Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου τα εκκλησιαστικά Ιδρύματα, Προσκυνήματα και Μουσεία

Loading...


Άπαντα τα εκκλησιαστικά Ιδρύματα, Προσκυνήματα και Μουσεία καθίστανται εκκλησιαστικά Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου υπό προϋποθέσεις. 

Αυτό ορίζει ο νέος νόμος και για αυτό η ΔΙΣ εξέδωσε και σχετική εγκύκλιο. Ολόκληρη η σχετική εγκύκλιος έχει ως εξής: 

«Νομικόν καθεστώς Εκκλησιαστικών Ιδρυμάτων, Ιερών Προσκυνημάτων και Εκκλησιαστικών Μουσείων μετά τον νόμον 4235/2014 (ΦΕΚ Α΄ 32/11.2.2014)»

Πρωτ. 2653
Αριθμ. Διεκπ. 1230
Αθήνησι 5η Ιουνίου 2014

Ετέθη εν ισχύι ο νόμος 4235/2014 «Διοικητικά μέτρα, διαδικασίες και κυρώσεις στην εφαρμογή της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας στους τομείς των τροφίμων, των ζωοτροφών και της υγείας και προστασίας των ζώων και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων» (ΦΕΚ Α΄ 32/11.2.2014), διά του οποίου και εις το άρθρον 68 παρ. 1 υποπαρ. 4 και 5α ετροποποιήθη η παρ. 4 του άρθρου 1 και αντικατεστάθη η διάταξις του άρθρου 46 παρ. 3 του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος – Κ.Χ.Ε.Ε. (ν. 590/1977) και καθίστανται άπαντα τα εκκλησιαστικά Ιδρύματα, Προσκυνήματα και Μουσεία ως εκκλησιαστικά Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου υπό προϋποθέσεις.

Συνολικώς, η διάταξις του άρθρου 1 παρ. 4 του Κ.Χ.Ε.Ε. (μετά και την προσθήκην νέων εδαφίων υπό του άρθρου 68 παρ. 1 υποπαρ. 4 του ν. 4235/2014) έχει ως ακολούθως :
«Κατά τας νομικάς αυτών σχέσεις η Εκκλησία της Ελλάδος, αι Μητροπόλεις, αι Ενορίαι μετά των Ενοριακών αυτών Ναών, αι Μοναί, η Αποστολική Διακονία, ο ΟΔΕΠ, το ΤΑΚΕ, το Διορθόδοξον Κέντρον της Εκκλησίας της Ελλάδος, είναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Το Εκκλησιαστικόν Ορφανοτροφείον Βουλιαγμένης, ως και τα λοιπά Εκκλησιαστικά Καθιδρύματα της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και των Μητροπόλεων, τα λειτουργούντα μέχρι της ισχύος του παρόντος και κεκτημένα νομικήν προσωπικότητα, είναι Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, «όπως και τα Ιερά Προσκυνήματα τα εκκλησιαστικά Ιδρύματα και εκκλησιαστικά Μουσεία», λειτουργούν δε επί τη βάσει των υφισταμένων μέχρι σήμερον οργανισμών αυτών, οίτινες δύνανται να συμπληρώνται και να τροποποιώνται εφ’ εξής διά κανονιστικών αποφάσεων, εκδιδομένων υπό «της Ι.Σ.Ι ή της Δ.Ι.Σ κατόπιν προτάσεως» του οικείου Αρχιερέως, δι’ ων θα ρυθμίζωνται τα της διοικήσεως, διαχειρίσεως, ελέγχου και εν γένει λειτουργίας αυτών, ως και  τα της υπηρεσιακής εν γένει καταστάσεως του προσωπικού αυτών.»
*[Αι εντός εισαγωγικών υπογραμμισμέναι φράσεις της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του Κ.Χ.Ε.Ε. προσετέθησαν διά της παραγράφου 1 υποπαρ. 4 του άρθρου 68 του ν. 4235/2014 (ΦΕΚ Α΄ 32/11.2.2014).]

Επίσης συνολικώς, η διάταξις του άρθρου 29 παρ. 2 του Κ.Χ.Ε.Ε. (μετά και την προσθήκην των νέων εδαφίων υπό του άρθρου 68 παρ. 1 υποπαρ. 5α του ν. 4235/2014) έχει ως ακολούθως :
«2. Τα της οργανώσεως, της διοικήσεως και της εν γένει λειτουργίας των Μητροπόλεων ρυθμίζονται δι’ αποφάσεων της Δ.Ι.Σ., δημοσιευομένων διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Αποφάσεις ρυθμίζουσαι ειδικώς θέματα επί μέρους Μητροπόλεων εκδίδονται κατά τα ανωτέρω, τη προτάσει του οικείου Αρχιερέως.

«Η Δ.Ι.Σ. δύναται κατόπιν σχετικής προτάσεως του επιχωρίου Μητροπολίτη, να συστήνει με αποφάσεις της εκκλησιαστικά Ιδρύματα για την προαγωγή μη κερδοσκοπικών φιλανθρωπικών, μορφωτικών, κοινωνικών και πολιτιστικών σκοπών, τα οποία αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και αποκτούν νομική προσωπικότητα από της δημοσιεύσεως της απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Με την απόφαση αυτή εγκρίνεται ο Κανονισμός του εκκλησιαστικού ιδρύματος, ο οποίος περιέχει τους εν γένει κανόνες λειτουργίας και διαχείρισής του, με τους οποίους καθορίζεται οπωσδήποτε η επωνυμία, η έδρα, ο σκοπός του και το εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που το εκκλησιαστικό ίδρυμα επικουρεί, η διοίκησή του, οι πόροι και οι κανόνες διαχείρισης της περιουσίας του, καθώς και οι όροι διάλυσής του. Σε περίπτωση διάλυσης του εκκλησιαστικού ιδρύματος, η περιουσία του περιέρχεται αυτοδικαίως στο εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, τους σκοπούς του οποίου επικουρεί. Εκκλησιαστικό Ίδρυμα που συστήθηκε για τη θεραπεία ορισμένου σκοπού και διαχειρίζεται περιουσία, η οποία διατέθηκε εν ζωή ή αιτία θανάτου σε νομικό πρόσωπο του άρθρου 1 παρ. 4 ειδικά γι’ αυτόν το σκοπό, δεν μεταβάλλει το σκοπό του, ει μη μόνον υπό τους όρους του άρθρου 109 του Συντάγματος και της κείμενης νομοθεσίας για τα κοινωφελή ιδρύματα, αναλόγως εφαρμοζόμενης στην περίπτωση αυτή στα εκκλησιαστικά Ιδρύματα.

Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως στα εκκλησιαστικά Μουσεία της παραγράφου 5 του άρθρου 45 και στα Ιερά Προσκυνήματα της παραγράφου 1 του άρθρου 59.»»
*[Τα εντός εισαγωγικών υπογραμμισμένα εδάφια 3, 4, 5, 6 της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του Κ.Χ.Ε.Ε. προσετέθησαν διά της παραγράφου 1 υποπαρ. 5α του άρθρου 68 του ν. 4235/2014 (ΦΕΚ Α΄ 32/11.2.2014).]

Κατά δε την μεταβατικήν διάταξιν του άρθρου 68, παράγραφος 1 υποπαρ. 5β του ν. 4235/2014 (η οποία δεν ενεσωματώθη και παραμένει εκτός κειμένου του Κ.Χ.Ε.Ε.) προβλέπεται επίσης διά τα ήδη υφιστάμενα Ιδρύματα, Προσκυνήματα και Μουσεία :
«β) Η ισχύς της προηγουμένης ρύθμισης για τα προϋφιστάμενα του παρόντος εκκλησιαστικά Ιδρύματα ανατρέχει στο χρόνο δημοσίευσης κάθε Κανονισμού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, από τον οποίο χρόνο θεωρείται ότι αυτά έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα. Κανονισμοί εκκλησιαστικών Ιδρυμάτων, που δεν πληρούν τους παραπάνω όρους, οφείλουν να προσαρμοσθούν με αποφάσεις της Δ.Ι.Σ. κατά τα ανωτέρω εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός έτους, διαφορετικά συνεχίζουν να λειτουργούν ως αποκεντρωμένη υπηρεσία του εκκλησιαστικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου που επικουρούν. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και στα εκκλησιαστικά μουσεία της παραγράφου 5 του άρθρου 45 και τα Ιερά Προσκυνήματα της παραγράφου 1 του άρθρου 59.»

Α. Η αναγκαιότης της ρυθμίσεως

 Εις ο,τι αφορά εις τα εκκλησιαστικά Ιδρύματα διευκρινίσθηκε το ζήτημα της νομικής των μορφής, το οποίο είχε αμφισβητηθεί από την Ολομέλεια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ. Ολομ. 250/2005) με συνέπεια την αμφισβήτηση της δυνατότητος λειτουργίας των Ιδρυμάτων ως ξεχωριστών νομικών προσώπων έναντι του νομικού προσώπου (Μητροπόλεως, Ενορίας κ.λπ.), το οποίον τα εποπτεύει.

Tο N.Σ.Κ. θεώρησε, ότι ελλείψει ρητής μνείας εις το άρθρον 29 παρ. 2 Κ.Χ.Ε.Ε., τα εκκλησιαστικά Ιδρύματα, που συνιστώνται με Κανονισμούς, τους οποίους ψηφίζει ή Δ.Ι.Σ. (εις το πλαίσιον της αρμοδιότητός Της να ρυθμίζη «τα της οργανώσεως, της διοικήσεως και της εν γένει λειτουργίας των Μητροπόλεων … και ειδικώς θέματα επί μέρους Μητροπόλεων … τη προτάσει του οικείου Αρχιερέως», άρθρον 29 παρ. 2 εδαφ. 1-2), δεν μπορούν να έχουν νομικήν προσωπικότητα (ιδιωτικού δικαίου), εάν δεν έχουν ιδρυθή κατά τας περί Ιδρυμάτων διατάξεις του ΑΚ (108 επομ.) ήτοι άνευ εκδόσεως προεδρικού διατάγματος.

Εις την εκκλησιαστικήν πράξιν έχουν συσταθεί με Κανονισμούς εκκλησιαστικά Ιδρύματα, τα οποία κατά τον Κανονισμόν λειτουργίας των ανεφέροντο είτε ως «εξηρτημέναι υπηρεσίαι αυτοτελούς διαχειρίσεως» του οικείου εκκλησιαστικού Ν.Π.Δ.Δ. (Μητροπόλεως κ.λπ.) είτε ως «μη κερδοσκοπικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου». Η λειτουργία των δευτέρων (άπαντα είχον λάβει Α.Φ.Μ., είχον αναπτύξει συναλλακτικάς εννόμους σχέσεις με τρίτους, είχον δηλωθεί ως εργοδόται εις το Ι.Κ.Α. κ.λπ.) ετέθη υπό αμφισβητήσιν μετά την ανωτέρω γενομένην δεκτήν υπό του Υπουργού Οικονομικών γνωμοδότησιν. Ο νομοθέτης έλυσε το θέμα κατά διττόν τρόπον, διά παγίας και μεταβατικής ρυθμίσεως του ν. 4235/ 2014.

Β. Αυτοτελή και μη αυτοτελή εκκλησιαστικά Ιδρύματα (αι νέαι ρυθμίσεις των εδαφίων 3-6 του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 590/1977 και η υφισταμένη ρύθμισις του εδαφίου 2 του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 590/ 1977).

Αι ρυθμίσεις του ν. 4235/2014 συνεπάγονται ότι από της ενάρξεως ισχύος του ν. 4235/2014 (11.2.2014) :

α) Άπαντα τα υφιστάμενα εκκλησιαστικά Ιδρύματα των εκκλησιαστικών Ν.Π.Δ.Δ. (Μητροπόλεων, Ενοριών, Μονών κ.λπ.) έχουν καταστεί Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου από της 11.2.2014 («αυτοτελή Ιδρύματα»), εφ’ όσον διαθέτουν κανονισμόν λειτουργίας εγκεκριμένον υπό της Δ.Ι.Σ. και δημοσιευμένον εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διά του οποίου πρέπει να καθορίζεται : α) η επωνυμία, β) η έδρα, γ) ο σκοπός του και δ) το εκκλησιαστικόν νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου, το οποίον εκκλησιαστικόν ίδρυμα επικουρεί (τούτο συνήθως προκύπτει ήδη εκ της επωνυμίας του Ιδρύματος, π.χ. Ίδρυμα της Ιεράς Μητροπόλεως τάδε), ε) η διοίκησίς του, στ) οι πόροι και ζ) οι κανόνες διαχειρίσεως της περιουσίας του, καθώς και η) οι όροι διαλύσεώς του (για ποίον λόγον και με απόφασιν ποίου οργάνου διαλύεται).

Επομένως, τα εκκλησιαστικά Ιδρύματα δικαιούνται να έχουν δικόν τους Α.Φ.Μ., μερίδα ιδιοκτησίας εις το Υποθηκοφυλακείον, να απασχολούν και να ασφαλίζουν προσωπικόν ως εργοδόται, γενικώς να συνάπτουν συμβάσεις μετά τρίτων, να υποβάλουν κατ’ έτος φορολογικάς δηλώσεις, εν ολίγοις αναγνωρίζονται ως υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, διαφορετικά του εκκλησιαστικού Ν.Π.Δ.Δ., το οποίον τα εποπτεύει.

β) Εάν υφιστάμενον εκκλησιαστικόν Ίδρυμα έχει Κανονισμόν λειτουργίας, ο οποίος έχει ελλιπείς ρυθμίσεις ως προς τα ανωτέρω 8 θέματα (π.χ. ο Κανονισμός δεν κανονίζει την έδραν, κανόνας διαχειρίσεως, πόρους ή υπό ποίους όρους διαλύεται), δέον όπως εντός έτους, ήτοι έως την 11.2.2015, να προταθή από τον οικείον Μητροπολίτην προς την Δ.Ι.Σ. η συμπλήρωσις των ρυθμίσεων του υπάρχοντος Κανονισμού του, να εγκριθή υπό της Δ.Ι.Σ. και να δημοσιευθή εις το Φ.Ε.Κ., οπότε το Ίδρυμα καθίσταται Νομικόν Πρόσωπον Ιδιωτικού Δικαίου αναδρομικώς (από της δημοσιεύσεως εις το Φ.Ε.Κ. του αρχικού Κανονισμού). Εάν ο τυχόν ελλιπής Κανονισμός δεν συμπληρωθή εντός έτους (11.2.2015), τότε το Ίδρυμα συνεχίζει να λειτουργή, αλλά ως «αποκεντρωμένη υπηρεσία» αυτοτελούς διαχειρίσεως του εκκλησιαστικού Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου («μη αυτοτελές Ίδρυμα»), το οποίον επικουρεί, π.χ. της οικείας Ενορίας, συνεπώς δεν δικαιούται να συνεχίση να έχη (ή να αποκτήση το πρώτον) δικόν του Α.Φ.Μ., να απασχολή και να ασφαλίζη προσωπικόν ως εργοδότης, να συνάπτη συμβάσεις επ’ ονόματί του κ.λπ., αλλά θα συναλλάσσηται το οικείον Ν.Π.Δ.Δ. π.χ. η Μητρόπολις ή Ενορία υπό τον ιδικόν της Α.Φ.Μ. διά τας ανάγκας του Ιδρύματος.

γ) Κατά συνέπειαν, εάν υφίστανται δημοσιευμένοι Κανονισμοί Ιδρυμάτων, οι οποίοι δεν ρυθμίζουν κάτι εκ των ανωτέρω οκτώ (8) θεμάτων και ο οικείος εκκλησιαστικός φορεύς επιθυμεί, ώστε το Ίδρυμά του να λειτουργή ως αυτοτελές νομικόν πρόσωπον, δέον να συμπληρωθή ο Κανονισμός του, εγκριθή υπό της Δ.Ι.Σ. και δημοσιευθή εις το Φ.Ε.Κ. έως την 11.2.2015.

δ) Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι είναι υποχρεωτικόν τα εκκλησιαστικά Ιδρύματα, των οποίων ο Κανονισμός λειτουργίας αναφέρει ότι είναι «αποκεντρωμέναι υπηρεσίαι», να μετατραπούν εις αυτοτελή νομικά πρόσωπα, εάν μέχρι σήμερον δεν είχον λάβει Α.Φ.Μ. και δεν είχον αναπτύξει εννόμους σχέσεις επ’ ονόματί των και δεν επιθυμούν να μετατραπούν εις νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Κατά την διάταξιν του άρθρου 68 παρ. 1 υποπαρ. 5.β του ν. 4235/2014, τα Ιδρύματα αυτά συνεχίζουν νομίμως την λειτουργίαν των ως «αποκεντρωμέναι ή εξηρτημέναι υπηρεσίαι» της οικείας Μητροπόλεως, Ενορίας, Μονής κ.λπ., εάν ο Κανονισμός των αναφέρη ότι έχουν νομικήν μορφήν υπηρεσίας αυτοτελούς διαχειρίσεως.

ε) Ἐάν ὁ ὑπάρχων Κανονισμός ρυθμίζῃ τά ἀνωτέρω ὀκτώ θέματα καί ἤδη ἀναφέρῃ ρητῶς ὅτι τό Ἵδρυμα εἶναι νομικόν πρόσωπον ἰδιωτικοῦ δικαίου ἤ οὐδέν ἀναφέρῃ περί τῆς νομικῆς του μορφῆς (δέν διευκρινίζῃ ἐάν εἶναι νομικόν πρόσωπον ἤ εἶναι ἀποκεντρωμένη ὑπηρεσία αὐτοτελοῦς διαχειρίσεως), τότε ἐκ τοῦ νόμου (ἄρθρον 68 παρ. 1 ὑποπαρ. 5β τοῦ ν. 4235/2014) ἔχει αὐτοδικαίως καταστῆ νομικόν πρόσωπον ἰδιωτικοῦ δικαίου ἀναδρομικῶς ἀπό τῆς δημοσιεύσεως τοῦ ἱδρυτικοῦ τοῦ Κανονισμοῦ. Δύναται, πάντως, νά προταθῇ εἰς τήν Δ.Ι.Σ. ἡ ἐπαναφορά καί μετατροπή τοῦ Ἱδρύματος εἰς «ἀποκεντρωμένην ὑπηρεσίαν», μέ κατάλληλον προσθήκην σχετικῆς μνείας εἰς τόν Κανονισμόν λειτουργίας του, ἐάν δέν ὑπάρχῃ βούλησις νά λειτουργῇ ὡς νομικόν πρόσωπον.

ε) Εάν ο υπάρχων Κανονισμός ρυθμίζη τα ανωτέρω οκτώ θέματα και ήδη αναφέρη ρητώς ότι το Ίδρυμα είναι νομικόν πρόσωπον ιδιωτικού δικαίου ή ουδέν αναφέρη περί της νομικής του μορφής (δεν διευκρινίζη εάν είναι νομικόν πρόσωπον ή είναι αποκεντρωμένη υπηρεσία αυτοτελούς διαχειρίσεως), τότε εκ του νόμου (άρθρον 68 παρ. 1 υποπαρ. 5β του ν. 4235/2014) έχει αυτοδικαίως καταστή νομικόν πρόσωπον ιδιωτικού δικαίου αναδρομικώς από της δημοσιεύσεως του ιδρυτικού του Κανονισμού. Δύναται, πάντως, να προταθή εις την Δ.Ι.Σ. η επαναφορά και μετατροπή του Ιδρύματος εις «αποκεντρωμένην υπηρεσίαν», με κατάλληλον προσθήκην σχετικής μνείας εις τον Κανονισμόν λειτουργίας του, εάν δεν υπάρχη βούλησις να λειτουργή ως νομικόν πρόσωπον.

στ) Εάν υφίστανται Κανονισμοί εκκλησιαστικών Ιδρυμάτων, οι οποίοι αναφέρουν ότι το συσταθέν Ίδρυμα αποτελεί «αποκεντρωμένην» ή «εξηρτημένην υπηρεσίαν» («αυτοτελούς διαχειρίσεως μη κερδοσκοπικού χαρακτήρος») της οικείας Μητροπόλεως, Ενορίας κ.λπ., αλλά το Ίδρυμα έχει αποκτήσει ιδικόν του Α.Φ.Μ. και συναλλάσσεται με τρίτους επ’ ονόματί του και με τον ιδικόν του Α.Φ.Μ., επιβάλλεται η τροποποίησις επί το ορθόν της διατάξεως του οικείου Κανονισμού (εις την οποίαν γίνεται μνεία περί «εξηρτημένης» ή «αποκεντρωμένης υπηρεσίας») με έγκρισιν της Δ.Ι.Σ., ώστε πλέον ο Κανονισμός να αναφέρη ότι πρόκειται περί «νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου» μη κερδοσκοπικού χαρακτήρος, εποπτευομένου υπό της οικείας Μητροπόλεως, Ενορίας κ.λπ.. Σημειούται ότι η ανάπτυξις συναλλαγών και εν γένει εννόμων σχέσεων Ιδρυμάτων υπό τον ιδικόν των Α.Φ.Μ. προϋποθέτει ότι είναι αυτοτελή νομικά πρόσωπα, συνεπώς εάν ο Κανονισμός των αναφέρη ότι είναι υπηρεσίαι της οικείας Μητροπόλεως, Ενορίας κ.λπ. δέον – προκειμένου να νομιμοποιηθή η εν τοις πράγμασιν λειτουργία του Ιδρύματος ως αυτοτελούς νομικού προσώπου– να προταθή υπό του επιχωρίου Μητροπολίτου η διόρθωσις του οικείου άρθρου του Κανονισμού και η αναφορά ότι το εν λόγω Ίδρυμα είναι νομικόν πρόσωπον ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρος, εποπτευόμενον υπό της οικείας Μητροπόλεως, Ενορίας, Μονής κ.λπ.

ζ) Επίσης, είναι δυνατόν και μετά τον ν. 4235/2014 να συνεχίσουν να ιδρύωνται και εν τω μέλλοντι χρόνω «μη αυτοτελή» εκκλησιαστικά Ιδρύματα των Ι. Μητροπόλεων, Μονών και Ενοριών κ.λπ., ήτοι Ιδρύματα, των οποίων ο Κανονισμός λειτουργίας θα αναφέρη ότι είναι αποκεντρωμέναι υπηρεσίαι της οικείας Μητροπόλεως, Ενορίας, Μονής κ.λπ. Τα Ιδρύματα αυτά δύνανται να ιδρύωνται κατ’ επίκλησιν της υπαρχούσης διατάξεως του άρθρου 29 παρ. 2 εδαφ. 2 του ν. 590/1977, η οποία δεν κατηργήθη υπό του άρθρου 68 παρ. 1 υποπαρ. 5α-β. του ν. 4235/2014 και κατ’ εξουσιοδότησιν της οποίας εξεδίδοντο μέχρι του ν. 4235/2014 οι Κανονισμοί λειτουργίας των εκκλησιαστικών Ιδρυμάτων.

η) Επί πλέον διά προσθήκης εις το άρθρον 1 παρ. 4 του ν. 590/1977 διευκρινίζεται ότι οι προϋφιστάμενοι του ν. 590/1977 Κανονισμοί των εκκλησιαστικών Ιδρυμάτων, Προσκυνημάτων ή Μουσείων τροποποιούνται εφ’ εξής «υπό της Ι.Σ.Ι ή της Δ.Ι.Σ κατόπιν προτάσεως του οικείου Αρχιερέως» (αναλόγως προς τας ειδικοτέρας προβλέψεις περί αρμοδιότητος της Ι.Σ.Ι. ή της Δ.Ι.Σ. εις τα άρθρα 29 παρ. 2 (Ιδρύματα), 45 παρ. 5 (Μουσεία) και 59 παρ. 1 (Προσκυνήματα) ν. 590/1977) και όχι υπό του επιχωρίου Αρχιερέως άνευ εγκρίσεως της Δ.Ι.Σ.

θ) Ορίζεται τέλος, ότι η περιουσία διαλυομένου εκκλησιαστικού Ιδρύματος περιέρχεται αυτοδικαίως (ακόμα και εάν ο Κανονισμός σιωπά περί της τύχης της περιουσίας) εις το εκκλησιαστικόν Ν.Π.Δ.Δ., το οποίον επικουρεί (Μητρόπολιν, Ενορίαν, Μονήν κ.λπ.). Το αυτό αναλόγως ισχύει και επί καταργήσεως Ι. Προσκυνήματος ή Εκκλησιαστικού Μουσείου.

 Γ. Ιερά Προσκυνήματα και Εκκλησιαστικά Μουσεία
Αι ρυθμίσεις του άρθρου 29 παρ. 2 εδαφ. 3-6 του ν. 590/1977 «ισχύουν αναλόγως» και διά τα Ιερά Προσκυνήματα και Εκκλησιαστικά Μουσεία. Υπό τους αυτούς ως άνω όρους, δηλ. εάν έχουν Κανονισμόν εγκεκριμένον υπό της Δ.Ι.Σ., ο οποίος ρυθμίζει τα παραπάνω 8 θέματα, τότε και τα υφιστάμενα Ιερά Προσκυνήματα και Εκκλησιαστικά Μουσεία έχουν καταστή Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρος από της 11.2.2014.

Εάν ο Κανονισμός λειτουργίας των δεν ρυθμίζη τα 8 θέματα, τα οποία απαριθμεί η διάταξις του άρθρου 29 παρ. 2 εδαφ. 4 του ν. 590/1977 (α) η επωνυμία, β) η έδρα, γ) ο σκοπός του και δ) το εκκλησιαστικόν νομικόν πρόσωπον, το οποίον εποπτεύει το Ι. Προσκύνημα ή το εκκλησιαστικόν Μουσείον (τούτο συνήθως προκύπτει ήδη εκ της επωνυμίας του π.χ. Προσκύνημα ή Μουσείον της Ιεράς Μητροπόλεως τάδε), ε) η διοίκησίς του, στ) οι πόροι και ζ) οι κανόνες διαχειρίσεως της περιουσίας του, καθώς και η) οι όροι διαλύσεώς του (διά ποίον λόγον και με απόφασιν ποίου οργάνου διαλύεται), δίδεται και διά τα Ιερά Προσκυνήματα και Εκκλησιαστικά Μουσεία προθεσμία έως την 11.2.2015, ώστε να προσαρμόσουν τον Κανονισμόν λειτουργίας των.
Εν εναντία περιπτώσει συνεχίζουν να λειτουργούν, αλλά ως αποκεντρωμέναι υπηρεσίαι του οικείου εκκλησιαστικού Ν.Π.Δ.Δ. (της οικείας Ι. Μητροπόλεως προκειμένου διά τα Ιερά Προσκυνήματα) ή και Ν.Π.Ι.Δ. (της Μητροπόλεως ή Ενορίας ή Μονής ή εκκλησιαστικού Ιδρύματος ή Ιερού Προσκυνήματος κ.λπ. προκειμένου διά τα Εκκλησιαστικά Μουσεία).

Εκ των παραπάνω καθίσταται σαφές ότι Εκκλησιαστικά Μουσεία δύνανται να συστήσουν και τα Εκκλησιαστικά Ν.Π.Δ.Δ. (Μητροπόλεις, Ενορίαι, Μοναί), αλλά και τα Εκκλησιαστικά Ν.Π.Ι.Δ. (Προσκυνήματα, Ιδρύματα) είτε ως αυτοτελή νομικά πρόσωπα (ιδιωτικού δι-καίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρος) είτε ως μη αυτοτελή Μουσεία (π.χ. αποκεντρωμένη υπηρεσία της Μονής ή του Προσκυνήματος).

Δ. Μη εφαρμογή Κώδικος Κοινωφελών Περιουσιών (ν. 4182/2013) εις τα εκκλησιαστικά Ιδρύματα – Απογραφή «κοινωφελών περιουσιών» των εκκλησιαστικών Ιδρυμάτων
Εν κατακλείδι, έχει επίσης εξηγηθή διά προγενεστέρου Εγκυκλίου Σημειώματος (υπ’ αριθμ. 587/298/7.2.2014) ότι, εις την νέαν διάταξιν του άρθρου 29 παρ. 2 εδαφ. 3 του ν. 590/1977, εισήχθη διά του ν. 4235/2014 η εξαίρεσις απάντων των Εκκλησιαστικών Ιδρυμάτων, τα οποία διαχειρίζονται περιουσίας, αι οποίαι διετέθησαν εις εκκλησιαστικούς φορείς εν ζωή ή αιτία θανάτου, από τον Κώδικα Κοινωφελών Περιουσίων (ν. 4182/ 2013, ΦΕΚ Α΄ 185/10.9.2013), αι διατάξεις του οποίου (άρθρα 10-11) προβλέπεται ότι εφαρμόζονται αναλόγως και μόνον διά την ενδεχομένην μεταβολήν του σκοπού των εκκλησιαστικών Ιδρυμάτων, τα οποία διαχειρίζονται διατεθειμένας περιουσίας διά κοινωφελείς σκοπούς εν συνδυασμώ προς το άρθρον 109 του Συντάγματος.

Διευκρινίζεται ότι η ανωτέρω εξαίρεσις από του Κώδικος Κοινωφελών Περιουσιών αφορά περιουσίας, αι οποίαι διατέθησαν εν ζωή ή αιτία θανάτου υπέρ εκκλησιαστικών νομικών προσώπων υπό τον όρον ικανοποιήσεως ωρισμένου κοινωφελούς σκοπού και όχι κληροδοτήματα, τα οποία δεν κατελείφθησαν εις εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα, αλλά απλώς ο επιχώριος Μητροπολίτης προεδρεύει της Διαχειριστικής Επιτροπής αυτών, επειδή ούτως ορίζεται κατά τους όρους της δωρεάς ή διαθήκης.

Συνεπώς, τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα, υπέρ των οποίων έχουν διατεθή περιουσίαι υπό τον όρον θεραπείας κοινωφελούς σκοπού, δύνανται : 1) να συστήσουν κατά το άρθρον 29 παρ. 2 του ν. 590/1977 Εκκλησιαστικόν Ίδρυμα (είτε ως αυτοτελές εκκλ. Ίδρυμα –νομικόν πρόσωπον- είτε ως μη αυτοτελές εκκλ. Ίδρυμα –αποκεντρωμένη υπηρεσία αυτοτελούς διαχειρίσεως), 2) ή να εντάξουν τας ανωτέρω περιουσίας εις ήδη υφιστάμενον Εκκλησιαστικόν Ίδρυμα ως ομάδα περιουσίας αυτοτελούς διαχειρίσεως (διά τροποποιήσεως του Κανονισμού των), το οποίον θα διαχειρίζηται την εν λόγω περιουσίαν ως αυτοτελή ομάδα, σεβόμενον τους όρους και τους σκοπούς τους οποίους έταξεν ο δωρητής ή διαθέτης της περιουσίας. Εις τοιαύτην περίπτωσιν αι εν λόγω περιουσίαι εξαιρούνται των διατάξεων του Κώδικος Κοινωφελών Περιουσιών (ν. 4182/2013 και εφαρμόζονται αναλόγως μόνον αι διατάξεις διά την αλλαγήν του σκοπού των και το άρθρον 109 Συντάγματος).

Περαιτέρω, τα εν λόγω Εκκλησιαστικά Ιδρύματα, τα οποία διαχειρίζονται κοινωφελείς περιουσίας, ακόμα και εάν έχουν αποστείλει αναγγελίας περιουσιών προς τας Διευθύνσεις Κοινωφελών Περιουσιών των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων κατ’ εφαρμογήν του ν. 4182/2013, μετά την 11.2.2014 δεν υπάγονται εις τας διατάξεις του ν. 4182/2013. Επιπλέον και όσαι κοινωφελείς περιουσίαι δεν έχουν ενταχθή εις εκκλησιαστικά Ιδρύματα, αλλά θα ενταχθούν μετά την 11.2.2014 εις εκκλησιαστικά Ιδρύματα κατά τους όρους του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 590/1977 ομοίως εξαιρούνται των διατάξεων του ν. 4182/2013.

 

Εντολή της Ιεράς Συνόδου

Ο Αρχιγραμματεύς

 

† Ο Διαυλείας Γαβριήλ 



Ετικέτες