Βασίλειος Ευσταθίου – Απάντηση στο Προς τον Λαό της Εκκλησίας της Ελλάδος

Loading...


Με άρθρο-παρέμβαση ο Δρ. Βασίλειος Ευσταθίου απαντά στο φυλλάδιο Προς τον Λαό που εξέδωσε η ΙΣΙ της και τοποθετείται για την Σύνοδο της Κρήτης.

Του Βασίλειου Ευσταθίου

Δρ. Φυσικοῦ, πτ. ΕΚΠΑ Κ.Θεολογίας

Eισαγωγή

Πάνω από μισό έτος μετά την έχει αρχίσει πλέον να ωριμάζει αυτή ως μέρος της εκκλησιαστικής ιστορίας στις συνειδήσεις των πιστών, που τους ενδιαφέρουν και παρακολουθούν τα εκκλησιαστικά γεγονότα και όλα αυτά που απασχολούν και προβληματίζουν την Εκκλησία, αλλά και έχει αρχίσει και να προδιαγράφεται η πορεία του όλου πολύ μεγάλου και σοβαρού αυτού ζητήματος στο μέλλον, ενώ η ΙΣΙ της Εκκλησίας της Ελλάδας πριν λίγες μέρες δημοσίευσε το φυλλάδιο ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΑΟ, που τη φορά αυτή αναφέρεται σε αυτήν την σύνοδο. Με αφορμή την έκδοση του φυλλαδίου αυτού σε αυτή την χρονική στιγμή, ακολουθούν παρακάτω πρώτα κάποιες κρίσεις και σχολιασμοί πάνω στο περιεχόμενο αυτού του φυλλαδίου, καταλήγοντας τελικά σε ουσιαστικά συμπεράσματα για την θέση της ΙΣΙ της Εκκλησίας της Ελλάδας απέναντι στην Σύνοδο της Κρήτης και, λαμβάνοντας υπόψιν και τις θέσεις γι᾿ αυτήν και άλλων Ορθόδοξων τοπικών Εκκλησιών, για το ποιο διαφαίνεται το μέλλον αυτής της Συνόδου.

Σκοπός της Συνόδου της Κρήτης η ενίσχυση και η φανέρωση της ενότητας.

– Το κείμενο του φυλλαδίου ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΑΟ αρχίζει ως εξής:

«Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος απευθύνεται σε όλους τους πιστούς προκειμένου να τους ενημερώσει για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο των Ορθοδόξων Εκκλησιών, η οποία συνήλθε τον Ιούνιο του 2016 στην Κρήτη.

Κύριος σκοπός της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου ήταν η ενίσχυση και η φανέρωση της ενότητας όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, αλλά και η αντιμετώπιση διαφόρων συγχρόνων ποιμαντικών ζητημάτων»

Όσον αφορά την ενότητα απουσίασαν πλήρως τέσσερις τοπικές Εκκλησίες, χωρίς να παρευρεθεί ο Προκαθήμενός τους και χωρίς να στείλουν κανέναν αντιπρόσωπο, και μάλιστα χωρίς να έχουν λόγους ούτε προβλημάτων μετακίνησης, ούτε εξωτερικών απειλών, όπως υπήρχαν στο παρελθόν, αλλά επειδή διαφωνούσαν στην ίδια την σύγκλησή της την παρούσα χρονική στιγμή, λόγω του κανονισμού της, λόγω των κειμένων της, αλλά και λόγω άλυτου ως την μέρα έναρξης της συνόδου προβλήματος μεταξύ των σχέσεων δύο τοπικών εκκλησιών, πράγμα που ποτέ δεν ξαναέγινε σε πανορθόδοξη σύνοδο, που αναγνωρίστηκε ως Οικουμενική η οικουμενικού κύρους Σύνοδος. Αλλά και από τους επισκόπους που προσκλήθηκαν, πολλοί αρνήθηκαν να παρευρεθούν, ενώ, και από τους επισκόπους που παρευρέθηκαν, πάνω από τριάντα δεν υπόγραψαν κείμενα. Κανείς λόγος βέβαια για το πλήθος των αντιδράσεων από παντού όπου υπάρχει Ορθοδοξία, που σε πολλές περιπτώσεις φτάνουν ως και στην διακοπή του μνημοσύνου. Όσον αφορά τα σύγχρονα ποιμαντικά ζητήματα με τα οποία ασχολήθηκε η σύνοδος αυτή ομολογείται ακόμα και από μετέχοντες σε αυτή, ότι μάλλον δεν πρόσφερε καμιά ορθόδοξη λύση σε κάποιο ποιμαντικό πρόβλημα προς επιτυχή αντιμετώπισή του.

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΑΟ: Τα κείμενα της Συνόδου της Κρήτης.

– Παρακάτω ακολουθούν τα συμπεράσματα της Συνόδου της Κρήτης σύμφωνα με το ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΑΟ κείμενο:

«Με βάση τα συμπεράσματα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου»

Όλα τα παρακάτω που αναφέρονται συμφωνούν θα λέγαμε με την Ορθόδοξη Εκκλησία και την αγιοπνευματική Παράδοσή που έχει, την Αποστολική, των Οικουμενικών Συνόδων και την αγιοπατερική Παράδοσή της, όμως τα περισσότερα δεν αποτελούν πραγματικά σαφή και μονοσήμαντα διατυπωμένα συμπεράσματα της Συνόδου της Κρήτης, ενώ ανάμεσά τους δεν γίνεται κάποια αναφορά σε κάποια σημαντικά συμπεράσματα αυτής που οδηγούν σε προϋποθέσεις ξένες και ασύμβατες στην γνήσια Ορθόδοξη θεολογία και στο αληθινό πνεύμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τα οποία μπορούν να κάνουν δυνατή την μετακίνηση των ιεροκανονικών της ορίων, απομακρύνοντάς τα από την χαρισματική περιοχή των μυστηρίων της και εισάγοντας πολύ σοβαρό πρόβλημα στην σωτηριολογία της με μεγάλο κίνδυνο για τα μέλη της.

Οι Οικουμενικές και οικουμενικού κύρους Σύνοδοι («Εγκύκλιος»).

« – Η Ορθόδοξη Εκκλησία εκφράζει την ενότητα και την καθολικότητά Της δια των Ιερών Μυστηρίων. Η συνοδικότητα υπηρετεί την ενότητα και διαπνέει την οργάνωση της Εκκλησίας, τον τρόπο που λαμβάνονται οι αποφάσεις Της και καθορίζει την πορεία Της. Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι η Αγία Σύνοδος δεν αναφέρθηκε μόνον στο κύρος των γνωστών Οικουμενικών Συνόδων, αλλά σε αυτήν για πρώτη φορά αναγνωρίσθηκαν ως Σύνοδοι «καθολικού κύρους», δηλαδή ως Οικουμενικές, η Μεγάλη Σύνοδος επί Μεγάλου Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (879-880), οι επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά Μεγάλες Σύνοδοι (1341, 1351, 1368), και οι εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλες και Αγίες Σύνοδοι για την αποκήρυξη της ενωτικής Συνόδου της Φλωρεντίας (1438-1439), των προτεσταντικών δοξασιών (1638, 1642, 1672, 1691) και του εθνοφυλετισμού ως εκκλησιολογικής αιρέσεως (1872)».

Το ότι αναγνωρίζει η Σύνοδος της Κρήτης τις Συνόδους αυτές ως Συνόδους «καθολικού κύρους» δεν ταυτίζεται με την αναγνώρισή τους ως «Οικουμενικές», αλλά εννοεί «οικουμενικού κύρους» Συνόδους, όπου και έτσι θα ήταν πιο εύστοχο αυτή να τις είχε ονομάσει ευθέως, ως Συνόδους της Εκκλησίας η οποία δεν χαρακτηρίζεται απλά ως καθολική (έτσι αυτοχαρακτηρίζονται άλλωστε και οι παπικοί, ως καθολική «Εκκλησία»), αλλά ως Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Επίσης αυτή η αναφορά της δεν συμπεριλαμβάνεται σε ένα από τα έξι βασικά κείμενά της, ως όφειλε τονίζοντας την ουσιαστική και θεμελιώδη σημασία της, αλλά στην Εγκύκλιό της.

«Το μυστήριο του γάμου…» και το κώλυμα των μικτών γάμων.

« – Οι Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες δεν αποτελούν συνομοσπονδία Εκκλησιών, αλλά την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Για την Ορθόδοξη Διασπορά στις διάφορες χώρες του κόσμου αποφασίσθηκε να συνεχισθεί η λειτουργία των Επισκοπικών Συνελεύσεων με εκπροσώπους των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών προκειμένου να διασφαλίζεται η αρχή της συνοδικότητας, μέχρι να εφαρμοσθεί η κανονική ακρίβεια.» και

« – Για την ορθόδοξη Εκκλησία η οικογένεια αποτελεί καρπό της «εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν» μυστηριακής ενώσεως ανδρός και γυναικός και είναι η μόνη εγγύηση της γεννήσεως και της ανατροφής των τέκνων».

Το σχετικό με το μυστήριο του γάμου κείμενο της Συνόδου της Κρήτης ανάφερε και δυνατότητα εφαρμογής οικονομίας στους μικτούς γάμους μεθ’ ετεροδόξων την ίδια στιγμή που εξηγεί ότι κάτι τέτοιο κωλύεται κατά κανονικήν ακρίβειαν: «Περί των μικτών γάμων Ορθοδόξων μεθ’ ετεροδόξων και μη Χριστιανών ήχθη εις την απόφασιν, όπως i) ο γάμος Ορθοδόξων μεθ’ ετεροδόξων κωλύεται κατά κανονικήν ακρίβειαν (κανών 72 της Πενθέκτης εν Τρούλλω Συνόδου).ii)Η δυνατότης εφαρμογής της εκκλησιαστικής οικονομίας ως προς τα κωλύματα γάμου δέον όπως να αντιμετωπίζεται υπό της Ιεράς Συνόδου εκάστης αυτοκεφάλου Ορθοδόξου Εκκλησίας, συμφώνως προς τας αρχάς των ιερών κανόνων, εν πνεύματι ποιμαντικής διακρίσεως, επί τω σκοπώ της σωτηρίας του ανθρώπου.». Πως είναι δυνατόν να τονίζεται πολύ σωστά η ακρίβεια που προβλέπουν οι ιεροί κανόνες στο συγκεκριμένο ζήτημα και ταυτόχρονα να εισάγεται και η δυνατότητα οικονομίας σε αυτό; Αν εισαχθεί οικονομία, ακυρώνεται η ακρίβεια, και έτσι βέβαια στην προκειμένη περίπτωση, αν και γίνεται αναφορά για συμφωνία «προς τας αρχάς των ιερών κανόνων», στην πραγματικότητα οι ιεροί κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων παραβιάζονται, αφού για τους μικτούς γάμους δεν κάνουν καμιά αναφορά σε οικονομία, αλλά απαιτούν ακρίβεια.

Διαβάστε εδώ:  Παρεπόμενα της Συνόδου στην Κρήτη

«Η σπουδαιότητα της νηστείας…» και η οικονομία στην τήρησή της.

« – Η Εκκλησία τονίζει διαρκώς την αξία της εγκρατείας, της χριστιανικής ασκήσεως. Η χριστιανική άσκηση δεν διακόπτει την σχέση του ανθρώπου με την ζωή και τον συνάνθρωπο, αλλά τον συνδέει με την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Δεν αφορά μόνον τους μοναχούς. Το ασκητικό ήθος είναι χαρακτηριστικό της χριστιανικής ζωής».

Το σχετικό με την νηστεία κείμενο της , αν και αναφέρεται στην σπουδαιότητα της, και εξηγεί την ανάγκη να τηρούμε τις καθιερωμένες νηστείες, ενώ η Εκκλησία προβλέπει και οικονομία σε κάποιες συγκεκριμένες περιπτώσεις «δι’ ασθένειαν του σώματος ή δι’ αδήριτον ανάγκην ή και διά την χαλεπότητα των καιρών», με αφορμή όμως το γεγονός «ότι σήμερον πολλοί πιστοί δεν τηρούν απάσας τας περί νηστείας διατάξεις, είτε εξ ολιγωρίας είτε λόγω των υπαρχουσών συνθηκών ζωής, οιαιδήποτε καν ώσιν αύται» και αποτελούν αυτές οι περιπτώσεις τις «περιπτώσεις αύται της χαλαρώσεως των περί νηστείας ιερών διατάξεων, είτε είναι γενικώτεραι, είτε ατομικαί», καταλήγει σε μια εκ νέου διευρυμένη δυνατότητα εφαρμογής οικονομίας στη νηστεία «επί το επιεικέστερον» προκειμένου να «απαλύνουσαι» τον «τυχόν» «στυφόν» των ιερών νηστειών:«επαφίεται εις την διάκρισιν των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών να καθορίσουν την φιλάνθρωπον οικονομίαν και επιείκειαν, απαλύνουσαι, κατά τας ειδικάς ταύτας περιπτώσεις, το τυχόν «στυφόν» των ιερών νηστειών.

Πάντα δε ταύτα εντός των πλαισίων των ως άνω λεχθέντων και επί τω σκοπώ να μη ατονήση ποσώς ο ιερός θεσμός της νηστείας. Η φιλάνθρωπος αύτη συγκατάβασις πρέπει να ασκηθή υπό της Εκκλησίας μετά πάσης φειδούς, οπωσδήποτε δε επί το επιεικέστερον διά τας νηστείας εκείνας, δι’ ας δεν υπάρχει ομοιόμορφος πάντοτε και εις απάσας τας περιπτώσεις παράδοσις και πράξις εν τη Εκκλησία». Βέβαια για όποιον πιστόν έχει γνήσια πνευματική ζωή, η έκφραση για το τυχόν «στυφόν» των ιερών νηστειών δεν μπορεί παρά να είναι ακατανόητη και άστοχη. Το πρόβλημα και η δυσκολία σήμερα δεν βρίσκεται στην νηστεία, αλλά στην εκκοσμίκευση της ζωής των μελών της Εκκλησίας, η οποία θέλει ανέσεις και κατά κόσμον χαρές και δεν αρέσκεται σε νηστείες, εγκράτειες και φιλόπονους πνευματικούς αγώνες, βλέποντάς τα αυτά σαν «στυφόν».

«Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας…» και περί «ανθρωπίνου προσώπου».

« – Η Ορθόδοξη Εκκλησία καταδικάζει τους διωγμούς, την εκδίωξη και δολοφονία μελών θρησκευτικών κοινοτήτων, τον εξαναγκασμό σε αλλαγή θρησκευτικής πίστεως, την εμπορία προσφύγων, τις απαγωγές, τα βασανιστήρια, τις απάνθρωπες εκτελέσεις, τις υλικές καταστροφές. Ιδιαίτερα εκφράζει την αγωνία Της για την κατάσταση των Χριστιανών και όλων των διωκωμένων μειονοτήτων στην Μέση Ανατολή και σε άλλα σημεία του κόσμου.» και παρακάτω

« – Βασικό έργο της Εκκλησίας είναι η Ιεραποστολή, δηλαδή ο αγώνας Της να δίνει συνεχώς την μαρτυρία της πίστεως και να κηρύττει το ευαγγέλιο είτε στους πιστούς που ζουν μέσα στις σύγχρονες εκκοσμικευμένες κοινωνίες είτε σε όσους δεν έχουν γνωρίσει ακόμη τον Χριστό.»

Στο σχετικό κείμενο της Συνόδου της Κρήτης: «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις τον Σύγχρονον Κόσμο» γίνεται η αναφορά περί «αξίας και του μεγαλείου του ανθρωπίνου προσώπου» για την οποία δεν υπάρχει αγιοπατερική μαρτυρία, καθώς επίσης υπάρχει και η φράση «αξίας και του μεγαλείου του ανθρωπίνου προσώπου ως εικόνος Θεού», η οποία θεολογικά είναι πολυπλεύρως και ουσιωδώς προβληματική. Και αυτό συμβαίνει επειδή, εκτός της αναφοράς πάλι στο «ανθρώπινο πρόσωπο», επίσης ούτε ο άνθρωπος αποτελεί εικόνα, καθώς είναι δημιουργημένος ως «κατ’ εικόνα Θεού», αλλά ούτε και μπορούμε να μιλάμε για ανθρώπινη αξία και μεγαλείο του ανθρώπου μόνο ως «κατ’ εικόνα Θεού», γιατί ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος ως «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Θεού», χωρίς η «κατ’ εικόνα Θεού» και η «καθ’ ομοίωση Θεού» περιγραφή της πλάσης του να μπορούν να θεωρηθούν ξεχωριστά και απομονωμένα η μια από την άλλη, καθώς και οι δύο μαζί χαρακτηρίζουν τον σύνολο άνθρωπο (την υπόσταση και την φύση του).

Οι διαχριστιανικοί διάλογοι («Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας…»).

– «Ο διάλογος κυρίως με τους ετεροδόξους χριστιανούς (άλλες χριστιανικές ομολογίες – αιρέσεις) γίνεται με βάση το χρέος της Εκκλησίας να μαρτυρεί προς κάθε κατεύθυνση την αλήθεια και την αποστολική πίστη. Έτσι γίνεται γνωστή σε αυτούς η γνησιότητα της Ορθόδοξης Παράδοσης, η αξία της πατερικής διδασκαλίας, η λειτουργική εμπειρία και η πίστη των Ορθοδόξων».

Μετά από τους ατελείωτους διμερείς και πολυμερείς διαλόγους τόσων ετών τι από όλα αυτά πετύχαμε; Είναι γνωστό το ατελεσφόρητο των πολυετών διαλόγων ως τώρα και έτσι μένουν άνευ ευλογου ερείσματος οι προσδοκίες και ελπίδες με τις οποίες γίνεται προσπάθεια να αιτιολογηθεί η υποστήριξη και η διεξαγωγή των διαχριστιανικών διαλόγων. Ο διάλογος με τους μη Ορθοδόξους οφείλει να διακόπτεται όταν αποδεικνύεται άκαρπος, κατά τον αποστολικό λόγο «αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού» (Τιτ. 3, 10), και μάλιστα όταν αυτό συμβαίνει περίτρανα, όπως ο διάλογος και με τους Παπικούς όσο δεν καταργείται οριστικά η ουνία, ακόμα και να λέμε ότι δεν την αποδεχόμαστε και την απορρίπτουμε (κείμενο της Συνόδου της Κρήτης, «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», παράγραφο 6, «αποκλειομένης πάσης πράξεως προσηλυτισμού, ουνίας»), καθώς και ο διάλογος με τους Προτεστάντες, που πάντα ως τώρα καταλήγει στην υπογραφή από τους εκπροσώπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας κοινών κειμένων που περιέχουν τις αιρετικές δοξασίες των ετεροδόξων.

«Οι διάλογοι δεν σημαίνουν ούτε και θα σημαίνουν ποτέ οποιονδήποτε συμβιβασμό σε ζητήματα πίστεως».

Και τι σημαίνουν τότε οι υπογραφές των κοινών κειμένων από την πλευρά των εκπροσώπων της Ορθόδοξης Εκκλησίας στους διαλόγους στο Μπαλαμάντ το 1991, στο Σαμπεζύ το 1993, στο Πόρτο Αλέγκρε το 2006, στην Ραβέννα το 2007 και στο Πουσάν το 2013, οι οποίες παραβλέπονται και στο σχετικό συνοδικό κείμενο («Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»), το οποίο γράφει σχετικά με τα κείμενα των διαλόγων στην παρ. 21: «Εκτιμά θετικώς τα υπ’ αυτής εκδοθέντα θεολογικά κείμενα, τη σπουδαία συνεργία και ορθοδόξων θεολόγων, τα οποία αποτελούν αξιόλογον βήμα εις την Οικουμενικήν Κίνησιν διά την προσέγγισιν των χριστιανών». Αν οι υπογραφές δεν ισχύουν θα έπρεπε να αναφερθεί ευθέως. Έχουν όμως νόημα και λογική που μπήκαν σε μια τέτοια περίπτωση; Οπωσδήποτε όχι. Αφού υπογράφονται τέτοια αιρετικά κείμενα, τότε πως οι διάλογοι δεν σημαίνουν ούτε και θα σημαίνουν ποτέ οποιονδήποτε συμβιβασμό σε ζητήματα πίστεως;

Εκτός αυτού, η παράγραφος 20 του ίδιου προαναφερθέντος συνοδικού κειμένου αναφερόμενη στις προοπτικές των διαχριστιανικών διαλόγων γράφει αόριστα ότι τις προσδιορίζουν αυτές τα κανονικά κριτήρια «της ήδη διαμεμορφωμένης εκκλησιαστικής παραδόσεως» («Αι προοπτικαί των θεολογικών διαλόγων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά του λοιπού χριστιανικού κόσμου προσδιορίζονται πάντοτε επί τη βάσει των αρχών της ορθοδόξου εκκλησιολογίας και των κανονικών κριτηρίων της ήδη διαμεμορφωμένης εκκλησιαστικής παραδόσεως.»), χωρίς να διευκρινίζει μονοσήμαντα με σαφήνεια ότι αυτά είναι οι ιεροί κανόνες της Παράδοσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας και μόνο. Επιπλέον σημαντική παράλειψη των παραγράφων που αναφέρονται στο ΠΣΕ είναι και ότι, ενώ ως γνωστόν οι διάλογοι σε αυτό, και όχι μόνο, συνοδεύονται από ποικίλες οικουμενιστικές εκδηλώσεις που συνηθίζουν να συμπεριλαμβάνουν κοινές λατρευτικές συνάξεις και συμπροσευχές, όπου συχνά παρευρίσκονται και οι εκπρόσωποι της Ορθόδοξης Εκκλησίας, δεν γράφουν τίποτα που να απαγορεύει τέτοιες πρακτικές σε όσους εκ μέρους της Ορθόδοξης Εκκλησίας μετέχουν σε αυτούς διαλόγους.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία, η ονομασία των ετεροδόξων και η ενότητα μαζί τους ως επιστροφή τους σε Αυτή («Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας…»).

« – Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, όπως αυτή ομολογείται στο Σύμβολο της Πίστεως»

Ενώ όμως αυτό αναφέρεται στην παράγραφο 1 στο σχετικό κείμενο της Συνόδου της Κρήτης, «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», παρακάτω στην παράγραφο 6 γίνεται διάκριση μεταξύ οντολογικής θεωρίας της Εκκλησίας σύμφωνα με την οποία «η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή» και ονοματολογικής (- φαινομενολογικής) θεωρίας της Εκκλησίας σύμφωνα με την οποία ως εκκλησία μπορούν να ονομάζονται μέσα στην ιστορία και οι «μη Ορθόδοξοι Χριστιανοί», δηλαδή οι ετερόδοξοι (γράφει το κείμενο: «η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών»). Αυτή η διάκριση βέβαια δεν μαρτυρείται πουθενά στους δογματικούς Όρους και στους Ιερούς Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων η οικουμενικού κύρους Συνόδων της Εκκλησίας μας, αλλά είναι καινοφανής και προφανώς φιλοσοφικού – ακαδημαικού στοχασμού και εμπνεύσεως, με σκοπό ως λέγεται δια της χρήσεως αυτής της ονομασίας ως τεχνικού όρου να διευκολυνθεί η συνομιλία και επικοινωνία μετά των ετεροδόξων.

Οπότε τίθεται το ερώτημα αν με τέτοια τεχνάσματα και «χατίρια» περιμένουμε να φέρουμε τους ετερόδοξους κοντά στην Ορθοδοξία, καθιστώντας τους εαυτούς μας σοφότερους των αγίων Πατέρων, που συνοδικά μόνο αιρετικούς τους ονόμαζαν. Πολλοί αγίοι Πατέρες βέβαια μεμονωμένα τους ονόμαζαν και αυτοί «εκκλησία» τους ετεροδόξους, αλλά πάντα το έκαναν στηλιτεύοντας ταυτόχρονα με τον πλέον σαφή τρόπο, και όχι πλαγίως και ασαφώς, τις αιρετικές αποκλίσεις τους, χωρίς να χρησιμοποιήσουν ποτέ αυτή την ονομασία στα επίσημα κείμενα των Συνόδων της Εκκλησίας.

«Δεν νοείται αγιότητα του ανθρώπου εκτός του Σώματος του Χριστού, δηλαδή εκτός της Εκκλησίας (Εφ. α 23). Η αγιότητα είναι μετοχή στο μυστήριο της Εκκλησίας και στα ιερά μυστήριά της με επίκεντρο την Θεία Ευχαριστία. Οι άγιοι εικονίζουν την Βασιλεία του Θεού.

Η Εκκλησία είναι μία, η Ορθόδοξη. Κατά τον Μ. Βασίλειο «εις λαός πάντες οι εις Χριστόν ηλπικότες και μία Εκκλησία νυν οι Χριστού, καν εκ διαφόρων τόπων προσαγορεύηται». Η Εκκλησία αναμένει πάντοτε την επιστροφή όλων των ανθρώπων, ετεροδόξων και αλλοδόξων σε Αυτήν».

Το σχετικό κείμενο της Συνόδου της Κρήτης, «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», αναφέρεται σε ενότητα μεταξύ των Χριστιανών (την στιγμή μάλιστα που στην αρχή της παρ. 6 αναφέρεται: «Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας, η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή»). και δεν εξηγεί με σαφήνεια ότι εννοεί την επιστροφή των ετεροδόξων στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία που είναι η Ορθόδοξη. Το κείμενο στην παράγραφο 4 γράφει: «προς αποκατάστασιν της ενότητος μετά των άλλων Χριστιανών εν τη Μια, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία» και, αποφεύγοντας να διευκρινίσει ευθέως αν αυτή είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία, συνεχίζει «ουδόλως τυγχάνει ξένη προς την φύσιν και την ιστορίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλ’ αποτελεί συνεπή έκφρασιν της αποστολικής πίστεως και παραδόσεως, εντός νέων ιστορικών συνθηκών». Θα χρειαζόταν τουλάχιστον να προσθέτει μετά το «παραδόσεως» το «αυτής», δηλαδή να γράφει «συνεπή έκφρασιν της αποστολικής πίστεως και παραδόσεως αυτής», διαφορετικά να γινόταν κάποια άλλη κατάλληλη διόρθωση.

Η αναθεώρηση και διόρθωση των κειμένων – Η μέλλουσα να συνέλθει Πανορθόδοξη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος.

Το κείμενο του φυλλαδίου της τοπικής Εκκλησίας μας ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΑΟ τελειώνει ως εξής:

«Τα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας αποτελούν αντικείμενο εμβαθύνσεως και περαιτέρω μελέτης. Αυτό ισχύει για όλες τις Συνόδους της Εκκλησίας.

Ο θεολογικός διάλογος δεν διακόπτεται. Προϋπόθεση απαραίτητη βεβαίως είναι να διατηρείται αλώβητη η θεολογική αλήθεια και ο διάλογος αυτός να πραγματοποιείται χωρίς φανατισμούς και διαιρέσεις, χωρίς παρασυναγωγές και σχίσματα, τα οποία πληγώνουν την ενότητα της Εκκλησίας».

Τα κείμενα της Κρήτης χρειάζονται εμβάθυνση και μελέτη προς διόρθωση, σε αντίθεση με τα κείμενα των πραγματοποιημένων εδώ και αιώνες και ήδη καθολικά αναγνωρισμένων για την Ορθοδοξία τους Συνόδων, που δεν έχουν ανάγκη της οποιαδήποτε διόρθωσης, και τα μελετούμε και εμβαθύνουμε σε αυτά μόνο και μόνο για να τα κατανοήσουμε και να εφαρμόσουμε τα όσα μας διδάσκουν και ορίζουν καλύτερα.

Άλλωστε ο εισηγητής της ΙΣΙ της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία συνήλθε στις 23-24 Νοεμβρίου 2016, σεβ. Μητροπολίτης Σερρών και Νιγρίτης κ. Θεολόγος είχε τελειώσει την εισήγησή του αναφερόμενος στην αξιολόγηση της Συνόδου της Κρήτης με τους εξής λόγους: «η όποια αξιολογική, με εκκλησιολογικούς, αγιοπνευματικούς και ποιμαντικούς πάντοτε όρους, προσέγγισις της εν Κολυμπαρίω Κρήτης συνελθούσης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, επαφίεται στην νηφαλίως και αδεκάστως ενεργούσαν ιστορίαν και κυρίως στην εγρηγορούσαν και ένθεον συνείδησιν του εκκλησιαστικού Σώματος», ενώ ο σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και αγίου Βλασίου Ιερόθεος είχε προτείνει τα εξής: «επειδή το κείμενο έχει πολλές αντιφατικότητες, αν η Ιεραρχία δεν το απορρίψη, τότε τουλάχιστον πρέπει να επιφυλαχθεί ως προς το περιεχόμενό του και να αποφασίσει να τύχη περαιτέρω επεξεργασίας και αναθεωρήσεως από μια άλλη Σύνοδο, που θα γίνει στο μέλλον.», όπου ανάμεσα στους λόγους που ανάφερε για να υποστηρίξει την θέση του αυτή ήταν και ότι το ίδιο πρότειναν και οι Εκκλησίες της Αντιόχειας, της Σερβίας (βλέπε Παράρτημα, σημείωση 1) και της Ρουμανίας (βλ. Παρ., 2). Βέβαια το ίδιο έχουν προτείνει μαζί με της Αντιόχειας και οι Εκκλησίες της Βουλγαρίας (βλ. Παρ., 3) και Γεωργίας (βλ. Παρ., 4) που και αυτές δεν παρευρέθηκαν στην Σύνοδο της Κρήτης και έχουν εκφράσει συνοδικώς την διαφωνία τους με τα κείμενά της, όπως και η Εκκλησία της Ρωσίας που επίσης δεν έστειλε αντιπροσωπεία εκεί (βλ. Παρ., 5).

Λαμβάνοντας υπόψιν, εκτός τις αναφορές στους λόγους των Μητροπολιτών παραπάνω, και ότι πολλοί ιεράρχες, είτε το έχουν εκφράσει ήδη δημοσίως, είτε όχι, είναι υπέρ της προτάσεως περί της θεωρήσεως της Συνόδου της Κρήτης ως προσυνόδου μιας μελλούσης να συνέλθει Πανορθόδοξης Συνόδου, στην οποία θα παρευρεθούν όλες οι τοπικές Εκκλησίες και εκείνη θα γίνει αποδεκτή από όλους και θα ονομαστεί Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, θα μπορούσαμε μαζί με τις παραπάνω τοπικές Εκκλησίες, που έχουν εκφράσει συνοδικά την συγκεκριμένη τοποθέτηση – πρόταση, να συμπεριλάβουμε και την εν Ελλάδι τοπική μας Εκκλησία. Άλλωστε και η Ιερά Σύνοδο Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος στις 23-24 Νοεμβρίου παρέπεμψε το θέμα της Συνόδου της Κρήτης στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο για εμβάνθυνση, μελέτη και θεολογική αποτίμηση, ενώ και η Διαρκή Ιερά Σύνοδο με την σειρά της εξηγεί μέσω του φυλλαδίου «Προς τον Λαό» ότι η εμβάνθυνση, η περαιτέρω μελέτη των συνοδικών κειμένων και ο θεολογικός διάλογος περί του περιεχομένου τους είναι ακριβώς το ζητούμενο, αν και δεν συνεχίζει για να αναφερθεί ευθέως στα κοινώς γνωστά αμφιλεγόμενα σημεία και τις ασάφειες των κειμένων της Συνόδου της Κρήτης, που χρήζουν βαθιάς κατανόησης και διόρθωσης – αντικατάστασής τους. Το ότι δεν συνεχίζει για να αναφέρει αυτά το «Προς τον Λαό» κείμενο συμβαίνει, ωστόσο, λόγω διάκρισης, θα θέλαμε να το εξηγήσουμε και να δικαιολογήσουμε αυτό, καθώς αυτά πλέον όπως γνωρίζουν οι πάντες αποτελούν σημεία αντιλεγόμενα που οδηγούν σε φορτισμένες συζητήσεις και μπορούν να κλονίσουν δυνατά την ενότητα, την οποία έσπευσε ως πρώτη μέριμνά της η Ιερά Σύνοδος Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος στις 23-24 Νοεμβρίου να διασφαλίσει «τονίζεται η, μετά την ενδελεχή και λεπτομερή ενημέρωση του Σώματος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, επιβεβαίωση της ενότητός Της», αλλά και η Διαρκή Ιερά Σύνοδος προσπαθεί τελειώνοντας το «Προς τον Λαό» κείμενό της να την περιφρουρήσει καλώντας όλους να συνεχίσουν τον θεολογικό διάλογο διατηρώντας απαραίτητα «αλώβητη» την «θεολογική αλήθεια», «χωρίς φανατισμούς και διαιρέσεις, χωρίς παρασυναγωγές και σχίσματα, τα οποία πληγώνουν την ενότητα της Εκκλησίας».

Σημαντικό εδώ είναι να σημειώσουμε ότι στην Εκκλησία της Ελλάδος θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι ως σήμερα, και ευελπιστούμε και στο μέλλον, ο Συνοδικός θεσμός παραμένει ζωντανός και λειτουργεί σε τέτοιο καλό βαθμό, όσο σε ελάχιστες άλλες τοπικές Εκκλησίες, αν όχι καλύτερα από όλες τις άλλες. Αυτό το γεγονός φανερώνεται και από την δήλωση του Μακαριώτατου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου στην ΙΣΙ στις 23-24 Νοεμβρίου: «Η θέση ενός εκάστου εξ ημών στο συνοδικό πολίτευμα δεν είναι διακοσμητική, αλλά οργανική, και ως εκ τούτου βαθύτατα ουσιαστική. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της ζωντανής παρουσίας και ενεργείας του Αγίου Πνεύματος στην ζωή της Εκκλησίας μας είμαι βέβαιος ότι εκζητούντες άπαντες τον φωτισμό του Θεού θα καταθέσουμε υπεύθυνα τις σκέψεις μας, τις προτάσεις μας, την προσωπική μας μαρτυρία…», όπου ο συνοδικός δεσμός εκφράζει την συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας μας «ο πανάρχαιος συνοδικός θεσμός είναι θεσμός με εξαίρετη δυναμική, θεσμός άρρηκτα δεμένος με την συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας μας». Συμπεραίνουμε επομένως αβίαστα ότι και από αυτούς τους λόγους του Αρχιεπισκόπου της τοπικής Εκκλησίας μας συνάγεται αναπόφευκτα ότι μας διδάσκει και η εκκλησιαστική μας παράδοση, ότι δηλαδή η συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας μας είναι αυτή που αποτελεί τον «έσχατο κριτή» επί θεμάτων πίστεως, τα πρώτα και κύρια για τα οποία μεριμνά και αγωνιά η Εκκλησία αγωνιζόμενη ώστε να διαφυλάττει ακέραια και αλώβητη την ορθοδοξία της, η οποία βέβαια συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας μπορεί να εκφράζεται και από μεμονωμένα μέλη της, αλλά και επιβεβαιώνεται τελικώς δια συνοδικών αποφάσεων ορθοδόξων επισκόπων στις συνόδους της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Οι πολύ σωστές συγκεκριμένες αυτές θέσεις του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου «Η θέση ενός εκάστου εξ ημών στο συνοδικό πολίτευμα δεν είναι διακοσμητική, αλλά οργανική» και «ο πανάρχαιος συνοδικός θεσμός είναι θεσμός με εξαίρετη δυναμική, θεσμός άρρηκτα δεμένος με την συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας μας» είναι βέβαια πρόδηλο και μη αμφισβητήσιμο ότι δεν είναι συμβατές και έρχονται σε αντίθεση τόσο με τον κανονισμό, όσο και με τα κείμενα της Συνόδου της Κρήτης. Η πρώτη με τον κανονισμό της περί ψήφου των Προκαθημένων και όχι των υπόλοιπων επισκόπων, ενώ η δεύτερη με την παράγραφο 22 του κειμένου «Σχέσεις της ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»: «Ως μαρτυρεί η όλη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η διατήρησις της γνησίας ορθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον διά του συνοδικού συστήματος, το οποίον ανέκαθεν εν τη Εκκλησία απετέλει την ανωτάτην αυθεντίαν επί θεμάτων πίστεως και κανονικών διατάξεων» (όπου ακολουθεί και αναφορά στον 6 κανόνα της Β’ Οικουμενικής Συνόδου, που αυτός όμως δεν πιστοποιεί αυτό, αλλά την προηγηθέν πρώτη δήλωση της συγκεκριμένης παραγράφου περί καταδίκης κάθε διάσπασης της «ενότητας της Εκκλησίας, υπό ατόμων ή ομάδων, επί προφάσει τηρήσεως ή δήθεν προασπίσεως της γνησίας Ορθοδοξίας», αφού ο κανόνας αναφέρεται στον όποιο «καθυβρίσαντα τους κανόνας, και την εκκλησιαστικήν λυμηνάμενον ευταξίαν», που και το «Προς τον Λαό» κείμενο με αυτή τη τοποθέτηση τελειώνει).

Επομένως οι παραπάνω λόγοι του Μακαριώτατου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου στην ΙΣΙ στις 23-24 Νοεμβρίου, αν και μπορεί να μην ειπώθηκαν με αυτόν το σκοπό, όμως υποδεικνύουν σαφέστατα ένα από τα πρώτα βασικά σημεία των συνοδικών κειμένων στα οποία οφείλουν να γίνουν διορθώσεις, και μάλιστα από αυτό το συγκεκριμένο σημείο θα ήταν δέον να ξεκινούσαν αυτές. Και είναι γι’ αυτό οπωσδήποτε απαραίτητο να συνεχίσει η εμβάνθυνση και η περαιτέρω μελέτη των συνοδικών κειμένων, καθώς και ο θεολογικός διάλογος περί του περιεχομένου τους, όπως προτρέπει το «Προς τον Λαό» κείμενο της Ιεραρχίας μας. Εν κατακλείδι, συμπεριλαμβάνοντας και την εν Ελλάδι Εκκλησία στις τοπικές Εκκλησίες που προτείνουν την περαιτέρω επεξεργασία και αναθεώρηση των κειμένων της Συνόδου της Κρήτης από μια άλλη Σύνοδο στο μέλλον, όπου θα επιτευχθεί η πανορθόδοξη συναίνεση χωρίς την πίεση χρόνου, διαπιστώνουμε τότε ότι η πρόταση αυτή υποστηρίζεται από τις μισές τοπικές Εκκλησίες από όσες που είχαν προσκληθεί στην σύνοδο της Κρήτης (συνολικά δεκατέσσερις).

Αν σε αυτές μάλιστα συνυπολογίσουμε τους Ιεράρχες από τις διάφορες παρούσες στην Σύνοδο τοπικές Εκκλησίες που παρευρέθησαν σε αυτήν αρνούμενοι να υπογράψουν, αλλά και την θέση του Αγίου Όρους, που αντιπροσωπευόταν στην Σύνοδο της Κρήτης (και αν και δεν ψήφιζε, όμως δώθηκε η ευκαιρία στον απεσταλμένο του να εκφράσει θεολογικό λόγο εκ μέρους του Αγίου Όρους), την οποία εξέφρασε στο σχετικό κείμενο της ιεροκοινοτικής επιτροπής του που απευθύνθηκε προς την Ιερά Κοινότητά του στις 26 (η 13) Νοεμβρίου 2016, όπου καταλήγει «Προσβλέπομεν μετ’ ελπίδος εις την περαιτέρω θεολογικήν επεξεργασίαν και πλέον αυθεντικήν διατύπωσιν των συνοδικών κειμένων, ώστε αυτά να ανταποκρίνωνται εις την εκπλήρωσιν της σωτηριώδους αποστολής της Εκκλησίας εις τον σύγχρονον κόσμον», (δηλαδή αυτό σημαίνει ότι και το Άγιο Όρος αυτό ακριβώς προτείνει, την σύγκληση μιάς μέλλουσας Πανορθόδοξης Συνόδου, που θα διορθώσει τα λάθος κείμενα, τις ελλείψεις και ασάφειες της Συνόδου της Κρήτης, πράγμα που μπορεί να κάνει λαμβάνοντας την ήδη διεξαχθείσα Σύνοδο της Κρήτης ως μια απλή προσύνοδο), τότε εύκολα και αβίαστα μπορούμε να συμπεράνουμε προς τα που κλίνει ο ζυγός για το μέλλον της Συνόδου της Κρήτης. Όπου αυτό που δείχνει ο ζυγός είναι δηλαδή, αν οι αποφάσεις της μπορούν να εφαρμοστούν υποχρεωτικά πανορθοδόξως ως έχουν, ή αν δεν μπορούν, και οφείλουν είτε να απορριφθούν, είτε τουλάχιστον να αναθεωρηθούν από μια μέλλουσα Σύνοδο, που θα γίνει χωρίς πίεση χρόνου με πανορθόδοξη παρουσία και συναίνεση όλων των τοπικών Εκκλησιών της ανά τον κόσμο Ορθοδοξίας.

Και από την στιγμή που ο ζυγός αρχίζει να σταθεροποιείται και να λαμβάνει την τελική του ένδειξη, είναι αυτονόητο, ότι τυχών εμμένοντες στις δικές τους θέσεις που αντιτίθενται στην πορεία προς την οποία κλίνει ο ζυγός, δηλαδή οι υπέρμαχοι της αποδοχής και εφαρμογής των αποφάσεων της Συνόδου της Κρήτης υποχρεωτικά ως έχουν, οι οποίοι δεν επιδέχονται αμφισβήτηση των αποφάσεών της και κατ’ επέκταση την διόρθωσή τους από μια νέα όντως Πανορθόδοξη Συνόδου που θα διορθώσει, συμπληρώσει και τελειοποιήσει τα ανώριμα, ελλειπή και ασαφή κείμενα αυτά, και θα τα καταστήσει Ορθόδοξα και αποδεκτά πανορθόδοξα, διατηρώντας αυτοί μια τέτοια στάση, θέτουν την Εκκλησία σε κατάσταση κινδύνου με έντονα ορατό το ενδεχόμενο σχίσματος. Εκεί μπορεί να οδηγήσει αν αποφεύγουν και δεν θέλουν να προσπαθήσουν με ταπείνωση και ειλικρίνεια να αποδεχθούν τις αστοχίες και τα λάθη της Συνόδου της Κρήτης υπέρ του καλού της Εκκλησίας και του θριάμβου της αληθείας. Είθε όμως το τέλος να αποβεί αίσιο με τις πρεσβείες των Αγίων και της Κυρίας Θεοτόκου. Αμήν.

Παράρτημα.

Θέσεις των Ιερών Συνόδων Ορθόδοξων τοπικών Εκκλησιών για την Σύνοδο της Κρήτης:

1. Είναι κοινώς γνωστό ότι μέχρι λίγες μέρες πριν την διεξαγωγή της Συνόδου της Κρήτης, η Εκκλησία της Σερβίας απαιτούσε την αναβολή της και όλοι έως την τελευταία στιγμή περίμεναν ότι δεν θα παρευρεθεί σε αυτή, ενώ το έκτο και τελευταίο κείμενο που ψηφίστηκε δεν το υπέγραψαν 17 από τους 25 της αντιπροσωπείας της, ασχέτως πόσοι από αυτούς δεν το υπέγραψαν για Ορθόδοξους και πόσοι για λάθος λόγους.

2. «τα κείμενα που αποφασίστηκαν στη Κρήτη μπορούν να διαφοροποιηθούν εν μέρει και να αναπτυχθούν από μια μέλλουσα Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας και να τελειοποιηθούν, χωρίς την πίεση του χρόνου, και με την πανορθόδοξη συναίνεση», Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ρουμανίας, 29 Οκτωβρίου 2016.

3. «Η Ιερά Σύνοδος θεωρεί ότι τα κείμενα που υιοθετήθηκαν από τη Σύνοδο της Κρήτης θα πρέπει να υποβληθούν σε περαιτέρω θεολογική εξέταση και συζήτηση, με σκοπό την τροποποίηση, την επιμέλεια, τη διόρθωση και / η την αντικατάστασή τους με άλλα, καινούργια έγγραφα που βρίσκονται εντός του πνεύματος και της παράδοσης της Εκκλησίας», Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Βουλγαρίας, 15 Νοεμβρίου 2016.

4. «Είναι απαραίτητη η διόρθωση σε σημεία η και η πλήρης αντικατάσταση των κειμένων της Συνόδου της Κρήτης. Για τούτο είναι απαραίτητο να μελετήσουν και να εκφράσουν τις θέσεις και ανησυχίες τους θεολόγοι και κληρικοί της Εκκλησίας..», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Γεωργίας, 2 Δεκεμβρίου 2016.

5. «Η δήλωση … ειδικότερα δε καλεί σε υποστήριξη της προτάσεως των Εκκλησιών Αντιοχείας, Γεωργίας, Σερβίας και Βουλγαρίας για την αναβολή της Πανορθοδόξου Συνόδου.… O Αγιώτατος Πατριάρχης Μόσχας και Πασών των Ρωσσιών κ.κ. Κύριλλος στις 16 Ιουνίου απέστειλε μήνυμα στους Προκαθημένους και τα μέλη των αντιπροσωπειών των κατά τόπους Εκκλησιών, των συνελθόντων στην Κρήτη… Αφού τόνισε τη σπουδαιότητα της φωνής της κάθε τοπικής Εκκλησίας και την έλλειψη σύμφωνης γνώμης του Πατριαρχείου Αντιοχείας για να συγκληθεί η Σύνοδος, ο Αγιώτατος Πατριάρχης Κύριλλος σημείωσε ότι η συνάντηση στην Κρήτη δύναται να συμβάλει στην προετοιμασία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, όπου θα συμμετάσχουν όλες οι κοινώς ανεγνωρισμένες κατά τόπους αυτοκέφαλες Εκκλησίες.», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ρωσσίας, 15 Ιουλίου 2016.