Επίτιμος Διδάκτορας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων ο Ιερώνυμος

Loading...


Ρεπορτάζ για το Ραδιόφωνο της Εκκλησίας: Μάκης Αδαμόπουλος
Φωτογραφίες: Χρήστος Μπόνης

Επίτιμος Διδάκτορας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων αναγορεύθηκε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος.

Ο Αρχιεπίσκοπος έφτασε στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων συνοδευόμενος από τους Μητροπολίτες Ναυπάκτου κ. Ιερόθεο και Θηβών κ. Γεώργιο και ο πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Ιωαννίνων π. Φιλόθεος Δέδες, ενώ τους υποδέχθηκε ο πρύτανης του πανεπιστημίου κ. Τριαντάφυλλος Αλμπάνης.
Παρόντες ήταν οι Μητροπολίτες Άρτης κ. Ιγνάτιος, Κερκύρας κ. Νεκτάριος, Πρεβέζης κ. Χρυσόστομος, εκπρόσωποι των τοπικών αρχών, των σωμάτων ασφαλείας, καθηγητές, κληρικοί και λαϊκοί.

Η εκδήλωση ξεκίνησε με εόρτιους ύμνους από τον βυζαντινό χορό του Ιερού Ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου Περιβλέπτου Ιωαννίνων και αμέσως μετά ο πρύτανης καλωσόρισε τον Αρχιεπίσκοπο λέγοντας: «η ακαδημαϊκή κοινότητα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων σας καλωσορίζει στους κόλπους της, ως ελάχιστη τιμή και αναγνώριση του έργου και της προσφοράς σας στην ελληνική κοινωνία».

Αναφέρθηκε στη συνέχεια στο φιλανθρωπικό και το κοινωνικό έργο του Αρχιεπισκόπου τονίζοντας πως «το κοινωνικό του έργο ενσαρκώνει, κατά τον καλύτερο τρόπο τα παραγγέλματα της Εκκλησίας. Καθόλη τη διάρκεια της διακονίας του, η συμπαράσταση και η βοήθεια στον συνάνθρωπο γίνονται πράξη με τη δημιουργία κέντρων στήριξης και ανακούφισης για τον πάσχοντα».

Αμέσως μετά χαιρετισμό απηύθυνε ο αναπληρωτής πρόεδρος του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου, καθηγητής ιατρικής κ. Γεώργιος Νάκος, ο οποίος μεταξύ άλλων τόνισε πως «στις δύσκολες στιγμές που περνάει η χώρα μς, από κάθε άποψη, είναι απολύτως αναγκαίο να θυμόμαστε ότι το νεότερο ελληνικό έθνος ανέκτησε την ελληνική του συνείδηση και διαμορφώθηκε πάνω σε δύο καθοριστικούς πυλώνες: την ελληνική γλώσσα και την ελληνική παιδεία από κοινού και την Ορθοδοξία», ενώ αναφέρθηκε στο σημαντικό φιλανθρωπικό, αλλά και κοινωνικό έργο του Αρχιεπισκόπου.

Στη συνέχεια ακολούθησε έπαινος από τον Καθηγητή της Ιατρικής Σχολής κ. Θεόδωρο Ξενάκη, η ανάγνωση των κειμένων του Ψηφίσματος, της Αναγόρευσης και του Διδακτορικού Διπλώματος από την πρόεδρο της Σχολής καθηγήτρια κ. Μαργαρίτα Τζαφλίδου, η περιένδυση του Αρχιεπισκόπου και τέλος η επίδοση των μεμβράνων από τον Πρύτανη.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, ευχαρίστησε για την τιμή να τον αναγορεύσουν επίτιμο διδάκτορα, και στην ομιλία του με θέμα «Διακονία του Θείου Λόγου και του πλησίον» τόνισε πως «η δημόσια παρουσία του Ιησού Χριστού και το κήρυγμα του Ευαγγελίου συνδέθηκαν από την πρώτη στιγμή στη συνείδηση των ανθρώπων με την ευσπλαχνία και την μέριμνα για τους αναξιοπαθείς.

Αυτήν την παρακαταθήκη άφησε ο Χριστός στους μαθητές του και σε όλους εμάς, που είμαστε μέλη της Εκκλησίας «και ό,τι κάνατε σε ένα από τους ασήμαντους αδελφούς μου, σε μένα το κάνατε» (Μτθ. 25, 31-46). Αυτούς τους ασήμαντους αδελφούς του Χριστού διακονεί η Εκκλησία αδιάκοπα και παντοιοτρόπως από τότε μέχρι σήμερα, ακολουθώντας το παράδειγμα και την εντολή Του. Το πράττει όχι ως μορφή ακτιβισμού ή ως ηθικό καθήκον, αλλά ως φυσική έκφραση του τρόπου που υπάρχει η Εκκλησία εν χρόνω, δηλαδή ο τόπους όπου ο Θεός που Αγάπη Εστί» φανερώνεται συνεχώς στη ζωή μας».

Σε άλλο σημείο της ομιλίας του ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρει πως «το οικουμενικό κήρυγμα της αγάπης είναι κοινή πεποίθηση των μαθητών του Χριστού και ο θεμέλιος λίθος της πρώτης Εκκλησίας. Η Χριστιανική αγάπη δεν αποτελούσε ούτε τότε ούτε τώρα μια αφηρημένη πρόταση αλλά μια εφαρμοσμένη αρετή».

Ο Αρχιεπίσκοπος μίλησε, επίσης, για τις διακρίσεις και τόνισε πως για την Εκκλησία όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και οι πιστοί προτρέπονται να ασκούν την ελεημοσύνη προς τους ενδεείς, τους ξένους και τα ορφανά και να αναπτύσσουν το αίσθημα της κοινωνικής και φυλετικής ισότητας και δικαιοσύνης.

Αναφέρθηκε στη συνέχεια στο καθήκον του επισκόπου σύμφωνα με τους αποστολικούς κανόνες λέγοντας πως «η Χριστιανική φιλανθρωπία θεσμοποιήθηκε πολύ νωρίς και στις διοικητικές ευθύνες του επισκόπου συμπεριλαμβάνονταν και η οργάνωση της εκκλησιαστικής φιλανθρωπίας», ενώ υπογράμμισε πως «ο χριστιανισμός είναι επαναστατικός και όσον αφορά στον άνθρωπο και όσον αφορά στις κοινωνικές σχέσεις. Για την Εκκλησία, δεν υπάρχει διάκριση ανάμεσα στον πατρίκιο και τον βάρβαρο, τον πολίτη και τον δούλο, τον κλητό ή τον προσήλυτο».

Σχετικά με την συνήθεια να κατηγορείται η Εκκλησία πως έχει μεγάλη περιουσία, ώστε αφενός να συκοφαντείται αφετέρου να μην υποστηρίζεται από το κράτος φαίνεται ότι είναι πολύ παλαιά, ο ιερός Χρυσόστομος σημειώνει «Ας μη βρίσκουμε προφάσεις κι ούτε να βρίσκουμε σαν δικαιολογία, ότι τάχα η Εκκλησία της Αντιόχειας είναι πλούσια… Όταν βλέπετε τη μεγάλη περιοσυία της, σκεφτείτε συνάμα τα πλήθη των πτωχών στους καταλόγους της, τα πλήθη των αρρώστων της, τις περιπτώσεις των ατελείωτων εξόδων της».

«Ας αφήσουμε έναν Άγιο της Εκκλησίας μας που τίμησε το επισκοπικό αξίωμα να ολοκληρώσει με το δικό του χρυσορρήμονα λόγο την ομιλία μου, συνοψίζοντας όσα προσπάθησα να διατυπώσω σήμερα με την αίσθηση της βαριάς ευθύνης, ότι ο επίσκοπος, παρά τις ατέλειες και τις αδυναμίες του, εντός της Εκκλησίας ίσταται εις τύπον και τόπον Χριστού και στον Χριστό ανήκει εντέλει και η τιμή και η δόξα» είπε ο Αρχιεπίσκοπος και παρέθεσε όσα γράφει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος «η Εκκλησία δεν είναι χυτήριο χρυσού ή εργαστήρι ασημιού, αλλά συνάθροιση αγγέλων.

Έτσι λοιπόν αναζητούμε ψυχές… Για να τιμήσουμε τον Χριστό δεν είναι ανάγκη να προσφέρουμε χρυσά σκεύη ή ασημένια κύπελλα, αλλά να ντύσουμε του Χριστού το σώμα, να ταϊσουμε τον πεινασμένο Χριστό, να ξοδεύσουμε τον πλούτο μας για τους πτωχούς… μια και ο Θεός δεν έχει ανάγκη χρυσών σκευών, χρυσών ψυχών»

alt
alt
alt