Χίου Μάρκος: Η κατάργηση της αργίας της Κυριακής είναι αν­τι­συ­νταγ­μα­τι­κη και α­νε­πι­τρε­πτος

Loading...


Η Εκκλησία εις το πλαί­σι­ον της ποι­μα­ντι­κης με­ρι­μνης Της δι­’ ο­λον τον πι­στον Λα­ον, πα­ρα­κο­λου­θεί με ι­δι­αι­τε­ρον εν­δι­α­φε­ρον και βα­θυ­τα­τον αι­σθη­μα ευ­θυ­νης και τα ζη­τη­μα­τα τα ο­ποί­α κα­θη­με­ρι­νως α­ντι­με­τω­πι­ζει το ευ­λα­βες ποί­μνι­ον Της.

Εις τα ζη­τη­μα­τα αυ­τα πρω­ταρ­χι­κην θε­σιν κα­τε­χει ε­κεί­νο της ερ­γα­σι­ας, κα­θ’ ο­σον ει­ναι συν­δε­δε­με­νον, κα­τα τρο­πον α­με­σον, με το δι­και­ω­μα της δη­μι­ουρ­γι­κο­τη­τος, αλ­λα και του βι­ο­πο­ρι­σμού των πο­λι­των. Η ευ­αι­σθη­σι­α της Εκ­κ­λη­σι­ας εις τον το­μέα αυ­τον στη­ρι­ζε­ται εις το θε­ο­πνευ­στον βι­βλι­ον της Α­γι­ας Γρα­φης, κα­τα την ο­ποί­αν ο Κυ­ρι­ος και Θε­ος ε­δω­σεν εις τον αν­θρω­πον την εν­το­λην του ερ­γα­ζε­σθαι και συγ­χρο­νως κα­τω­χυ­ρω­σεν τα εκ της ερ­γα­σι­ας δι­και­ω­μα­τα του : «ει τις ου θέλει εργάζεσθαι, μηδέ εσθιέτω» (Β´ Θεσσαλ., γ´ 10).

Ως εκ του­του δι­α την α­να­παυ­σιν των ερ­γα­ζο­με­νων εκ των κο­πων των, αλ­λα και δι­α την ε­λευ­θε­ραν α­σκη­σιν των θρη­σκευ­τι­κων κα­θη­κο­ντων των κα­θι­ε­ρω­θη α­πο τον Μαρ­τι­ον του 321 μ.Χ. υ­πο του Αυ­το­κρα­το­ρος και Α­γι­ου της Εκ­κ­λη­σι­ας Κων­σταν­τι­νου του Με­γα­λου η η­με­ρα της Κυ­ρι­α­κης, ως η­με­ρα αρ­γι­ας (Αικ. Χρι­στο­φι­λο­που­λου, Βυ­ζαν­τι­νη Ι­στο­ρι­α, το­μος Α´, σελ. 135). Η κα­θι­ε­ρω­σις αυ­τη ε­ξυ­πη­ρε­τεί τους ως κάτωθι σκο­πούς:

–  Συ­νι­στα τη­ρη­σιν της ε­ντο­λης του Θε­ου δι­α την α­φι­ε­ρω­σιν μι­ας η­με­ρας της ε­βδο­μα­δος α­πο­κλει­στι­κως εις τον Θε­ον: «εξ η­με­ρας ερ­γα και ποι­η­σης πα­ντα τα ερ­γα σου, τη δε η­με­ρα τη ε­βδο­μη σαβ­βα­τα Κυ­ρι­ω τω Θε­ω σου» (Εξόδου κ´ 10). Δι­α τον Χρι­στι­α­νι­κον κο­σμον ως η­με­ρα α­φι­ε­ρω­με­νη εις τον Θε­ον ω­ρι­σθη «η μι­α των Σαβ­βα­των», η η­με­ρα του Κυ­ρι­ου, η Κυ­ρι­α­κη η­με­ρα.

–  Α­πο­τε­λεί κε­κτη­με­νον δι­κα­ι­ω­μα των ερ­γα­ζο­με­νων, το ο­ποί­ον κα­τε­κτη­θη με μα­κρο­χρο­νι­ους α­γω­νας διά την βελ­τι­ω­σιν της ποι­ο­τη­τος της ζω­ης των.

–  Δι­δει την ευ­και­ρι­αν ε­νι­σχυ­σε­ως της συ­νο­χης της οι­κο­γε­νεί­ας. Τα με­λη της οι­κο­γε­νεί­ας ε­χουν την δυ­να­το­τη­τα δι­α πε­ρισ­σο­τε­ραν ε­πι­κοι­νω­νι­αν ει­τε κα­τα την δι­αρ­κει­αν του Κυ­ρι­α­κα­τι­κου γεύ­μα­τος, ει­τε κα­τα τας δι­α­φο­ρους οι­κο­γε­νει­α­κας εκ­δη­λω­σεις, τας ο­ποί­ας πρα­γμα­το­ποι­ούν κα­τα την η­με­ραν αυ­την.

Συμ­φω­νως προς τα προ­α­να­φερ­θε­ντα, ι­σχυ­ει ση­με­ρον και εις την Χω­ραν μας η αρ­γι­α της Κυ­ρι­α­κης δι’ ο­λον τον ερ­γα­ζο­με­νον κο­σμον.

Η κα­τα την η­με­ραν της Κυ­ρι­α­κης ε­βδο­μα­δι­α­ι­α α­να­παυ­σις των ερ­γα­ζο­με­νων κα­θι­ε­ρω­θη νο­μο­θε­τι­κως πα­λαι­ο­θεν, και μα­λι­στα α­πο του ε­τους 1909, δι­α του νο­μου ΓΥ­ΝΕ/1909. Με­τα­γε­νε­στε­ρως κα­τω­χυ­ρω­θη και υ­πο της Δι­ε­θνούς Συμ­βα­σε­ως της Γε­νε­υ­ης, η ο­ποία ε­κυ­ρω­θη εις την Ελ­λα­δα δι­α του Ν. 2990/1922. Η εν λο­γω Διε­θνης Συμ­βα­σις ε­χει ση­με­ρον ι­σχυν νο­μο­θε­τι­κην, βα­σει του αρ­θρου 28 του Συ­ντα­γμα­τος, και ως εκ το­υ­του φρο­νού­μεν ο­τι δεν ει­ναι δυ­να­τη ου­δε η δι­α νο­μου κα­ταρ­γη­σις της.

Ε­πι­σης, αν και η Κυ­ρι­α­κη αρ­γι­α ε­θε­ω­ρη­θη αρ­χι­κως ως αρ­γι­α διά λο­γους α­φο­ρω­ντας εις την ε­βδο­μα­δι­α­ι­αν σω­μα­τι­κην α­να­παυ­σιν του ερ­γα­ζο­με­νου, δεν ει­ναι ε­ντο­υ­τοις ε­κτος πραγ­μα­τι­κο­τη­τος και η α­πο­ψις κα­τα την ο­πο­ι­αν, εις μι­αν Χω­ραν κα­τοι­κου­με­νην κα­τα την συ­ντρι­πτι­κην πλει­ο­νο­τη­τα των κα­το­ι­κων της α­πο Χρι­στι­α­νο­υς Ορ­θο­δο­ξους (αρ­θρον 3 του Συ­νταγ­μα­τος), η Κυ­ρι­α­κη αρ­γι­α α­πο­σκο­πεί και εις την πα­ρο­χην εις τους Ορ­θο­δο­ξους της δυ­να­το­τη­τος α­νε­μπο­δι­στου α­σκη­σε­ως των θρη­σκευ­τι­κων των κα­θη­κο­ντων και ει­δι­κω­τε­ρον της λα­τρεί­ας προς τον Θε­ον κα­τα τας αρ­χας της Ορ­θο­δο­ξου Χρι­στι­α­νι­κης Πι­στε­ως, γε­γο­νος το ο­ποί­ον α­πο­τε­λεί ει­δι­κην, την σπου­δαι­ο­τε­ραν, ι­σως, εκ­δη­λω­σιν του δι­και­ω­μα­τος θρη­σκευ­τι­κης ε­λευ­θε­ρι­ας. Καί το δι­κα­ι­ω­μα του­το κα­το­χυ­ρω­νε­ται, ως γνω­στον, διά του αρ­θρου 13 του Συ­ντα­γμα­τος, το ο­ποί­ον ο­ρι­ζει, εις την πα­ρα­γρα­φον 2 ο­τι η λα­τρε­ι­α πρε­πει να τε­λη­ται «α­νε­μπο­δι­στα».

Επομένως, η Κυ­ρι­α­κη αρ­γι­α κα­το­χυ­ρω­νε­ται, δι­α την πλει­ο­νο­τη­τα και μάλιστα την συ­ντρι­πτι­κην των κα­τοί­κων του ελ­λα­δι­κού χω­ρου και ως ατο­μι­κον δι­και­ω­μα, η προ­σβο­λη του ο­ποί­ου ει­ναι αν­τι­συ­νταγ­μα­τι­κη και α­νε­πι­τρε­πτος, μη συ­ντρε­χο­ντος λο­γου, εξ όσων από το Συν­τα­γμα­ (άρθρον 13 πα­ρα­γρα­φος 2) προ­βλε­πονται (δη­μο­σία τα­ξις, χρη­στα ή­θη), ο ο­ποί­ος θα εδι­και­ο­λόγει την κα­ταρ­γη­σιν της. Α­ντι­θε­τως ε­πι­βαλ­λε­ται η δι­α­τη­ρη­σις της και από το αρ­θρον 21 πα­ρα­γρα­φος 3 του Συν­τα­γμα­τος, το ο­ποί­ον ο­ρι­ζει ο­τι : «Το Κρα­τος με­ρι­μνα γι­α την υ­γεί­α των πο­λι­των…», η δε Κυ­ρι­α­κη αρ­γι­α ε­χει θε­σπι­σθη και δι­α την διατήρησιν της σωματικής και πνευματικής υ­γεί­ας του ερ­γα­ζο­με­νου.

Αν και η Κυ­ρι­α­κη ως αρ­γι­α των ερ­γα­ζο­με­νων κα­το­χυ­ρω­νε­ται ως α­το­μι­κον δι­κα­ι­ω­μα, α­νε­κοι­νω­θη η κα­ταρ­γη­σις αυ­του, δι­α ε­πτα Κυ­ρι­α­κας του ε­τους. Η Εκκλησία εν­δι­α­φε­ρο­με­νη ζω­η­ρως, εν τοις πλαι­σι­οις της α­δι­α­πτω­του ποι­μα­ντι­κης με­ρι­μνης αυ­της δι­α το Χρι­στε­πω­νυ­μον πλη­ρω­μα, πε­ρι του εν λο­γω θε­μα­τος και κυ­ρι­ως εν­δι­α­φε­ρο­με­νη, ο­πως πα­ρε­χη­ται εις το­υς εν τη Χω­ρα η­μων ερ­γα­ζο­με­νους ο α­παι­το­υ­με­νος χρο­νος προς α­να­παυ­σιν και προς ε­κτε­λε­σιν των θρη­σκευ­τι­κων αυ­των κα­θη­κο­ντων, απευθύνεται προς πάντα αρ­μο­δι­ον με την ελ­πι­δα ο­τι θε­λει εν­δι­α­φερ­θη δι­α το θε­μα του­το και πε­ρι­φρου­ρη­σει το εκ των πρω­των αλ­λα και σπου­δαι­ο­τε­ρων κα­τα­κτη­σε­ων των ερ­γα­ζο­με­νων α­το­μι­κον δι­κα­ι­ω­μα, ή­τοι το δι­κα­ι­ω­μα των ερ­γα­ζο­με­νων να α­πο­λα­υ­ουν την αρ­γι­αν της Κυ­ρι­α­κης. Ελπίζομεν ο­τι με την δι­α­κρι­νου­σαν τους αρμοδίους συ­νε­σιν και ευ­θυ­κρι­σι­αν, τον σε­βα­σμον και την ευ­πεί­θει­αν εις τας δι­δα­σκα­λι­ας της Α­γι­ας η­μων Εκ­κλη­σι­ας, η οποία αποτελεί πυ­λω­να του Ελ­λη­νι­σμού, θα αποτραπή πα­σα πα­ρεκ­κλι­σις εκ των τε­θε­σπι­σμε­νων και πα­γι­ω­θεν­των.