Ποια εικόνα εκπέμπει ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος Κύπρου ;

Loading...


Ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος είναι πολύ γνωστός.
Κυρίως για τις συχνές βαρύγδουπες συνεντεύξεις του. Ευκαίρως – ακαίρως προβαίνει σε δηλώσεις, οι οποίες συνήθως είναι δηκτικές και επικριτικές, όχι όμως σύμφωνα με το πνεύμα των όσων ο Απ. Παύλος συνιστούσε στον μαθητή του Τιμόθεο, γι’ αυτό και στερούνται του στοιχείου εκείνου, το οποίο χαρακτηρίζει τη χριστιανική πνευματικότητα.

Αφήνοντας κατά μέρος την 28ετή «προϊστορία» του, ως Μητροπολίτη Πάφου, και περιοριζόμενοι στην 6ετή παρουσία του στο πηδάλιο της Εκκλησίας της Κύπρου, με λύπη και απογοήτευση διαπιστώνουμε, ότι η προφορική «δραστηριότητά» του και οι παρασκηνιακές κινήσεις του εκτείνονται κυρίως σε ό,τι έχει σχέση με την «αμαρτωλό» πολιτική και τον εφήμερο υλικό πλούτο.
Αφού δεν μπορεί να μεταπηδήσει από την Αρχιεπισκοπή στο Προεδρικό Μέγαρο, αρκείται στον ρόλο του ρυθμιστή του πολιτεύματος και της πολιτικής ζωής του τόπου, εκμεταλλευόμενος την οικονομική επιφάνεια που του παρέχει η θέση που κατέχει.
Τα πρώτα δείγματα των προθέσεών του άφησε να διαφανούν μέσα από τον επιβατήριό του λόγο, από τον οποίο απουσίαζαν οι «πνευματικές αναζητήσεις» και οι οραματισμοί ενός Πνευματικού Ηγέτη.

Περιορίστηκε στα «τετριμμένα», που δεν είχαν κόστος και δεν απαιτούσαν εκδαπάνηση καμιάς προσωπικής ικμάδας για την αναβάθμιση του θρησκευτικού συναισθήματος των πιστών και τη σωστική αναδιάταξη της πορείας των συγκροτούντων τον πνευματικό θεσμό της Κυπριακής «ολκάδος».

Έκτοτε έδωσε πολλά δείγματα γραφής για όσα τα μάτια του δεν θα παρέδιδε στον ύπνο και τα βλέφαρά του στον νυσταγμό και δεν θα έδιδε ανάπαυση στους κροτάφους του, όχι, βέβαια, για να βρει κατάλληλο τόπο για τον Κύριο, όπως θα ήθελε ο Δαβίδ, αλλά για να ικανοποιήσει τις κοσμικές του επιδιώξεις, ως ηγετικού παράγοντα του τόπου.

Από το πλήθος των δειγμάτων που έδωσε μέχρι τώρα θα σχολιάσουμε μόνο μερικά, τα οποία είναι ενδεικτικά των επίμονων αναζητήσεων του σημερινού Αρχιεπισκόπου :

Δύο χρόνια μετά την άνοδό του στον Αρχιεπισκοπικό θώκο, όταν οργανώθηκε τότε ειδική εκδήλωση για τα 30χρονα της αρχιερατικής διακονίας του, δήλωσε ότι με εκπρόσωπό του θα απέστελλε επιστολή στον Πρόεδρο των ΗΠΑ και ότι με αυτόν  θα συναντάτο τον επόμενο χρόνο, για να συζητήσουν το Κυπριακό !  Η συνάντηση εκείνη δεν πραγματοποιήθηκε, γιατί ήταν απλά του Αρχιεπισκόπου διακαής επιθυμία. Όμως ο Αρχιεπίσκοπος δεν εγκατέλειψε την ιδέα για ένα ταξίδι και στις  ΗΠΑ,  όταν μάλιστα,  όπως δήλωσε στα τέλη του περασμένου χρόνου, σε συνέντευξή του στον ανταποκριτή του «Εθνικού Κήρυκα» της Ν. Υόρκης  Θεόδ. Καλμούκο,  «πιστεύει ότι είναι η ώρα της Εκκλησίας τώρα».

Παλαιότερα, φαίνεται ότι ο Αρχιεπίσκοπος «δεν σκεφτόταν σοβαρά» ! ΄Οπως είπε στον δημοσιογράφο αυτόν, τώρα, «είναι η πρώτη φορά, ομολογώ, που το σκέφτομαι σοβαρά, για να επισκεφθώ την Αμερική, γιατί πιστεύω ότι την προσεχή πενταετία πρέπει να δουλέψουμε προγραμματισμένα για να λυθεί κατά τον καλύτερο τρόπο το Κυπριακό πρόβλημα».

Στη συνέντευξή του αυτή, όταν ρωτήθηκε σχετικά, ο Αρχιεπίσκοπος είπε, «όπως προγευόμεθα όλοι, η νέα χρονιά θα είναι δύσκολη από οικονομικής απόψεως. Από εθνικής απόψεως, δεν πιστεύω ότι με τον Ερντογάν και τον Νταβούτογλου επικεφαλής της Τουρκικής Κυβερνήσεως μπορεί να γίνει κάτι για το Κυπριακό.

Πρέπει να πάρουμε πρωτοβουλία εμείς οι Ελληνοκύπριοι». Είπε ακόμη, ότι  «από οικονομικής απόψεως είμαι αισιόδοξος πάντοτε. Πιστεύω ότι ο λαός μας μπορεί να ζήσει και με τα λίγα. Είναι και σπάταλος, αλλά δεν αργεί να συμμαζευτεί, να συρρικνωθεί και να περάσει και με τα λίγα». Από τις δηλώσεις του αυτές, όπως και από κάθε άλλη συνέντευξή του, είναι πρόδηλο ότι απουσιάζει παντελώς η πνευματική του ιδιότητα, με την οποία θα έπρεπε να είναι «αρτυμένος» ο λόγος του.

Παρ’ όλο ότι ορθά εκτιμά, ότι «με τον Ερντογάν και τον Νταβούτογλου επικεφαλής της Τουρκικής Κυβερνήσεως δεν μπορεί να γίνει κάτι για το Κυπριακό», ωστόσο, προ τριετίας, για πολλές ημέρες αναφερόταν στην αποστολή εκ μέρους του επιστολής προς τον Τούρκο Πρωθυπουργό με την οποία ζητούσε να συναντηθούν. Και όταν τον Απρίλιο του 2010 επέστρεψε άπρακτος από την Κωνσταντινούπολη, δήλωνε ότι «δεν ξέρω τον λόγο για τον οποίο δεν κατέστη δυνατή μία συνάντηση μαζί του» !

Προσέθεσε δε τότε, ότι ήταν έτοιμος να βοηθήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, χωρίς όμως να διευκρινίσει σε τι συνίστατο αυτή η βοήθειά του και πώς θα την υλοποιούσε. Σε άλλη συνέντευξή του, την επόμενη ημέρα, είπε ότι στις Βρυξέλλες, όπου πήγε νωρίτερα, συναντήθηκε με τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς, στον οποίο μίλησε ξεκάθαρα για την κατάσταση που επικρατεί στα κατεχόμενα, καθώς και τη λεγόμενη οικονομική απομόνωση των Τουρκοκυπρίων. Πουθενά δεν διαφαίνεται η ιδιότητα του Πνευματικού ηγέτη, που θα έπρεπε να είναι γι’ αυτόν αναπόσπαστο στοιχείο του Πρωθιεραρχικού του αξιώματος.

Τα περασμένα Φώτα δημοσιεύθηκε στον «Φιλελεύθερο» συνέντευξη του Αρχιεπισκόπου στην Αντιγόνη Σολομωνίδου Δρουσιώτου. Παρ’ όλο ότι η συνέντευξή του ήταν ολοσέλιδη σε καμία περίπτωση δεν μίλησε ως Πνευματικός ηγέτης, αλλά ως πολιτικός, ως οικονομολόγος, ως έμπορος και ως τραπεζίτης. Είναι όντως αποκαρδιωτική η εικόνα που παρουσιάζει, για την οποία λυπάται κάθε ορθόδοξος χριστιανός που κατοικεί στη δύσμοιρη αυτή χώρα. Πότε επιτέλους θα προβεί σε αναστροφή του τρόπου που σκέφτεται και δημόσια εκφράζεται ;