Για το Γενέθλιον της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας

Loading...


ΤΟ

Λίγες ημέρες μετά την έναρξη του στις , η Εκκλησία μας πανηγυρίζει «το Γενέθλιον της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας».

Για το γεγονός αυτό τα ιερά Ευαγγέλια σιγούν. Η ίδια άλλωστε σιγή απλώνεται γύρω από το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της Θεοτόκου. Ελάχιστα είναι τα λόγια της που διασώθησαν. Αρκεί να σημειωθεί πως η προτροπή της στους υπηρέτες στο θαύμα που έγινε από τον Χριστό στην Κανά της Γαλιλαίας, «ο,τι αν λέγη (ο Χριστός) υμίν, ποιήσατε» (Ιωάν. 2,5), είναι τα τελευταία της λόγια που αναφέρουν τα Ευαγγέλια. Από τότε (το θαύμα έγινε στις αρχές του πρώτου έτους της δημόσιας δράσης του Κυρίου) και στο εξής η Θεοτόκος παρακολούθησε σιωπηλή τη δράση του Υιού της και το ίδιο αμίλητη έπνιξε τον πόνο της κάτω από το σταυρό Του.

Τα κενά των Ευαγγελίων για το βίο της Υπεραγίας Θεοτόκου συμπληρώνουν οι απόκρυφες διηγήσεις. Αυτές, γραμμένες από ευσεβείς συγγραφείς και πλουτισμένες από τη φαντασία τους, μας δίνουν πληροφορίες για τη γέννησή της, την παιδική της ηλικία, την κοίμησή της. Η Εκκλησία πήρε από τα κείμενα αυτά τις παραδόσεις που εκείνη θεώρησε αληθινές και τις διαφύλαξε στις εορτές, τους ύμνους, τις εικόνες που καθιερώθηκαν και έγιναν με το υλικό τους.

Μία από τις απόκρυφες διηγήσεις είναι το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, που διηγείται, μεταξύ άλλων, και τα σχετικά με τη Γέννηση της Θεομήτορος. Απ’ αυτό μαθαίνουμε τα ονόματα των γονέων της που είναι Ιωακείμ και Άννα, την ατεκνία τους, την καταγωγή του Ιωακείμ από το βασιλικό γένος του Δαβίδ κ.α. Εδώ διαβάζουμε για τη θλίψη και τα δάκρυα του ανδρόγυνου για την ατεκνία τους, καθώς και τις προσευχές και τις νηστείες τους για να αποκτήσουν παιδί.

Εκτός από το Πρωτευαγγέλιο, ένα άλλο απόκρυφο Ευαγγέλιο, το λεγόμενο του Ψευδο-Ματθαίου, που συμφωνεί βασικά με το Πρωτευαγγέλιο, μιλά για τη γέννηση της Θεοτόκου. Για να καταλάβουμε αυτά που εικονίζονται στην παράσταση της γέννησης της Θεοτόκου, πρέπει να παραθέσουμε μερικά απο­σπάσματα από τη διήγηση του Ιακώβου:

«Και ιδού άγγελος Κυρίου επέστη λέγων αυτή· Άννα Άννα, επήκουσε Κύριος της δεήσεώς σου, και συλλήψει και γεννήσεις, και λαληθήσεται το σπέρμα σου εν όλη τη οικουμένη… Και ιδού ήλθον άγγελοι δύο λέγοντες αυτή· Ιδού Ιωακείμ ο ανήρ σου έρχεται μετά των ποιμνίων αυτού. Άγγελος γαρ Κυρίου κατέβη προς αυτόν λέγων· Ιωακείμ Ιωακείμ, επήκουσε Κύριος ο Θεός της δεήσεώς σου· κατάβηθι εντεύθεν· ιδού γαρ η γυνή σου Άννα εν γαστρί λήψεται… Και ιδού Ιωακείμ ήκε (=ήρθε) μετά των ποιμνίων αυτού, και έστη Άννα προς την πύλην και είδε τον Ιωακείμ ερχόμενον, και δραμούσα εκρε­μάσθη εις τον τράχηλον αυτού… Επληρώθησαν δε οι μήνες αυτής· εν δε τω ενάτω μηνί εγέννησεν Άννα. Και είπεν τη μαία· Τι εγέν­νησα; Η δε είπεν· Θήλυ· Και είπεν Άννα· Εμεγαλύνθη η ψυχή μου εν τη ημέρα ταύτη· και ανέκλινεν αυτήν. Πληρωθεισών δε των ημερών απεσμήξατο Άννα, και έδωκεν μασθόν τω παιδί, και επωνόμασε το όνομα αυτής Μαριάμ» (4,1-5,2).

Όπως βλέπουμε στην παραπάνω διήγηση, η γέννηση της Παναγίας αναγγέλλεται από τον άγγελο ύστερα από πολύχρονη ατεκνία των γονέων της. Άγγελος γνωστοποιεί τη γέννηση και άλλων βιβλικών προσώπων: του Σαμψών, του Σαμουήλ, του Ιωάννη του Προδρόμου. Η γέννηση όμως της Παναγίας διαφέρει, διότι είναι «του Αδάμ η ανάπλασις και της Εύας η ανάκλησις· της αφθαρσίας η πηγή και της φθοράς απαλλαγή, δι᾽ ης ημείς εθεώθημεν και του θανάτου ελυτρώθημεν…» (Δοξαστικό της λιτής).
Τη σύγκριση μεταξύ της μητέρας της Παναγίας και άλλων άτεκνων γυναικών της Αγίας Γραφής κάνει ωραιότατα το γ’ στιχηρό του Εσπερινού της εορτής (του πλ. β’ ήχου): «Ει και θείω βουλήματι, περιφανείς στείραι γυναίκες εβλάστησαν, αλλά πάντων η Μαρία των γεννηθέντων θεοπρεπώς υπερέλαμψεν· ότι και εξ αγόνου παραδόξως τεχθείσα μητρός, έτεκεν εν σαρκί τον απάντων Θεόν, υπέρ φύσιν εξ ασπόρου γαστρός…».

Όπως βλέπουμε σ’ όλα σχεδόν τα τροπάρια της ιερής ακολου­θίας του Γενεθλίου της Υπεραγίας Θεοτόκου, οι ιεροί υμνογράφοι τονίζουν, παράλληλα με τη γέννησή της, και το ρόλο της ως Μητέρας του Θεού. Ακόμη, στη λύση της στείρωσης της Άννας διαβλέπουν κατά τη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας τη λύση της στείρωσης της ανθρώπινης φύσης, η οποία θα απολαύσει τους καρπούς της θείας χάριτος. Η χάρη αυτή «καρπογονείν λαμπρώς απάρ­χεται» με τη γέννηση της Θεοτόκου. Όπως το λέει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «σήμερον αρχή σωτηρίας τω κόσμω». «Εν σοι της φθο­ρας ελυτρώθημεν». Γι’ αυτό «χαράν μηνύει, η γέννησίς σου, πάση τη οικουμένη» , όπως λένε οι υμνογράφοι της εορτής στη Θεοτόκο.

Περιγραφή της εικόνας

Ο βυζαντινός αγιογράφος της εικόνας της γέννησης της Θεοτόκου για την ένταξη των σχετικών σκηνών ακολουθεί το απόκρυφο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου. Σκοπός του είναι να υπογραμμίσει τη θαυματουργική γέννηση της Θεοτόκου. Ταυτόχρονα όμως μένει πιστός στη διδασκαλία της Εκκλησίας του, όπως τη βλέπουμε στα τρο­πάρια της εορ­της. Γι’ αυτό, ενώ εικονίζει τη Θεοτόκο μέσα σε λίκνο (κούνια), ως βρέφος σπαργανωμένο, δεν παραλείπει να γράψει πάνω από το κεφά­λι της τα συνηθισμένα συμπιλήματα ΜΡ-ΘΥ (Μήτηρ Θεού).
Σ’ όλα σχεδόν τα τροπάρια τόσο της εορτής της γέννησης της Θεοτόκου, όσο και της συλλήψεως της αγίας Άννας (9 Δεκεμβρίου), τονίζεται πως η παιδίσκη που γεννήθηκε ή συνελήφθη είναι Μητέρα του Θεού.
Στην εικόνα δεσπόζει η μορφή της αγίας Άννας, που εικονίζεται μισοκαθισμένη στο κρεβάτι. Με το αριστερό της χέρι, που μόλις βγαίνει από το ολοκόκκινο μαφόριό της, στηρίζει το γερμένο κεφάλι της. Είναι βυθισμένη σε ευσεβείς σκέψεις λόγω του παραδόξου θαύματος. Το βλέπουμε στην έκφραση του προσώπου της.
Στη μέση της εικόνας εικονίζονται οι δούλες, οι «παιδίσκες», καθώς και οι επισκέπτριες που σπεύδουν να δώσουν φαγητό στη λε­χώνα και να την περιποιη­θούν. Η μεσαία ίσως να ’ναι η Ιουδίθ, της οποίας το όνομα αναφέρει το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου. Μία από τις δούλες κάνει αέρα με ριπίδιο στην Άννα.Η σκηνή στο επάνω μέρος της εικόνας είναι εμπνευσμένη από τη συνάντηση του Ιωακείμ και της Άννας ύστερα από την είδηση που έφερε ο άγγελος ότι θα αποκτήσουν παιδί. Οι δύο ευτυχισμένοι γονείς αγκαλιάζονται και ασπάζονται στην πύλη του σπιτιού τους (ή κατά τον Ψευδο-Ματθαίο στη Χρυσή πύλη της πόλης). Η αγία Αν­να λέει στον άνδρα της κατά το Πρωτευαγγέλιο: «Νυν οίδα ότι Κύριος ο Θεός ευλόγησέ με σφόδρα…».
Στο δεξιό μέρος της εικόνας εικονίζεται ο Ιωακείμ σε στάση προσευχής. Σ’ αυτή την ιερή στιγμή τον βρήκε ο άγγελος που του μετέφερε τη χαρμόσυνη είδηση. Ο Ιωακείμ βρίσκεται απέναντι από την Άννα, έχει στραμμένο το βλέμμα του σ’ αυτή και συνομιλεί μαζί της. Κοντά στη νεογέννητη Παναγία κάθεται μια παιδίσκη που γνέθει. Σ’ αυτή την παράσταση κυριαρχεί ο τόνος της χαράς. Τα χρώματα των ενδυμάτων είναι ζωηρά, ζεστά, έντονα. Τα πρόσωπα φωτεινά, εκφραστικά, όπως άλλωστε ταιριάζει στην περίσταση: ένα παιδί γεν­νιέται ύστερα από πολλά χρόνια αναμονής.
Κλείνουμε την ανάλυση της εικόνας «η Γέννηση της Θεοτόκου» μ’ ένα απόσπασμα από το εγκώμιο του αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού (Εις το Γενέσιον της Υπεραγίας Θεοτόκου, 1,5):

«Ω ζεύγος λογικών τρυγόνων Ιωακείμ και Άννα το σωφρονέστατον. Υμείς τον της φύσεως νόμον, την σωφροσύνην, τηρήσαντες των υπέρ φύσιν κατηξιώθητε· τετόκατε (=έχετε γεννήσει) γαρ τω κόσμω Θεού μητέρα απείρανδρον. Υμείς ευσεβώς και οσίως εν ανθρω­πίνη φύσει πολιτευσάμενοι, υπέρ αγγέλους και των αγγέλων δεσπόζουσαν νυν θυγατέρα τετόκατε. Ω θυγάτριον ωραιότατον και γλυκύτατον· ω κρίνον αναμέσον των ακανθών εκφυέν εξ ευγενεστάτης και βασιλικωτάτης ρίζης δα­βιτικής… Ω ρόδον εξ ακανθών των Ιουδαίων φυέν και ευωδίας θείας πληρώσαν τα σύμπαντα. Ω θύγατερ Αδάμ και μήτηρ Θεού. Μακαρία η οσφύς και η γαστήρ εξ ων ανεβλάστησας· μακάριαι αι αγκά­λαι αι σε εβάστασαν και χείλη τα των αγνών φιλημάτων σου απο­λαύσαντα, μόνα τα γονικά, ίνα ης εν πάσιν αειπαρθενεύουσα».

[Από το βιβλίο Χρήστου Γκότση, Ο Μυστικός Κόσμος των Βυζαντινών Εικόνων, τομ. 2, 2η εκδ. (Αθήνα: Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, 1995), 43-48].