Υπήρξε γάμος της Θεοτόκου; Ένα ανιστόρητον μύθευμα ως προτεσταντικόν επιχείρημα

Loading...


Του πρωτ. π. Βασιλείου Α. Γεωργοπούλου, Επικ. Καθ. Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Με αφορμή τις παλαιότερες και νεότερες ρωμαιοκαθολικές υπερβολές και καταχρήσεις (Μαριολογικά δόγματα και συναφείς θεολογικές γνώμες), είναι γνωστή ιστορικά η αρνητική και απορριπτική στάση του Προτεσταντισμού, απέναντι στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας.
Η αρνητική αυτή προτεσταντική στάση αποτυπώνεται και καταγράφεται ευρύτερα και στα πλαίσια των διαχριστιανικών διαλόγων, καθώς και εκεί, όπως ομολογούν λ.χ. και Διαμαρτυρόμενοι θεολόγοι1, το πρόσωπο της Θεοτόκου παραμένει ένα πολύ δύσκολο θέμα, για να υπάρξει μια κοινή βάση δογματικής συμφωνίας και αποδοχής.

Η προτεσταντική αντίθεση στο πρόσωπο της Θεοτόκου στον Προτεσταντικό χώρο, στα πλαίσια της επιχειρηματολογίας της, πολλές φορές θα υιοθετήσει και ανιστόρητα μυθεύματα στην προσπάθειά της να δικαιολογήσει αντίστοιχες δογματικές τοποθετήσεις της. Ένα τέτοιο μύθευμα είναι και ο υποτιθέμενος γάμος, κατ’ αυτούς πάντα, της Κυρίας Θεοτόκου με τον μνήστορα Ιωσήφ.

Αυτό το ανιστόρητο μύθευμα το βλέπουμε ως θέση, ως δεδομένο, στο Ελληνικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό της Αγ. Γραφής, των προτεσταντικών εκδόσεων «Ο Λόγος», που ανήκουν στην κίνηση που ίδρυσε ο Ελληνοκύπριος Σπύρος Ζωδιάτης (1922-2009) «Advancing Ministries of the Gospel – Προωθώντας τις Διακονίες του Ευαγγελίου»2.
Αναφερόμενος ο προτεστάντης συντάκτης στον συγγραφέα της Καθολικής Επιστολής Ιακώβου γράφει: «Συγγραφεύς της Επιστολής ανέκαθεν υποστηρίζεται υπό της Εκκλησίας ότι είναι ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος κατά τον συγγραφέα Ελβίδιον του 4ου αιώνος υιός του Ιωσήφ και της Μαρίας, του γάμου τού συντελεσθέντος μετά την διά του Πνεύματος Αγίου γέννησιν του Κυρίου»3. Δύο επισημάνσεις πρέπει να κάνουμε εν προκειμένω.

Πρώτον αναφέρει ως δεδομένο γάμο του μνήστορος Ιωσήφ και της Υπεραγίας Θεοτόκου. Τέτοιος γάμος όμως δεν έγινε ποτέ4. Το μύθευμα το παραθέτει ως δεδομένο. Δεύτερον επικαλείται και παραπέμπει στον Ελβίδιο, τον οποίο χαρακτηρίζει απλώς ως συγγραφέα του 4ου αιώνα. Αποσιωπά όμως το γεγονός ότι ο Ελβίδιος είναι γνωστός αιρετικός5 του 4ου αιώνα, μαθητής του Αρειανού Αυξέντιου6, ο οποίος πολέμησε την Αειπαρθενία της Θεοτόκου υποστηρίζοντας ότι, μετά τη γέννηση του Κυρίου, παντρεύτηκε τον Ιωσήφ και απέκτησε μαζί του και άλλα παιδιά7.

Τις απόψεις του Ελβίδιου τις έχει αναιρέσει διεξοδικά ο άγιος Ιερώνυμος8. Βεβαίως ο Ελβίδιος δεν πρωτοτυπούσε. Τις ίδιες θέσεις για την Θεοτόκο Μαρία υποστήριζαν και οι αιρετικοί Αντιδικομαριανίτες, όπως μας πληροφορεί ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου:«Ἀντιδικομαριανιτῶν γάρ τινές, ὥσπερ ἐχθρίαν πρός τήν Παρθένον ἔχοντες καί βουλόμενοι κατευτελίζειν ἐκείνης τό κλέος, φθόνῳ τινί ἀρθέντες ἤ σφάλματι καί χρᾶναι βουλόμενοι διανοίας ἀνθρώπων, ἐτόλμησαν λέγειν τήν ἁγίαν Μαρίαν μετά τήν τοῦ Χριστοῦ γέννησιν ἀνδρί συνῆφθαι, φημί δέ αὐτῷ τῷ Ἰωσήφ»9.

Ο Έλληνας Διαμαρτυρόμενος, όπως αβιάστως προκύπτει από τις θέσεις του, όχι μόνο χρησιμοποίησε ιστορικοδογματικές ανακρίβειες, αλλά επιπλέον με την πρακτική του αυτή, δυστυχώς ταυτίστηκε με αρχαίους αιρετικούς.
Έτσι επιβεβαιώνεται η θέση του επιφανούς και λογίου κληρικού του 20ου αιώνα, αειμνήστου Κων/νου Καλλινίκου, ότι τη Θεοτόκο ο Προτεσταντισμός την: «Κατέρριψεν εἰς τό ἐπίπεδον κοινῆς γυναικός, ἀσυστόλως μετά τοῦ Ἰωσήφ παιδοποιούσης τήν, ἐν ᾗ ἡ ἀπρόσιτος Θεότης κατεσκήνωσε καί ὡς κρίνον ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν ἡρετίσατο»10.

Σημειώσεις:
1. Βλ. Η.Dufel,Maria I, evang.Sicht, στό H. Kruger u.a (Hrsg), Okumene Lexikon., 1983, στ. 778. Πρβλ.J. Feiner – L. Vischer (Hrsg), Neues Glaubensbuch, 1973, σσ. 616-617.
2. Βλ. Πρωτ. Α. Αλεβιζόπουλου, Εγχειρίδιο αιρέσεων και παραχριστιανικών ομάδων, 1991, σ. 350.
3. Βλ. Γ. Ζ. Κωνσταντινίδη, Νέον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν της Αγίας Γραφής, 1985, σ. 361.
4. Αναλυτικά βλ. Μ. Σιώτου, Ο μνήστωρ Ιωσήφ ο κατά Νόμον Πατήρ του Ιησού Χριστού, (Ανάτυπον εκ της Θεολογίας), Αθήναι 1987.
5. Βλ.B. Altaner – B.Stuiber, Patrologie, Sonderausgabe, 1993, σ. 400.
6. Βλ.Gennadius Massiliensis,De Scriptoribus Ecclesiasticis, 32, PL 58, 1077A. 7.Βλ.H. Fr. von Campenhausen, Die Jungfrauengeburt in der Theologie der alten Kirche,1962, σ. 55. J. Huhn, Das Geheimnis der Jungfrau-Mutter Maria nach dem Kirchenvater Ambrosius, 1954, σσ. 193-194. π. Γ. Φλωρόφσκυ, Οι Βυζαντινοί ασκητικοί και πνευματικοί πατέρες, (μετ. Παν. Πάλλη), 1992, σσ. 113 – 117.
8. Βλ. O. Bardenhewer, Geschichte der altkirchlichen Literatur, Band 3, 19623,σ. 55.H.Fr. von Campenhausen, Lateinische Kirchenvater, 19866, σσ.125 – 126.
9. Βλ. Επιφανίου Κύπρου, Πανάριον. Αίρεσις 78, PG 42, 700C.
10. Βλ. Πρωτ. Κ. Καλλινίκου, Θεοτοκιάς, 19582, σ.51.



Ετικέτες