Πραγματοποιήθηκε η Ημερίδα με θέμα: «Αναστήλωση, Συντήρηση Θρησκευτικών Μνημείων και τόπων Λατρείας» (ΦΩΤΟ)

Loading...


Ο ΓΙΑ ΤΗ

Η διαχείριση του , περιλαμβανομένου του αρχαιολογικού και θρησκευτικού, αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο για την ανάπτυξη της Κύπρου και της ευρύτερης περιοχής της νοτιοανατολικής Μεσογείου, η οποία γενικά βρίθει πολιτιστικού πλούτου, ειδικότερα σε τομείς όπως είναι ο τουρισμός που αποτελεί κινητήριο δύναμη της οικονομίας, ενώ συμβάλλει παράλληλα και στην εξέλιξη του σύγχρονου πολιτισμού, εφόσον επιδρά ουσιαστικά στους τομείς της οικονομίας με τη δημιουργία άμεσων και έμμεσων εισοδημάτων, είπε ο Υπουργός Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων Μάριος Δημητριάδης.

Ο Υπουργός μιλούσε προχθες το απόγευμα στο διεθνές συμπόσιο Κύπρου, Ελλάδας, Ισραήλ με θέμα «Αναστήλωση και συντήρηση θρησκευτικών μνημείων και τόπων λατρείας», που διοργανώθηκε από το Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου (ΕΤΕΚ) και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (ΤΕΕ) και που πραγματοποιήθηκε στην παρουσία του Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ. Θεόφιλου Γ’, στην αίθουσα εκδηλώσεων της Εξαρχίας Παναγίου Τάφου στη Λευκωσία.

Ο κ. Δημητριάδης είπε πως η διαχείριση του πολιτιστικού πλούτου επιδρά συγχρόνως στην πολιτική και κοινωνική ζωή, καθώς μέσα από την ένταξη της ιστορικής γνώσης στην καθημερινότητα του πολίτη, ενισχύει την ταυτότητα και το ρόλο του σε τοπικό και διεθνές επίπεδο.

Άλλωστε, σημείωσε, ο πολιτιστικός τουρισμός δεν περιορίζεται στο θαυμασμό μόνο των αρχαιοτήτων μιας περιοχής, αλλά ταυτόχρονα επεκτείνεται και στην κατανόηση του τρόπου συμπεριφοράς ή του τρόπου σκέψης των ατόμων της περιοχής και την άμεση επαφή τους με τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμά τους.

Ως εκ τούτου, σημείωσε, αναλογιζόμενοι τον πολλαπλό ρόλο της πολιτιστικής κληρονομιάς στη σύγχρονη κοινωνία, θεωρώ ότι η προώθηση του πολιτισμού και η στήριξη δράσεων που ενισχύουν το ρόλο αυτό θα πρέπει να αποτελούν προτεραιότητα.

Ως πολιτικός προϊστάμενος του Τμήματος Αρχαιοτήτων, του κατεξοχήν αρμοδίου Τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας σε θέματα προστασίας, ανάδειξης και προβολής της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού, είπε, θεωρώ ότι καταβάλλονται ιδιαίτερα σημαντικές προσπάθειες για την επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί και προσανατολίζονται προς τη μέγιστη δυνατή γνώση, διαχείριση και ανάδειξη των υλικών καταλοίπων της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου για την προώθηση μιας βιώσιμης και αειφόρου ανάπτυξης.

Ο Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού Κώστας Καδής, στο δικό του χαιρετισμό, είπε πως η σύμπραξη και η αλληλοϋποστήριξη ΕΤΕΚ και ΕΤΕ θέτει ως στόχο να αναδείξει το ρόλο και τη συμβολή της πολιτιστικής και θρησκευτικής κληρονομιάς στην ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Η εποικοδομητική αυτή πρωτοβουλία, σημείωσε, αποτελεί τη συνέχεια εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα τον περασμένο Ιούνιο με την εμπλοκή της Ένωσης Αρχιτεκτόνων και Μηχανικών του Ισραήλ.

“Η τριμερής αυτή σύμπραξη επιβεβαιώνει, σε πρακτικό πλέον επίπεδο, τη βούληση των τριών χωρών για μια πολυεπίπεδη συνεργασία σε βασικούς τομείς, όπως ο πολιτισμός, ο τουρισμός, η ενέργεια, η έρευνα, το περιβάλλον κ.α., από τους οποίους προκύπτουν για κάθε χώρα αξιόλογες αναπτυξιακές προοπτικές”, πρόσθεσε.

Για το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, είπε ο κ. Καδής, η γνωριμία, ο σεβασμός και η διαφύλαξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς αποτελούν μέλημα και διαχρονικό στόχο. Άλλωστε, σημείωσε, τα ιστορικά και θρησκευτικά μνημεία προβάλλουν με τρόπο αυθεντικό την ταυτότητα, την παράδοση, τα ήθη και τα έθιμα του λαού μας.

“Μέσα από τους ανεκτίμητους αυτούς θησαυρούς προσεγγίζει κανείς με τρόπο βιωματικό το ανθρώπινο παρελθόν, καλλιεργεί ιστορικές δεξιότητες και αναπτύσσει ιστορική σκέψη και συνείδηση. Ως Υπουργείο προτρέπουμε τους εκπαιδευτικούς μας να αξιοποιούν διδακτικά – με την πραγματοποίηση οργανωμένων εκπαιδευτικών επισκέψεων- τους αρχαιολογικούς, θρησκευτικούς και ιστορικούς χώρους, οι οποίοι ανταποκρίνονται σε ένα ευρύ φάσμα σκοπών και στόχων, τόσο παιδαγωγικών όσο και γνωσιολογικών”, είπε μεταξύ άλλων.

Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θεόφιλος Γ΄ είπε πως «η Θεία Πρόνοια μας ενυμπιστεύθει να υπηρετήσουμε και να διακονίσουμε στους Αγίους Τόπους μοναδικά επιτεύγματα της επιστήμης και της μηχανικής από την ύστερον αρχαιότητα όπως η Βασιλική της Γεννήσεως εις την Βηθλεέμ και ο Ναός της Αναστάσεως εις Ιεροσόλυμα, μνημεία τα οποία συνεχίζουν δια μέσω των αιώνων να λειτουργούν ως τόποι λατρείας και πνευματικής ανανέωσης και αναψυχής”.

Ανέφερε ότι η θρησκευτική αρχιτεκτονική εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο τη βαθιά σχέση μεταξύ της θρησκείας ως καρδιάς της ανθρώπινης ύπαρξης και των προσδοκιών της ανθρωπότητας και της καθημερινής ζωής των σύγχρονων ανθρώπων.

Σημείωσε ότι η πρωτοβουλία του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων με τη σύμφωνη γνώμη και των εταίρων Χριστιανικών Κοινοτήτων του Πανάγιου Τάφου για την υλοποίηση της μελέτης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου όσον αφορά στη συντήρηση και αποκατάσταση του Ιερού κουβουκλίου του Ιερού Τάφου υπογραμμίζει το ρόλο της Εκκλησίας στην προστασία και ανάδειξη της θρησκευτικής κληρονομιάς των λαών της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, ιδιαίτερα της Χριστιανικής.

Υπογραμμίζει όμως, σημείωσε, και την κεφαλαιώδη συμβολή της ελληνικής τεχνογνωσίας και καινοτομίας στην κατεύθυνση αυτή.

Σε χαιρετισμό του ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος, που ανέγνωσε ο Επίσκοπος Νεαπόλεως Πορφύριος, είπε ότι η στρατηγική συνεργασία ανάμεσα στο ΕΤΕΚ και ΕΤΕ είναι ιδιαίτερα σημαντική τόσο για την Κύπρο όσο και για την Ελλάδα.

“Μια τέτοια συνεργασία θα θέσει τις βάσεις για ανεξάρτητη ανάπτυξη που είναι τόσο αναγκαία για τις χώρες της Νοτιοανατολικής Μεσογείου”.

Κύπρος και Ελλάδα, συνέχισε, ως μέλη της ΕΕ θα μπορούν να διαδραματίσουν ένα πολύ καθοριστικό ρόλο αξιοποιώντας τις στενές τους σχέσεις και τη συνεργασία τους με το Ισραήλ, Αίγυπτο, Ιορδανία και το Λίβανο.

Η στρατηγική αυτή συνεργασία ανάμεσα στα Επιμελητήρια Κύπρου και Ελλάδας, συνέχισε, βοηθεί την ανάπτυξη σε τομείς όπως η ενέργεια, η ανάπτυξη του τουρισμού, η διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς, στις έρευνες, στις καινοτομίες, της εφαρμογής των νέων τεχνολογιών, στην πληροφορική και στις τηλεπικοινωνίες.

Στο χαιρετισμό του, ο Πρόεδρος του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ) Στέλιος Αχνιώτης είπε ότι τα εκκλησιαστικά μνημεία δεν αποτελούν απλώς αρχιτεκτονικά κελύφη που οφείλουμε να αποκαταστήσουμε ακολουθώντας συγκεκριμένες αρχές, αποτελούν κυρίως και πρωτίστως φορείς συλλογικής μνήμης και ταυτότητας.

Ανέφερε ότι η αρχιτεκτονική πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί την υλική έκφραση των ιστορικών, κοινωνικών και πολιτισμικών συνθηκών που την γέννησαν.

“Η μνημειακή αρχιτεκτονική επιβιώνει τις περισσότερες φορές των συνθηκών αυτών και γίνεται τεκμήριο της ιστορικής διαδρομής και του παρελθόντος μας. Ειδικότερα, η αρχιτεκτονική των τόπων λατρείας είναι πολύ σημαντική διότι εκφράζει το τί πιστεύει, ελπίζει και προσδοκά μια κοινωνία”, σημείωσε.

Παράλληλα βέβαια, είπε, οι λατρευτικοί τόποι αυτής της κλίμακας και σημασίας πρέπει να μπορούν να ενσωματώνονται στην κοινωνική και πολιτιστική ζωή του παρόντος και να γίνονται έναυσμα για συνεργασία και ανάπτυξη μιας σύγχρονης δημιουργικής οικονομίας, προς την κατεύθυνση σεβασμού της διαφορετικότητας σε θέματα πολιτισμού και θρησκείας ανάμεσα στους λαούς της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.

“Το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας και το Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου ως οι αρμόδιοι Τεχνικοί Σύμβουλοι της Πολιτείας στα θέματα της Ανάπτυξης μπορούμε (και θα το πράξουμε) να συμβάλουμε αποφασιστικά στη χάραξη στρατηγικής για την ενίσχυση των δημιουργικών οικονομιών, με έμφαση στην έννοια της ταυτότητας και της αειφορίας, αλλά και στη λήψη αποφάσεων για πολιτικές και μέτρα που θα υλοποιούν αυτόν τον σχεδιασμό – λαμβάνοντας υπόψη την κρίσιμη διάσταση του πολιτισμού και τη δυναμική του σε θέματα μιας ανθρωποκεντρικής αναπτυξιακής διαδικασίας”, συμπλήρωσε.

Στο δικό της χαιρετισμό, η Διευθύντρια του Τμήματος Αρχαιοτήτων Μαρίνα Σολομίδου-Ιερωνυμίδου ανέφερε ότι το Τμήμα Αρχαιοτήτων διαχειρίζεται πέραν των 1500 κηρυγμένων Αρχαίων Μνημείων, από τα οποία τη μεγαλύτερη ομάδα αποτελούν τα εκκλησιαστικά μνημεία, τα οποία είναι περίπου τα μισά.

Άλλες δύο μεγάλες ομάδες μνημείων, σημείωσε, αποτελούν οι αρχαιολογικοί χώροι και οι οικίες λαϊκής αρχιτεκτονικής και κτίσματα δημόσιας χρήσης όπως γεφύρια, νερόμυλοι, σχολεία, λουτρά κ.ά. Μικρότερες κατηγορίες μνημείων, συνέχισε, αποτελούν οι μεσαιωνικές οχυρώσεις και τα μουσουλμανικά τεμένη, τα περισσότερα από τα οποία προέκυψαν από μετατροπές βυζαντινών εκκλησιών.

Η τακτική περιοδική συντήρηση, αποκατάσταση και προβολή των μνημείων αυτών και των αρχαιολογικών χώρων του νησιού, είπε, αποτελεί το κυριότερο μέλημα του Τμήματος Αρχαιοτήτων, για το οποίο δαπανάται ετησίως και το μεγαλύτερο ποσοστό του προϋπολογισμού του.

Σε σχέση ειδικά με τα εκκλησιαστικά μνημεία, τα οποία αποτελούν κηρυγμένα Αρχαία Μνημεία και έχουν ως ιδιοκτήτη την Εκκλησία της Κύπρου, σημείωσε, η συνεργασία με τις αρμόδιες Μητροπόλεις και κατά τόπους εκκλησιαστικές αρχές είναι ιδιαίτερα στενή και απαραίτητη.

Ανέφερε ότι ο Περί Αρχαιοτήτων Νόμος προβλέπει ότι για τη συντήρηση/αποκατάσταση των Αρχαίων Μνημείων, ο ιδιοκτήτης καλύπτει το 50% του κόστους συντήρησης ενώ το Κράτος, δηλαδή το Τμήμα Αρχαιοτήτων, επωμίζεται το υπόλοιπο μισό του κόστους.

“Μόνη εξαίρεση σε αυτό τον κανονισμό αποτελούν οι δέκα ξυλόστεγες εκκλησίες της οροσειράς του Τροόδους που περιλαμβάνονται στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Για την ομάδα αυτή, λόγω της σημασίας των μνημείων που την αποτελούν και σε μια προσπάθεια αποφυγής αυθαίρετων επεμβάσεων σε αυτά, αποφασίστηκε όπως το Κράτος αναλαμβάνει το σύνολο του κόστους της συντήρησης τους”, πρόσθεσε.

Στο συμπόσιο κατάθεσαν τις επιστημονικές τους απόψεις ακαδημαϊκοί και ειδικοί από την Κύπρο και την Ελλάδα, μεταξύ των οποίων η καθηγήτρια του Μετσόβιου Πολυτεχνείου Δρ. Αντωνία Μοροπούλου, αντιπρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας (ΤΕΕ) και πρόεδρος της Ελληνικής Πλατφόρμας για Έρευνα και Τεχνολογία στην Κατασκευή και η Αθηνά Παπαδοπούλου, αρχιτέκτονας, μέλος της Δικοινοτικής Τεχνικής Επιτροπής για την Πολιτιστική Κληρονομιά και τα Θρησκευτικά Μνημεία της Κύπρου.