Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος: Πορεία και παρακαταθήκη

Loading...


Της Μαίρης Ορφανίδη: Για τους χιλιάδες πιστούς που βρίσκονταν στη Μητρόπολη Αθηνών, τους τηλεθεατές που είχαν συντονιστεί στους δέκτες τους, τους πολιτικούς που παρίσταντο και τους δημοσιογράφους που κάλυπταν ύστερα από πολλά χρόνια την ενθρόνιση ενός νέου Αρχιεπισκόπου, η 9η Μαΐου 1998 στην Αθήνα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το άνοιγμα της αυλαίας.

Για τον νέο, όμως, προκαθήμενο της Ελλαδικής Εκκλησίας Χριστόδουλο -αν συνδέσει κάποιος τα σημεία της ημέρας εκείνης, κοιτώντας εκ των υστέρων προς τα πίσω- ήταν η πρόβα τζενεράλε μιας ολόκληρης θητείας που δεν δίστασε να την κάνει ενώπιον όλων. Λέξη προς λέξη, σημείο προς σημείο, η παρουσία του αλλά και ο λόγος του ήταν οι πρώτες σκηνές ενός ρόλου που έμπαινε δυναμικά στην πλοκή της δημόσιας ζωής της χώρας μας.

Από την πρώτη στιγμή η αμεσότητά του γίνεται αντιληπτή, με τους χιλιάδες πιστούς να τον ραίνουν και να τον χειροκροτούν, φωνάζοντας «άξιος» και ψάλλοντας τη φήμη του «Χριστοδούλου του Μακαριωτάτου και Θεοπροβλήτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, ημών δε πατρός και ποιμενάρχου πολλά τα έτη» στον πεζόδρομο. Ανάλογες σκηνές σαν και αυτές θα επαναλαμβάνονται κατά τη διάρκεια της παραμονής του στον αρχιεπισκοπικό θώκο. Ίδια ενσταντανέ με εκείνα των φωτογραφικών μηχανών όπου ο προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας χαιρετά χαμογελαστός το πλήθος από το μπαλκόνι της Αρχιεπισκοπής θα επαναληφθούν σε κάθε επίσκεψη του σε όλα τα σημεία της χώρας όπου και θα ταξιδέψει.

Η φωνή του, που σπάει από συγκίνηση όταν στην ενθρονιστήρια ομιλία θα αναφερθεί στον άρρηκτο δεσμό του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, θα τον συνοδεύει από τα κηρύγματα στις μικρές ενορίες της Αθήνας έως τα πόντιουμ των λαοσυνάξεων. Οι αδελφοί Καραμαζόφ του Ντοστογιέφσκι και ο Θουκιδίδης, αποσπάσματα των οποίων χρησιμοποιεί στον επιβατήριο λόγο του, θα ακουστούν συχνά στις ομιλίες του, προς έκπληξη κυρίως των νέων. Η ατζέντα των θεμάτων που θα θέσει μέσα στον Μητροπολιτικό Ναό της Αθήνας την ημέρα της ενθρόνισης του ενώπιον πολιτικών θα αφορούσε στο εξής μέρος του δημόσιου διαλόγου της χώρας. Το πρόσωπό του θα κοσμούσε δεκάδες πρωτοσέλιδα εφημερίδων, οι κάμερες θα τον ακολουθούσαν κατά πόδας, το «ελάτε με το σκουλαρίκι» θα γινόταν σλόγκαν μεταξύ της πιτσιρικαρίας, όλοι θέλουν να τον παρακολουθήσουν, ο καθένας για τους λόγους που είχε θέσει ο πρωταγωνιστής της 9ης Μαΐου 1998.

Δύο βδομάδες νωρίτερα, απομεσήμερο της 28ης Απριλίου, εκατοντάδες βλέμματα στρέφονται στο φανάρι του Καθεδρικού Ναού Αθηνών. Το άναμμά του δηλώνει την εκλογή νέου προσώπου στον Αρχιεπισκοπικό θώκο και ένα κύμα από ενθουσιώδη χειροκροτήματα ξεχύνεται στο προαύλιο της Μητρόπολης, με το όνομα του νέου Αρχιεπισκόπου από ψίθυρος να μετατρέπεται σε βοή και να μην είναι άλλο από εκείνο του μέχρι τότε Μητροπολίτη Δημητριάδος και Αλμυρού Χριστόδουλου.

Ανάλογος ενθουσιασμός από πλήθος πιστών και προσδοκίες για μια νέα, πιο ζωηρή διοίκηση και παρουσία της Εκκλησίας της Ελλάδας επικρατεί δέκα μέρες αργότερα στην τελετή ενθρόνισής του. Αλλά και ο νέος προκαθήμενος φαίνεται από την πρώτη του κιόλας ομιλία – επιβατήριο λόγο του να εκπληρώνει τις προσδοκίες για μια Εκκλησία παρούσα, ζωντανή, με άποψη, άρρηκτα συνδεδεμένη με την πορεία της χώρας. «Η Ορθοδοξία είναι όρος επιβίωσης και κεντρικός άξονας της πολιτισμικής και κοινωνικής συνοχής. Αυτό είναι ιστορική πραγματικότητα που κανείς δεν μπορεί να την αρνηθεί, ο λαός μας συνεχίζει να την αποδέχεται. Η Εκκλησία διέσωσε το γένος ως πνευματικότητα και όχι ως ιδεολογία. Κάθε προσπάθεια αποσύνδεσης Ορθοδοξίας και Ελληνισμού συνιστά απειλή για την ενότητα του έθνους και είναι καθήκον μας να μη χαλαρώνουμε τους δεσμούς που μας συνδέουν με την Ορθοδοξία».

Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος που εκλέχθηκε στην τρίτη ψηφοφορία με μεγάλη πλειοψηφία έναντι του Μητροπολίτη Θηβών και σημερινού Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, για να διαδεχθεί, έτσι, τον μακαριστό Σεραφείμ από τον Μητροπολιτικό Ναό της Αθήνας ενώπιον πιστών αλλά και της πολιτειακής και πολιτικής ηγεσίας, θα δείξει αμέσως το όραμά του για τη θέση της Εκκλησίας: «Είναι ευθύνη κυρίως της Ιεραρχίας μας να μελετήσει νέους τρόπους αντιμετώπισης των ραγδαίων εξελίξεων, ώστε η Εκκλησία μας να είναι πάντα στην πρωτοπορία της επίλυσης των πνευματικών και κοινωνικών προβλημάτων του λαού με τη δύναμη του φερέγγυου λόγου της και με συγκεκριμένες καθοριστικές ενέργειες»… «Ποιος μπορεί να πείσει τον απλό Έλληνα ότι η πίστη του χωρίζεται από την ταυτότητα του ως Έλληνα. Γνωρίζω, βέβαια, ότι η ταύτιση αυτή του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας ενοχλεί ορισμένους συνέλληνες, που ισχυρίζονται ότι έτσι παραβιάζονται συνταγματικά δικαιώματα των θρησκευτικών μειονοτήτων της χώρας μας», έλεγε στον ενθρονιστήριό του λόγο ο μακαριστός Χριστόδουλος.

Θέματα που απασχολούν ακόμα και σήμερα τις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας τέθηκαν εκείνη την ημέρα από τον μακαριστό Χριστόδουλο: «Η γλώσσα μας, η διδασκαλία των Θρησκευτικών στα σχολεία μας, η καθοδήγηση της νεολαίας, η συγκρότηση της παραδοσιακής οικογένειας και η εξασφάλιση πρόσβασης των νέων μας στα ιδεώδη μας, όλα αυτά, ναι, αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την επιβίωσή μας και, όπως είναι αδιανόητο να τελειώνουν τα παιδιά σχολείο και να μη γνωρίζουν για την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, έτσι είναι αδιανόητο να μην ξέρουν ποια θεολογία ύψωσε την Αγία Σοφιά».

Η Εκκλησία και η Πολιτεία, θα πει στις 9 Μαΐου, πριν από 19 χρόνια, πρέπει να συνεργάζονται για το συμφέρον του έθνους – και αναφέρεται στο άρθρο 3 του Συντάγματος. Μέσα σε χειροκροτήματα και με δάκρυα, έκλεισε το μάτι στους νέους: «Υπάρχει ένας χώρος που δεν θα σας προδώσει ποτέ, είναι ο χώρος της Εκκλησίας. Ελάτε σε αυτόν, ελάτε στον Χριστό, ελάτε κοντά μας, θα βρείτε ότι έχετε στερηθεί την αληθινή ελευθερία, την αληθινή αλήθεια».

Ήταν πια αργά το απόγευμα, όταν ο περισσότερος κόσμος είχε ευχηθεί στον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο για την εκλογή του, καθώς έπειτα από χρόνια οι πόρτες του Αρχιεπισκοπικού Μεγάρου είχαν ανοίξει. Κληρικοί αλλά και κάποιοι λαϊκοί βρίσκονταν ακόμη κοντά στον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο στο γραφείο του. Από τότε εκατοντάδες μαθητές θα άκουγαν ανέκδοτα στην αίθουσα του θρόνου της Αρχιεπισκοπής, προσωπικότητες της πολιτικής ζωής θα περνούσαν το κατώφλι του αρχιεπισκοπικού μεγάρου, οι άνδρες της ασφάλειας του θα περίμεναν στον κήπο, τα τηλέφωνα θα έπαιρναν φωτιά, με τους δημοσιογράφους να ρωτούν συχνότερα ποιον φωτογραφίζει με αυτήν την ατάκα ο Μακαριότατος, οι κάμεραμαν θα άλλαζαν βάρδια, η οδός Αγίας Φιλοθέης στο κέντρο της Αθήνας θα γινόταν σημείο αναφοράς.

Δύο δημοσιογράφοι θυμούνται

Ο Νίκος Γαραζιώτης, που εργαζόταν εκείνο τον καιρό για το κρατικό ραδιόφωνο, μας λέει: «Η εκλογή του μακαριστού Χριστόδουλου έγινε μέσα σε κλίμα πόλωσης, καθώς άνοιγε μια νέα σελίδα στη ζωή της Εκκλησία της Ελλάδος. Η ενθρόνισή του λίγες ημέρες μετά απασχόλησε τα εγχώρια και ξένα ΜΜΕ, κάτι που τον ακολούθησε σε όλη την 10χρονη πορεία του. Η πολύωρη διαδικασία είχε τινάξει στο ζενίθ την αγωνία τόσο του κόσμου όσο και των δημοσιογράφων και όλοι ήθελαν να έχουν την είδηση πρώτοι. Η ενθρόνιση έγινε μέσα σε επευφημίες των χιλιάδων πιστών και θυμάμαι γινόταν το αδιαχώρητο στο μπαλκόνι όπου είχε βγει για να χαιρετήσει τους πιστούς ο αρχιεπίσκοπος. Το ενδιαφέρον του Τύπου ήταν μεγάλο. Θυμάμαι ότι την επόμενη ημέρα μου έδωσε για πρώτη φορά συνέντευξη. Η εκλογή του Χριστόδουλου δρομολόγησε σημαντικές εξελίξεις στον δημοσιογραφικό χώρο, καθώς όχι μόνον καθιερώθηκε το εκκλησιαστικό ρεπορτάζ, αλλά και για πολλά χρόνια το ανέδειξε ως πρώτο.»

Μαρία Αντωνιάδου: «Ήταν πρωτόγνωρες εικόνες, τόσο στην εκλογή του μακαριστού Χριστόδουλου όσο και στην ενθρόνιση, με χιλιάδες πιστούς συγκεντρωμένους στους δρόμους γύρω από τη Μητρόπολη. Και για εμάς τους δημοσιογράφους ήταν κάτι καινούργιο, καθώς τα τελευταία χρόνια, επί Σεραφείμ, το εκκλησιαστικό ρεπορτάζ είχε ατονήσει. Όλα έδειχναν ότι άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο τόσο στον τόπο όσο και για τον Τύπο, καθώς θυμάμαι ότι ο ανταγωνισμός ήταν μεγάλος για μια είδηση ή δήλωση του μακαριστού Χριστόδουλου, κάτι που συνεχίστηκε σε όλη τη θητεία του».