Θεολογική Τριλογία με αφορμή την Μεγάλη Σύνοδο

Loading...


Ο Δημήτριος Τσελεγγίδης, καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης αναφορικά με τη έστειλε επιστολή προς την  και αναπτύσσει τη δική του «» που θα μπορούσε να συμβάλει στην ενότητα της Εκκλησίας. Αναλυτικά:

Θεσ­σα­λο­νι­κη 30/8/2016
Προς
Την Ι­ε­ρα υ­νο­δο
της Εκ­κλη­σι­ας της Ελ­λα­δος
Ι. Γεν­να­δι­ου 14
115 21 Α­θη­να
Κοι­νο­ποί­η­ση:
Προς ο­λους τους Ι­ε­ραρ­χες
της Εκ­κλη­σι­ας της Ελ­λα­δος
Μα­κα­ρι­ω­τα­τε Α­γι­ε Προ­ε­δρε,
Σε­βα­σμι­ω­τα­τοι Α­γιοι Αρ­χι­ε­ρείς,

Εν όψει της συγκλήσεως της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, θα ήθελα να θέσω υπόψη Σας μία μικρή «Τριλογία» μου, επειδή πιστεύω, ότι θα μπορούσενά συμβάλει κάπως στη στήριξη της ενότητας της Εκκλησίας μας.

Η «Τριλογία» αυτή αναφέρεται στην «Υπεραξία της αγιοπνευματικής ενότητας της Εκκλησίας», στην «βάναυση κακοποίηση της ενότητας της Εκκλησίας» και στην «ταύτιση της Εκκλησίας με την Διοίκησή της».

Α΄. «Η ΥΠΕΡΑΞΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»
Η λεγόμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης συγκλήθηκε, κατά τους εμπνευστές και διοργανωτές της, για να εκφράσει την ενότητα της Εκκλησίας. Αλλά ο λόγος της συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου, για ανάδειξη της ενότητας της Εκκλησίας, είναι άγνωστος και ξένος προς την ιστορία των Συνόδων της Ορθοδοξίας. Η αλήθεια των πραγμάτων, που προέκυψαν από αυτήν την σύγκληση, όχι μόνον δεν δικαίωσαν την φιλόδοξη στοχοθεσία, αλλά ανέδειξαν και την κεκαλυμμένη πονηρία των διοργανωτών της. Ας δούμε, όμως, ποια είναι η ενότητα της Εκκλησίας, καθεαυτήν, και με ποιόν τρόπο την «διακήρυξε» η συγκεκριμένη αυτή «Σύνοδος».

Η ενότητα της Εκκλησίας, ως θεμελιώδης ιδιότητά της, είναι δεδομένη από την ίδια την φύση της Εκκλησίας και εκφράζει την αυτοσυνειδησία της, η οποία διατυπώθηκε ιστορικά στον Όρο – Απόφαση της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου (381), ο οποίος απετέλεσε και το Σύμβολο της Πίστεως της Εκκλησίας.

Η ενότητα της Εκκλησίας, ως ιδιότητα του ενός σώματος της Εκκλησίας, είναι απολύτως και αμετακλήτως διασφαλισμένη από την Κεφαλή της, τον Χριστό, διά της συνεχούς παρουσίας του Αγίου Πνεύματος σ’ αυτήν ήδη από την Πεντηκοστή.

Κατ’ αρχήν, πρέπει να πούμε, ότι η ενότητα των ανθρώπων με τον Τριαδικό Θεό και μεταξύ τους –που συνιστά και τον υπέρτατο βαθμό ενότητας των ανθρώπων- είναι ο κύριος και ουσιαστικός σκοπός της όλης Θείας Οικονομίας, η οποία εκφράστηκε διά της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού και ειδικότερα διά της εγκαθιδρύσεως της Εκκλησίας Του.

Η Εκκλησία, ως μυστηριακό σώμα του Χριστού, είναι ο χαρισματικός χώρος, όπου συγκροτείται, βιώνεται και φανερώνεται η ενότητα των πιστών, ως εικόνα της ενότητας του Τριαδικού Θεού. Κατά συνέπεια, οι θεολογικές και οντολογικές προϋποθέσεις για την αναφορά των πιστών στην Τριαδική ενότητα βρίσκονται στην ίδρυση και σύσταση της Εκκλησίας, ως θεανθρωπίνου σώματος του Χριστού, στο οποίο αρμόζονται οι πιστοί, ως οργανικά μέλη Του. Την αδιάπτωτη ενότητα της Εκκλησίας εγγυάται ο ίδιος ο Χριστός, ως θεανθρώπινη Κεφαλή της.

Η ενότητα της Εκκλησίας, καθεαυτήν, είναι αδιάσπαστη οντολογικώς και φανερώνεται θεσμικώς στην πίστη, την λατρεία και την διοίκηση της Εκκλησίας. Η τριπλή αυτή ενότητα θεμελιώνεται στο τρισσό αξίωμα του Χριστού και αντλείται από αυτό: δηλαδή, το προφητικό, το αρχιερατικό και το βασιλικό. Κατά συνέπεια, οι τρεις αυτές φανερώσεις της ενότητας της Εκκλησίας θα πρέπει να θεωρούνται ως οργανικά αλληλοεξαρτώμενες, αλληλοπεριχωρούμενες και αδιάσπαστες συντεταγμένες της μιάς και πλήρους ενότητας της Εκκλησίας.

Η ενότητα της Εκκλησίας, ως συνόλου, παρέχεται μυστηριακώς, συντηρείται όμως και καλλιεργείται με την άσκηση των θείων εντολών και φανερώνεται, κατεξοχήν, ευχαριστιακώς. Επομένως, η ενότητα αυτή δεν οφείλεται σε προσόν της φύσεώς μας, ούτε πολύ περισσότερο είναι αποτέλεσμα μιάς αυτονομημένης δραστηριότητας των ανθρώπων, αλλά αποτελεί καρπό και δωρεά του Αγίου Πνεύματος, που προκύπτει από την εκ μέρους τους οικείωση της χαρισματικής παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, μόνο μέσα στο πλαίσιο του μυστηριακού σώματος του Χριστού, δηλαδή της μίας και μόνης Εκκλησίας Του. Και τούτο, γιατί η ενότητα αυτή προϋποθέτει την άνωθεν, άκτιστη και χαρισματική γέννηση και θεραπεία της ανθρώπινης φύσεως από τις υπαρξιακές συνέπειες της αμαρτίας, διά του μυστηρίου του Αγίου Βαπτίσματος, αλλά και την δωρεά της ακτίστου θείας Χάριτος και ενεργείας του Αγίου Πνεύματος, διά του μυστηρίου του Αγίου Χρίσματος.

Έτσι, εγκαθίσταται αμετακλήτως η εντός των πιστών άκτιστη Βασιλεία του Θεού, η οποία όμως παραμένει ενεργός μόνον υπό την προϋπόθεση της αγαπητικής τηρήσεως των θείων εντολών, αλλά και της ακατακρίτου μετοχής στα θεουργά μυστήρια της Εκκλησίας. Αυτή, ακριβώς, η εντός των πιστών ενεργός Βασιλεία του Θεού συνιστά και την κατεξοχήν οντολογική ενότητα των πιστών κατ’ αρχήν με τον Τριαδικό Θεό και στη συνέχεια μεταξύ τους, επειδή τότε φανερώνεται η χαρισματική –μυστηριακή οικείωση της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος- και τότε γίνονται πρακτικώς ένα Πνεύμα με τον Τριαδικό Θεό και μεταξύ τους. Τότε, το ενούν αυτούς -η ενοποιός, δηλαδή, δύναμη- είναι η δωρηθείσα και ενεργούσα χαρισματικώς σ’ αυτούς άκτιστη θεία αγάπη, η θεία Δόξα και Βασιλεία, όπως την έζησαν ιστορικά οι πρόκριτοι των μαθητών του Χριστού, κατά την θεία Μεταμόρφωσή Του, και όλοι μαζί μετά και μόνιμα, κατά την Αγία Πεντηκοστή.

Ο τρόπος, λοιπόν, πραγματώσεως αυτής της εκκλησιαστικής ενότητας δεν είναι κτιστός, αλλά άκτιστος. Και αυτό μας το διαβεβαιώνει η σαρκωμένη Υποστατική Αλήθεια, στην Αρχιερατική Προσευχή. Ο πυρήνας της Αρχιερατικής Προσευχής του Χριστού αφορά την ενότητα, τόσο ως προς τον οντολογικό χαρακτήρα της, όσο και ως προς τον τρόπο οικειώσεώς της: «καγώ την δόξαν, ην δέδωκάς μοι, δέδωκα αυτοίς», λέγει ο Χριστός στον Θεό Πατέρα, «ίνα ώσιν εν καθώς ημείς εν‧ εγώ εν αυτοίς και αυτοί εν εμοί, ίνα ώσιν τετελειωμένοι εις εν, ίνα γινώσκει ο κόσμος ότι συ με απέστειλας και ηγάπησας αυτούς καθώς εμέ ηγάπησας» (Ιω. 17,22-23).

Με άλλα λόγια, η άκτιστη Δόξα και Βασιλεία του Τριαδικού Θεού είναι όχι μόνον ο τρόπος πραγματώσεως αυτής της Θεανθρώπινης ενότητας, αλλά και το μοναδικό πνευματικό «κλειδί» της «άρρητης» βιώσεως και της «απερινόητης» κατανοήσεώς της, ως φανερώσεως της ακτίστου αγάπης του Θεού Πατέρα, που παρέχεται διά του Χριστού και οικειώνεται βιωματικώς εν Αγίω Πνεύματι. Ο βαθμός της χαρισματικής ενότητας των πιστών, ως κτιστών όντων, παραλληλίζεται -πάντοτε τηρουμένων των αναλογιών- με τον βαθμό της κατά φύση ακτίστου ενότητας που έχει ο Θεός Πατέρας με τον Υιό Του εν Αγίω Πνεύματι.

Από το παραπάνω Βιβλικό χωρίο προκύπτει, ότι ο σκοπός του Τριαδικού Θεού για τους πιστούς –κληρικούς, μοναχούς και λαικούς, αγάμους και εγγάμους- είναι ο ίδιος ακριβώς για όλους ανεξαιρέτως και στον ίδιο βαθμό. Είναι να γίνουν ένα Πνεύμα με τον Τριαδικό Θεό και μεταξύ τους, προκειμένου να φθάσουν «αφθάστως» την άκτιστη τελειότητα και να την γεύονται και στην παρούσα ζωή, γιατί μόνον έτσι μπορούν να δίνουν εμπειρικά-βιωματικά την μαρτυρία τους για την τέλεια και άκτιστη αγάπη Του και να παρέχουν θεοπειθώς την ιεραποστολή τους προς τον αλλοτριωμένο από τον Θεό κόσμο.

Κατά συνέπεια, μόνο εν Αγίω Πνεύματι, δηλαδή μόνον ακτίστως, μπορούμε να γίνουμε ένα στην Εκκλησία, γιατί το Άγιο Πνεύμα, που παίρνουμε χαρισματικώς δι’ αυτής, είναι άκτιστη πραγματικότητα. Διά της ακτίστου αυτής ενότητας καταξιώνεται στον υπέρτατο βαθμό τόσο η παρούσα όσο και η μέλλουσα αιώνια ζωή των πιστών, ως σκοπός του Τριαδικού Θεού μέσα στην μία και μόνη Εκκλησία Του. Στο πλαίσιο αυτό της χαρισματικής ενότητας της Εκκλησίας, δεν έχουν καμμία υπαρξιακή θέση οι ραφιναρισμένες ειδωλοποιήσεις ούτε των εγγάμων (συζύγων και παιδιών) ούτε των αγάμων –κληρικών ή μοναχών- σε οποιαδήποτε πρόσωπα ή θεσμούς. Γι’ αυτό, αν κάποια μορφή εκκλησιαστικής ενότητας συμβαίνει να ειδωλοποιείται και να εμφανίζονται ως λάτρεις της κληρικοί όλων των βαθμών και λαικοί, τούτο σημαίνει, ότι αυτή η μορφή ενότητας είναι κτιστή και αυτονομημένη από την Εκκλησία, καθεαυτήν, γι’ αυτό και είναι, σαφώς, απόβλητη, ως ξένη προς τον χαρακτήρα της.

Η τέλεια και χαρισματική ενότητα της Εκκλησίας νοείται και φανερώνεται στην πράξη, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, ως συμφωνία στο φρόνημα –την πίστη-, αλλά και ως συμφωνία στην εσωτερική διάθεση – την αγάπη. Πρωτίστως, όμως, η ενότητα προϋποθέτει το ίδιο -ενιαίο φρόνημα. Μάλιστα, η ομοφροσύνη είναι αυτή που, πρακτικώς, εγγυάται την ενότητα, ενώ η αγάπη –κατά τον ίδιο Πατέρα –προκύπτει από την ορθή πίστη (PG 62, 509). Γι’ αυτό ακριβώς, η «εν ενί στόματι και μια καρδία» δοξολογία του Τριαδικού Θεού στη θεία Λατρεία προϋποθέτει όχι μόνο την πίστη, αλλά απαραιτήτως και μία εν Αγίω Πνεύματι ζωή, η οποία είναι, κατεξοχήν, ζωή γνήσιας και άκτιστης αγάπης. Με αυτές τις βιωματικές προϋποθέσεις, η ενότητα της Εκκλησίας, ως συνόλου, και η ενότητα των πιστών, ως μελών της Εκκλησίας, έχουν και την ορατή φανέρωσή τους στην Ευχαριστιακή Σύναξη, στο πλαίσιο της Θείας Λατρείας.

Απ’ όσα λέχθηκαν παραπάνω, φρονούμε, ότι γίνεται σαφές και απόλυτα κατανοητό, ότι είναι εντελώς αδύνατη -οντολογικώς και πρακτικώς- η ενότητα με τους καταδικασθέντες, από Οικουμενικές Συνόδους, αιρετικούς, χωρίς την εν μετανοία και την κατά τους Ιερούς Κανόνες ένταξή τους στην Μία και μόνη, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, την Ορθοδοξία. Γι’ αυτό και είναι προφανές, ότι η απροϋπόθετη και αυθαίρετη «εκκλησιαστικοποίηση» των αιρετικών, από τη λεγόμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης, είναι εκκλησιαστικώς απαράδεκτη, άκυρη και ανίσχυρη, και συνιστά πνευματική μοιχεία, την οποία, κατά την Παλαιά Διαθήκη, βδελύσσεται ο Θεός, ως Θεός «ζηλωτής». Η εν λόγω αντι-Κανονική «εκκλησιαστικοποίηση» δεν δεσμεύει επ’ ουδενί, εκκλησιαστικώς, κανέναν Ορθόδοξο πιστό, ο οποίος θέλει να παραμένει -ως κυριολεκτικά πιστός- στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, «επόμενος» –με το συγκεκριμένο αυτό τρόπο – «τοις αγίοις Πατράσι»

Β΄. «Η ΒΑΝΑΥΣΗ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»

Οι εκ των Ορθοδόξων Οικουμενιστές –Πατριάρχες, Αρχιερείς, Ιερείς και λαικοί θεολόγοι- αναφερόμενοι κατά τις τελευταίες δεκαετίες, όλως παραπλανητικώς στην ενότητα της Εκκλησίας, κάνουν –κατά κόρον- παράχρηση της Αρχιερατικής Προσευχής του Χριστού και ειδικότερα του επίκεντρου αυτής: «ίνα ώσιν εν».
Η συστηματικήπροσπάθεια,όμως, για μια βάναυση κακοποίηση της ενότητας της Εκκλησίας, άρχισε ήδη από το 1961, πριν πενήντα πέντε χρόνια, με τις Προσυνοδικές Διασκέψεις.

Έτσι, η δογματικού χαρακτήρα απόφαση της «Συνόδου» της Κρήτης δεν αποτελεί απλώς ξαφνικό και βαρύτατο θεολογικό ατόπημα, αλλά προσχεδιασμένο και συστηματικά προωθούμενο πολυχρόνιο σκοπό, από τους εκφραστές του Οικουμενισμού εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η «Σύνοδος» αυτή επέλεξε ο,τι ανώτερο και αγιώτερο στην Εκκλησία -την αρραγή και αγιοπνευματική ενότητά της- και την βεβήλωσε εν ονόματι της υπερασπίσεως και της διακηρύξεώς της. Παράλληλα, με τις Προσυνοδικές, τις Συνοδικές διαδικασίες –με βάση τον Κανονισμό Λειτουργίας της «Συνόδου» της Κρήτης- αλλά και όλες τις συμπαρομαρτούσες ενέργειες, κακοσυστήθηκε ανεπίτρεπτα το αγιοπνευματικό, Συνοδικό, πολίτευμα της Αγιωτάτης Εκκλησίας μας.

Συγκεκριμένα, στη Σύναξη των Προκαθημένων και των εκπροσώπων των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών στο Σαμπεζύ της Ελβετίας, αλλά και στη «Σύνοδο» της Κρήτης, κυριάρχησε, με παραπλανητικό τρόπο, ως προμετωπίδα, η απατηλή προβολή της υπέρτατης αξίας της ενότητας της Εκκλησίας, χωρίς προηγουμένως να προσδιοριστεί -με κάθε θεολογική ακρίβεια- η ορθή νοηματοδότηση του όρου «ενότητα της Εκκλησίας», όπως αντίστοιχα έγινε από τους Ορθόδοξους Οικουμενιστές και με τον όρο «αγάπη».

Προβλήθηκε συστηματικά η απροσδιόριστη θεολογικά ενότητα, και παράλληλα, αφού απολυτοποιήθηκε, αυτονομήθηκε και ειδωλοποιήθηκε, καλλιεργήθηκε ψυχολογικά το φόβητρο της διαιρέσεως, με το σλόγκαν: «Να μη διασπαστούμε», με αποτέλεσμα να κυριαρχήσει η παπική αντίληψη περί του «Πρώτου» και να προωθηθούν οι προσχεδιασμένες ανεπίτρεπτες υποχωρήσεις και οι δογματικές εκπτώσεις, για να υιοθετηθεί άκριτα, από τους «λάτρεις» της, ως πανάκεια, η «φιλάδελφη»,όχι όμως και φιλόθεη, Οικουμενιστική θεώρηση της ενότητας. Προέβαλαν την ανώτατη υπεραξία της Αρχιερατικής Προσευχής, εστιάζοντας αυτονομημένα και απροϋπόθετα στην συμπύκνωση του περιεχομένου της εκκλησιαστικής ενότητας, την οποία εκφράζει η Βιβλική ρήση: «ίνα ώσιν εν», και την κακοποίησαν, όπως και οι ετερόδοξοι Ρωμαιοκαθολικοί και Προτεστάντες. Προέβαλαν δηλαδή μια ενότητα, ουσιαστικά γενικόλογη, αθεολόγητη και κυρίως χωρίς προϋποθέσεις. Έτσι, οι συνελθόντες στην Κρήτη Αρχιερείς, ως μη «εν Αγίω Πνεύματι και Αληθεία» κινούμενοι, δεν ορθοτόμησαν τον «λόγο της Αληθείας», γιατί, εν ονόματι της κακώς νοουμένης ενότητας, έκαναν εκπτώσεις στο δόγμα.

Ακόμη ειδικότερα, στην «Σύνοδο» της Κρήτης επιχειρήθηκε να καθιερωθεί θεσμικά μία νέα, παράδοξη, διπλή Εκκλησιολογία, αφού ουσιαστικά παραμερίστηκε η θεωρητικά πάντοτε αποδεκτή οντολογική ενότητα της Εκκλησίας, ως ενότητα του πληρώματός της εν Χριστώ και εν Αγίω Πνεύματι με τον Θεό Πατέρα.
Στην πραγματικότητα, δηλαδή, με την ψήφιση του Στ΄ Κειμένου προέκυψε από τους ετεροζυγούντες δέκα Προκαθημένους, ένα ετερογενές «αποκύημα», ένας «τραγέλαφος», ένα «τέρας». Τούτο έγινε με την άμικτη μίξη της Ορθόδοξης και της ετερόδοξης Εκκλησιολογίας, αφού θεωρήθηκαν ως Εκκλησίες οι ετερόδοξοι, δηλαδή οι καταδικασθέντες αιρετικοί από τις Οικουμενικές Συνόδους.

Οι ψηφίσαντες Αρχιερείς αποδέχθηκαν αβασάνιστα –θεολογικώς και πνευματικώς– τους αιρετικούς, ως Εκκλησίες. Εμφανίστηκαν να αποδέχονται –θεωρητικά– την οντολογική ενότητα της Εκκλησίας και παράλληλα αναγνώρισαν «εκκλησιαστικότητα» και στους αιρετικούς. Έτσι, εισηγήθηκαν μια ετεροδιδασκαλία –μια κακόδοξη Εκκλησιολογία. Υιοθέτησαν στην πράξη την μετα-πατερική θεολογία και την θεολογική διγλωσσία. Αντί του Βιβλικού, το «ναί, ναί» και το «ου, ου» (Μθ. 5,37), δέχθηκαν το «ναί» και «όχι» του συγκρητιστικού Οικουμενισμού, την θεολογικά και πνευματικά απαράδεκτη και βέβηλη κοινωνία του «φωτός» με το «σκότος» (Βλ. Β΄ Κορ. 6,14).
Αλλά, με την ανεπίτρεπτη –θεολογικά και πνευματικά– διγλωσσία και την διπλή Εκκλησιολογία, που εισηγούνται οι ψηφίσαντες Αρχιερείς στο Στ΄ Κείμενο, υπονομεύεται και νοθεύεται ο χαρακτήρας της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ανοίγεται διάπλατα η «πόρτα» σε κάθε Χριστιανική αίρεση, νομιμοποιείται θεσμικά η παναίρεση του Οικουμενισμού και αλλοιώνεται στην πράξη η Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, που οριοθετήθηκε –με κάθε θεολογική ακρίβεια– στον Όρο και Σύμβολο της Πίστεως της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου.

Οι συνελθόντες Αρχιερείς στην Κρήτη -αβασάνιστα και ελαφρά τη καρδία, κινούμενοι με εκ του πονηρού ελαυνόμενο «φιλάδελφο» κίνητρο- ψήφισαν μια νόθη εκκλησιαστική ενότητα, που νοείται ως σύνθεση της διαχρονικής αγιοπνευματικής, χαρισματικής εμπειρίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας με την αιρετικού χαρακτήρα ενότητα, που εισηγούνται τα πονηρά πνεύματα της πλάνης.

Έτσι, στη «Σύνοδο» της Κρήτης αποκαλύφθηκε το υπάρχον ήδη σοβαρό έλλειμμα των κριτηρίων για το Ορθοδόξως και απλανώς θεολογείν. Αποδείχθηκε, εμπειρικώς, ότι οι ψηφίσαντες δεν έχουν το θεμελιώδες –για τον πνευματικό ηγέτη– αγιοπνευματικό χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων. Και τούτο, γιατί έκαναν σύγχυση του Αγίου Πνεύματος και των ακαθάρτων πνευμάτων, αφού δεν διέκριναν –πρακτικώς– το Άγιο Πνεύμα, που διέπει το Θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας, από τα ακάθαρτα πνεύματα, που κυριαρχούν στις αιρέσεις.

Λαμβάνοντας, σοβαρά, υπόψη την «συνοδική» διαδικασία, αλλά και το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, κατανοούμε σαφώς, –με πόνο ψυχής– ότι οι ψηφίσαντες Αρχιερείς δεν έβλεπαν προς τον Χριστό, αλλά προς τον «Πρώτο». Έτσι, δεν μπόρεσαν να ενεργήσουν ως Συν-Οδικοί, κατά κυριολεξία, αφού δεν ήσαν –πρακτικά– «επόμενοι τοις αγίοις Πατράσι», τόσο στη διαδικασία της Οδού, όσο και στο περιεχόμενο της Υποστατικής Οδού. Αυτό τεκμαίρεται, αδιαμφισβήτητα και κατεξοχήν, από το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας.
Τεράστια είναι η εκκλησιαστική ευθύνη, όχι μόνον εκείνων των Αρχιερέων, που ως «Συνοδικοί» Αντιπρόσωποι της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Κρήτη, δέχτηκαν -αδιαμαρτύρητα και ενυπογράφως- την εισήγηση του Προκαθημένου τους, αλλά και των μη συμμετασχόντων Αρχιερέων, οι οποίοι αποδέχτηκαν παθητικά και δεν αντέδρασαν, έως σήμερα, στις εσφαλμένες αποφάσεις και ειδικότερα στην παραβίαση της συνοδικής αποφάσεως της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Πρακτικώς, οι ψηφίσαντες Αρχιερείς εμφανίστηκαν να επιδιώκουν να αρέσουν στους νομιζόμενους προισταμένους (Προκαθημένους) τους, και όχι σε Εκείνον (στον Παράκλητο), που τους χειροτόνησε, ως ισοτίμους Αρχιερείς. Με τον τρόπο αυτό αποκαλύφθηκε ο υφέρπων Παπισμός των ψηφισάντων Αρχιερέων. Κατά επιστημονική ακρίβεια, θα λέγαμε, ότι εδώ έχουμε «μετάλλαξη» του Παπικού Πρωτείου, με την επίφαση της Συνοδικότητας, αφού αυτή η Συνοδικότητα δεν λειτούργησε με βάση τις Ορθόδοξες προδιαγραφές της. Στη «Σύνοδο» εμφανίστηκε ένα συλλογικό Πρωτείο των Προκαθημένων των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Οι επιμέρους εικοσιτέσσερεις Αρχιερείς της κάθε Τοπικής Εκκλησίας ακινητοποιήθηκαν –πρακτικώς– μη έχοντας δικαίωμα ψήφου. Βέβαια, η παπικού τύπου μετάλλαξη της λειτουργίας του Πρώτου εμφανίστηκε ήδη –πρακτικώς– στις Προσυνοδικές Διασκέψεις, για χάρη της εσφαλμένης θεωρήσεως της ενότητας της Εκκλησίας.

Το όλως -σκανδαλωδώς-προκλητικό και ταυτόχρονα τραγικό είναι, ότι και σήμερα ορισμένοι από τους μη μετασχόντες Αρχιερείς στη «Σύνοδο» της Κρήτης -έχοντας εσφαλμένη θεώρηση για την ενότητα της Εκκλησίας, ενδιάφερονται διακαώς να μη διασπαστούν μεταξύ τους και με τον Προκαθήμενό τους, ως «φιλάδελφοι», αλλά δεν ανησυχούν καθόλου -φιλοθέως- για το σοβαρότατο πλήγμα της αγιοπνευματικής ενότητας της Εκκλησίας, εξαιτίας της υιοθετήσεως της διπλής Εκκλησιολογίας τους, με την απαράδεκτη «εκκλησιαστικοποίηση» των καταδικασμένων και αμετανοήτων αιρετικών.

Στην πραγματικότητα, η «Σύνοδος» της Κρήτης όχι μόνο δεν λειτούργησε στην κατεύθυνση της εκφράσεως της ενότητας της Εκκλησίας, όπως υποτίθεται ότι στόχευε, αλλά αποδόμησε και την υπάρχουσα έως τότε ενότητα μεταξύ των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών και μεταξύ των Επισκόπων, που τις αντιπροσώπευσαν. Αυτό έγινε σαφές από την μη συμμετοχή στη «Σύνοδο» αυτή τεσσάρων Πατριαρχείων (Αντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας), τα οποία αριθμούν συντριπτικά περισσότερους πιστούς απ’ όσους αριθμούν οι δέκα Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, που αντιπροσωπεύτηκαν σ’ αυτήν. Η αποδόμηση όμως της επιδιωκόμενης εκκλησιαστικής ενότητας έγινε και εκφράστηκε, πρακτικώς, και από τους μη υπογράψαντες Αρχιερείς το Στ΄ Κείμενο.

Στη «Σύνοδο» της Κρήτης έγιναν αποδεκτά «δύο μέτρα και δύο σταθμά», ως μέσο εξυπηρετήσεως της κακώς νοουμένης εκκλησιαστικής ενότητας, όπως αυτά λειτούργησαν στις περιπτώσεις των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών της Σερβίας και της Ελλάδος. Συγκεκριμένα, ο Προκαθήμενος της Σερβικής Εκκλησίας εψήφισε το Στ΄ Κείμενο, εκφράζοντας την απόφαση της Συνόδου της Ιεραρχίας του, ερχόμενος όμως σε αντίθεση με την πλειοψηφία (17 από τους 24) των Συνοδικών του, ενώ ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος αδιαφόρησε για την ομόφωνη συνοδική απόφαση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας του και ψήφισε αντίθετα προς αυτήν, για χάρη της κακώς νοουμένης ενότητας. Ψήφισε, δηλαδή, για μια ενότητα, αυτονομημένη από την συνοδική απόφαση της Εκκλησίας του. Στην ενέργειά του αυτή ενισχύθηκε από την ασυνεπή, προς την ομόφωνη συνοδική απόφαση της Ιεραρχίας, υπογραφή του Κειμένου από τους 23 συνοδικούς Αρχιερείς, με λαμπρή εξαίρεση του 24ου Επισκόπου της αντιπροσωπείας του.

Αλλά και η περίπτωση της Εκκλησίας της Κύπρου δεν ήταν καλύτερη, αφού ο Προκαθήμενός της –μετά την «Σύνοδο» της Κρήτης– κάκισε την στάση των διαφωνησάντων τεσσάρων Αρχιερέων, που δεν υπέγραψαν το Στ΄ Κείμενο, και όλως αυθαιρέτως –παρά πάσαν διοικητικήν και πνευματικήν δεοντολογίαν– υπέγραψε αντ’ αυτών, για χάρη της κακώς νοουμένης ενότητας, πράγμα που συνιστά όχι μόνον παπική νοοτροπία και ανεντιμότητα εκκλησιαστικού άνδρα, αλλά και πράξη ποινικώς διώξιμη.

Έτσι, η πανηγυρική διάψευση του στόχου για την έκφραση της εκκλησιαστικής ενότητας, που τέθηκε και ως σκοπός συγκλήσεως της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» στην Κρήτη, έγινε –στην πράξη– με τη μη συμμετοχή τεσσάρων Πατριαρχείων, την κραυγαλαία διαμυστηριακή ακοινωνησία δύο Πατριαρχείων (Ιεροσολύμων και Αντιοχείας), την θεσμικά ασυνεπή ψήφιση του Στ΄ Κειμένου από τον Προκαθήμενο μιάς Αυτοκεφάλου Εκκλησίας (Ελλάδος), την μη υπογραφή του επίμαχου δογματικού περιεχομένου Κειμένου από σημαντικό αριθμό συμμετασχόντων Αρχιερέων, και τέλος, με την μη συμμετοχή όλων των Επισκόπων της Εκκλησίας.

Για τους παραπάνω θεολογικούς λόγους, η εκκλησιολογική ευθύνη της Ιεραρχίας της Εκκλησίας μας, αλλά και του πληρώματος της Εκκλησίας, συνολικώς, είναι εξαιρετικά σοβαρή και μεγάλη. Ευτυχώς, το ευλαβές εκκλησιαστικό πλήρωμα παραμένειπιστό στην Εκκλησιολογία της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου –«επόμενο τοις αγίοις Πατράσι»– και απορρίπτει κατηγορηματικάτήν διπλή Εκκλησιολογία, την οποία εισηγήθηκε και ψήφισε η «Σύνοδος» της Κρήτης, νομιμοποιώντας έτσι «θεσμικά» το καρκίνωμα του Οικουμενισμού στο «άσπιλο» σώμα της Εκκλησίας.

Ειδικότερα, οι Αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος οφείλουν να πάρουν υπεύθυνα θέση, καταρχήν προσωπικά, αλλά και κατόπιν συλλογικά, στην επόμενη Σύνοδο της Ιεραρχίας, έναντι κυρίως του Στ΄ Κειμένου, με την ψήφιση του οποίου αναγνωρίστηκαν οι αιρετικοί ως Εκκλησίες, στη «Σύνοδο» της Κρήτης. Αλλά και το ευλαβές πλήρωμα, ως φύλακας της πίστεως της Εκκλησίας (Σύνοδος του 1848), αναμένει τις δέουσες εξηγήσεις, για ποιο λόγο δηλαδή, δεν εκπροσωπήθηκε η ομόφωνη απόφαση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας μας από τον Προκαθήμενό της. Πολύ περισσότερο αναμένει από την Ιεραρχία να καταδικάσει την διπλή, αιρετική, συγκρητιστική και Οικουμενιστική Εκκλησιολογία της «Συνόδου» της Κρήτης.

Ως πιστοί, αναμένουμε –στη συνέχεια– να αναληφθούν πρωτοβουλίες και σε συνεργασία με τα τέσσερα Πατριαρχεία, που δεν έλαβαν μέρος στη «Σύνοδο» της Κρήτης, να συγκληθεί -μελλοντικώς- μια Πανορθόδοξη Σύνοδος, για να αποκαταστήσει, με το μείζον κύρος της –επίσημα και θεσμικά– την διασαλευθείσα εκκλησιαστική ενότητα, να καταδικάσει την διπλή Εκκλησιολογία της «Συνόδου» της Κρήτης, και να δημοσιοποιήσει τα Πρακτικά της αμφισβητούμενης «Συνόδου».

Τέλος, επιθυμούμε να κλείσουμε με μία ρεαλιστική αισιοδοξία. Φρονούμε, ότι με όσα γράφουμε, παραμένουμε –«ως επόμενοι τοις αγίοις Πατράσι»– με τον Χριστό και την Εκκλησία Του, και κατά συνέπεια παραμένουμε με τον παρόντα και τον εσχατολογικό Νικητή. Βέβαια, με δεδομένη την αδιαμφισβήτητη Βιβλική και Πατερική Αλήθεια, ότι ο εισηγητής όλων των αιρέσεων είναι ο διάβολος, είναι βέβαιο, ότι ο πονηρός νόμισε προς το παρόν πως πέτυχε εξαιρετικά μεγάλη νίκη κατά της Εκκλησίας του Χριστού, διά της «Συνόδου» της Κρήτης, αφού δι’ αυτής –με το Στ΄ Κείμενό της– «αναγνωρίστηκαν» όλες οι Χριστιανικές αιρέσεις, ως Εκκλησίες. Και, προφανώς, έχει κάθε λόγο να πανηγυρίζει σε βάρος της Εκκλησίας, αφού δεν υπήρξε ποτέ μια τέτοια «Σύνοδος» στην Ιστορία της, που να νομιμοποιήσει θεσμικά όλες μαζί τις αιρέσεις διά μιάς, πράγμα που προκαλεί βαθύτατη θλίψη και οδύνη στους πιστούς εκείνους, που συμβαίνει να πληροφορούνται και να κατανοούν καλώς τα συμβαίνοντα στην Εκκλησία τους.
Παρά ταύτα, όμως, είναι απολύτως βέβαιο, ότι η χαρά του ήδη μεταβάλλεται σε βαρειά θλίψη. Και τούτο, γιατί το ευλαβές πλήρωμα της Εκκλησίας, κινούμενο από έλλογη υπακοή στην Εκκλησία, διαχρονικά, και όχι άκριτα στην Διοίκησή της, εξαιτίας της υπαρξιακά βιούμενης μετάνοιας, της ασκητικής ησυχίας και της προσευχής, δεν πρόκειται να αποδεχτεί ποτέ αυτήν την «Σύνοδο». Έτσι, ακυρώνει –στην πράξη– την επαίσχυντη –θεολογικώς και πνευματικώς– απόφαση της «εκκλησιαστικοποίησης» των αιρέσεων.

Η «Σύνοδος» της Κρήτης για την συνείδηση του ευλαβούς πληρώματος της Εκκλησίας είναι ως μη γενομένη.
Γ΄. «ΤΑΥΤΙΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΗΣ»

Η «Σύνοδος»της Κρήτης, ως γνωστόν, δεν αναφέρθηκε –διαχρονικά- στις προηγούμενές της Οικουμενικές ή Πανορθόδοξες Συνόδους, ούτε και καταδίκασε καμία από τις προγενέστερα καταδικασμένες αιρέσεις, ούτε βέβαια και κάποια από τις σύγχρονες, πράγμα που συνιστά «πρωτότυπη» παραφωνία στην Ιστορία των Συνόδων της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Όλως παραδόξως, όμως, η «Σύνοδος» αυτή απειλεί όσους από τους Ορθοδόξους θα αντιδράσουν στις αποφάσεις της.
Επιπροσθέτως, η παραπάνω «Σύνοδος» κάνει ανεπίγνωστη σύγχυση ανάμεσα στην Εκκλησία, καθεαυτήν, -ως Θεανθρωπίνου μυστηριακού σώματος του Χριστού- και την Διοίκησή της.

Για το σοβαρότατο αυτό θέμα θα σημειώσουμε –με κάθε δυνατή συντομία- τα εξής σημαντικά, από Ορθόδοξη Εκκλησιολογική άποψη.
Η πρόσφατη εκκλησιολογική εκτροπή της «Συνόδου» της Κρήτης κατέδειξε, για μία ακόμη φορά, αυτό που είναι ήδη καταγεγραμμένο στην Εκκλησιαστική μας Ιστορία. Κατέδειξε, δηλαδή, ότι το Συ­νο­δι­κο Συ­στη­μα α­πο μο­νο του δεν δι­α­σφα­λι­ζει μη­χα­νι­στι­κα την ορ­θο­τη­τα της Ορ­θο­δο­ξου πι­στε­ως. Αυ­το γι­νε­ται μο­νο, ο­ταν οι Συ­νο­δι­κοί Ε­πι­σκο­ποι ε­χουν με­σα τους ε­νερ­γο­ποι­η­με­νο το Α­γιο Πνεύ­μα και την Υ­πο­στα­τι­κη Ο­δο, το Χρι­στο δη­λα­δη, ο­πο­τε ως Συν-Ο­δι­κοί (ως αυτοί δηλαδή που πηγαίνουν επί της Οδού που είναι ο Χριστός, μαζί με τον Χριστό) ει­ναι στην πρα­ξη και «ε­πο­με­νοι τοις α­γι­οις Πα­τρα­σι».

Όπως αποδείχθηκε, δυστυχώς, αυτό δεν είναι καθόλου αυτονόητο στις μέρες μας. Γι’ αυτό και είναι λανθασμένο το επιχείρημα που προβάλλεται κατά κόρον τόσο από πιστούς όσο και από Ιερείς και Επισκόπους, ότι θα πράξουμε «ο,τι πεί η Εκκλησία» ή «περιμένουμε την απόφαση της Εκκλησίας», εννοώντας συνήθως και άκριτα την οποιαδήποτε απόφαση της Διοικήσεως της Εκκλησίας και αγνοώντας, ότι υπάρχει σαφής διάκριση ανάμεσα στην Εκκλησία, καθεαυτήν, -ως Θεανθρωπίνου μυστηριακού Σώματος του Χριστού- και την Διοίκηση της Εκκλησίας, η οποία εκφράζει πράγματι την Εκκλησία, μόνον όμως υπό συγκεκριμένες και σαφείς προϋποθέσεις.

Την Διοίκηση της Εκκλησίας συνιστούν οι Επίσκοποι στην Επισκοπή τους και οι Σύνοδοι των Επισκόπων σε Τοπικό ή Πανορθόδοξο επίπεδο. Αυτοί μαζί με τους πρεσβυτέρους των κατά τόπους Εκκλησιών και τον ευσεβή λαό συναποτελούν την Εκκλησία του Χριστού. Κατά συνέπεια, δεν μπο­ρεί ο Ε­πι­σκο­πος να α­γνο­ει τους πρε­σβυ­τε­ρους και το πλη­ρω­μα της Εκ­κλη­σι­ας. Αυτό αποδεικνύεται και ιστορικώς. Στην Α΄ Α­πο­στο­λι­κη Συ­νο­δο- όπου Πρώτος και Πρόεδρος δεν ήταν ο Απόστολος Πέτρος, αλλά ο Αδελφόθεος Ιάκωβος- εκ­φρα­στη­κε η Συ­νο­δι­κη Α­λη­θεια «συν ο­λη τη Εκ­κλη­σι­α»: «Ε­δο­ξε τω Α­γι­ω Πνεύ­μα­τι και η­μιν». Το «η­μιν» δεν η­ταν α­πλως μο­νον οι Α­πο­στο­λοι, αλ­λα και «οι συν αυ­τοις», δη­λα­δη οι Πρε­σβυ­τε­ροι, «συν ο­λη τη Εκ­κλη­σι­α». Και ο­λη η Εκ­κλη­σι­α ει­ναι και ο α­πλος λα­ος. Αλλά και στην περίπτωση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, η θεολογική θέση ενός νεαρού Διακόνου, του Μεγάλου Αθανασίου, εξέφρασε την όλη Εκκλησία.

Κατά συνέπεια, και αυτή η ορθότητα και Οικουμενικότητα μιάς Πανορθοδόξου Συνόδου κρίνεται αλαθήτως από το πλήρωμα των μελών της Εκκλησίας και ειδικότερα από την γρηγορούσα δογματική συνείδηση του ευλαβούς πληρώματος της Εκκλησίας, η οποία (συνείδηση) στην Ορ­θο­δο­ξη Εκ­κλη­σι­α αποτελεί το μόνο ερμηνευτικό «κλειδί» για την διαπίστωση της γνησιότητας του φρονήματός της.
Κι όταν λέμε δογματική συνείδηση, εννοούμε την πνευματική γνώση, που γεννιέται –χαρισματικώς– στην καρδιά των πιστών από την αγιοπνευματική άκτιστη Χάρη του ενεργοποιημένου Αγίου Χρίσματός τους. Ει­ναι η συμ­πυ­κνω­με­νη πνευ­μα­τι­κη εμ­πει­ρι­α με­σα στην Εκ­κλη­σι­α, το λει­τουρ­γούν δηλαδή με­σα μας Α­γιο Πνεύ­μα, το ο­ποί­ο λα­βα­με.Και αυ­τη ει­ναι η μο­να­δι­κη ι­σο­τη­τα με­τα­ξυ των αν­θρω­πων με­σα στο σω­μα του Χρι­στού. Γι’ αυτό, και η δογματική συνείδηση των πιστών είναι τελείως ανεξάρτητη από την κατά κόσμον μόρφωσή τους και από την ενδεχόμενη διανοητική ή μη διανοητική ενασχόλησή τους.          

 

Ο­ταν, λοι­πον, αυτή η δογματική συνείδηση των μελών όλης της Εκκλησίας ει­ναι ε­νερ­γο­ποι­η­με­νη, αναδεικνύεται σε υπέρτατο κριτήριο της αληθείας.
Ένα γεγονός, που προκύπτει από την ίδια την φύση της Εκκλησίας και μαρτυρείται αδιάψευστα από την Εκκλησιαστική μας Ιστορία, είναι ότι υπήρξαν όχι μόνον Πατριάρχες, Μητροπολίτες και Επίσκοποι αιρετικοί, αλλά και Πανορθόδοξοι Σύνοδοι, που –ενώ συνιστούν το ανώτατο Διοικητικό όργανο της Εκκλησίας- απορρίφθηκαν από την συνείδηση του πληρώματός της και χαρακτηρίσθηκαν Ψευδοσύνοδοι ή Ληστρικές Σύνοδοι.

Κι αυτό, γιατί στα δογ­μα­τι­κα θε­μα­τα η α­λη­θεια δεν βρι­σκε­ται στην πλει­ο­νο­ψη­φι­α των Συ­νο­δι­κων Αρ­χι­ε­ρε­ων. Η α­λη­θεια, κα­θε­αυ­την, ει­ναι πλει­ο­ψη­φι­κη.Δη­λα­δη και ε­νας ο­ταν την εκ­φρα­ζει, αυ­τη πλει­ο­ψη­φεί, ε­ναν­τι των ε­κα­το­μυ­ρι­ων και δι­σε­κα­το­μυ­ρι­ων αλ­λων ψη­φων, που ει­ναι αν­τι­θε­τες. Για­τι η Α­λη­θεια στην Εκ­κλη­σι­α δεν ει­ναι ι­δε­α, δεν ει­ναι α­πο­ψη. Ει­ναι Υ­πο­στα­τι­κη. Ει­ναι ο ι­διος ο Χρι­στος.Γι’ αυ­το, και ο­σοι δι­α­φω­νούν με αυ­την, α­πο­κο­πτον­ται α­πο την Εκ­κλη­σι­α, α­φού κα­θαι­ρούν­ται και α­φο­ρι­ζον­ται, κα­τα πε­ρι­πτω­ση.

Η α­λη­θεια ει­ναι το ι­διο το Πνεύ­μα της Α­λη­θεί­ας, το Ο­ποί­ο λει­τουρ­γεί και εκ­φρα­ζε­ται και με με­μο­νω­με­να προ­σω­πα. Αυ­το το έδειξε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κα η ι­στο­ρι­α στο προ­σω­πο του α­γι­ου Μα­ξι­μου του Ομολογητού, καθώς και του Α­γι­ου Μαρ­κου του Ευ­γε­νι­κούστήν ψευ­δο­συ­νο­δο της Φλω­ρεν­τι­ας, οι ο­ποί­οι ή­τα­νε μο­να­δες, ε­ναν­τι της κυ­ρι­αρ­χι­ας της πλει­ο­ψη­φι­ας.

Α­πο­δει­κνυ­ε­ται εδώ, πως ε­νας αν­θρω­πος ε­δω­σε την α­παν­τη­ση της Εκ­κλη­σι­ας και τον δι­και­ω­σε η Εκ­κλη­σι­α­στι­κη Ι­στο­ρι­α και α­γι­α­σε σε σχε­ση με ο­λους τους αλ­λους, τον Αυ­το­κρα­το­ρα, τον Πα­τριά­ρχη και ο­λους τους αλ­λους που συμ­με­τεί­χαν, και οι ο­ποί­οι δεν ε­ξε­θε­σαν την αλήθεια. Α­ρα, δεν ει­ναι θε­μα α­ριθ­μου, αλ­λα θε­μα Α­λη­θεί­ας ή μη Α­λη­θεί­ας. Αυ­το το πραγ­μα δεν πρε­πει να το ξε­χνού­με, για­τι ει­ναι η ποι­ο­τι­κη δι­α­φο­ρα με­τα­ξυ Ορ­θο­δο­ξι­ας και ε­τε­ρο­δο­ξι­ας, στην πρα­ξη. Στην Ορ­θο­δο­ξη Εκ­κλη­σι­α, τα πραγ­μα­τα δεν λει­τουρ­γούν πα­πι­κα. Δεν ει­ναι ο Πα­πας υ­πε­ρα­νω και των Οι­κου­με­νι­κων Συ­νο­δων, ο­πως ε­κεί, ου­τε φυ­σι­κα ε­δω υ­παρ­χει κα­ποι­ος ε­πι­με­ρους Πα­πας, που να το­πο­θε­τη­θεί πα­νω α­πο την Ι­ε­ραρ­χι­α της Εκ­κλη­σι­ας μας.

Α­ρα, κρι­τη­ριο στην Εκ­κλη­σι­α δεν ει­ναι, ο­τι συ­νηλ­θε ο­λη η Ορ­θο­δο­ξη Εκ­κλη­σι­α και απεφάσισε κάτι πλειοψηφικά. Θα μπο­ρού­σε να ει­ναι θε­ω­ρη­τι­κα και ο­λοι οι Ε­πι­σκο­ποι, και ε­νας, δυ­ο, τρεις ή ε­λα­χι­στοι α­πο αυ­τους να λε­γα­νε κα­τι το αν­τι­θε­το. Δεν ση­μαί­νει, ο­τι ε­κεί­νο, που θα πεί η συν­τρι­πτι­κη πλει­ο­ψη­φι­α των Ε­πι­σκο­πων, α­πο­τε­λεί ε­χεγ­γυ­ο της Α­λη­θεί­ας, και ο­τι θα πρε­πει ο­πωσ­δη­πο­τε αυ­το να το α­πο­δε­χτεί το πλη­ρω­μα. Ο­χι, δεν ει­ναι ε­τσι τα πραγ­μα­τα στην Εκκλησία. Κρι­τη­ριο της Α­λη­θεί­ας ει­ναι, ε­αν τα λε­γο­με­να στις Εκκλησιαστικές Συνόδους ει­ναι «ε­πο­με­να τοις Α­γι­οις Πα­τρα­σι».

Είναι θέμα της όλης Εκκλησίας να αποτιμήσει στο μέλλον, εν Συνόδω, θεολογικά και τελεσίδικα, τις αποφάσεις αυτού του Αρχιερατικού «Συνεδρίου». Έως τότε, όμως, μπορεί και πρέπει ο κάθε πιστός να τοποθετηθεί στις μετέωρες αυτές αποφάσεις αυτού του «Συνεδρίου» με τα κριτήρια της δογματικής συνειδήσεως της Εκκλησίας,διαχρονικώς. Τα ασφαλή κριτήρια αυτής της δογματικής συνειδήσεως συνοψίζονται στο περιεχόμενο της αγιοπατερικής ρήσεως: «επόμενοι τοις αγίοις Πατράσι».

Είναι θέμα της όλης Εκκλησίας να αποτιμήσει στο μέλλον, εν Συνόδω, θεολογικά και τελεσίδικα, τις αποφάσεις αυτού του Αρχιερατικού «Συνεδρίου». Έως τότε, όμως, μπορεί και πρέπει ο κάθε πιστός να τοποθετηθεί στις μετέωρες αυτές αποφάσεις αυτού του «Συνεδρίου» με τα κριτήρια της δογματικής συνειδήσεως της Εκκλησίας,διαχρονικώς. Τα ασφαλή κριτήρια αυτής της δογματικής συνειδήσεως συνοψίζονται στο περιεχόμενο της αγιοπατερικής ρήσεως: «επόμενοι τοις αγίοις Πατράσι». Και η ρήση αυτή αφορά καίρια τόσο τον τύπο των Συνόδων όσο και την δογματική διδασκαλία τους.

Με άλλα λόγια, αν το ευλαβές πλήρωμα της Εκκλησίας -ως φορέας της δογματικής συνειδήσεώς της- επιβεβαιώνει την ορθότητα των αποφάσεων των Συνόδων της Εκκλησίας, ή ακυρώνει αποφάσεις Πανορθοδόξων Συνόδων θεωρώντας τες ως Ψευδοσυνόδους, τότε είναι προφανές, ότι έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να εκφραστεί με φόβο Θεού και ένθεο ζήλο και στην προκειμένη περίπτωση για τις αποφάσεις της «Συνόδου» της Κρήτης (Βλ. σχετικώς και π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Το σώμα του ζώντος Θεού, Μια Ορθόδοξη ερμηνεία της Εκκλησίας, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1999, σσ. 80-83).
Με βα­θυ­τα­το σε­βα­σμο
ασπάζομαι την δεξιάν Σας
Δη­μη­τριος Τσε­λεγ­γι­δης
Κα­θη­γη­της της Θεολογικής Σχολής

του Α.Π.Θ.