Όταν ο Γέροντας Παΐσιος μιλούσε με παραβολές

Loading...


Κάποτε έφτασε στο καλύβι του Γέροντα ένας κοσμικός, πού δεν γνώριζε από μοναχισμό.

Έτυχε να μη υπάρχουν άλλοι επισκέπτες. Κάθισε στο πεζουλάκι και παρατηρούσε τα πάντα με περιέργεια. Ο Γέροντας είχε μπει μέσα στο κελί, για να του ετοιμάσει το κέρασμα. Σε λίγο του έφερε το λουκούμι και το νερό και του είπε:
-Από πού μας έρχεσαι, αδελφέ;
-Από τη Θεσσαλία, παπά

-Πώς τα βλέπεις εδώ στο Άγιον Όρος τα πράγματα; -Έχει ωραία φύση και ωραίες ακρογιαλιές. Τα ζηλεύω αυτά. Εσύ,όμως, τι κάνεις εδώ μέρα – νύχτα; Δεν βλέπω ν’ απασχολείσαι με κάτι.

Ο Γέροντας χαμογέλασε και θέλησε να του διορθώσει το λογισμό.
-Βλέπεις τούτες τις πλαγιές, που είναι γεμάτες λουλούδια και μοσχοβολάει ο τόπος; Εγώ τις περιποιούμαι. Όλη τη μέρα κουβαλάω νερό και ποτίζω τα λουλούδια Τι τραβάω ο καημένος! Αλλά και όλο το βράδυ δουλεύω.

Ανάβω τα καντήλια των αστεριών, πού είναι τόσα πολλά τρέχω εδώ κι εκεί να προλάβω. Στο ένα ρίχνω λάδι, στο άλλο αλλάζω φιτίλι, στο άλλο δυναμώνω τη φλόγα. Και τα προλαβαίνω όλα κουράζομαι, βέβαια, πολύ.
Ο επισκέπτης άκουγε το Γέροντα με προσοχή, αλλά δεν μπορούσε να κατανοήσει τον παραβολικό του λόγο. Τα είχε χαμένα. Ήπιε και το υπόλοιπο νερό, που είχε το κύπελλο, σηκώθηκε αμήχανα, έδωσε στο Γέροντα το χέρι του κάπως μουδιασμένα και ξεκίνησε να φύγει.

-Στη ευχή της Παναγίας! του είπε ο Γέροντας. Την άλλη φορά ίσως να μη έχω πολλή δουλειά και να μπορέσουμε να μιλήσουμε.
-Ευχαριστώ πολύ είπε ο επισκέπτης και πήρε το κατηφορικό μονοπάτι για το μοναστήρι των Ιβήρων.

Στο μυαλό του τριβέλιζαν τα δυσεξήγητα λόγια του Ασκητή. Ήθελε κάποιες διευκρινίσεις, άλλα δεν τόλμησε να τις ζητήσει. «Ας είναι», σκέφθηκε. «Ίσως την άλλη φορά μπορέσω να εξηγήσω-μερικά πράγματα» και συνέχισε την οδοιπορία του.

Πρεσβύτερος Διονύσιος Τάτσης Εφημερίδα Ορθόδοξος Τύπος