«Τα Θρησκευτικά είναι ιεραποστολή και διδάσκονται με ή χωρίς φακέλους»

Loading...


Μετά τη γνωστοποίηση των νέων φακέλων του μαθήματος των Θρησκευτικών και την επικείμενη διανομή αυτών στα σχολεία, έχει πληρωθεί το Διαδίκτυο και δημοσιεύονται σε κάθε εφημερίδα και περιοδικό χριστιανικού χαρακτήρος απόψεις διαφόρων θεολόγων και μη, εναντίον του διδακτικού περιεχομένου αυτών των φακέλων, ενδεχομένως με σκοπό να επηρεάσουν την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Του δρος Ιωάννου Μπουγά-Θεολόγου

Βεβαίως πολλοί καταφερόμενοι εναντίον των διδακτικών αυτών φακέλων δίδαξαν Θρησκευτικά ή έχουν γνώσεις περί του μαθήματος από τον καιρό που οι κρατικές αρχές φακέλωναν τους πολίτες αυτής της χώρας. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι οι φάκελοι αυτοί αποτελούν την αρχή ενός νέου τρόπου διδασκαλίας γιατί όλα τα μαθήματα στο σχολείο θα διδάσκονται πλέον με φακέλους μαθητή και καθηγητή. Αν ήθελαν ουσιαστικά να υπερασπιστούν το θρησκευτικό μάθημα θα έπρεπε να αγωνιστούν για να καταργηθεί κάθε είδους απαλλαγή, αφού πλέον το μάθημα δεν έχει κατηχητικό χαρακτήρα και να φροντίσουν να επηρεάσουν τους διοικούντας ώστε στην επικείμενη αλλαγή για το Νέο Λύκειο να μην καταργηθεί από τις δύο τελευταίες τάξεις.

Κάθε ζηλωτής ορθόδοξος, κάθε χριστιανική ελληνορθόδοξη ιστοσελίδα, κάθε χριστιανική ένωση γονέων κόπτονται εναντίον αυτών των φακέλων θεωρώντας ότι μπορούν να έχουν άποψη για το μάθημα, επειδή ονομάζονται ή επειδή πιστεύουν ότι είναι ορθόδοξοι χριστιανοί, ενώ στην ουσία είναι παντελώς άσχετοι με κάθε εκπαιδευτική και παιδαγωγική διαδικασία στο σχολείο τού σήμερα. Μάλιστα η ασχετοσύνη τους έφτασε στο σημείο να ομιλεί και για τον ελληνοκεντρικό χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών, αγνοώντας προφανώς ότι το ορθόδοξο μάθημα των Θρησκευτικών αυτό το οποίο υπερασπίζονται είναι υπεράνω εθνών ακόμη και αυτού του ελληνικού, διότι ο Χριστός και οι χριστιανοί δεν έχουν πατρίδα και η Εκκλησία έχει χαρακτηρίσει τον εθνοφυλετισμό ως αίρεση. Βεβαίως εφόσον επιθυμούν να διδάσκουν ένα ομολογιακό ελληνοκεντρικό κατηχητικό μάθημα να απευθυνθούν στους κατά τόπους μητροπολίτες και να διορίζονται από αυτούς, να μισθοδοτούνται από αυτούς και να διδάσκουν στα κατηχητικά σχολεία σε αίθουσες σχολείων εφόσον οι δήμοι τους τις παραχωρούσαν.

Διαβάστε εδώ:  Θρησκευτικά: Τι απαντά η Επιτροπή στον Γ.Αγγελάκα για τα τραγούδια

Οι κύριοι αυτοί πιστεύουν ότι ο Χριστός συνομίλησε με προέδρους και γραμματείς ενώσεως θεολόγων αλήστου μνήμης. Ενωση κάποιων ή καλύτερα μερικών θεολόγων, οι οποίοι συνεπικουρούμενοι και κατευθυνόμενοι από τινές επισκόπους της Ελλαδικής Εκκλησίας και από υπερμαχούντες για την πίστη περιφερομένους Αγιορείτες μοναχούς, γραφικούς πλέον για την ελληνική κοινωνία, καταφέρονται με δημοσιεύματα στα ΜΜΕ εναντίον των φακέλων του μαθήματος χρησιμοποιώντας επιλεκτικά διάφορα αποσπάσματα από τους φακέλους αυτούς, όπως για παράδειγμα την ιρακινή ταινία «Περσέπολις», προβολή ταινιών Ιρανών σκηνοθετών με θέμα «Πού είναι το σπίτι του φίλου μου», προβολή του ντοκιμαντέρ Σαχάντα (ομολογία πίστεως στον Αλλάχ), απόσπασμα από το έργο του Νίκου Καζαντζάκη «Αναφορά στον Γκρέκο» κ.ά.

Με όλα αυτά τονίζουν, με αυτό το υλικό δεν μπορεί να διδάξει ο θεολόγος στο σχολείο το μάθημα.

Και όμως, ο θεολόγος σήμερα στο σχολείο όχι μόνο δύναται να διδάξει, αλλά διδάσκει Θρησκευτικά και με τους φακέλους αυτούς και χωρίς τους φακέλους, διδάσκει την ανθρώπινη πολιτισμική καταλλαγή και από την πέτρα και από το τελευταίο χαλικάκι της άμμου και από το ζωγραφισμένο τοίχο του σχολείου και από το γεμάτο σατανιστικά σύμβολα θρανίο και από τον θάνατο της μητέρας της μαθήτριάς του και από την αυτοκτονία ενός συμμαθητή και από την ανεργία των γονέων των μαθητών του και από τη συμμετοχή του στο Ραμαζάνι επειδή το γιορτάζουν μερικοί μαθητές του και από τη συμπροσευχή του με έναν ρωμαιοκαθολικό μαθητή του και από την παρότρυνση σε έναν μαθητή του, που αναζητά τον μυστικισμό στα ανατολικά θρησκεύματα, να διαβάσει το βιβλίο «Η αυτοβιογραφία ενός γιόγκι» και από τα τραγούδια που ακούει σήμερα ο μαθητής και από τη συμμετοχή του στο πάρτι των παιδιών και από την παρέα που θα κάνει μαζί τους στο καφέ και από το θέατρο που θα παίξει μαζί τους και από ένα ποίημα του Καβάφη, αλλά και από τον «Μεγάλο Ανατολικό» του Εμπειρίκου και από το Facebook και από τον ιρακινό κινηματογράφο και από το πανηγύρι του χωριού και από το σκισμένο παντελόνι που φορά ο μαθητής και από το χαμόγελό του και το δάκρυ του και από το αθεϊστικό βιβλίο που διάβασε και από το λουλούδι που συνάντησαν σε μια εκδρομή και από την ανάγκη του μαθητή για διάλογο και από, και από…

Τα νέα προγράμματα σπουδών και οι φάκελοι του μαθήματος, δηλαδή η αλλαγή στη διδασκαλία και τη μάθηση, με τη μετάβαση από τη μετωπική – δασκαλοκεντρική διδασκαλία σε πολυτροπικά περιβάλλοντα μάθησης, με την συνδρομή ενός εξαιρετικά πλούσιου εκπαιδευτικού υλικού, με την ενεργή συμμετοχή των μαθητών σε διαδικασίες βιωματικής και διερευνητικής προσέγγισης της θρησκευτικής γνώσης και νοηματοδότησής της σε προσωπικό επίπεδο, αποτελούν στοιχεία καινοτομίας, που αναβαθμίζουν πλέον και εμπλουτίζουν το μάθημα των Θρησκευτικών στη σχολική τάξη.

Οι μαθητές ενθαρρύνονται να ψάχνουν για πληροφορίες μόνοι τους και να αναλύουν πηγές ανεξάρτητα. Οι μαθητές διδάσκονται να είναι σκεπτικοί με τους ισχυρισμούς των άλλων και να διατυπώνουν τις δικές τους προσωπικές απόψεις. Με αυτόν τον τρόπο, το μάθημα προσπαθεί να εμφυσήσει στους μαθητές τον αυτοσεβασμό, καθώς και μία βαθύτερη κατάνόηση του ποιοι είναι, προκειμένου να μπορούν να διαλέγονται με τους άλλους ανεξαρτήτως θρησκευτικής πίστης. Η δημιουργικότητα, η κριτική σκέψη και η ανάληψη πρωτοβουλιών θεωρούνται χρήσιμες κοινωνικές δεξιότητες. Τέλος αρχίζει να εμφαίνεται ότι οι μαθητές απολαμβάνουν πραγματικά τη διαδικασία της μάθησης και δεν την βλέπουν ως μία ατελείωτη επίπονη διαδικασία.

Ο διδάσκων το θρησκευτικό μάθημα καλείται να γίνει ιεραπόστολος στην εν συγκεκριμένω τόπω και χρόνω εκκλησιαστική κοινότητά του και να δράσει προετοιμασμένος πάντοτε ως άλλος Παύλος, γενόμενος «τοις πάσιν τα πάντα», να μεταφέρει το μήνυμα της σωτηρίας με την πρέπουσα κάθε φορά γλώσσα στους ανθρώπους – μαθητές κάθε περιοχής και εποχής, συνεργαζόμενος πάντα και υπακούοντας στον εις τύπον και τόπον Χριστού προεστώτα της εκκλησιαστικής συνάξεως επίσκοπο.

Καθήκον των θεολόγων είναι να εργάζονται στον αμπελώνα του κόσμου και δη της ελληνικής νεολαίας με αναπροσαρμογή της θεολογικής σκέψεως και να είναι «έτοιμοι δε προς απολογίαν παντί τω αιτούντι ημάς λόγον περί της εν ημίν ελπίδος» (Α’ Πέτρ. 3,15).

Οι θεολόγοι με ή χωρίς φακέλους πρέπει να ομολογούν την εν Χριστώ ελπίδα με ανανεωμένο τρόπο, με νέες εκφράσεις εντός διαφορετικών πολιτιστικών, κοινωνικών, πολιτικών και θρησκευτικών προσώπων και καταστάσεων. Να ομολογούν με ηρεμία και με ευέλικτο τρόπο, δηλαδή να είναι περισσότερο επαναστάτες, διότι πάντα ήταν, ξεπερνώντας λόγω και έργω τους δήθεν επαναστάτες, γιατί ο νέος τρόπος ζωής και σκέψεως που εισάγει κάθε φορά σε κάθε τόπο η Ορθόδοξη Εκκλησία πάντα ήταν πιο μπροστά από την κάθε εποχή, αφού σκοπεύει να κάνει τα έσχατα παρόντα.

Ο θεολόγος σήμερα πρέπει να είναι μπροστάρης εντός και εκτός σχολικής αιθούσης στους αγώνες για τη συνάντηση των ανθρώπων ανεξαρτήτως θρησκευτικών πιστεύω, στους αγώνες της Εκκλησίας για την ένωση των Εκκλησιών, στους αγώνες του Οικουμενικού Πατριάρχου για την ενότητα της Ορθοδοξίας, στους αγώνες ενάντια στην καταπίεση των ομοφυλοφίλων, στους αγώνες ενάντια στον ρατσισμό, φασισμό, θρησκευτική βία, στους αγώνες για την προστασία του περιβάλλοντος, να είναι μαζί με τους πρόσφυγες αδελφούς μας μουσουλμάνους και ενάντια σε οτιδήποτε διαστρέφει το κατ’ εικόνα Θεού ανθρώπινο πρόσωπο. Να έχει λόγο που είναι βαθύτατα υπαρξιακός, είναι λόγος αγωνίας που αναζητά τον άνθρωπο του διαλόγου. Να έχει λόγο ενότητας, μετάνοιας. Να διδάσκει με το ήθος του τον άνθρωπο που ευχαριστεί, τον άνθρωπο που δεν αρκείται στον αμοιβαίο έρωτα με τον Χριστό αλλά τον αναζητά συνεχώς στο πρόσωπο του αδελφού του εις τους αιώνας των αιώνων.

Ο θεολόγος και το θρησκευτικό μάθημα χωρίς φωνές και αυταρέσκεια, αλλά με αυτοπεποίθηση και βαθιά βίωση της πίστης αποτελούν την εμπροσθοφυλακή της ιεραποστολής στην Ελλάδα και μάλιστα με την ψευδαίσθηση κάποιων κρατικών λειτουργών ότι μπορούν να ελέγχουν το θρησκευτικό μάθημα.

Ο θεολόγος που συμμετέχει βεβαίως στην Εκκλησία, διδάσκει ότι ο εκκλησιαστικός τρόπος ζωής δεν είναι υπόθεση μόνο μιας ομάδας πιστών ανθρώπων αυτοονομαζομένων ορθοδόξων, αλλά παράδειγμα και προσπάθεια αλλαγής της ύπαρξης του κάθε ανθρώπου ανεξαρτήτως φυλής ακόμη και θρησκείας, αλλά και των αδίκων κοινωνικών δομών, και αυτή η αλλαγή γίνεται μέσα από τον διάλογο και με τον διάλογο, ο οποίος γίνεται στο ελληνικό σχολείο με το «εργαλείο» που λέγεται μάθημα των Θρησκευτικών.

Ο εκκλησιαστικός ορθόδοξος τρόπος ζωής είναι ο τρόπος ζωής, ο οποίος ταπεινώνεται και γίνεται τα πάντα τοις πάσιν ίνα πλείονας κερδίσει, τρόπο τον οποίο προωθεί στην ελληνική εκπαίδευση σήμερα το θρησκευτικό μάθημα.