Ιερώνυμος: Η Εκκλησία δεν είναι δυνατόν να αδιαφορεί και να αποστασιοποιείται από την κοινωνία

Loading...


Ο εορτασμός του ιερού Φωτίου

Ρεπορτάζ για το Ραδιόφωνο της Εκκλησίας: Μάκης Αδαμόπουλος

Στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πεντέλης τιμήθηκε, όπως κάθε χρόνο, η μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Μεγάλου, ο οποίος είναι και ο Προστάτης της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ο εορτασμός ξεκίνησε με το μυστήριο της Θείας ευχαριστίας το οποίο τέλεσε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος.
Παρέστησαν οι Συνοδικοί Ιεράρχες και άλλοι Αρχιερείς, ενώ παρόντες ήταν Καθηγητές των Θεολογικών σχολών Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Αμέσως μετά, πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα του Διορθοδόξου Κέντρου της Εκκλησίας της Ελλάδος, η καθιερωμένη κοινή σύσκεψη της Ιεράς Συνόδου με τους Καθηγητές των Θεολογικών Σχολών.
Στον εφετινό εορτασμό ομιλητής ήταν ο καθηγητής της Κοινωνιολογίας της Θρησκείας και της Κοινωνικής Ηθικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κ. Απόστολος Νικολαϊδης με θέμα: «Η κοινωνική ευθύνη της Εκκλησίας κατά τον Ιερό Φώτιο».

Την έναρξη της ετήσιας κοινής Σύσκεψης της Ιεράς Συνόδου και των Καθηγητών των Θεολογικών Σχολών προς τιμήν της ιεράς μνήμης του μεγάλου και ιερού Φωτίου κήρυξε ο Αρχιεπίσκοπος, ο οποίος στον χαιρετισμό του αναφέρθηκε στην σπουδαιότητα αυτής της συνάντησης λέγοντας πως «είναι πολύ σημαντικό ένας τέτοιος ιερός στόχος να πλησιάζει τους ανθρώπους, να τους ενώνει και να τους αλληλοστηρίζει με λόγους ουσίας και ζωής, και με αυτόν τον τρόπο να συμπληρώνει ο ένας τον άλλον. Δυστυχώς, συμβαίνει να ζούμε σε κόσμο χωρίς επικοινωνία, με αποτέλεσμα συχνά να διατυπώνονται λόγοι στο κενό και τα προβλήματα να μην επιλύονται.

Ο ιερός Φώτιος υπήρξε, κατά τη διατύπωση ενός επιφανούς βυζαντινολόγου, «μια προσωπικότητα που ξεπερνά το κοινό μέτρο και ταυτόχρονα ένας αντιπροσωπευτικός άνθρωπος της εποχής του». Πανθομολογουμένη τυγχάνει η σοφία του ιερού ανδρός, η χαρισματικότητα και ο ένθερμος ζήλος του για την στερέωση της πίστεως, τη διάδοση του ευαγγελικού λόγου, την καλλιέργεια των γραμμάτων, την πνευματική άνθηση. Χειρίστηκε φλέγοντα ζητήματα με σοφή οικονομία και αποτελεσματικότητα σε συνθήκες που άλλαζαν.

Από όλα αυτά τα χαρίσματα δεν θα μπορούσε να λείπει η αντίληψη της ευθύνης και η πρόνοια για τον άνθρωπο. Οπωσδήποτε, ακόμη κι αν διαθέτουμε όλα τα χαρίσματα του Θεού, αλλά στερούμαστε της αγάπης, δεν είμαστε τίποτα. Η αγάπη είναι που δίνει νόημα και αξία και στα άλλα χαρίσματα. Οι αρετές και τα πνευματικά αγαθά από μόνα τους είναι λειψά, αν δεν καλλιεργηθούν ορθά και με την προοπτική να κοινωνηθούν. Η Εκκλησία δεν είναι ποτέ δυνατόν να εφησυχάζει, να αδιαφορεί και να αποστασιοποιείται από την κοινωνία. Δεν νοείται Εκκλησία χωρίς κοινωνική διάσταση, χωρίς υπέρβαση της ατομικότητας.

Κοινό γνώρισμα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας υπήρξε η βαθιά συναίσθηση των πνευματικών τους ευθυνών, ο πόνος και ο παλμός τους για την κοινή ωφέλεια των πιστών, η αγάπη ακόμη και προς όσους βρίσκονταν μακριά από την Εκκλησία. Όποιος κινείται τόσο κοντά στον Χριστό, αντιλαμβάνεται τη ζωή του ως θυσία και διακονία. Η ζωή του συνιστά ταυτοχρόνως και έκφραση της ζωής της Εκκλησίας – έκφραση των πόθων, των αγωνιών και των ελπίδων των ανθρώπων της εποχής του. Γι’ αυτό και άγιοι Πατέρες όπως ο μέγας Φώτιος εξακολουθούν να είναι η συνείδηση του εκκλησιαστικού σώματος στην ολότητά του.
Οφείλουμε, με τη βοήθεια του Θεού, να διασώζουμε αυτή την πολύτιμη ζύμη που δημιουργήθηκε από τέτοιες φωτισμένες μορφές και να την αξιοποιούμε με αγάπη».

Ο κ. Νικολαϊδης στην ομιλία του αναφέρθηκε στους όρους ευθύνη και κοινωνία, ενώ για τον όρο «κοινωνική ευθύνη» είπε πως «είναι σύγχρονος και επομένως είναι μάταιο να τον αναζητήσει κάποιος είτε στην εκκλησιαστική Γραμματεία, επομένως και στον ιερό Φώτιο, είτε στην θύραθεν. Ωστόσο, ό,τι υπονοείται πίσω από αυτή τη φράση αποτελεί πάγια πρακτική της Εκκλησίας, η οποία από τότε που έλαβε σάρκα και οστά κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, όταν δηλαδή θεσμοποιήθηκε η εμπειρία των αυτοπτών και αυτήκοων μαρτύρων των λόγων και των έργων του Θεανθρώπου Χριστού, αισθάνθηκε υποχρεωμένη να είναι ανοικτή στην κοινωνική πραγματικότητα διδάσκοντας, θεραπεύοντας και αναγεννώντας. Με το άνοιγμά της στην κοσμική πραγματικότητα η Εκκλησία επιδιώκει να ενσωματώσει όλους όσους αποδέχονται την πρόσκλησή της για τη μετοχή στην εν Χριστώ σωτηρία που δεν εννοείται γενικά αφηρημένα και απρόσωπα, αλλά πολύ συγκεκριμένα. Πρόκειται για την αποδέσμευση των ανθρώπων από τα συγκεκριμένα πάθη που τους αποξενώνουν από το συνάνθρωπο και τους αλλοτριώνουν από το δημιουργό και σωτήρα τους Θεάνθρωπο Χριστό»

Αναφέρθηκε στη συνέχεια στα χαρίσματα του Αγίου Φωτίου και στην κοινωνική ευθύνη της Εκκλησίας λέγοντας πως «είναι σαφές ότι στην Εκκλησία υπάρχουν θεσμοί και πρόσωπα. Θεσμικά λειτουργούν όσοι έχουν την ευθύνη της διοίκησης, της τελετουργίας των μυστηρίων, της διδασκαλίας και της διαποίμανσης, συμπεριλαμβανομένης και της οργανωμένης φιλανθρωπίας. Προσωπική και διαπροσωπική ευθύνη έχουν όλα τα μέλη του εκκλησιαστικού σώματος, σε όποια θέση και αν βρίσκονται, και αυτή η ευθύνη συνίσταται αφενός στον τρόπο που συλλειτουργούν εντός του εκκλησιαστικού οργανισμού με βάση το ορθόδοξο δόγμα και το ήθος και αφετέρου στον τρόπο που ενεργούν και δραστηριοποιούνται στο ευρύτερο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον.

Η κοινωνική ευθύνη της Εκκλησίας κινείται σε δύο βασικά επίπεδα. Αν κρίνουμε από όσα γράφει ο Χρυσόστομος για το δικό του ρόλο απέναντι στους ανθρώπους και επαναλαμβάνει ο Φώτιος η Εκκλησία είναι διδάσκαλος και έχει την εντολή να συμβουλεύει, έστω και αν κανείς δεν διορθώνεται, αλλά και γιατρός προσφέροντας τα φάρμακα σε όσους υποφέρουν . Ωστόσο πέρα και πάνω από το διδακτικό και φιλάνθρωπο έργο της Εκκλησίας είναι η θεσμική εικόνα με την οποία αυτή εμφανίζεται και ενεργεί. Γιατί είναι προφανές ότι μια αρνητική εικόνα της ορατής Εκκλησίας θα την καθιστούσε όχι μόνο αναξιόπιστη αλλά και επικίνδυνη, με δεδομένο μάλιστα ότι στη διαλεκτική σχέση Εκκλησίας και κοινωνίας ίσχυε πάντοτε η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων»

Έκανε λόγο, επίσης, για την ευθύνη της Ορθόδοξης διδασκαλίας και μαρτυρίας, υπογραμμίζοντας πως «η ευθύνη του ευαγγελισμού ή επανευαγγελισμού των ανθρώπων είναι η κύρια και πρωταρχική ευθύνη της Εκκλησίας. Η Εκκλησία οφείλει να διδάσκει με συνέπεια και ακρίβεια το λόγο του Χριστού, να διαλύει το σκότος της αγνωσίας, να στηλιτεύει το κακό στην ατομική και κοινωνική του διάσταση και να προσφέρει ρεαλιστικές προοπτικές για την άμβλυνση των κοινωνικών προβλημάτων».

Σε άλλο σημείο της ομιλίας του ο κ. Νικολαϊδης επισημαίνει πως «με το κήρυγμά της και την κοινωνική της παρέμβαση η Εκκλησία έχει την ευκαιρία να προβάλλει πρότυπα ενότητας και ορθόδοξου χριστιανικού ήθους αντίστοιχα προς το ορθόδοξο δόγμα για μια ορθή και σωτήρια στάση θεσμών και προσώπων απέναντι στην κοινωνία και τα προβλήματά της».

«Ο Φώτιος επιμένει ότι αρετή υπάρχει όπου υπάρχει και ορθή διδασκαλία, η δε διδασκαλία δεν μπορεί να είναι ορθή χωρίς την αρετή . Οι αρετές είναι εδραιωμένες στην πίστη. Η ορθότητα των δογμάτων προβάλλει την κοσμιότητα της πολιτείας, ενώ η καθαρότητα των πράξεων διακηρύσσει τη θεϊκότητα της πίστης. Το ένα χωρίς το άλλο ξεπέφτει εύκολα και παρασύρεται και δεν μπορεί από μόνο του να εγκατασταθεί στις ψυχές των ανθρώπων . Η νηστεία π.χ. όταν συνοδεύεται από κατάκριση, συκοφαντία και πλεονεξία, φθόνο και κενοδοξία, κάτι που δεν ωφελεί σε τίποτε .

Η δυσαρμονία αλήθειας και ζωής έχει άμεσες συνέπειες στην εκκλησιαστική ζωή. Σ’ αυτήν οφείλονται οι αντιπαλότητες, οι συγκρούσεις και οι ανταγωνισμοί. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση της εναρμόνισης ενός κακόδοξου ήθους με ένα κακόδοξο δόγμα. Γιατί η κοινωνιολογική εμπειρία από την παρατήρηση αρνητικών θρησκευτικών φαινομένων μαρτυρεί πως τόσο οι αιρέσεις όσο και κυρίως τα σχίσματα δεν οφείλονται στην αδυναμία κατανόησης των δογμάτων αλλά στη σκόπιμη παρερμηνεία τους για τον εξαγιασμό φίλαρχων και φιλόδοξων επιδιώξεων. Έτσι είμαστε σχεδόν βέβαιοι, ότι όπου στην Εκκλησία υπάρχουν ψίθυροι, καχυποψίες, ανταγωνισμοί, συγκρούσεις, δαιμονοποιήσεις, σχίσματα και άλλα αρνητικά, η βασική αιτία είναι όχι τόσο η φιληδονία, η φιλοχρηματία ή άλλες ειδωλολατρικές συνήθειες αλλά η φιλαρχία, τα παιχνίδια εξουσίας. Ο λόγος του Χρυσοστόμου είναι πολύ πιο σαφής: «ουδέν ούτως Εκκλησίαν δυνήσεται διαιρείν, ως φιλαρχία» . Όλα αυτά δεν είναι άγνωστα στο Φώτιο γι’ αυτό και επισημαίνει ότι προσφεύγουν ή κατασκευάζουν νέα δόγματα όσοι είναι ερωτευμένοι με την κενοδοξία και την αλαζονεία .
Είναι προφανές ότι μια διηρημένη Εκκλησία δεν μπορεί να πείσει την κοινωνία για την ορθότητα του εκκλησιαστικού της ήθους όσα κηρύγματα και όσες φιλανθρωπικές πράξεις και αν οργανώσει. Γι’ αυτό προέχει η ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος.

Απαραίτητη είναι η με ταπείνωση τήρηση των κανόνων, ιδιαίτερα από όσους διοικούν την Εκκλησία , αλλά κυρίως η ακριβής τήρηση των δογμάτων, μέσα από την οποία προκύπτει ο σύνδεσμος της συγγένειας των αδελφών με αναφορά στον ουράνιο Πατέρα . Αναγκαία είναι επίσης και η συμπαθητική, οικονομική και αγαπητική στάση έναντι των αιρετικών και σχισματικών απορρίπτοντας την αυστηρότητα, η οποία μπορεί να ψυχράνει τους αιρετικούς και να τους αποθαρρύνει να επιστρέψουν. Δεν μπορούμε γράφει να τους κρίνουμε αφ’ υψηλού, γιατί έτσι θα τους απομακρύνουμε, αλλά άνωθεν και σύμφωνα με τους θείους νόμους . Όποιος είναι καθοδόν προς την επιστροφή έχει ανάγκη από στοργή αγάπη και ειλικρινή κατανόηση, λόγω της ιδιαίτερης ψυχολογικής κατάστασης που δημιουργεί το σχίσμα . Ο Φώτιος θεωρεί ότι όσοι απομακρύνθηκαν από την Εκκλησία δεν έπαυσαν να είναι τέκνα του Θεού και αδέλφια των πιστών.

Η αδικία είναι η αιτία για πολλά δεινά. Είναι το χειρότερο όλων των αμαρτημάτων, σημειώνει ο Φώτιος . Οφείλεται δε όχι στη φύση, αλλά στην τυραννική συμπεριφορά έναντι του πλησίον και στην έλλειψη συμπάθειας και την ασπλαχνία . Οι συμφορές πολλών έγιναν ευφροσύνες για κάποιους λίγους . Αδικεί όμως όχι μόνο αυτός που αποστερεί αγαθά από τους ενδεείς, αλλά και αυτός που δεν τους βοηθά . Σημαντικά προβλήματα δημιουργεί η φιλοχρηματία, Ο Φώτιος υπογραμμίζει ότι όσοι έχουν το νου τους στα χρήματα είναι αποξενωμένοι από το Θεό και την αρετή. Όποιος αγαπά τα χρήματα, σημειώνει δεν αγαπά την αρετή. Ως αντίδοτο προβάλλει την ελεημοσύνη η οποία όμως προϋποθέτει το σβήσιμο της φλόγας της πλεονεξίας . Ο πλούτος είναι χάρισμα για καλή χρήση και η φτώχεια επίσης χάρισμα ως συνεργός στη σωτηρία . Δεν εμποδίζεται η δίκαιη κτήση και χρήση υλικών αγαθών αλλά η προσκόλληση και προσήλωση σ’ αυτά . Προέχει η ευσπλαχνία που ο Θεός την έδωσε ως χάρισμα σε όλους πλουσίους, μεσαίους, φτωχούς, άπορους . Κανείς δεν δικαιούται να μην είναι φιλάνθρωπος, έστω και αν αυτή η τάση δεν εκφράζεται ως αυτονόητη. Δεν μπορείς λόγω της φύσης σου, σημειώνει ο Φώτιος, κάντο για την αντιμισθία, και αν δεν το κάνεις γι’ αυτό κάντο για την αποφυγή της κόλασης . Σκέψου τη φλόγα του πλουσίου για να σβήσεις τη φλόγα της φιλαργυρίας. Μη μαζεύεις το χέρι απέναντι στο φτωχό για να μη συμβεί να χρειαστείς δάκτυλο για να σε δροσίσει. Γίνε φιλάνθρωπος για να σου είναι φιλάνθρωπος ο Θεός .
Ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης της αδικίας, όταν πρόκειται για αδικία που αφορά στα υλικά αγαθά ή στον ίδιο τον αδικούμενο ισχύει αυτό το «αν σου δώσει κάποιος ράπισμα στο δεξί μάγουλο, γύρισέ του και το άλλο», αφήνοντας την εκδίκηση στο Θεό. Στην περίπτωση αυτή η σιωπή αυτού που αδικείται κάνει αυστηρότερο τον έλεγχο των αδικούντων . Το σκοτάδι ελέγχεται ίσως αποτελεσματικότερα με την παράθεση του ενάρετου . ‘Όταν όμως πρόκειται για την προσβολή της ευσέβειας τότε ισχύει το του Χριστού «γιατί με κτυπάς», κάτι που σημαίνει ότι δεν δεχόμαστε αδιάφορα την προσβολή (και την αδικία των άλλων), γιατί τότε γινόμαστε συνεργοί της, αλλά με παρρησία γνώμης και γλώσσας διαμαρτυρόμαστε. Στην πρώτη περίπτωση η σιωπή είναι αρετή, στη δεύτερη αποθρασύνεται η ασέβεια . Σε κάθε περίπτωση είναι καλύτερα να προλαμβάνεται (η αδικία) και άλλα κακά, παρά να διαπιστώνονται.

Σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση των κοινωνικών παθών και ιδιαίτερα στην αντιμετώπιση της κοινωνικής αδικίας παίζει ο τρόπος που ασκείται η εξουσία των αρχόντων.

Μεγάλη σημασία δίνει ο Φώτιος στο ήθος της αγάπης, υιοθετώντας πλήρως την περί αγάπης διδασκαλία του Παύλου . Η αγάπη αντιμετωπίζεται ως βασικό εργαλείο κοινωνικής αναφοράς της Εκκλησίας. Τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι πιο αγαθό και ωφέλιμο από αυτή, αλλά και τίποτε πιο κατάλληλο για να συγκρατήσει τη ζωή ή να συγκροτήσει την κοινωνικότητα και την ημερότητα της ανθρώπινης φύσης.

Η αγάπη έχει θεανθρώπινο χαρακτήρα. Αγάπη στον πλησίον χωρίς αγάπη προς το Θεό δεν νοείται. Όποιος αποκόπτεται από την αγάπη του πλησίον αποκόπτεται και από την αγάπη του Θεού . Αλλά και όποιος μισεί τους ανθρώπους μισεί και το Θεό .

Αν εκλείψει η αγάπη αφανίζεται κάθε αρετή, η κοινωνία σπαράσσεται και κάθε πολιτεία καταστρέφεται μαζί με τους νόμους και τους πολίτες . Η αγάπη έχει δύναμη, συνδέει και συγκρατεί.

Εξάλλου χαρίσματα χωρίς αγάπη είναι επικίνδυνα, ακόμη και η πίστη (Ουδ’ η των χαρισμάτων κτήσις χωρίς αγάπης ωφέλιμος») .
Με αυτά τα δεδομένα ο Φώτιος επιμένει πως η αγάπη θα πρέπει να είναι απαραίτητο συνοδευτικό στις αγορές, τους δρόμους, τις πόλεις, τα δικαστήρια, τις ερημιές, τα βουλευτήρια. Όποιος έχει αγάπη δεν πηγαίνει ούτε καν στα δικαστήρια, γιατί η αγάπη είναι πηγή της φιλανθρωπίας, της μακροθυμίας, της καλοσύνης, της επιείκειας, της αοργησίας, της πραότητας, της πίστης, της ελπίδας και της υπομονής. ‘Οπου υπάρχουν αυτά απουσιάζουν οι έριδες, οι φιλονικίες, οι δίκες .

ΜΙλώντας για την ευθύνη της φιλανθρωπίας ο κ. Νικολαϊδης τόνισε πως «η φιλανθρωπία ως μια εκκλησιαστική πρακτική δεν νοείται μονοσήμαντα. Εκφράζει το σύνολο της εκκλησιαστικής παρέμβασης στον κόσμο που κατανοείται ως προέκταση της θείας οικονομίας, έχοντας κατά νουν ότι η διακονία είναι χάρισμα . Έτσι εκτός από ελεημοσύνη ή οργανωμένη κάλυψη των αναγκών των ανήμπορων και των φτωχών φιλανθρωπία σημαίνει 1) αναζήτηση των πλανεμένων και επιστροφή τους στην Εκκλησία. Σε κάθε περίπτωση η Εκκλησία οφείλει να επαναλαμβάνει ό,τι και ο Χριστός, ότι δηλαδή δεν ήλθε για να κρίνει τον κόσμο αλλά να τον σώσει. Ο παρών καιρός δεν είναι καιρός κρίσης αλλά οικονομίας, φιλανθρωπίας, συμπάθειας, καλοσύνης και ανάκλησης . 2) Φιλανθρωπία σημαίνει ακόμη τη μετάδοση της πνευματικής τροφής χωρίς καθυστέρηση και αναβολή, και 3) δηλώνει επίσης την πολυεπίπεδη συμπαράσταση στους εμπερίστατους. Γράφει ο Φώτιος: Αν δεν έχεις χρήματα για ελεημοσύνη επισκέψου τον ασθενή και φυλακισμένο, δείξε συμπάθεια στους πάσχοντες, στάξε δάκρυ για τις δυστυχίες των άλλων.

Η ευθύνη για την άσκηση και δοκιμασία της φιλανθρωπίας ανήκει τόσο στην εκκλησιαστική διοίκηση όσο και στους μεμονωμένους πιστούς. Αποτελεί δε απαραίτητο συνοδευτικό και συστατικό στοιχείο της εκκλησιαστικής ζωής.

Ωστόσο η φιλανθρωπία στην εκκλησιαστική πράξη αποτελεί μέρος ενός όλου που περιλαμβάνει το ορθόδοξο κήρυγμα και τη Θεία Ευχαριστία. Είναι προέκταση του «εκκλησιασμού» και όχι μια αυτόνομη και ανεξάρτητη κοινωνική ακτιβιστική δραστηριότητα, γιατί είναι άλλο να λέμε ότι ο Θεός είναι αγάπη και άλλο η αγάπη είναι Θεός. Η φιλανθρωπία δεν μπορεί να παρακωλύει ή να παραμερίζει το ευαγγέλιο ή να είναι αποξενωμένη από το κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής, από το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.

Στη φιλανθρωπική της δράση η Εκκλησία οφείλει να αποφεύγει τα δύο άκρα. Τον εγκλωβισμό άλλοτε στο ενδοκοσμικό και άλλοτε στο απόκοσμο. Από τη μια πλευρά η παρουσία της Εκκλησίας στην κοινωνία και η ανταπόκρισή της στις άμεσες ανάγκες των ενδεών δεν πρέπει να οδηγεί στην αλλοίωση του χαρακτήρα και της βασικής αποστολής της, όπως ακριβώς ο Θεός είναι παρών στον κόσμο χωρίς να χάνει τη θεότητά του. Από την άλλη είναι παράνομο και δείχνει σκληρότητα η αδιαφορία της Εκκλησίας προς τους συνανθρώπους και η άρνηση προστασίας και πρόνοιας γι’ αυτούς .

Η φιλανθρωπία ασκείται απροϋπόθετα. Προσφέρεται χωρίς διάκριση και δισταγμούς, χωρίς εξέταση ποιος την αξίζει και ποιος όχι.

Η φιλανθρωπία δεν ενεργείται αποσπασματικά ούτε και προσωρινά, αλλά έχει μόνιμο και σταθερό χαρακτήρα.

Ο κ. Νικολαϊδης ολοκλήρωσε την ομιλία του λέγοντας πως «ο ιερός Φώτιος συνδύαζε θεολογία, ποιμαντική ευθύνη και πολιτική εμπειρία. Ένας καταξιωμένος εκκλησιαστικός ηγέτης, όπως ο Φώτιος, είναι αδύνατον να είναι μόνο Πατριάρχης ή σπουδαίος διδάσκαλος ή μαχητής της πίστης ή μέγας ιεραπόστολος, και να μην είναι πατέρας και ποιμένας των πιστών ή σημαντικός κοινωνικός παράγοντας και μάλιστα σε μια κοινωνία όπου η Εκκλησία ήταν πανταχού παρούσα».

Στη συνέχεια ακολούθησε συζήτηση και τέθηκαν ερωτήματα και απορίες μεταξύ των παρισταμένων.

1

Φωτο: Χρήστος Μπόνης

1
1
1
1



Ετικέτες