έργον ειδικά για την δογματικήν διδασκαλίαν των ανατολικών Χριστιανών-, στο μνημονευθέν ανωτέρω έργον του, εξετάζει τα περί του θα­νάτου της Θεοτόκου και καταλήγει στην άρνησή του, προετοιμάζοντας έτσι, εξ χρόνια πριν, την κήρυξη του δόγματος του 1950.

Ο δε δεύτερος, ο Faller, κι αυτός, τέσσερα χρόνια πριν την διατύπωση του νέου παπικού δόγματος, συμπληρώνει και ενισχύει το έργον του Jugie απελευθε­ρώνονται τον δρόμο για την εμφάνιση του δόγματος αυτού, δεδομένου ότι στον ρωμαιο­καθολικό κόσμο υπήρχαν ενιαχού και αντιδράσεις κατά της προετοιμασίας του καινούρ­γιου θεσφάτου. Στο προμνημονευθέν βιβλίον του, ο Faller, μεταξύ άλλων κειμένων, πα­ραθέτει κι ένα απόσπασμα ομιλίας κάποιου άγνωστου άπ’ άλλου πρεσβύτερου Τιμόθεου Ιεροσολυμίτου. Το κείμενο αυτό το χρονολό­γησε ο Faller ως του 4ου αιώνα και το χρη­σιμοποίησε προκειμένου να αποδείξει, ότι απ’ τον 4ο αιώνα η Εκκλησία εδίδασκεν επίσημα, ότι η Παναγία δεν πέθανε. Το απόσπασμα της Ομιλίας του Ιεροσολυμίτη Τιμόθεου αυτό έγραφε. Με την δημοσίευση όμως απ’ τον Faller αυτού του αποσπάσμα­τος και την χρονολόγησή του, ξέσπασεν η θύελλα μεταξύ των επιστημόνων του παπι­σμού. Δεν συμφώνησαν όλοι ότι το απόσπα­σμα είναι του 4ου αιώνα. Μεγάλοι θεολόγοι, φιλόλογοι, ιστορικοί του Πάπα το θεώρησαν πολύ μεταγενέστερον, κατά δύο αιώνες. Πρώτος διαφωνήσας ήταν ο πολύς Β. Altaner («Zur Frage der Definibilitat der Assumptio Beatae Mariae Virginis», εν Theologische Revue 44 [1948], 129-140).

Με τον Altaner συμφώνησαν και άλλοι κο­ρυφαίοι επιστήμονες όπως ο Α. Mai και ο Bardenhewer. Όλοι τους συμφωνούν ότι το κείμενο είναι μόλις του 6ου αιώνα. Αλλά αφού είναι του 6ου αιώνα, δεν έχει και τη σπουδαιότητα που του αποδίδει ο Faller, για τον λόγον, ότι τον 6ο αιώνα έχομεν πλέον άφθονες μαρτυρίες κειμένων που λύνουν τις τυχόν απορίες μας σχετικά με τη θέση της Εκκλησίας στο ζήτημα του θανά­του της Παναγίας.

Και κάτι ακόμη: κι αν το απόσπασμα ήταν του 4ου αιώνα, λέγει ο Al­taner, δεν θα εσήμαινεν ότι η επίσημη Εκ­κλησία απεδέχετο και εκήρυττε τέτοιαν διδα­σκαλίαν, διότι, εκτός των άλλων, ο συγγρα­φέας του είναι και άλλως άγνωστος αλλά και ασήμαντος, για να πούμε ότι εκφράζει την επίσημον Εκκλησίαν, οι δε πηγές που άντλη­σε το περιεχόμενό του είναι και γνωστές και προπαντός ύποπτες. Κατά τον Altaner, μέχρι τον 5ο αιώνα έχομεν σιωπήν των κειμένων για τον θάνατο ή μη της Θεοτόκου. Τέ­λος, γενικώτερα, είναι σίγουρο ότι σωματικόν θάνατον της Παναγίας, δηλαδή χωρισμόν ψυχής εκ του σώματος δεν δέχονται οι παπι­κοί. Περιοριζόμαστε γι’ αυτό να παραπέμ­ψουμε στο κεφάλαιον που αφιερώνει ο Schmaus με τον τίτλον: Ο θάνατος της Μα­ρίας (Schmaus, μνημ. έργον, σελ. 241-242).

Πάντως, δεν θα αναπτύξουμε τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι παπικοί για να αποδείξουν το γιατί η Παναγία δεν μπορούσε να πεθάνει και το γιατί δεν πρέπει να πέθανε. Ούτε θα αντι­παρατάξουμε ορθόδοξα επιχειρήματα για να αποδείξουμε το γιατί έχουν άδικον οι παπι­κοί. Αυτά είναι ξεχωριστά ζητήματα, που θα μας έδινε μεν χαρά να τα αναπτύξουμε, εάν βέβαια μας το επέτρεπεν η στενοχωρία του φυλλαδίου μας, που και για μας αποτελεί εξ ίσου μεγάλην, προς το παρόν, στενοχωρίαν. Ο κίνδυνος, όμως, απ’ τον Παπισμό, δεν είναι μόνον το ότι εισάγει νέα, ανήκουστα, αστήρικτα, καινοφανή και αιρετίζοντα δόγμα­τα στην Εκκλησίαν του. Γιατί, με γειά του, με χαρά του!, όπως στις περιπτώσεις αυτές λέμε. Του Πάπα είναι η παπική Εκκλησία κι ό,τι θέλει την κάνει.

Εμάς δεν μας πέ­φτει λόγος. Έχει δικαίωμα να είναι νοικοκύ­ρης στο σπίτι του! Ίσως όμως πει κάποιος: -«Αλλά τότε, τι κάθεσθε και ασχολείσθε με τέτοια θέματα, που δεν αφορούν εμάς τους Ορθοδόξους και είναι εσωτερικά ζητήματα του παπισμού;» Απαντώμεν: Αν ασχολούμε­θα μ’ αυτά τα θέματα και τους δίνουμε αυτές τις προεκτάσεις, είναι γιατί και στο παρελθόν, και σήμερα δυστυχώς, αλλά και στο μέλλον, -αλλοίμονον!…-, ο παπισμός ήξερε, ξέρει, και θα ξέρει, απ’ την αιωνόβια πείρα του, την μεγάλη τέχνη του «Εξαγωγι­κού Εμπορίου» του. Εννοούμεν, δηλαδή, ότι ο Παπισμός δεν περιορίζεται σε εσωτερική κατανάλωση, αλλά εξάγει τις διδασκαλίες του και τις διαδίδει διεθνώς.

Γι’ αυτό ασχολούμεθα με το θέμα αυτό, και το θίγουμε σε δύο μάλιστα φάσεις: Πρώτον, θέλαμε να αποδεί­ξουμε -και πιστεύομεν ότι ευκρινώς και ικανοποιητικά το πραγματευθήκαμε-, ότι ο πα­πισμός δεν δέχεται σωματικόν θάνατον της Θεοτόκου. Δεύτερον. Θα αποδείξουμε κατω­τέρω, ότι όντως η Ορθόδοξος Εκκλησία δέ­χεται και κηρύττει και εορτάζει και πανηγυ­ρίζει την «Κοίμησιν», διδάσκουσα ότι η Πα­ναγία πρώτον απέθανεν σωματικώς και εν συνεχεία μετέστη εν σώματι στον Ουρανόν, Αυτό το δεύτερον θα αποδειχθεί στη συνέ­χεια.

Γιατί όμως είναι αναγκαίον και χρησιμότατον να αποδειχθούν οι δύο αυτές προτάσεις; Απλούστατα, γιατί οι πα­πικοί στην μανιώδη προσηλυτιστική τους προσπάθεια χρησιμοποιούν αυτές τις δύο φά­σεις: Πρώτον: στην αρχή ισχυρίζονται ότι δεν αρνούνται τον θάνατον της Παναγίας ή, ότι τον εννοούν με άλλην έννοιαν, και ότι, άρα, τους αδικούμε αποδίδοντάς τους ανακριβώς αντιλήψεις που και οι ίδιοι δήθεν απορρί­πτουν.

Δεύτερον: στη δεύτερη φάση, όταν δηλαδή, δεν πείσουν με την πρώτη, λέγουν το εξής: – «Ναι, όντως δεν δεχόμεθα ότι η Παναγία πέθανε, άλλ’ ούτε η Ορθόδοξος Εκκλησία δέχεται τον σωματικόν θάνατο της Παναγίας. Να, γιατί, αγαπητέ αναγνώστα, χρειάζεται να συμπληρώσουμε την έρευνά μας και να δούμε, εάν όντως η Ορθόδοξος Εκκλησία δέχεται ή όχι τον σωματικόν της Παναγίας θάνατον πριν από την Μετάστασή της στους Ουρανούς.

Δέχεται η Ορθόδοξος Εκκλησία τον πραγματικόν και αληθινόν σωματικόν θάνατον της Θεοτόκου, δηλαδή τον χωρισμόν της αγίας ψυχής της από το πανάχραντο σώμα της, πριν απ’ την Μετάσταση στους Ουρανούς;

Επειδή είναι γενικά αναγνωρισμένον και αποδεκτόν, ότι η διδασκαλία και το δόγμα εμπεριέχονται στην Λα­τρεία και, επομένως, στην Υμνογραφίαν της Εκκλησίας μας, θα παραθέσουμε όσον το δυ­νατόν συστηματικώς κατανεμημένα αποσπά­σματα από την Υμνολογίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, για να δούμε ποια είναι η επίσημη θέση της στο επίμαχο ζήτημα: Οι παραθέσεις γίνονται από το Μηναίον Αυγού­στου (Έκδ. Αποστολ. Διακονίας, 1989). Οι σελίδες είναι αυτές του Μηναίου. Πρώτον.
Η ορθόδοξος Υμνολογία, για να δηλώ­σει την αποδημίαν της Θεοτόκου, χρησιμοποιεί τους όρους: Κοίμησις, Θάνατος, Νέκρωσις: π.χ. Κοίμησις
– «Και ύμνησε θεοπρεπώς, σου την θείαν Πανάμωμε Κοίμησιν» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή στ’, σελ. 78).

– «τους υμνητάς της φαιδράς σου Κοιμήσεως» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή θ’, σελ. 80).
– «οι Δίκαιοι, εν τη Κοιμήσει σου, Κόρη, υμνολογούντες σε» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή θ’, σελ. 80).
– «Εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε» (Απολυτίκιον ιε’ Αυγ., σελ. 84).

Επομένως, η γιορτή της ιε’ Αυγούστου δεν είναι μόνον η Μετάσταση, αλλά και η Κοί­μηση. Το Συναξάριον της ιε’ Αυγούστου λέ­γει μεν: «Τη ΙΕ’ του αυτού μηνός, Μνήμη της σεβάσμιας Μεταστάσεως…», αλλά αμέ­σως κατόπιν οι στίχοι λέγουν: «Ου θαύμα θνήσκειν κοσμοσώτειραν Κόρην, Του κοσμοπλάστου σαρκικώς τεθνηκότος Ζη αεί Θεομήτωρ, καν δεκάτη θάνε πέ­μπτη».

Το δε περιεχόμενον της Κοιμήσεως αναλυ­τικώς έχει ως εξής: «Την ζωήν η κυήσασα, προς ζωήν μεταβέβηκας, τη σεπτή Κοιμήσει σου την αθάνατον, δορυφορούντων Αγγέλων σοι, Αρχών και Δυνάμεων, Αποστόλων, Προ­φητών, και απάσης της κτίσεως, δεχόμενου τε, ακηράτοις παλάμαις του Υιού σου, την αμώμητον ψυχήν σου, Παρθενομήτορ Θεόνυμφε» (Στιχηρόν προσόμοιον Αίνων ιε’ Αυγ. σελ. 89).
Νέκρωσις:

«Εν τη Κοιμήσει σου, νέκρωσις άφθορος» (Κάθισμα ιε’ Αυγ., σελ. 84) «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν» (Κοντάκιον ιε’ Αυγ., σελ. 87), αυτό σημαίνει ότι ετάφη, και ενεκρώθη, μεν, αλλά, τελικά, διεξέφυγεν αυτών των καταστάσεων.

– «Νέκρωσιν πως υπέστης, η τον νεκρωτήν του Άδου κυήσασα;» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή α’, σελ. 76).
– «Ω θαύματος καινού! ω τεραστίου ξένου! πως νέκρωσιν υπέστη, η ζωηφόρος κόρη» (Στιχηρόν προσόμοιον εσπερ. ιδ’ Αυγ. σελ. 75).
Θάνατος – η Παναγία θνητή: «Γυναίκα σε θνητήν, άλλ’ υπερφυές και Μητέρα Θεού είδότες…» (Κανών Ίωάν. Δαμασκ. Ωδή γ’, σελ. 85).
– «Δια θανάτου γαρ προς την ζωήν μεταβέ­βηκας» (Κανών Ίωάν. Δαμ. Ωδή ζ’, σελ. 86).

– «Πως ουν το άχραντον, ζωαρχικόν τε σου σκήνωμα, της του θανάτου πείρας, γέγονεν μέτοχον,» (Κανών Ίωάν. Δαμασκ. Ωδή ζ’, σελ. 86).
– «όμως μιμούμενη δε, τον ποιητήν σου και Υίόν, υπέρ φύσιν υποκύπτεις, τοις της φύσε­ως νόμοις» (Κανών Α’, Ωδή α’, ιε’ Αυγ. σελ. 85).
– «Νόμους της φύσεως λαθούσα, τη κυήσει σου, τω ανθρωπίνω νόμω θνήσκεις μόνη Αγνή» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή ζ’, σελ. 79). Δεύτερον:

Στην ορθόδοξη Υμνολογία υπογραμμί­ζεται, ότι η ψυχή της Θεοτόκου εχωρίσθη του νεκρού σώματός της. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο ορθόδοξος ορι­σμός του θανάτου. Αναφέρεται, λοιπόν, ότι η Παναγία παρέδωσεν την ψυχήν της εις χείρας του Κυρίου και Υιού της. Ψυχή χωρίζεται σώματος – παραδίδεται:

– «Εν ταίς του Υιού χερσί, σήμερον την Παναγίαν παρατίθεται ψυχήν» (Δοξαστικόν αποστίχων Εσπερινού ιδ’ Αυγ., σελ. 76). -«Εξίσταντο Αγγέλων αι δυνάμεις, εν τη Σιών σκοπούμεναι, τον οικείον Δεσπότην, γυναικείαν ψυχήν χειριζόμενον» (Κανών Ιω­άν. Δαμ., σελ. 88).

Προηγήθη ο θάνατός της ως αρραβών, δηλα­δή, προϋπόσχεση ζωής. Άρα πέρασε απ’ την φάση του θανάτου: «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι, εν σοί, Παρθένε άχραντε…, και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος… και μετά θάνατον ζώσα» (Κανών Ιωάν. Δαμασκ., σελ. 88).

– «Και συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το Πνεύμα» (Εξαποστειλάριον, σελ. 89). Σώμα άψυχον – λείψανον Παναγίας:
– «Ηλάλαζεν Αποστόλων ο δήμος, και δα­κρύων επληρώθη ηνίκα, σου την ψυχήν την αγίαν λιπούσαν, το θεοδόχον τεθέαται σκη νωμα) (Ωδή στ’, σελ. 78).
– «Όθεν ανταπέδωκεν, τοις ανόμοις ο Κύ­ριος, δόλον γαρ ειργάσαντο τω τιμίω Λειψάνω σου» (κάθισμα Θεοτόκου του Όρθρου της ιδ’ Αυγ., σελ. 76).
– «Οι θεοφόροι Απόστολοι…, καταλαβόντες το πανάχραντον και ζωαρχικόν σου σκήνος, εξόχως ησπάζοντο» (Δοξαστικόν Μεγ. Ε­σπερινού ιε’ Αυγ., σελ. 82).
Τρίτον.

Τελείται η κηδεία της Παναγίας: – «Ήθροισται ο χορός, Μαθητών πα­ραδόξως… κηδεύσαι σου το σώμα, το θείον» (Απόστ. μικρ. Εσπερ. ιε’ Αυγ., σελ. 81).
– «Εκ περάτων συνέδραμον, Αποστόλων οι πρόκριτοι, θεαρχίω νεύματι του κηδεύσαι σε» (Στιχηρόν προσόμοιον των Αίνων ιε’ Αυγ., σελ. 89).
– «Δήμος των μαθητών αθροίζεται κηδεύσαι, Μητέρα Θεοτόκον» (Απόστιχον μικρού Εσπερ. ιε’ Αυγ., σελ. 81).
– «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε κηδεύσατέ μου το σώμα» (Εξαποστ., σελ. 81).
– «νεφέλαι τους Αποστόλους, αιθέριους διήρπαζον και κοσμικώς διεσπαρμένους, ομοχώρους παρέστησαν, τω αχράντω σου σώματι, οι και κηδεύσαντες σεπτώς…» (Δοξαστ. Αίνων ιε’ Αυγ., σελ. 89).

Ακολουθεί ταφή. Γίνεται λόγος για «τάφον» της Παναγίας: – «Ο τάφος σου κηρύττει, Πανάμωμε, την ταφήν σου» (Προεόρτ. Καν. Ωδή ε’ σελ. 77). Ενδιαφέρον τούτο. Φαίνεται ότι την εποχήν του υμνογράφου κάποιοι ηρνούντο ότι η Παναγία απέθανεν και ετάφη. Γι’ αυτό ο ποιητής επιχειρηματολογεί, ότι: η ύπαρξη του τάφου σου, ω Παρθένε, μαρτυρεί ότι έγινε και ο ενταφιασμός σου σ’ αυτόν. Απάντησις σε αρνητές της ταφής της Πα­ναγίας.

– «Ω του παραδόξου θαύματος! η πηγή της ζωής, εν μνημείω τίθεται» (Στιχηρά Προσόμοια μεγ. Εσπερ. ιε’ Αυγ., σελ. 82). Και εδώ ύυποδηλούται μάλλον άρνηση εκ μέρους τινών του γεγονότος του ενταφιασμού της Θεοτόκου. Ο ποιητής απορρίπτει κάθε τέ­τοια άρνηση, ακόμη και εκ μέρους της ιδίας της Θεοτόκου!
– «Ει ο ακατάληπτος ταύτης καρπός, δι’ ον ουρανός εχρημάτισεν, ταφήν υπέστη, εκου­σίως ως θνητός, πως την ταφήν αρνήσεται, η απειρογάμως κυήσασα;» (Κανών Ιωάν. Δα­μασκ., Ωδή δ’, σελ. 86).

– «Ω των υπέρ έννοιαν θαυμάτων, της αειπαρθένου τε και θεομήτορος! τάφον γαρ οικήσασα, έδειξε Παράδεισον» (Κανών Ιωάν. Δαμ. Ωδή θ’, σελ. 88).
– «Ήρθη το σώμα μεν του τάφου» (Ωδή ζ’, σελ. 79).

– «Μένει κενός ο θείος τάφος, σου του σώ­ματος, της χάριτος δε πλήρης» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή ζ’ σελ. 79).
– «Πως… η ζωηφόρος κόρη,… τάφω νυν κα­λύπτεται;» (Στιχ. προσόμ. Εσπερ. ιδ’ Αυγ., σελ. 75).

Είναι ποτέ δυνατόν, αγαπητέ αναγνώστα, μετά την ανίχνευση και διακρίβωση αυτή να υποστηρίξει κά­ποιος, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Υμνογραφίαν της, και, επομένως, στην διδασκαλίαν της δεν ομολογεί την θεοτόκον ως: «και θανούσαν και ταφείσαν»; Περιοριζόμεθα σ’ αυτό το σημείο και μόνον. Αυτό αρκεί στον σκοπό που θέσαμε για τη φετεινή γιορτή της «Κοιμήσεως της Θεοτόκου», διότι πιστεύομεν ότι αληθεύει εις τας πλείστας των περιπτώσεων, αλλά και στην πα­ρούσα, το «των φρονίμων ολίγα».