Διηγήσεις για τον Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου των Σπηλαίων

Loading...


Η θεοφρούρητη εκκλησία των Σπηλαίων δοξάστηκε από τον Κύριο με αξιοθαύμαστα σημεία και κατά τον εγκαινιασμό της, τον Αύγουστο του 1089 , όταν ηγεμόνας στο Κίεβο ήταν ο Βσέβολοντ Γιαροσλάβιτς και ο μητροπολίτης ο Ιωάννης Β΄.

Να τι έγινε ακριβώς:
Μόλις τελείωσε η αγιογράφηση του ναού, οι αδελφοί της Λαύρας θέλησαν να κάνουν τα εγκαίνιά του. Άρχισαν τις ετοιμασίες, αλλά δεν εύρισκαν μονοκόμματη μαρμάρινη πλάκα, κατάλληλη για την αγία τράπεζα του ιερού. Μετά από πολλές και άκαρπες προσπάθειες, κι ενώ κανένας τεχνίτης δεν αναλάμβανε να ετοιμάση μια τόσο μεγάλη πλάκα, αποφάσισαν να κατασκευάσουν μια ξύλινη και μ’ αυτή να εγκαινιάσουν το ναό.

Ο μητροπολίτης Ιωάννης όμως δεν θεωρούσε σωστό να εγκαινιαστή με ξύλινη πλάκα ένας ναός όχι μόνο τόσο μεγαλόπρεπος, αλλά και θεοϊδρυτος και σημειοφόρος. Καθυστερούσε λοιπόν να καθορίση μέρα την εγκαινίων. Αλλ’ αυτή η χρονοτριβή έριξε σε μεγάλη θλίψη τον ηγούμενο Ιωάννη και τους αδελφούς .

Στις 13 Αυγούστου το απόγευμα οι πατέρες άνοιξαν την εκκλησία για τον εσπερινό. Και τι βλέπουν! Μπροστά στο ιερό – ω των θαυμασίων Σου, Κύριε! – μια μεγάλη μαρμάρινη πλάκα και τέσσερις μαρμάρινες κολόνες, ό,τι ακριβώς χρειαζόταν για την κατασκευή της αγίας τραπέζης!
Χωρίς καθυστέρηση ειδοποίησαν τον μητροπολίτη. Κι εκείνος, αναπέμποντας ευχαριστίες στον Κύριο, έδωσε εντολή να ετοιμαστούν για τα εγκαίνια την άλλη κιόλας ημέρα.

Πολλοί προσπάθησαν να εξακριβώσουν από πού, από ποιόν και με ποιο τρόπο ήρθε ξαφνικά η πλάκα εκείνη στην κλειστή εκκλησία. Μάταια όμως. Οι πατέρες της Λαύρας διέδωσαν παντού ότι θα έδιναν αμοιβή τρία ασημένια νομίσματα στον τεχνίτη που θ’ αποδείκνυε ότι κατασκεύασε την πλάκα. Όσο κι αν έψαξαν όμως, όσο κι αν περίμεναν , ο μάστορας δεν βρέθηκε. Ήταν φανερό πως ο ίδιος ο Κύριος, ο προνοητής κάθε καλού, φρόντισε να φέρη στη μονή την αγία τράπεζα, όπου θα παρέθετε το άχραντο Σώμα Του και το τίμιο Αίμα Του.

Ο μητροπολίτης Ιωάννης έπεσε σε θλίψη, γιατί την άλλη μέρα , 14 Αυγούστου, θα έκανε τα εγκαίνια της εκκλησίας μόνος του, χωρίς τη συμμετοχή και άλλων αρχιερέων. Να καλέση τους επισκόπους του των γειτονικών επαρχιών ήταν αδύνατο, λόγω των μεγάλων αποστάσεων. Τι θα έκανε λοιπόν; Τίποτε άλλο, από το να εγκαινιάση το ναό μόνος…

Την άλλη μέρα όμως, λίγο πριν αρχίση η τελετή, παρουσιάστηκαν στη μονή οι επίσκοποι Ιωάννης του Τσερνιγώφ, Αντώνιος του Γιούργιεφ, Λουκάς του Μπέλγκοροντ και Ησαΐας του Ροστώφ.

Έκπληκτος από τον απροσδόκητο ερχομό τους ο μητροπολίτης Ιωάννης τους ρώτησε:
Πώς ήρθατε , αφού δεν μπόρεσα να σας ειδοποιήσω;

Οι επίσκοποι τον κοίταξαν με απορία και αποκρίθηκαν:
– Μα, Βλαντίκα, αφού ήρθε και μας βρήκε ένας νεαρός μοναχός, απεσταλμένος σου! «Στις 14 Αυγούστου», μας είπε, «θα γίνουν τα εγκαίνια της εκκλησίας των Σπηλαίων. Ετοιμαστήτε να πάτε και να συλλειτουργήσετε μαζί με το μητροπολίτη Ιωάννη».

Μάλιστα ο επίσκοπος Αντώνιος του Γιούργιεφ πρόσθεσε:
– Και να σκεφτήτε ότι εγώ ήμουν άρρωστος μέχρι χθες το βράδυ. Ήρθε λοιπόν αυτός ο άγνωστός μου μοναχός και μου είπε: «Αύριο θα γίνουν τα εγκαίνια της εκκλησίας των Σπηλαίων. Να είσαι εκεί». Δεν πρόλαβα να του εξηγήσω πως είμαι άρρωστος , γιατί εξαφανίστηκε. Αλλά τι να δω! Ενώ μέχρι τότε δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου, μετά την αναχώρηση του μοναχού σηκώθηκα όρθιος κι ένιωθα υγιέστατος! Ξεκίνησα αμέσως για το Σπήλαιο, και να, είμαι εδώ σύμφωνα με την εντολή σου!

Ο μητροπολίτης Ιωάννης θέλησε ν’ αρχίση έρευνες για να βρη τους μοναχούς που ειδοποίησαν τους επισκόπους. Δεν πρόλαβε όμως. Γιατί τον καθήλωσε μια φοβερή φωνή, που ακούστηκε από τον ουρανό:

– «Εξέλιπον οι εξερευνώντες εξερευνήσεις»!

Γεμάτος δέος ο ιεράρχης ύψωσε τα χέρια προς τον ουρανό και είπε:
– Ω παναγία, Κυρία Θεοτόκε! Όπως κατά την αγία κοίμησή σου κάλεσες τους αποστόλους από τα πέρατα της οικουμένης για να παραβρεθούν στη σεπτή ταφή σου, έτσι και τώρα κάλεσες τους διαδόχους των αποστόλων και συλλειτουργούς μου για τα εγκαίνια του ιερού ναού σου! Ευλόγησε το έργο μας για τη δόξα του Θεού και τη δική σου!

Ιερό ρίγος διαπέρασε όλους τους δούλους του Θεού- επισκόπους, ιερείς, μοναχούς, λαϊκούς- που αυθόρμητα και με δάκρυα κατανύξεως φώναζαν:

– Κύριε ελέησον! Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς!…
Αλλά να! Θαύματα ακολουθούσαν τα θαύματα, Γιατί σε λίγο, ενώ γινόταν η ακολουθία των εγκαινίων, την ώρα που βρίσκονταν όλοι έξω από το ναό κι έκαναν γύρω του την καθιερωμένη λιτανεία, συνέβη κι άλλο παράδοξο.

Όταν πλησίασαν στην κλεισμένη πύλη της εκκλησίας, ψάλλοντας το «άρατε πύλας, οι άρχοντες ημών, και επάρθητε, πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης», κανείς δεν είχε μείνει μέσα για να ρωτήσει το «τις εστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης».
Σιωπή αμηχανίας επικράτησε για λίγα δευτερόλεπτα.
Και αμέσως μετά ακούστηκε μια υπέροχη, μυριόστομη ψαλμωδία από το εσωτερικό του ναού:

«Τις εστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης;»

– «Κύριος κραταιός και δυνατός , Κύριος δυνατός εν πολέμω, Κύριος των δυνάμεων, αυτός εστιν ο βασιλεύς της δόξης».

Τι θείο μέλος ήταν εκείνο! Όλοι τ ’ άκουγαν συνεπαρμένοι, νομίζοντας πως βρίσκονται όχι στη γη, μα στον ουρανό.
Μόλις όμως μπήκαν στην εκκλησία δεν βρήκαν κανένα μέσα! Ήταν άδεια…

Κατάλαβαν τότε πως ο Κύριος είχε επιτελέσει ένα ακόμα θαυμαστό σημείο, στέλνοντας αγγέλους να διακονήσουν στον εγκαινιασμό του ναού της Παναγίας Μητέρας Του.

Από το βιβλίο: «ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ» – Απόδοση από τα ρωσικά – Αρχιμ. Τιμοθέου Καθηγουμένου Ι. Μονής Παρακλήτου