Τι εννοεί ο Ναυπάκτου Ιερόθεος: Ο όρος «Εκκλησίες» ως «τεχνικός όρος»

Loading...


Ο όρος «» ως «τεχνικός όρος»

Τώρα τελευταία κατά κόρον έχει υποστηριχθή από µερικούς ότι ενώ η Εκκλησία είναι «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική» και αυτή είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία, οµως µπορούµε να χρησιµοποιήσουµε τον όρο «Εκκλησίες» και για τους ετεροδόξους και στην περίπτωση αυτή πρόκειται για «τεχνικό όρο (terminus technicus)».

Η άποψη αυτή προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση, γιατί δεν γράφεται µόνον σε κείµενα, αλλά υποστηρίζεται και από Επισκόπους και µάλιστα σε Συνοδικά Όργανα, για να υποστηριχθή η απόφαση της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» της Κρήτης ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονοµασίαν των µη ευρισκοµένων εν κοινωνία µετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Οµολογιών».
Φυσικά έχω διαφορετική άποψη, την οποία θα ήθελα να διατυπώσω στο κείµενο αυτό.

1. Τι σηµαίνει «τεχνικός όρος» [1]
«Τεχνικός όρος» (terminus technicus), συµφωνα µε το Λεξικό του Γ. Μπαµπινιώτη, είναι «όρος τον οποίον χρησιµοποιεί µια τέχνη, µια επιστήµη ή µια επαγγελµατική ειδικότητα». Αν ανατρέξουµε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα και στην αναφορά στις ειδικές γλώσσες[2] θα συµπεράνουµε ότι τεχνικός όρος (terminus technicus) είναι ο όρος που χρησιµοποιείται στο πλαίσιο µια τεχνικής γλώσσας, των επιστηµόνων κάθε ειδικότητας, όταν εξετάζουν ζητήµατα της ειδικότητάς τους. Τεχνικός όρος, δηλαδή, είναι ο όρος που χρησιµοποιείται για να περιγραφούν αντικείµενα η έννοιες που είτε δεν έχουν όνοµα στην τρέχουσα χρήση είτε καλύπτουν την ανάγκη να περιγράψουν µε έναν όρο πιο συγκεκριµένο, αποκλείοντας κάθε αµφισηµια, αντικείµενα τα οποία η κανονική γλώσσα (το κοινό λεξιλόγιο) ήδη περιγράφει. Με άλλα λόγια τεχνικός όρος µπορεί να είναι µια νέα δηµιουργηµένη λέξη η µια λέξη υπαρκτή στο κοινό λεξιλόγιο µε πιο συγκεκριµένη σηµασία, λίγο η πολύ διαφορετική από την σηµασία που έχει στο κοινό λεξιλόγιο.

Στην συγκεκριµένη περίπτωση, δηλαδή, στο κείµενο της Μεγάλης Συνόδου, η έκφραση «τεχνικός όρος» σηµαίνει ότι δεν αναγνωρίζεται ότι αυτές οι «Χριστιανικές κοινότητες και οµολογίες» είναι Εκκλησία, αλλά χρησιµοποιείται η λέξη Εκκλησία για τις Χριστιανικές αυτές οµάδες συµβατικά, χάριν συνεννοήσεως µεταξύ µας.
Με βάση τον ορισµο του τεχνικού όρου στον οποίο καταλήξαµε βασιζόµενοι σε υλικό που αντλήσαµε από την Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα,θα µπορούσαµε να επισηµάνουµε τα ακόλουθα σχετικά µε την χρήση του όρου Εκκλησία ως τεχνικού όρου:

Οι τεχνικοί όροι αποτελούν προιόν συµφωνίας µεταξύ των επιστηµόνων, η σηµασία τους προσδιορίζεται µε απόλυτη ακρίβεια και σαφήνεια και χρησιµοποιούνται από τους ειδικούς κάθε τοµεα για λόγους συνεννόησης προκειµένου να αποφευχθή η αµφισηµια. Από την στιγµη οµως που το περιεχόµενο µιάς λέξης τίθεται εν αµφιβόλω και εγείρει συζητήσεις, είναι προφανές ότι η χρήση της δεν προσδιορίζεται µε ακρίβεια και δεν αποτελεί προιόν συµφωνίας, αυτοκαταργείται ως τεχνικός όρος. Οι τεχνικοί όροι εξάλλου καταχωρίζονται σε ειδικά λεξικά ορολογίας και καθιερώνονται. Εποµένως δεν χρησιµοποιούνται ευκαιριακά και συµβατικά χάριν συνεννοήσεως για να εξυπηρετήσουν µια συγκεκριµένη περίσταση. Στην περίπτωση δηλαδή της Μεγάλης Συνόδου, η χρήση της λέξης Εκκλησία και για τις ετερόδοξες οµολογίες προτείνεται για να εξυπηρετήση µια συµβαση και µια ανάγκη επικοινωνίας µε την επίγνωση ότι, στην συγκεκριµένη περίπτωση, καταχρηστικά, χρησιµοποιείται η λέξη µε διαφορετική σηµασία από αυτή στην οποία είχε συµφωνηθή αρχικά. Στην προκειµένη περίπτωση οµως δεν έχουµε να κάνουµε µε τεχνικό όρο, αλλά µε επιλογή µιάς από τις σηµασίες της λέξης.

Πραγµατι, αν ανατρέξουµε στα λεξικά θα παρατηρήσουµε ότι παρατίθενται οι διαφορετικές σηµασίες της λέξης. Ακριβώς αυτός οµως είναι ο σκοπός των λεξικών, να παραθέτουν τις σηµασίες µιάς λέξης και να αποτυπώνουν την χρήση τους µε την παράθεση παραδειγµάτων.

Τα πραγµατα οµως είναι διαφορετικά σε ένα κείµενο. Η σηµασία της λέξης µέσα στο κείµενο δεν µπορεί παρά να προσδιορισθή, όπως µας έχει µάθει η Γλωσσολογία, και συγκεκριµένα η Πραγµατολογία, από το «συµφραστικό πλαίσιο –γλωσσικό και εξωγλωσσικό– της εκφώνησης» [3]. Η σηµασία, δηλαδή, είναι στενά συναρτηµένη µε την περίσταση, τις συνθήκες του χώρου, του χρόνου, του επιδιωκόµενου στόχου κλπ. Εποµένως, η σηµασία της λέξης Εκκλησία στο συγκεκριµένο εκκλησιολογικό κείµενο της Μεγάλης Συνόδου µπορεί να προσδιορισθή µόνο σε σχέση µε άλλα οµόλογα δογµατικά – εκκλησιολογικά κείµενα –ενώ, όπως θα τονισθή πιο κάτω, ο «τεχνικός όρος» χρησιµοποιείται ως ουσιαστικός όρος– και µε εσωτερικά κειµενικά κριτήρια.
Τέλος, δεν µπορούµε να συνδέουµε τον «τεχνικό όρο» µε την αποφατικότητα. Κατ’ αρχήν η έννοια της αποφατικότητας αφορά µόνο τον Θεό, όπως θα πουµε παρακάτω, και δεν µπορούµε ξαφνικά να κάνουµε διεσταλµένη ερµηνεία του αποφατισµου και για τον όρο Εκκλησία, µόνο και µόνο επειδή µας εξυπηρετεί. Εξάλλου, η έννοια του «τεχνικού όρου» βρίσκεται στον αντίποδα της αποφατικής έκφρασης. Η αποφατικότητα αφορά κυρίως την αδυναµια ορισµου και ακριβούς ονοµατοδοσίας. Ο «τεχνικός όρος» αντίθετα αποτελεί απόπειρα ακριβούς, κατά το δυνατόν, προσδιορισµου µιάς έννοιας.
Πάντως, η χρήση «τεχνικός όρος» για τις άλλες Χριστιανικές Οµολογίες στην πραγµατικότητα είναι παραπλανητική και θα εξηγήσω στην συνέχεια τους λόγους που υποστηρίζουν την άποψή µου αυτή.

2. Οι «τεχνικοί όροι» σε οµολογιακά κείµενα
Στον καθηµερινό λόγο και την επικοινωνία µε Χριστιανούς άλλων Οµολογιών χρησιµοποιείται ο όρος Εκκλησία καταχρηστικά και συγκαταβατικά, χάριν µιάς συνεννοήσεως, διότι έτσι αυτοπροσδιορίζονται οι οµάδες αυτές. Ο όρος Εκκλησία χρησιµοποιείται και µε την κοινωνική έννοια (η Εκκλησία του ∆ηµου) και για τις θρησκευτικές και παραθρησκευτικές οµάδες (Εκκλησία του Σατανά).
Στην πρόσφατη επίσκεψή µου στην Αµερική µε πληροφόρησαν ότι περίπου 55.000 «Χριστιανικές» οµάδες αυτοαποκαλούνται «Εκκλησίες». Το ενδιαφέρον δε είναι ότι όλες αυτές οι «Χριστιανικές οµάδες» δεν πληρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις για να γίνουν µέλη του «Παγκοσµίου Συµβουλίου των Εκκλησιών».
Είναι γνωστόν ότι για να γίνη κάποια «Χριστιανική οµάδα» µέλος του «Παγκοσµίου Συµβουλίου Εκκλησιών» πρέπει να υποβάλη αίτηση και να γίνη έρευνα αν πληροί τις προϋποθέσεις για να θεωρηθή µέλος του. Αυτή η διαδικασία διαρκεί ένα µεγάλο χρονικό διάστηµα. Έτσι, όσες οµάδες χρησιµοποιούν τον όρο «Εκκλησία» δεν είναι «Εκκλησίες», απλώς αυτοαποκαλούνται έτσι. Το ότι το κείµενο που εξεδόθη από την «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο» της Κρήτης δεν κάνει αυτήν την διασάφηση-επεξήγηση, αλλά χαρακτηρίζει όλες τις «Χριστιανικές οµάδες» ως «ετερόδοξες Εκκλησίες και οµολογίες» είναι προβληµατικό.

Σε άλλο κείµενό µου, το οποίο κατέθεσα και στα Πρακτικά της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», υποστήριξα ότι η χρήση του όρου Εκκλησία και για τις ετερόδοξες Χριστιανικές Κοινότητες – Οµολογίες, από παλαιούς και συγχρόνους Πατέρας, Επισκόπους και θεολόγους, δεν σηµαίνει ότι µπορεί να θεωρηθή ως δικαιολογία για την χρησιµοποίηση του όρου αυτού και στην απόφαση της Συνόδου της Κρήτης. Και αυτό γιατί πρέπει να γίνη σαφής διασάφηση-επεξήγηση. Άλλο είναι να χρησιµοποιήται ενδεχοµένως η λέξη Εκκλησία καταχρηστικά και συµβατικά για ετερόδοξες οµάδες, αν και δεν πιστεύουµε ότι είναι πραγµατικά µέλη της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, και άλλο είναι να τεθή σε κείµενο της Μεγάλης αυτής Συνόδου, ως δογµατική και κανονική απόφασή της. Όπως είπαµε και παραπάνω, η χρήση και η σηµασία µιάς λέξης προσδιορίζεται ανάλογα µε το συµφραστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται.
Το ερώτηµα είναι καίριο: Η Σύνοδος της Κρήτης είναι Αγία και Μεγάλη Σύνοδος ή όχι; Αν είναι Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, συνέχεια των Οικουµενικών Συνόδων, τότε δεν µπορεί στις αποφάσεις της να χρησιµοποιή τις λέξεις ως υποτιθέµενους «τεχνικούς όρους». ∆εν µπορώ να διανοηθώ ότι οι Πατέρες των Α΄ και Β΄ Οικουµενικών Συνόδων που αποφάσισαν το «Συµβολο της Πίστεως» θα µπορούσαν να χρησιµοποιήσουν «τεχνικούς όρους», ή οι µετέπειτα Πατέρες των άλλων Οικουµενικών Συνόδων που αποφάσισαν για χριστολογικά θεµατα θα µπορούσαν να χρησιµοποιήσουν «τεχνικούς όρους». Τέτοιες απόψεις είναι απαράδεκτες από κάθε πλευράς.

Οι Οικουµενικές Σύνοδοι, ως γνωστόν, έδωσαν µάχες για την ακριβή χρήση των λέξεων – όρων που αφορούσαν δογµατικά ζητήµατα. Για κανέναν λόγο δεν µπορεί ένας σοβαρός άνθρωπος να υποστηρίξη ότι η Σύνοδος της Κρήτης είναι Αγία και Μεγάλη Σύνοδος και οµως ταυτόχρονα µε συνείδηση των Ιεραρχών – θεολόγων να περιλαµβάνη στις αποφάσεις της «τεχνικούς όρους» και µάλιστα σε σοβαρά εκκλησιολογικά θεµατα, τα οποία ταυτόχρονα είναι Χριστολογικά θεµατα.
Πάντως, η αντίληψη του όρου «εκκλησία» ως «τεχνικού όρου» παραπέµπει και στην πολιτική υστεροβουλία των µονοθελητών, οι οποίοι ενώ µιλούσαν για το ένα θέληµα του Χριστού, βεβαίωναν τον άγιο Μάξιµο ότι δεν εννοούν ένα θέληµα στον Χριστό για αµφότερες τις φύσεις Του, αλλά το γράφουν έτσι για να ηρεµήση ο κοσµος και να ειρηνεύση η οικουµένη… Του λοιπού προωθούσαν το ένα θέληµα µε την ελπίδα εγκόλπωσης των µονοφυσιτών στην αυτοκρατορική Εκκλησία.

Η συσχέτιση µε το σηµερα είναι προφανής. Από την µια ο όρος Εκκλησία χρησιµοποιείται δήθεν ως «τεχνικός όρος», χωρίς να σηµαίνη απόδοση εκκλησιαστικότητας στους ετεροδόξους, ενώ από την άλλη στην συζήτηση µέσα στην ίδια την Σύνοδο της Κρήτης για τους µεικτούς γαµους, θεµελιωνόταν το έγκυρο του βαπτίσµατος των ετεροδόξων και συναφώς της απόδοσης εκκλησιαστικότητας στις κοινότητές τους. Αυτό το θεµα θα το δούµε πιο κάτω.

3. Το πραγµα και το όνοµα, ως προς τον όρο Εκκλησία Εκκλησίες
Για να υποστηριχθή ότι ο όρος Εκκλησία είναι «τεχνικός όρος», επιστρατεύθηκε το επιχείρηµα ότι στην πατερική παράδοση υφίσταται διάκριση µεταξύ του πραγµατος και των ονοµάτων (όρων-λέξεων), όπως φαίνεται στην αντιµετώπιση των θεωριών του Ευνοµίου από τους Πατέρας της Εκκλησίας.
Το ότι οι όροι δεν περιγράφουν την φύση των πραγµάτων είναι κοινός πατερικός τόπος για όλα τα πραγµατα και µάλιστα ακόµα και τα κτιστά. Συνεπώς η όποια αποφατικότητα –χρησιµοποιώντας εδώ αυτόν τον εντελώς αδόκιµο όρο– αφορά όλα τα πραγµατα, τα οποία στο σύνολό τους γνωρίζονται από τις ενέργειές τους, ενώ η φύση τους παραµένει άγνωστη. Εποµένως, η όλη εισαγωγή της καππαδοκικής επιχειρηµατολογίας περισσότερο χρησιµοποιείται ρητορικά µε σκοπό να ρίξη τον «λίθο του αναθέµατος» στους µη δεχοµένους τον όρο Εκκλησία για τους ετεροδόξους παρά για να κοµίση ένα θεολογικό επιχείρηµα.

Είναι αλήθεια ότι ο Ευνόµιος, ο οποίος «έδωσε λογικό ορισµο στην διαλεκτική του Αετίου», κατά τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκι, κήρυττε ότι ο Θεός είναι απλούς και αµέριστος, και µοναδικό στοιχείο της απλής ουσίας του είναι η αγεννησία, η οποία τον καθορίζει. Η τέλεια απλότητα του Θεού συνεπαγόταν την ταύτιση.Έτσι, ταύτιζε την ουσία µε την ενέργειά Του. Επίσης, δίδασκε ότι λόγω της απλότητος του Θεού και εµεις γνωρίζουµε το παν για τον Θεό, όπως γνωρίζει ο Θεός τον εαυτό Του. «Ο Θεός περί της εαυτού ουσίας ουδέν πλέον ηµων επίσταται, ουδέ έστιν αύτη µάλλον µεν εκείνω, ήττον δε ηµιν γινωσκοµένη». Ο Μέγας Βασίλειος κατ’ αρχάς και στην συνέχεια ο άγιος Γρηγόριος
Νύσσης, όπως και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και οι µεταγενέστεροι Πατέρες οµιλούσαν για την αδιαίρετη διάκριση µεταξύ ουσίας και ενεργείας στον Θεό, και υποστήριζαν ότι εµεις γνωρίζουµε τον Θεό από τις ενέργειές Του, αγνοοούµε δε παντελώς την ουσία Του. Επίσης υπεστήριζαν ότι ο Θεός είναι πολυώνυµος ως προς τις ενέργειές Του και ανώνυµος ως προς την ουσία Του. Εµεις δίνουµε ονόµατα στον Θεό από τις ενέργειές Του, αλλά εκφράζοντας τον αποφατισµο αφαιρούµε ονόµατα. Έτσι, δεν ταυτίζονται τα ονόµατα του Θεού µε την φύση Του και αυτόν τον Θεό.

Ο άγιος ∆ιονύσιος ο Αρεοπαγίτης το εξέφρασε καθαρά, όταν έλεγε ότι ο Θεός έχει ονόµατα, ήτοι είναι αγαθός, ζωή, σοφία, δύναµη και όλα όσα ανήκουν στην νοητή θεωνυµια, αλλά είναι Τριάδα υπερούσια, υπέρθεη, υπεράγαθη. Ο Θεός είναι φως, αλλά και γνόφος, οράται αλλά είναι και αόρατος, θεάται υπέρ νόησιν και υπέρ αίσθησιν.
Γενικά οι Πατέρες δίδαξαν ότι υπάρχουν τα ρηµατα, ήτοι οι λέξεις, και τα νοήµατα, ήτοι το περιεχόµενο των λέξεων. ∆εν ταυτίζονται τα ρηµατα µε τα νοήµατα και η εµπειρία δεν µπορεί να εκφρασθή απολύτως µε τα ρηµατα και τα νοήµατα.
Πάντως, οι Πατέρες χρησιµοποιούσαν τα κτιστά ρηµατα και νοήµατα που συναντούσαν στο περιβάλλον για να διατυπωθή η θεοπτική εµπειρία τους, αλλά δίδασκαν ότι όταν ο θεόπτης φθάση στην εµπειρία, τότε καταργούνται και τα ρηµατα και τα νοήµατα, γιατί η θεοπτική εµπειρία γίνεται εν Χάριτι υπέρ νόησιν και υπέρ αίσθησιν. Αυτά είναι τα άρρητα ρηµατα του Αποστόλου Παύλου, που καταγράφονται µε ρητά ρηµατα και νοήµατα.

Αυτή είναι η βασική αρχή της καταφατικής και αποφατικής θεολογίας, αφού ο Θεός οράται αοράτως και ακούγεται ανηκούστως και µετέχεται αµεθέκτως και πολλαπλασιάζεται απολλαπλασιάστως.
Οµως αυτό που γίνεται στην θεοπτική εµπειρία και αναφέρεται στον Τριαδικό Θεό, δηλαδή στην θεολογία, δεν µπορεί να εφαρµοσθή για την περιγραφή του γεγονότος της Εκκλησίας. ∆εν µπορούµε να ισχυριζόµαστε ότι η διδασκαλία των Καππαδοκών Πατέρων, οι οποίοι αντιτάχθηκαν στις αιρετικές απόψεις του Ευνοµίου, εφαρµόζεται για την περιγραφή του γεγονότος της Εκκλησίας.
Όποιος επιµένει σε αυτό διαπράττει το θεολογικό σφαλµα να µη κάνη διάκριση µεταξύ θεολογίας και οικονοµίας, και κατ’ επέκταση µεταφέρει ο,τι ισχύει στον Τριαδικό Θεό στην Εκκλησιολογία, δηλαδή την οικονοµια. Ο Υιός και Λόγος του Θεού µε την ευδοκία του Πατρός και την συνέργεια του Αγίου Πνεύµατος προσέλαβε ανθρωπίνη φύση και ένωσε το άκτιστο µε το κτιστό, το αθάνατο µε το θνητό, ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως και αχωρίστως.

Έπειτα, οι ενέργειες του Θεού παραπέµπουν σε συγκεκριµένα πραγµατα, οπότε δεν δηλώνονται διά κενών ονοµάτων που αλλάζουν ευκαίρως ακαίρως, λόγω της ανυπαρξίας του πραγµατος το οποίο δηλώνουν. Τίθενται, λοιπόν, πολλά ερωτήµατα: Το όνοµα Εκκλησία στους Ορθοδόξους, παραπέµπει η όχι στο πλήρωµα των ακτίστων θείων ενεργειών του σωµατος του Θεανθρώπου Χριστού; Οι ετερόδοξες οµάδες, χαρακτηριζόµενες µε τον όρο Εκκλησίες, παραπέµπουν η όχι για εµας τους Ορθοδόξους στην κοινωνία θεώσεως που εκπορεύεται από το Θεανθρώπινο Σωµα του Χριστού; Οι ετερόδοξες οµάδες, χαρακτηριζόµενες µε τον όρο Εκκλησίες, παραπέµπουν η όχι για εµας τους Ορθοδόξους στο πλήρωµα της αλήθειας; Είναι η δεν είναι διγλωσσία και θεολογική διπλωµατία, ένα όνοµα που οι Ορθόδοξοι χρησιµοποιούν για να παραπέµπη σε συγκεκριµένο σηµαινόµενο, να χρησιµοποιήται µε άλλο σηµαινόµενο για άλλες θρησκευτικές οµάδες; Πόσο διαφέρει αυτό από την πολιτική των µονοθελητών, οι οποίοι µε την ίδια έκφραση «το ένα θέληµα στο Χριστό» διαβεβαίωναν τους ορθόδοξους ότι ένα θέληµα σηµαίνει συµπτωση δυό φυσικών θεληµάτων (άρα δύο φύσεων) και στους µονοφυσίτες άφηναν να εννοηθή ότι ένα θέληµα προφανώς παραπέµπει σε µια φύση στον Χριστό; Όλα αυτά τα ερωτήµατα είναι καίριας σηµασίας και σπουδαιότητας.

Οι Πατέρες µιλούν για την αλήθεια των πραγµάτων και διακηρύττουν στους διαφωνούντες ότι δεν θα ζυγοµαχήσουν για τις λέξεις και τα ονόµατα αν συµφωνήσουν για την αλήθεια των πραγµάτων. Η επιµονή στις λέξεις δεν αφορά κάποια απόδοση σταθερής και αµετάβλητης αλήθειας στα ονόµατα, όπως σοφιστικά ρίπτεται ο «λίθος του αναθέµατος» στους επιµένοντες ότι οι ετερόδοξοι δεν είναι Εκκλησία. Αφορά την ρητή απαίτηση να συµφωνούν άπαντες οι συµµετέχοντες στην Σύνοδο, ότι όταν τίθεται µια λέξη για να περιγράψη µια πραγµατικότητα κατανοείται από όλους µε τον ίδιο τρόπο.
Άλλωστε, όλοι οι δογµατικοί αγώνες πάνω στην ορολογία αφορούσαν ακριβώς το να συµφωνήσουν άπαντες στα πραγµατα. Κλασσικό παράδειγµα η Ε’ Οικουµενική Σύνοδος, στην οποία τίθενται όλες οι ασφαλιστικές δικλείδες προκειµένου γλωσσικά ο όρος της Χαλκηδόνας να νοηθή ορθοδόξως και όχι νεστοριανικώς η µονοφυσιτικώς. Χρησιµοποιούνται λέξεις και ορολογία, οι οποίες δεν εκφράζουν όλες τις χριστιανικές παραδόσεις, αλλά τίθενται τόσες επεξηγηµατικές προτάσεις, ώστε να αποκλείωνται παρερµηνείες από οποιοδήποτε µέρος της Συνόδου. Αυτό δεν έγινε στο κείµενο της Συνόδου της Κρήτης.

Εποµένως, ο όρος, η λέξη κωδικοποιεί, οριοθετεί, όσο είναι δυνατόν, την άρρητη εµπειρία και αυτό δεν είναι ούτε απλό ούτε ασήµαντο ούτε τυχαίο. Το γεγονός ότι ο όρος δεν ταυτοποιεί, αλλά περιγράφει, δεν τον καθιστά άχρηστο ούτε µας νοµιµοποιεί να τον χρησιµοποιούµε όπως θέλουµε η όπως µας εξυπηρετεί κάθε φορά, γιατί απλούστατα έτσι δεν µπορούµε να συνεννοηθούµε. Και η συνεννόηση, ως γνωστόν, είναι κάτι πολύ σηµαντικό. Εκτός αν επιδιώκουµε το αντίθετο, δηλαδή θέλουµε να συσκοτίσουµε τα πάντα ώστε να καταστήσουµε την συνεννόηση δύσκολη και προβληµατική και µέσα στην γενικότερη σύγχυση που θα προκαλέσουµε, να προωθήσουµε τα σχέδια µας. 4. Ορισµος, αποφατισµος και ετεροπροσδιορισµος
Συνέχεια του προηγουµένου είναι ότι το θεµα του «τεχνικού όρου» για την Εκκλησία συνδέθηκε από µερικούς και µε άλλα εκκλησιολογικά θεµατα, που αφορούν τον ορισµο ή τον αποφατισµο της Εκκλησίας και τον ετεροπροσδιορισµο ή τον αυτοπροσδιορισµο των άλλων Χριστιανικών Οµολογιών. Γι’ αυτό πρέπει να εξετασθή το θεµα του ορισµου της Εκκλησίας σε σχέση µε την αποφατικότητα και τον ετεροπροσδιορισµο ή αυτοπροσδιορισµο.

Ως προς το θεµα του ορισµου, πρέπει να σηµειωθή ότι τα παλαιότερα δογµατικά εγχειρίδια, που είχαν επηρεασθή από σχολαστικές παραδόσεις, έδιναν έναν ορισµο για την Εκκλησία, περίπου ως εξής: η Εκκλησία είναι το σύνολο των ανθρώπων που πιστεύουν στον Χριστό, που οµολογούν ότι ο Ιησούς Χριστός είναι η Κεφαλή της, είναι ο Θεός και Κύριός τους, που έχουν την ίδια πίστη και οµολογία, που αγιάζονται διά των αγίων Μυστηρίων, που κατευθύνονται προς σωτηρία από τους Ποιµένες, οι οποίοι έχουν αδιάκοπη αποστολική διαδοχή κλπ.
Έχει οµως παρατηρηθή ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας απέφυγαν να δώσουν τέτοιους ορισµούς για την Εκκλησία, αλλά έκαναν περιγραφές, χρησιµοποίησαν εικόνες, όπως έκανε και ο Χριστός µε τις παραβολές Του (π.χ. οικία, γαµος, ποίµνη, αµπελος, κλπ.). Αυτό κάνει µερικούς να υποστηρίζουν ότι δεν µπορούµε να δώσουµε ορισµο για την Εκκλησία, αλλά να χρησιµοποιήσουµε µόνον εικόνες.

Οµως αυτό δεν µπορεί να χρησιµοποιηθή ως επιχείρηµα για τον όρο Εκκλησία, ως το Σωµα του Χριστού. Η έκφραση ότι η Εκκλησία είναι Σωµα Χριστού δεν είναι εικόνα. Το Σωµα δεν είναι εικόνα, αλλά πραγµατικότητα. Ο Χριστός µε την ενανθρώπησή Του δεν προσέλαβε …εικόνα, αλλά την ανθρώπινη φύση, δηλαδή σαρκώθηκε: «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ηµιν. και εθεασάµεθα τον δόξαν αυτού, δόξαν ως µονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας» (Ιω. α΄, 14). Οι τρεις Μαθητές επάνω στο Όρος Θαβώρ, δεν είδαν την δόξα µιάς εικόνας, αλλά την δόξα του τεθεωµένου Σωµατος του Χριστού. Ο Απόστολος Παύλος πορευόµενος προς ∆αµασκό είδε τον Χριστό µέσα στην δόξα Του, δεν είδε τον άσαρκο Λόγο, αλλά τον σεσαρκωµένο Λόγο. Γι’ αυτό στις επιστολές του συνεχώς έγραφε ότι ο Χριστός είναι η κεφαλή του Σωµατος της Εκκλησίας.
Θα παραθέσω µερικά χωρία: «Και αυτόν έδωκε κεφαλήν υπέρ πάντα τη εκκλησία, ήτις εστί το σωµα αυτού, το πλήρωµα του τα πάντα εν πάσι πληρουµένου» (Εφ. α΄, 22-23). «Και αυτός εστιν η κεφαλή του σωµατος, της εκκλησίας» (Κολ. α΄, 18). «Ανταναπληρώ τα υστερήµατα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί µου υπέρ του σωµατος αυτού, ο εστιν η εκκλησία» (Κολ. α΄, 24). Το «εστίν» είναι απόλυτο και καθοριστικό και δεν αφήνει δυνατότητα άλλης ερµηνείας, ότι πρόκειται περί εικόνος.

Επίσης, ο Απόστολος Παύλος γράφει ότι όσοι ειµαστε Χριστιανοί βαπτισθήκαµε στο ένα σωµα του Χριστού: «Και γαρ εν ενί Πνεύµατι ηµεις πάντες εις εν σωµα εβαπτίσθηµεν» (Α’ Κορ. ιβ΄, 13), και γι’ αυτό ανήκουµε στο ένα σωµα του Χριστού: «οι πολλοί εν σωµα εσµεν εν Χριστώ οι δε καθ’ εις αλλήλων µέλη» (Ρωµ. ιβ’, 5).
Είναι χαρακτηριστικό το ότι ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστοµος, ο οποίος θεωρείται ως ο καλύτερος ερµηνευτής των επιστολών του Αποστόλου Παύλου, συνεχίζει την ίδια θεολογική σκέψη µε εκείνον. Σε οµιλίες του γράφει: «Η Εκκλησία σωµα εστιν, οφθαλµον έχει, και κεφαλήν έχει»[4]. Σε άλλη οµιλία γράφει: «Το πλήρωµα του Χριστού η Εκκλησία και πλήρωµα του σωµατος κεφαλή»[5].
Στο σηµείο αυτό θα µπορούσα να παραθέσω πληθώρα και άλλων πατερικών χωρίων που κάνουν λόγο για το ότι η Εκκλησία είναι το Σωµα του Χριστού, το οποίο προσέλαβε από την Υπεραγία Θεοτόκο, και το θέωσε αµα τη προσλήψει. Θα αρκεσθώ, οµως, σε ένα χωρίο του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου από την προς Εφεσίους επιστολή του, στο οποίο κάνει λόγο για την Εκκλησία, η οποία είναι εγκεκραµένη µε τον Χριστό: «πόσο µάλλον υµας µακαρίζω τους ενκεκραµένους αυτώ (τω επισκόπω) ως η εκκλησία Ιησού Χριστώ, και ως ο Ιησούς Χριστός τω πατρί, ίνα πάντα εν ενότητι η» (Εφεσ., 5).

Είναι φανερό ότι ο Χριστός δεν είναι κεφαλή µιάς εικόνος του σωµατος, αλλά είναι κεφαλή του πραγµατικού Σωµατος που προσέλαβε από την Υπεραγία Θεοτόκο, και η Εκκλησία δεν είναι η εικόνα του σωµατος που έχει µια ανυπόστατη κεφαλή. Ο Χριστός σαρκώθηκε και είναι κεφαλή του πραγµατικού σωµατος και δεν αποσαρκώθηκε µετά την Ανάστασή Του, γιατί οι δύο φύσεις, θεία και ανθρωπίνη, ενώθηκαν ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως και αχωρίστως. Εµεις, µε το Βάπτισµα και το Χρισµα γινόµαστε µέλη του Σωµατος του Χριστού και γι’ αυτό µέλη της Εκκλησίας και δεν ειµαστε µέλη µιάς εικόνος του σωµατος!
Όταν κοινωνούµε δεν τρωµε την …εικόνα και την περιγραφή του Σωµατος, αλλά το πραγµατικό Σωµα του Χριστού. Ο ίδιος ο Χριστός είπε: «Λάβετε φάγετε τούτό εστι το σωµα µου» (Ματθ. κς΄ , 26) και «η γαρ σαρξ µου αληθώς εστι βρώσις, και το αιµα µου αληθώς εστι πόσις. ο τρώγων µου την σάρκα και πίνων µου το αιµα εν εµοι µένει, καγώ εν αυτώ» (Ιω. στ΄, 54-56).
Μέσα σε αυτήν την προοπτική ο Απόστολος Παύλος θα οµολογήση: «Ταύτά σοι γράφω ελπίζων ελθείν προς σε τάχιον· εάν δε βραδύνω, ίνα ειδής πως δεί εν οίκω Θεού αναστρέφεσθαι, ήτις εστίν εκκλησία Θεού ζώντος, στύλος και εδραίωµα της αληθείας» (Α΄ Τιµ. γ΄ , 14-15). Η Εκκλησία δεν είναι περιγραφικός όρος, αλλά το Σωµα του Χριστού, είναι Εκκλησία ζώντος Θεού, στύλος και εδραίωµα της αληθείας.

Από την αποκαλυπτική διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου εξάγεται ότι «εις Κύριος, µια πίστις, εν βάπτισµα» (Εφ. δ΄ , 5), δηλαδή ένας είναι ο Κύριος, µια είναι η κεφαλή της Εκκλησίας, της Μιάς Εκκλησίας, µια πίστη, ένα Βάπτισµα. Ως προς το θεµα του αποφατισµου, θεωρώ ότι είναι θεολογικά απαράδεκτο να µεταφέρωνται τα περί αποφατισµου ως προς τον Τριαδικό Θεό, και κυρίως στα ενδότερα του Τριαδικού Θεού (Θεολογία) στο µυστήριο της Εκκλησίας (οικονοµια), που είναι το πραγµατικο Σωµα του Χριστού, το οποίο προσέλαβε ο Χριστός από την Υπεραγία Θεοτόκο, µε την ενανθρώπηση, και του οποίου Σωµατος ειµαστε µέλη –και δεν ειµαστε µέλη της εικόνος του σωµατος– και το οποίο τεθεωµένο Σωµα του Χριστού κοινωνούµε στο µυστήριο της θείας Λειτουργίας και γινόµαστε σύσσωµοι και σύναιµοι Αυτού.

Αν ο όρος Εκκλησία είναι περιγραφικός όρος, και δεν είναι το Σωµα του Χριστού, αλλά η εικόνα του Σωµατος του Χριστού, τότε όταν λειτουργούµε παίζουµε θέατρο!
Πίσω από την εντελώς αδόκιµη θεωρία περί αποφατικότητας στην διατύπωση του τι είναι Εκκλησία ευδοκιµει σαφώς η πολιτική προσπάθεια απόδοσης εκκλησιαστικότητας στους ετεροδόξους. Το ατυχές είναι, όπως έγραψα και σε προηγούµενο άρθρο µου, ότι µε αυτήν την θεωρία της αποφατικότητας προωθείται επακριβώς η προτεσταντική θεολογία των Μεταρρυθµιστών, οι οποίοι µιλούσαν αφ’ ενός µεν για την αόρατη εκκλησία που γνωρίζει µόνο ο Θεός και συµπεριλαµβάνει Ρωµαιοκαθολικούς, Προτεστάντες και όποιους άλλους θέλει ο Θεός, αφ’ ετέρου δε για την ορατή εκκλησία, η οποία είναι διασπασµένη.

Ως προς το θεµα του ετεροπροσδιορισµου, η άποψη ότι µια χριστιανική κοινότητα δεν ετεροπροσδιορίζεται αλλά αυτοπροσδιορίζεται, ειδικά όταν πρόκηται για τις σχέσεις της µε άλλες κοινότητες, θέλει να µας πη ότι η κάθε κοινότητα µπορεί να χρησιµοποιή όποιον όρο θέλει, προκειµένου να προσδιορίση την εκκλησιολογική της ταυτότητα. Αυτό είναι προφανές. Ωστόσο, όταν οµιλούµε περί ενός δογµατικού όρου µιάς Συνόδου, ο οποίος θέλει να προσδιορίση την σχέση δυό πραγµάτων (Ορθοδόξων και Ετεροδόξων), η συγκεκριµένη άποψη περί «µη ετεροπροσδιορισµου» καταργεί κάθε έννοια λογικής σύγκρισης των πραγµάτων, αφού σε δυό συγκρινόµενα πραγµατα προφανώς και καταρτίζονται οι οµοιότητες και οι διαφορές των πραγµάτων, προκειµένου να φανερωθή η ιδιαιτερότητα του κάθε πραγµατος.
Όλη η ιστορία των Τριαδολογικών και Χριστολογικών όρων στις Συνόδους αφορούσε την εξήγησή τους και την άρνηση των Ορθοδόξων να προσλάβουν οι όροι το περιεχόµενο που τους απέδιδαν οι αιρετικοί.

Η ερµηνεία του οµοουσίου από τους Πατέρες αφορούσε τον αποκλεισµο της µοναρχιανής (τροπικής η δυναµικής) ερµηνείας του οµοουσίου και τον αποκλεισµο της τριθειτικής ερµηνείας του οµοουσίου.
Η ερµηνεία της µιάς υποστάσεως εν δύω φύσεσι για την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, αφορούσε είτε τον αποκλεισµο της νεστοριανής ερµηνείας της συµπτωσης δυό υποστάσεων σε ένα πρόσωπο, κατά το πρότυπο της ηθικής ένωσης, είτε τον αποκλεισµο της µονοφυσιτικής ερµηνείας ως συγχώνευσης των δυό φύσεων του σαρκωθέντος Λόγου σε µια φύση και µια υπόσταση.
Με βάση την λογική του µη ετεροπροσδιορισµου, θα έπρεπε οι Πατέρες της Εκκλησίας να µην προσδιορίζουν ως αιρετικές τις διδασκαλίες των αιρετικών κατά την κατάρτιση των συνοδικών όρων αναφορικά µε την Αγία Τριάδα και τον Χριστό.

Φυσικά, η όλη λογική του «µη ετεροπροσδιορισµου» βασίζεται στην παντελώς αντορθόδοξη άποψη ότι κανείς δεν θα αποφανθή περί του ποιος είναι Εκκλησία και ποιος δεν είναι. Το ερώτηµα είναι σαφές: Τι διαφορετικό έλεγαν οι προτεστάντες Μεταρρυθµιστές, όταν έκαναν λόγο για αόρατη εκκλησία που συµπεριλαµβάνει άπαντες: Ρωµαιοκαθολικούς, Προστεστάντες, Ορθοδόξους και λοιπούς Χριστιανούς, τους οποίους ο Θεός γνωρίζει, ενώ οι ορατές εκκλησίες είναι διασπασµένες; Με την ευκαιρία αυτή πρέπει να υπενθυµίσω την απόφαση της Α’ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου ∆ιασκέψεως (Σαµπεζύ 21-28 Νοεµβρίου 1976), στην οποία καθορίσθηκε η θεµατολογία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Μεταξύ των εκατό (100) περίπου θεµάτων που καθορίσθηκαν στην Α’ Πανορθόδοξη ∆ιάσκεψη της Ρόδου (1961) επέλεξαν τα γνωστά δέκα (10) θεµατα για την Ηµερησία ∆ιάταξη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.
Οµως, στην ίδια απόφαση γράφεται ότι από τα άλλα προταθέντα θεµατα εκείνα που συγκέντρωσαν την προτίµηση κατά δεύτερη προτεραιότητα είναι τέσσερα θεµατα, ήτοι «αι πηγαί της Θείας Αποκαλύψεως, έννοια της Εκκλησίας, κωδικοποίησις ιερών Κανόνων και κανονικών διατάξεων, Οικονοµια και ακρίβεια». Σηµειώνεται δε στην απόφαση ότι τα θεµατα αυτά «παραπέµπονται εις την ιδιαιτέραν µελέτην των επί µέρους Εκκλησιών, προκειµένου ίνα ενδεχοµένως τύχωσι µελλοντικής διορθοδόξου εξετάσεως».

Αυτό σηµαίνει ότι τα θεµατα για την έννοια της Εκκλησίας, όπως και για την οικονοµια και την ακρίβεια, στον τρόπο εισδοχής των ετεροδόξων στην Ορθόδοξη Εκκλησία έπρεπε να µελετηθούν από τις επιµέρους Εκκλησίες, ώστε να συζητηθούν σε µια άλλη Σύνοδο, µετά την Αγία και Μεγάλη. Οµως, ποτέ δεν έγινε αυτό, τουλάχιστον για την δική µας Εκκλησία. Εποµένως, δεν υπάρχει απόφαση της Εκκλησίας µας για τους ετεροδόξους σε σχέση µε την Εκκλησία µας. Αυτό σηµαίνει ότι τα περί ετεροπροσδιορισµου πρέπει να λυθούν Συνοδικώς.
Τελικά, είναι απαράδεκτα από ορθοδόξους πλευράς τα όσα λέγονται περί ορισµου και αποφατισµου της Εκκλησίας, η οποία οµως είναι Σωµα Χριστού και κοινωνία θεώσεως, και τα όσα λέγονται περί µη ετεροπροσδιορισµου των εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας Χριστιανών, οι οποίοι έχουν αποµακρυνθή από την πίστη και την ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

5. Ο “τεχνικός όρος” χρησιµοποιείται ως ουσιαστικός όρος
Επανερχόµενος στον λεγόµενο «τεχνικό όρο» για τις Χριστιανικές Οµολογίες ως «Εκκλησίες», θέλω να παρατηρήσω ότι καίτοι µερικοί χρησιµοποιούν τον όρον αυτό στους ετεροδόξους ως δήθεν «τεχνικό όρο», εν τούτοις στην πραγµατικότητα αντιφάσκουν στους εαυτούς τους και αποδίδουν ουσιαστικό περιεχόµενο στον όρο, οπότε στην ουσία δεν τον θεωρούν «τεχνικό όρο». Αυτό θα τεκµηριωθή στα επόµενα.
Είναι γνωστόν ότι ο Μέγας Αθανάσιος στον αγώνα του να πείση τους Οµοιουσιανούς να αποδεχθούν την Σύνοδο της Νικαίας του 325, έστω χρησιµοποιώντας άλλη ορολογία, έγραφε: «Ειπάτωσαν και φρονείτωσαν απλούστερον µεν και αληθώς τον Υιόν φύσει Υιόν…». ∆ηλαδή, έκανε διάκριση, όπως φαίνεται και σε άλλα κείµενά του, µεταξύ ρηµάτων και πραγµάτων, ρητού και νού-διάνοιας του ρητού. Έγραφε: «Ου γαρ αι λέξεις την φύσιν παραιρούνται, αλλά µάλλον η φύσις τας λέξεις εις εαυτήν µεταβάλλει».

Στην προκειµένη οµως περίπτωση που µελετάµε το θεµα της Εκκλησίας, δεν είναι µόνον η λέξη Εκκλησία που χρησιµοποιείται ως “τεχνικός όρος”, αλλά και στην χρήση του νοήµατος, του πραγµατος στο οποίο αναφέρεται η λέξη αυτή, αφού στον όρο «Εκκλησίες», όπως θα αποδείξουµε παρακάτω, δίνεται εκκλησιαστικότητα. Εποµένως δεν ισχύει το επιχείρηµα της διακρίσεως ονοµάτων και πραγµάτων στον όρο Εκκλησία. Θεωρώ ότι προσωπική συνείδηση εκείνων που υποστηρίζουν ότι η χρησιµοποίηση του όρου «ετερόδοξες Εκκλησίες» είναι «τεχνικός όρος», είναι ότι στην ουσία δεν είναι «τεχνικός όρος», αλλά αποδίδεται σε αυτές τις οµάδες εκκλησιαστικότητα.

∆εν µπορεί διαφορετικά να εξηγηθή ότι στις συζητήσεις που γίνονταν στην Σύνοδο της Κρήτης υποστηριζόταν το «έγκυρο και υποστατό του Βαπτίσµατος των ετεροδόξων», ότι οι δυτικές «Εκκλησίες» έχουν µυστήρια, ότι µε την απόσχισή τους από την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έγινε τίποτε σπουδαίο, αφού «εσχίσθησαν» οι Εκκλησίες µεταξύ τους, ήτοι η Ορθόδοξη Ανατολική µε την Εκκλησία της Ρωµης, όπως «σχίζεται ένα ράσο σε δύο κοµµάτια, αλλά παρά ταύτα παραµένει ράσο»!! ∆εν είναι λογικό, αλλά ούτε και γλωσσολογικά αποδεκτό, να χρησιµοποιήται η ίδια λέξη, στην περίπτωση αυτή η λέξη Εκκλησία, αλλά και όσες είναι στενά συναρτηµένες µε αυτήν, δηλαδή οι λέξεις βάπτισµα και µυστήριο µε την «πραγµατική» τους σηµασία, ενώ στο κείµενο της Μεγάλης Συνόδου που ανήκει στο ίδιο κειµενικό είδος –στην προκειµένη περίπτωση σε ένα κείµενο δογµατικού χαρακτήρα– να χρησιµοποιούνται ως «τεχνικοί όροι».
Το ότι και αυτοί που χρησιµοποιούν τον όρο «Εκκλησίες» ως δήθεν «τεχνικό όρο» δεν το πιστεύουν και στην ουσία τις θεωρούν πραγµατικές Εκκλησίες, αποδεικνύεται από την πρακτική που επικρατεί στο θεµα αυτό. Στα επίσηµα κείµενα που έχουν υπογραφή µεταξύ του Οικουµενικού Πατριαρχείου και του Πάπα της Ρωµης, όπως και σε διάφορες δηλώσεις, σαφέστατα γίνεται λόγος για πραγµατικές Εκκλησίες, οπότε στην συνείδησή τους ο όρος Εκκλησίες δεν είναι «τεχνικός», αλλά ουσιαστικός. Θα παραθέσω µερικά πρόχειρα παραδείγµατα.

Στην Οµολογία Θυατείρων (The Thyateira Confession) που έχει γραφή από τον Αρχιεπίσκοπο Θυατείρων και Μεγάλης Βρεττανίας Αθηναγόρα Κοκκινάκη και έχει εγκριθή από το Οικουµενικό Πατριαρχείο, γράφεται:
«Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί πιστεύουν ότι όσοι βαπτίζονται εις το όνοµα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύµατος από Ιερέα ή από Λαικόν εν καιρώ ανάγκης είναι Χριστιανοί αληθινοί και ανήκουν εις την Εκκλησίαν και είναι µέλη του Σωµατος του Χριστού που είναι Ένας και παραµένει αδιαίρετος ως Θεάνθρωπος»[6].
Σε άλλο σηµείο γράφεται:
«Όλοι οι Χριστιανοί µε το ίδιον βάπτισµα εγίναµεν µέλη του Σωµατος του Χριστού, που είναι η Εκκλησία. Όλοι κατά διαφόρους τρόπους και µορφάς αποβλέποµεν εις την Θείαν Ευχαριστίαν ως προς το Μυστήριον της Κοινωνίας που µας ενώνει µε τον Χριστόν»7. Αλλού γράφεται:
«Το γεγονός οµως είναι ότι οι Ρωµαιοκαθολικοί λατρεύουν όπως και οι Ορθόδοξοι τον Ιησούν Χριστόν εις την θείαν Ευχαριστίαν»[7].

Επίσης, αλλού γράφεται:
«Επεκράτησε, λόγω της φιλίας, οι Ορθόδοξοι να κηδεύουν τους Αγγλικανούς και να κοινωνούν αυτούς όπου δεν υπάρχουν Αγγλικανοί Ιερείς. Επίσης όπου δεν υπάρχουν Ορθόδοξοι Ιερείς, οι Αγγλικανοί κηδεύουν και κοινωνούν τους Ορθοδόξους Χριστιανούς. Τούτο γίνεται µε την γνώσιν, αλλά και µε την άγνοιαν της Εκκλησίας εις µερικούς τόπους, αλλά και διά λόγους ανάγκης και Χριστιανικής Μυστηριακής φιλοξενίας. Έπειτα είναι βέβαιον ότι οι Χριστιανοί µόνοι των ζητούν την Κοινωνίαν. Είναι τούτο δείγµα της διαθέσεως του Λαού του Θεού διά την ένωσιν των Χριστιανών που τους συνδέει η Παράδοσις, η Αγία Γραφή, η Ιερωσύνη και το Πιστεύω της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως»[8].

Ακόµη, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ σε λόγο του που εκφώνησε την 5η Ιουνίου 1991 στο Bialystok της Πολωνίας είπε:
«Σηµερα βλέπουµε καθαρότερα και εννοούµε καλύτερα το γεγονός ότι οι Εκκλησίες µας είναι αδελφές Εκκλησίες, όχι υπό την έννοια απλώς µιάς εκφράσεως ευγενείας αλλά υπό έννοια µιάς θεµελιώδους οικουµενικής εκκλησιολογικής κατηγορίας»[9].
Είναι χαρακτηριστικά τα όσα αποφασίσθηκαν στην «Ζ’ Γενική Συνέλευση του ∆ιαλόγου Ορθοδόξων και Ρωµαιοκαθολικών» στους χώρους της Ορθοδόξου Θεολογικής Σχολής του Μπελεµεντείου (Balamand) Πανεπιστηµίου του Λιβάνου (17-24 Ιουνίου 1993).

Στο πρώτο µέρος του κειµένου που τιτλοφορείται «Εκκλησιολογικαί Αρχαί», αφού γίνεται αναφορά στο πως «προέκυψαν (αι) ανατολικαί Καθολικαί Εκκλησίαι» (Ουνία), οι οποίες αποκατέστησαν «την πλήρη κοινωνίαν µε την Έδραν της Ρωµης και παρέµειναν πισταί εις Αυτήν», στην συνέχεια γράφεται ότι ο τρόπος αυτός της ενότητος, που αποκλήθηκε «ουνία» «δεν ηµπορεί πλέον να γίνει αποδεκτός ούτε ως ακολουθητέα µέθοδος ούτε ως πρότυπον της ενότητος την οποίαν αναζητούν αι Εκκλησίαι µας», αν και οι «Εκκλησίες» αυτές (Ουνία) «ως τµηµα της καθολικής κοινωνίας, έχουν δικαίωµα να υπάρχουν και να δρούν διά να ανταποκριθούν εις τας πνευµατικάς ανάγκας των πιστών των»[10].

Γιατί, οµως, γράφεται αυτό; ∆ιότι τώρα, κατά την απόφαση αυτή, δεν υφίσταται ιδιαίτερο πρόβληµα, επειδή άλλαξε πλέον η θεώρηση µεταξύ Ορθοδόξων και Ρωµαιοκαθολικών, ήτοι «λόγω του τρόπου διά του οποίου Καθολικοί και Ορθόδοξοι θεωρούν εκ νέου εαυτούς εν τη σχέσει των προς το µυστήριον της Εκκλησίας και ανακαλύπτουν εκ νέου εαυτούς ως αδελφάς Εκκλησίας»[11].
∆ιευκρινίζεται ακόµη περισσότερο ότι «οι δύο Εκκλησίες», Ορθόδοξη και Ρωµαιοκαθολική, έχουν την ίδια πίστη και ζωή, που ενεπιστεύθη ο Χριστός στην Εκκλησία. Γράφεται:
«Εκατέρωθεν αναγνωρίζεται ότι όσα ενεπιστεύθη ο Χριστός εις την Εκκλησίαν του –οµολογία της αποστολικής πίστεως, µετοχή εις τα αυτά µυστήρια, κυρίως εις την µίαν ιερωσύνην την τελούσαν την µίαν θυσίαν του Χριστού, αποστολική διαδοχή των επισκόπων– δεν δύνανται να θεωρηθούν ως αποκλειστική ιδιοκτησία µίας των ηµετέρων Εκκλησιών. Είναι σαφές ότι εντός του πλαισίου τούτου αποκλείεται πας αναβαπτισµος»[12].

Αµέσως στην συνέχεια γράφεται:
«∆ια τούτον ακριβώς τον λόγον η Καθολική Εκκλησία και η Ορθόδοξος Εκκλησία αναγνωρίζουν εαυτάς αµοιβαίως ως αδελφάς Εκκλησίας, από κοινού υπευθύνους διά την τήρησιν της Εκκλησίας του Θεού εν τη πιστότητι προς την θείαν οικονοµίαν, ιδιαίτατα ως προς την ενότητα»[13]. ∆ιαβάζοντας την απόφαση αυτή, διερωτώµαι: Γιατί µερικοί εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν τους ετεροδόξους Χριστιανούς ως «Εκκλησίες», υποστηρίζοντας ότι δήθεν είναι «τεχνικός όρος», ενώ από επίσηµα κείµενα του «∆ιαλόγου µεταξύ Ορθοδόξων και Ρωµαιοκαθολικών» αποδεικνύεται σαφέστατα ότι προσδίδεται εκκλησιαστικότητα στον όρο αυτό και εποµένως είναι ουσιαστικός όρος και όχι τεχνικός;
Επί πλέον σε κοινές δηλώσεις µεταξύ Πάπα και Οικουµενικού Πατριαρχείου αποδίδεται στους εκτός της Εκκλησίας Χριστιανούς εκκλησιαστικότητα και εποµένως ο χρησιµοποιούµενος όρος Εκκλησία, για τους εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, δεν είναι τεχνικός όρος, αλλά ουσιαστικός. Θα παραθέσω µερικά αποσπάσµατα από µια τέτοια κοινή δήλωση (29-6-1995):
«Ο διάλογος ούτος –διά της µικτής διεθνούς Επιτροπής– απεδείχθη καρποφόρος, και ηδυνήθη να προοδεύση ουσιαστικώς. Εξ αυτού προέκυψε κοινή τις µυστηριακή έννοια περί Εκκλησίας, στηριχθείσα και µεταδοθείσα συν τω χρόνω υπό της αποστολικής διαδοχής. Εν ταίς Εκκλησίαις ηµων η αποστολική διαδοχή είναι θεµέλιον του αγιασµου και της ενότητος του λαού του Θεού. Θεωρούσα ότι εν παση τοπική Εκκλησία επιτελείται το µυστήριον της θείας αγάπης, και ότι ούτως η Εκκλησία του Χριστού φανερώνει την εν εκάστη τούτων ενεργούσαν παρουσίαν αυτής, η µικτή Επιτροπή ηδυνήθη να διακηρύξη ότι αι Εκκλησίαι ηµων αναγνωρίζουσιν αλλήλας ως Εκκλησίας αδελφάς, συνυπευθύνους εν τη διαφυλάξει της µόνης Εκκλησίας του Χριστού πιστής εις το θείον σχέδιον, όλως δε ιδιαζόντως εν όψει της ενότητος»[14].

Πιο κάτω δηλώνεται επισήµως:
«Εν όψει τούτων προτρέποµεν τους υφ’ ηµας πιστούς, Καθολικούς και Ορθοδόξους, να ενισχύσωσι το πνεύµα της αδελφοσύνης ήτις προκύπτει εκ του µοναδικού βαπτίσµατος και εκ της συµµετοχής εις τα ιερά µυστήρια»16. Και λίγο πιο κάτω δηλώνεται επισήµως:
«Ο Πάπας της Ρωµης και ο Οικουµενικός Πατριάρχης συναντήσαντες αλλήλοις προσηύξαντο υπέρ της ενότητος πάντων των χριστιανών. Εν τη προσευχή αυτών περιέλαβον όλους όσοι άτε βαπτισθέντες αποτελούν µέλη του σωµατος του Χριστού, ητήσαντο δε όπως αι διάφοροι κοινότητες ώσιν επί µάλλον και µάλλον πισταί εις το Ευαγγέλιον αυτού»[15].
Τελικά εκείνο που ενοχλεί στην υπόθεση αυτή είναι ότι στις συζητήσεις εντός και εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας χρησιµοποιείται η διγλωσσία, τριγλωσσία και πολυγλωσσία, δεν υπάρχει ενιαία γλώσσα. Αλλιώς εκφράζονται σε ορθόδοξα και µοναχικά περιβάλλοντα και αλλιώς εκφράζονται σε ετερόδοξα περιβάλλοντα. Στην ουσία, όπως φαίνεται καθαρότατα, διολισθαίνουν από την αρχή της αποκλειστικότητος στην αρχή της περιεκτικότητος.

Αυτό κανείς δεν µπορεί να το αµφισβητήση. Αυτή είναι η βασική γραµµη πολλών συγχρόνων Κληρικών και θεολόγων.
Νοµίζω εκείνο που χρειάζεται σηµερα από τους υπευθύνους εκκλησιαστικούς άνδρες είναι ο συνδυασµος της αληθείας µε την αγάπη και η αρετή της διακρίσεως. ∆εν µπορούµε εν ονόµατι της αληθείας να στερηθούµε την αγάπη και την διάκριση ούτε χάριν της αγάπης να στερηθούµε την αλήθεια. Στους διαλόγους µε τις χριστιανικές οµάδες αυτές πρέπει να χαράσσωνται «κόκκινες γραµµες». Να ξέρη κανείς µέχρι ποιο σηµείο µπορεί να προχωρήση ή να υποχωρήση, δηλαδή να οικονοµη τα πραγµατα, και µέχρι σε ποιο σηµείο να παραµένη στην ακρίβεια. Αυτή η διάκριση γίνεται όπου υπάρχει φωτισµος νού και εµπειρική θεολογία. Έτσι, οι εµπειρικοί θεολόγοι που γνωρίζουν εκ πείρας την άκτιστη δόξα που υπάρχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία και την πτώση των Χριστιανών που αποµακρύνθηκαν από αυτή, µόνον αυτοί γνωρίζουν να οµολογούν την αλήθεια και να αγαπούν πραγµατικά τους ετεροδόξους Χριστιανούς. Αλλά τέτοιοι εµπειρικοί θεολόγοι αγνοούνται στους διαλόγους και δεν χρησιµοποιείται η πείρα τους, ακριβώς γιατί επιλέγεται η διπλωµατία και όχι η θεολογία.

Το συµπέρασµα είναι ότι το «τεχνικός όρος» προσδιορίζεται µε απόλυτη ακρίβεια και σαφήνεια για να αποφευχθή η αµφισηµια. Όταν οµως ο «τεχνικός όρος» τίθεται σε αµφιβολία, τότε αυτοκαταργείται ως τεχνικός όρος και δεν χρησιµοποιείται ευκαιριακά και συµβατικά.
Έπειτα, το να χρησιµοποιήται σε κείµενο οµολογιακό Μεγάλης Συνόδου ο όρος Εκκλησία από ορθοδόξου θεολογικής πλευράς και να οµολογήται ότι είναι το Σωµα του Χριστού και η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και ταυτοχρόνως να χρησιµοποιήται και ο όρος Εκκλησίες για τους εκτός αυτής ως «τεχνικός όρος», είναι παράδοξο, αντιφατικό και υπερβολικά προβληµατικό από κάθε άποψη, και από ορθόδοξη πλευρά και από γλωσσολογική.

Ακόµη, είναι διγλωσσία και πολυγλωσσία το να υποστηρίζεται άλλοτε µεν ότι η χρησιµοποίηση του όρου «Εκκλησίες» για τους ετεροδόξους είναι «τεχνικός όρος», άλλοτε δε, σε επίσηµες µάλιστα αποφάσεις, να αποδίδεται στον λεγόµενο «τεχνικό όρο» ουσιαστικό νόηµα και εκκλησιαστικότητα. Έτσι, άλλοτε γίνεται λόγος για «τεχνικό όρο» και άλλοτε για ουσιαστικό όρο. Αυτό δείχνει ένα πολύ µεγάλο πρόβληµα. Εξίσου µεγάλο πρόβληµα είναι το να υποστηρίζεται ότι ο όρος Εκκλησία, ως Σωµα Χριστού και κοινωνία θεώσεως, είναι περιγραφικός όρος και µια απλή εικόνα και ότι δήθεν εκφράζεται και εδώ η αποφατικότητα και ότι δεν µπορούµε να ετεροπροσδιορίσουµε τους εκτός της Εκκλησίας Χριστιανούς, οι οποίοι αποµακρύνθηκαν από την πίστη της Εκκλησίας, όπως εκφράσθηκε από τους Πατέρες στις Οικουµενικές Συνόδους.

Τελικά, τα εκκλησιολογικά θεµατα είναι σοβαρά και πρέπει να αντιµετωπίζονται µε υπευθυνότητα και µέσα από την πατερική διδασκαλία, όπως εκφράσθηκε συνοδικά. Οι Πατέρες όταν οµιλούσαν για δογµατικά και εκκλησιαστικά θεµατα, χρησιµοποιούσαν ακριβείς όρους µέσα από ορθόδοξες προϋποθέσεις. Και όταν έπρεπε να κάνουν κάποια αλλαγή των όρων, το έκαναν µε ουσιαστικές προϋποθέσεις, µε µεγάλη προσοχή, ώστε να οριοθετήσουν την αλήθεια που ζούσαν εµπειρικά και για να διευκολύνουν την ενότητα της Εκκλησίας και όχι χάριν µιάς επικοινωνιακής διπλωµατίας.
Βεβαίως, όπως έχει σηµειωθή επανειληµµένως στο κείµενο αυτό, ο όρος
Εκκλησία δεν είναι περιγραφικός, αλλά είναι το τεθεωµένο Σωµα του Χριστού, γι’ αυτό και είναι «η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία».
Φεβρουάριος 2017

[1] Την γλωσσική διατύπωση περί του τεχνικού όρου την συζήτησα µε την δρ. Φιλολογίας – λεξικογράφο Βασιλική Μελικίδου.
[2] http://www.komvos.edu.gr/glwssa/odigos/Thema_a9/a_9_popup4.htm. [3] http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica /glossology/show.html?id=129
[4] PG, 48, 1032.
[5] PG, 62.26.28-31.
[6] «The Thyateira Confession» – «Η οµολογία Θυατείρων» και υπότιτλο «Η πίστις και η προσευχή του Λαού του Θεού», σελ. 201. 7 Ενθ. ανωτ. σελ. 204.
[7] Ενθ. ανωτ. σελ. 205.
[8] Ενθ. ανωτ. σελ. 210-211.
[9] Αντωνίου Παπαδοπούλου, Θεολογικός ∆ιάλογος, Ορθοδόξων και Ρωµαιοκαθολικών (Ιστορία-Κείµενα-Προβλήµατα), Εκδ. Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Α.Ε., Θεσσαλονίκη-Αθήνα 1996, σελ. 225.
[10] Ενθ. ανωτ. σελ. 210-212.
[11] Ενθ. ανωτ. σελ. 212.
[12] Ενθ. ανωτ. σελ. 212.
[13] Ενθ. ανωτ. σελ. 212-213.
[14] Ενθ. ανωτ. σελ. 246. 16 Ενθ. ανωτ. σελ. 247.
[15] Ενθ. ανωτ. σελ. 248.