Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός: Το Άγιον Όρος και η προσφορά του

Loading...


Διάλεξη Πρωτοπρεσβυτέρου
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
Ομοτίμου Καθηγητού
Πανεπιστημίου Αθηνών
Άγιον Όρος και Ορθοδοξία

Στην εισήγησή μου στο ΣΤ’ Πανελλήνιο Συνέδριο της Π.Ε.Θ.2 κατέληξα με μία ομολογία, που ισχύει και σήμερα, μετά από είκοσι χρόνια: «Κάθε φορά, που με αξιώνει ο Θεός να προσκυνήσω τον αγιορείτι­κο χώρο, φεύγω με ανανεωμένη τη βεβαιότητα, ότι το Άγιον Όρος, ως καρδιά και παλμός σύνολης της ση­μερινής Ορθοδοξίας, είναι «Salus Graeciae»3.   Διατί με τον συνεχιζόμενο τρόπο ζωής του αποτελεί τον φυ­σικό φραγμό σε κάθε αλλοίωση, απ’ όπου και αν προ­έρχεται, και με την αδιάκοπη πατερική πρακτική του προσφέρει το πρότυπο του υπαρκτικού πλαισίου, που μπορεί να διαμορφώσει τον άνθρωπο εκείνο, που θα συναρμόζει στον κοινωνικό χώρο την επιστήμη, την τεχνολογία και την οικονομία -τις απόλυτες αξίες της εποχής μας- μέσα στην προοπτική της θεώσεως».

Αυτή τη διαπίστωση, θεμελιωμένη τόσο στην προσωπική βεβαιότητα, όσο και στην ίδια την ιστορι­κή συνέχεια του Αγίου Όρους, θα προσπαθήσω παρα­κάτω να τεκμηριώσω. Βέβαια, σπεύδω να παρατηρή­σω, ότι το να ομιλεί ένας «εμπεπλεγμένος ταις του βίου πραγματείαις» (Β’ Τιμ. 2, 4) για το Άγιον Όρος και τη ζωή του, δεν είναι απλώς δύσκολο, αλλ’ αυτό­χρημα θρασύ. Διότι, πώς είναι δυνατό άνθρωπος α­μαρτωλός, με ακάθαρτη καρδία και ακαθαρτοτέρα α­κόμη γλώσσα, να ομιλήσει για ένα Τόπον, «ου έστησαν -και ίστανται- οι πόδες Κυρίου» και ο οποίος, ως «περιβόλι» της Παναγίας και Κυρίας Θεοτόκου, αγιάζοντας τους εις αυτό διαβιούντας, αναδει­κνύει αδιακόπως πνευματοφόρους θεουμένους; Από την άλλη πλευρά, ο λόγος εδώ δεν είναι για το Άγιον Όρος, που έχει εμπλακεί «ταις του κόσμου πραγμα­τείαις», αλλά για εκείνο, που αγωνίζεται να διακρατήσει την πατερικότητα και πνευματικότητα των πα­λαιοτέρων Πατέρων του.

1. Η  Ορθοδοξία κοινωνία σωτηρίας.

Ορθοδοξία, ως ζωή εν Αγίω Πνεύματι, σημαίνει θεοκοινωνία και ανθρωποκοινωνία, μία θεανδρική πραγματικότητα. Είναι ο σταυρικός θεοπαράδοτος τρόπος υπάρξεως, ως κοινωνία Θεού και ανθρώπων εν Χριστώ και των ανθρώπων μεταξύ τους, ως αδελφών και μελών του ιδίου Κυριακού Σώματος. Η σωτηρία των πιστών επιτυγχάνεται, έτσι, όχι μεμονωμένα και αυτόνομα (ατομικά), αλλά μέσα σε συγκεκριμένο πνευματικό και υπαρκτικό (κοινωνικό) πλαίσιο, την ενωμένη ασύγχυτα και αδιαίρετα με τη Θεία Φύση Αν­θρωπότητα του Ιησού Χριστού. Είναι γνωστή η αρ­χαία ρήση: Solus Christianus, nullus Christianus. Η Εκκλησία έχει τον δικό της τρόπο υπάρξεως, που τη διαφοροποιεί ριζικά από κάθε εγκόσμια συσσωμάτω­ση – κοινωνία.
       Σκοπός της παρουσίας στον κόσμο της εκκλησια­στικής κοινωνίας είναι η «ολοτελής» (Α’ Θεσσ. 5, 23) ένταξη κάθε ανθρώπου στο Σώμα του Χριστού για την εν Αγίω Πνεύματι θέωση-σωτηρία του ανθρώπου, με την «μόρφωσιν του Χριστού εν αυτώ» (Γαλ. 4, 19). Ο άνθρωπος της ορθοδόξου παραδόσεως μόνο μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, το οριζόμενο από τις παραμέτρους του «εν Χριστώ ζην», είναι δυνατό να διαμορφωθεί και τελειωθεί. Γιατί μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο ζωής η προσωπική ευθύνη και προσπάθεια του πιστού εναρμονίζεται και αλληλοπεριχωρείται με την ενδυναμούσα την ανθρώπινη θέληση και πολλαπλασιάζουσα τις ανθρώπινες δυνατότητες Θεία και Σωστική Χάρη. Έξω από την κοινωνία του εκκλησιαστικού σώματος δεν μπορεί να υπάρξει το φυσικό κλίμα, που καθιστά δυνατή την πραγματική αποδοχή του όλου Χριστού, στην καθολικότητα και πληρότητά του, και συνεπώς τη σωτηρία. Διότι η εν Χριστώ αναγέννηση και τελείωση απαιτεί την εν-Χρίστωση της ζωής σε κάθε διάστασή της, για να γίνει η ζωή μας Ζωή Χριστού -Χριστοζωή. Αυτό σημαίνει ο αποστολικός εκείνος λόγος: «Είτε εσθίετε, είτε πίνετε, είτε τι ποιείτε, ΠΑ­ΝΤΑ εις δόξαν Θεού ποιείτε» (Α’ Κορ. 10, 31).

Δεν είναι, συνεπώς, δυνατό να τρέφεται πνευματικά ο χριστιανός από τον Χριστό (π.χ. στην πίστη και τη λατρευτική ζωή του), κοινωνικά όμως να περιμένει «σωτηρία» από τις δυνάμεις του κόσμου, ταυτιζόμενος μάλιστα πολλές φορές μαζί τους. Θα επαναλάβουμε δε και εδώ, ότι η μεγαλύτερη τραγικότητα της νεοελληνι­κής κοινωνίας συνίσταται στο πέρασμα της «πίστεως» μέσα από κομματικά φίλτρα και τη στήριξη των ελπί­δων μας σε κοσμικοπολιτικά πρόσωπα και σχήματα (Ψαλμ. 145, 3). Σ’ αντίθεση μ’ αυτή την εκκοσμικευμένη αντίληψη για τον Χριστιανισμό, ο Χριστός απαιτεί ΟΛΗ τη ζωή μας. «Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα».

2. Ο Μοναχισμός κιβωτός του ορθοδόξου τρόπου υπάρξεως.

Ο Μοναχισμός, ως μυστικός έρωτας του ανθρώ­που για τον Θεό, ανήκει στη φύση κάθε ψυχής. Η ψυ­χή μας έχει πλασθεί χριστιανική και «χριστοκεντρική», όπως παρατηρεί ο Σεβασμιώτατος π. Αθανάσιος Γιέβτιτς4. Ο Μοναχισμός είναι η εκ βαθέων κραυγή του ανθρώπου προς το Άκτιστο. Είναι η έφεση και ο αγώνας για γνώση – ένωση με τον «άγνωστο» και «απρόσιτο» Θεό. Ο Χριστιανισμός, ως είσοδος του ί­διου του Ακτίστου στο κτιστό και παρουσία του Υπερχρόνου μέσα στο χρόνο και την ιστορία, παρέχει αυτή την δυνατότητα προσεγγίσεως του υπέρ πάσαν αίσθησιν και γνώσιν και ενώσεως μαζί Του, στο πρό­σωπο του συγκαταβάντος και ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου, Κυρίου δε ημών Ιησού Χριστού. Έτσι ο Χρι­στός γίνεται ο μαγνήτης της ανθρωπίνης καρδίας και ο απόλυτος σκοπός της ανθρωπίνης υπάρξεως.

Στη ζωή της Εκκλησίας εισέρχεται κανείς, ακριβώς για να ενωθεί με τον Χριστό, να θεωθεί. Αυτός ή­ταν ο απόλυτος σκοπός των πρώτων Ενοριών – Κοι­νοτήτων ήδη αμέσως μετά την Πεντηκοστή. Και αυτό τον αμετακίνητο στόχο έχει η Εκκλησία σ’ όλους τους αιώνες, όπως μαρτυρείται στην καθημερινή λα­τρεία της από τα λειτουργικά βιβλία, που διαμορφώ­νουν και συντηρούν το πατερικό φρόνημα των πιστών της. Ζωή στην Ενορία σημαίνει, έτσι, μύηση στον αγιοπνευματικό τρόπο ζωής με τη βοήθεια του Γέρο­ντος – Πνευματικού, για το άνοιγμα της καρδιάς στην Άκτιστη Θεία Χάρη (βλ. Α’ Κορ. κεφ. 12-14)5.

Σ’ αυτή τη διαδικασία αποφασιστική είναι η συμ­βολή του Πνευματικού – Γέροντα, ο οποίος στην Ενο­ρία (πρέπει να) ταυτίζεται με τον «εφημέριο» – λει­τουργό της. Αυτός (πρέπει να) είναι ο «πνευματικός Πατέρας» κατά τον Απόστολο Παύλο (Α’ Κορ. 4, 15), που οδηγεί στην αναγέννηση «εν Χριστώ Ιησού» και «δια του Ευαγγελίου». Ουσιαστικά στοιχεία αυτού του τρόπου υπάρξεως είναι η πνευματικότητα και η κοινή ζωή (πρβλ. «ην αυτοίς πάντα κοινά», Πράξ 4, 32). Πρόκειται δηλαδή για αγιασμό όλου του βίου, σε κάθε διάστασή του. Ζωή Χριστού γίνεται σύνολη η ζωή6.

Οι Απόστολοι οργάνωσαν την Εκκλησία, πνευ­ματικά και κοινωνικά, σύμφωνα με τη θέληση του Ι­δρυτού της. Η πρώτη Εκκλησία των Ιεροσολύμων εμφανίσθηκε σε περιβάλλον ιουδαϊκό και ειδωλολα­τρικό. Σε μια κοινωνία, που κατευθυνόταν και προσδιοριζόταν από νόμους και κανόνες ζωής -από «συ­στήματα»- που έφτιαξε ο χωρίς Θεόν άνθρωπος. Η Εκκλησία όμως δεν ταυτίσθηκε με αυτά, αλλά ακο­λούθησε τον δικό της τρόπο ζωής, τον δικό της τρόπο υπάρξεως στον κόσμο, που περιγράφεται σαφέστατα στις Πράξεις των Αποστόλων (βλ. κεφ. 2, 4 και 6) και μετά την αποστολική εποχή σε άλλα κείμενα, όπως η «Διδαχή», η «Προς Διόγνητον Επιστολή» κ.ά. Ο Διάκονος Στέφανος κατηγορήθηκε, ότι αυτή τη νέα κοινωνική ζωή και δομή της Εκκλησίας προσπαθού­σε να μεταδώσει στους ομοφύλους του. Η κατηγορία ήταν, πως ήθελε να αλλάξει «τα έθη» τους (τον τρόπο κοινωνικής ζωής), που, όπως ισχυρίζονταν, τους είχε δώσει ο Μωυσής (Πράξ. 6, 14).

Η βαθμιαία εκκοσμίκευση μεγάλου μέρους της χριστιανικής κοινωνίας, λόγω των περιπετειών της (π.χ. διωγμοί, αιρέσεις κ.λπ.), διέσπασε αυτή την α­τμόσφαιρα και δημιούργησε ποικίλα εμπόδια στην πνευματική ζωή και αύξηση των πιστών. Άμεσο αισθητό αποτέλεσμα ήταν ο περιορισμός των χα­ρισμάτων -όχι βέβαια λόγω μη αναγκαιότητάς τους, αλλά λόγω απουσίας των εσωτερικών προϋποθέσεων για την απόκτησή τους (κάθαρση της καρδιάς κοντά στον αγιοπνευματικά φωτισμένο Πνευματικό Πατέ­ρα). Ήδη στα τέλη του γ’ αιώνα εμφανίζονται ομαδικές τάσεις φυγής από τον κόσμο (τις εν κόσμω κοινω­νίες), όπως συνέβαινε άλλωστε και στην Π. Διαθήκη. Έτσι αρχίζει να «πολίζεται» η έρημος, να μεταβάλλε­ται με την αθρόα προσέλευση χριστιανών σε πόλη – αντίπολη. Το κοινόβιο της Ενορίας, ως ζωή αδελφο­σύνης και αγάπης, δηλαδή ως αδελφότητα, μεταφέρε­ται στην «έρημο» και γίνεται πόλις της ερήμου και ό­χι μια απλή θρησκευτική κοινωνία. Αυτή η «καινή» πόλη είναι η Μονή. Μια ολόκληρη και καθολική κοινωνία είναι το Μοναστήρι. Κατά τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ «η μονή δεν είναι κοινωνία απλώς θρη­σκευτική, αλλά μάλλον πλήρης κοινότης, η οποία διεκδικεί και οργανώνει ολόκληρη τη ζωή των μελών της»7. Έτσι απέφευγαν αυτοί οι χριστιανοί τη δική μας τραγικότητα, να υπάρχουμε σε «δύο βασίλεια», στο «βασίλειο του Καίσαρος» και στο «Βασίλειο του Χριστού». Ο Μοναχισμός δεν πηγάζει από την άρνη­ση της ζωής ή του κόσμου, αλλά από την άρνηση της αμαρτίας και την κατάφαση της όντως ζωής, της Χριστοζωής. Ο Μοναχισμός είναι η πεμπτουσία του Χρι­στιανισμού, η δυναμικότερη, πληρέστερη και συνεπέ­στερη έκφραση και βίωσή του8.

Συνεπώς, το Μοναστήρι αναδείχθηκε σε κιβωτό διασώσεως της εν Χριστώ ζωής, της παραδόσεως, ως συνεχείας της ζωής της Εκκλησίας. Δεν ήταν επανά­σταση εναντίον της Εκκλησίας ή της Ιεραρχίας της, γιατί αναπτύχθηκε μέσα στους κόλπους της Εκκλη­σίας, ως Εκκλησία της Εκκλησίας, διασώζοντας την καθαρότητα και γνησιότητα της εκκλησιαστικής ζω­ής. Κατά τον μακαριστό π. Θεόκλητο Διονυσιάτη ο Μοναχισμός «είναι αυτή η Εκκλησία, επιδιώκων με συνέπειαν τους σκοπούς αυτής, οίτινες συνίστανται εις την επικράτησιν του Ευαγγελίου εν τω κόσμω και την σωτηρίαν της ψυχής… Η θεία βιοτή των Μονα­χών, ούσα απαύγασμα της κατά κυριολεξίαν εν Χριστώ ζωής και μόρφωμα συνεπούς οικειώσεως της περί τελειότητος χριστιανικής διδασκαλίας, εδημιούργησε και προέβαλε τα στοιχεία εκείνα, άτινα συγκροτούν ό,τι σήμερον καλούμεν ορθόδοξον πνευματικότητα, η οποία αφίκετο άχρις ημών ως πατερική παράδοσις»9.

3. Το Άγιον Όρος και η συνέχεια της παραδόσεως.

Είναι γεγονός, ότι στη χριστιανική αρχαιότητα υ­πήρξαν διάφορα μεγάλα μοναστικά κέντρα, στην Αί­γυπτο, την Παλαιστίνη, τη Μικρασία, την Μεγάλη Ελλάδα. Με τον καιρό όμως παρήκμασαν. Από τον 10ο αιώνα το Άγιον Όρος αναζωογόνησε τον μοναχι­κό βίο των άλλων παρηκμασμένων κέντρων και απέ­βη αυτό μοναστικός χώρος πανορθόδοξος και επιση­μότατος, που εφείλκυε το θαυμασμό όχι μόνο των Ρωμηών, αλλά και «των γύρωθεν εθνών», όπως παρατη­ρεί ο Αλέξιος Α’ ο Κομνηνός, τα οποία «εσεμνύνοντο δια το μοναδικόν εις τα όρη της οικουμένης Άγιον Ό­ρος». Δίκαια, έτσι, σημειώνει ο σεβαστός π. Γεώργιος Καψάνης: «Είναι μεγάλη ευλογία, ότι εν μέσω της Εκκλησίας ο Παντελεήμων Κύριος εφύτευσε τον παράδεισον του περιβολιού της Παναγίας, το Άγιον Ό­ρος, για να ζωογονεί όλη την Εκκλησία με τη μυστι­κή ακτινοβολία της Χάριτος του Θεού, που σκηνώνει στους παλαιούς και νέους αγίους του, στα ιερά θεομητοροβάδιστα σκηνώματά του, στην αδιάκοπο και ζώ­σα μέχρι σήμερα αγιοπατερική παράδοσή του».

Έτσι συνδέθηκε στενότατα το Άγιον Όρος με τη ζωή και τους πνευματικούς αγώνες της Ελληνορθόδο­ξης Ρωμανίας (Βυζαντίου) και συνέχισε την πνευματική ακμή της. Διότι ιδανικό της Ρωμηοσύνης δεν είναι η κατά κόσμον σοφία, αλλ’ η θεία. Όχι ο κατά κόσμον σοφός, αλλά ο κατά Θεόν σοφός, δηλαδή ο Άγιος. Δείγμα δε ακμής της Ρωμηοσύνης είναι το επίπε­δο της πνευματικότητός της, δηλαδή οι Άγιοί της. Το Άγιον Όρος έγινε το θερμόμετρο της πνευματικότητος του Γένους μας, που δεν κυριεύθηκε από το σκό­τος, ούτε και στους αιώνες της δουλείας, γιατί ποτέ δεν έλειψαν σ’ αυτό οι θεούμενοι και τα θαυματουργά λείψανα, δηλαδή οι φορείς της Χάριτος.

Περαιτέρω ο κοινοβιακός μοναχισμός του Αγίου Όρους διέσωσε το υπαρκτικό πλαίσιο και πρότυπο (modelo) της ελληνορθόδοξης κοινωνίας. Τόπος κα­ταφυγής, ανανεώσεως και αναγεννήσεως αρχόντων και αρχομένων, κληρικών και λαϊκών, απέβη κανόνας στοιχήσεως των εν κόσμω κοινοτήτων – ενοριών και πνευματικός τροφοδότης της όλης ζωής τους. Κι αυτό σ’ όλη τη διάρκεια της βυζαντινής και μεταβυζαντι­νής περιόδου.

Ο τρόπος αυτός λειτουργίας του Αγίου Όρους κατέστη δυνατός, διότι το «Περιβόλι της Παναγίας» διασώζει την ενότητα και οργανική διασύνδεση πνευ­ματικότητας και κοινωνικότητας. Σ’ αυτό η πνευματι­κότητα δεν οδηγείται σε άσαρκο σπιριτουαλισμό, ού­τε η πράξη σε απνευμάτιστο ακτιβισμό. Μέσα στα μο­ναστικά κοινόβιά του συνειδητοποιείται απόλυτα το γεγονός, ότι ο Χριστός δεν καταργεί τη βιοτική μας διάσταση, αλλά την αγιάζει και την καταξιώνει σε ζωή του Σώματός Του. Η πνευματικότητα διαφορο­ποιείται, έτσι, από την εξαΰλωση, τον δυαλισμό (τη «δαιμονοποίηση» του σώματος), τη ρεμβώδη απραξία και κάθε είδος «νιρβάνα». Ο Χριστός μας ένωσε ολό­κληρους στο Σώμα Του, για να μεταμορφωθεί σε «πνεύμα» -προσευχή και λατρεία- όλη η ζωή μας. Και αυτό γίνεται, όταν και τις θεωρούμενες ως υλικές – βιοτικές πλευρές της ζωής μας, εντάσουμε μέσα στην αλήθειά Του, τις απελευθερώνουμε δηλαδή με την Χάρη και ενίσχυσή Του από την αμαρτία. Η ησυχαστική παράδοση της Ορθοδοξίας, που είναι η χρι­στιανική πνευματικότητα στην αυθεντικότητά της, εί­ναι αυτό που διέσωσε και διασώζει το Άγιον Όρος.

Όπως γράψαμε κάπου παλαιότερα, «ο ησυχασμός δεν νοείται στην ορθοδοξία ως κατάσταση ανενεργού απραξίας. Οι ησυχαστές είναι κυριολεκτικά «πνιγμέ­νοι στη δράση». Ο ησυχαστής αγωνίζεται να επιτύ­χει την υπέρβαση της αναγκαιότητας και του δαιμονι­κού και να φθάσει στην ελευθερία της Χάρης, με την απελευθέρωση από τα πάθη και με τον αγιοπνευματικό φωτισμό. Ο κεκαθαρμένος ησυχαστής δεν ζει πια για τον εαυτό του, αλλ’ είναι όλος αγάπη. Αυτό φαίνε­ται στη δομή του κοινοβιακού μοναστηρίου. Μέσα σ’ αυτό δεν αποκλείονται οι καθαρά υλικοβιοτικές δραστηριότητες. Και εκεί θα βρούμε τον γιατρό, τον οι­κονόμο (το διαχειριστή των υλικών αγαθών), τον τσαγκάρη, τον φούρναρη, το ράφτη, τον μουλαρά. Στη μοναστική όμως αδελφότητα όλ’ αυτά δεν μπορεί να είναι κερδοσκοπικά επαγγέλματα, αλλά προσφορά διακονίας – αγάπης. Γι’ αυτό όλες αυτές οι «εργασίες» όχι μόνο δεν γίνονται εμπόδιο στην «αδιάλειπτη» προσευχή, αλλά μετουσιώνονται και αυτές σε προσευ­χή, αφού στοχεύουν στη λειτουργία του εκκλησιαστικού σώματος, λειτουργούν το μυστήριο της αγάπης. Προσευχή κάνει ο μοναχός και ως τσαγκάρης, φούρ­ναρης ή μουλαράς. Η βιοτική απασχόληση αλλοιώ­νεται πνευματικά σε «λογική λατρεία» (Ρωμ. 12, 1). Το μοναστικό κοινόβιο δείχνει σε τελευταία ανάλυ­ση, πώς είναι δυνατόν η κοινωνικοπολιτική διακονία να αναχθεί σε εκκλησιαστική πράξη, λειτουργία»10.

Τη μεγαλύτερη μάλιστα κοινωνική προσφορά, πα­ρά τα αντιθέτως πιστευόμενα, δεχόμασθε εμείς οι εν τω κόσμω από τους ερημίτες και ασκητές του Αγίου Όρους, που αγρυπνούν στην ερημιά τους, ενωμένοι πνευματικά με το κοινόβιό τους, και προσεύχονται α­διάλειπτα και γι’ αυτό, αλλά και για όλο τον κόσμο.

Η Ρωμηοσύνη στα χρόνια του Βυζαντίου και της δουλείας είχε το Άγιον Όρος ως πνευματική της κολυμβήθρα, στην οποία βαπτιζόταν αδιάκοπα όλη η ζωή της. Μόνο μετά την Επανάσταση του 1821 και κυρίως από την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους (1830), η πορεία του Ελληνισμού θα δένεται όλο και στενότερα με τη Δύση – Ευρώπη σε όλο το φάσμα της εθνικής ζωής. Στο σημείο δε αυτό ακριβώς αναδύεται η σημασία του Αγίου Όρους για την εποχή μας.

4. Το Άγιον Όρος και η σύγχρονη αλλοτρίωση.

Ο μέγιστος κίνδυνος του Νεωτέρου Ελληνισμού είναι η απώλεια της ταυτότητάς του, η αλλοίωση δη­λαδή της ουσίας του, που επέρχεται με την αναίρεση της ιδιαιτερότητάς του. Καμμιά δε απολύτως σημασία δεν μπορεί να έχει η ύπαρξη Ελληνικού Κράτους χω­ρίς Έλληνες….

Η αλλοτρίωση πραγματοποιείται εθνικά με την α­ποσύνθεση του πολιτισμού μας και την απορρόφησή του από κάποιον άλλο. Σ’ όλη τη διάρκεια της Αραβοκρατίας και Τουρκοκρατίας ο ρωμαίικος ελληνορθόδοξος πολιτισμός δεν αλλοτριώθηκε. Αντίθετα, ανανεώθηκε και ανασυντάχθηκε. Ο κίνδυνος παρου­σιάσθηκε αδυσώπητος στη συνάντησή του με τον φράγκικο πολιτισμό της Ευρώπης. Η συνάντηση αυ­τή άρχισε ήδη τον 14ο αιώνα να λαμβάνει επικίνδυνο χαρακτήρα. Είναι δε γεγονός ότι ανάμεσα στους δύο αυτούς πολιτισμούς καμμιά σύμπτωση δεν είναι δυνα­τή, παρά τις γνωστές θεωρίες περί «μετακενώσεως» και «συγγενείας» ελληνικού και φράγκικου πολιτι­σμού11. Ανάμεσά τους υπάρχει διαμετρική αντίθεση. Είναι «άλλο και άλλο», για να επαναλάβουμε μία προ­σφιλή διατύπωση του Μεγάλου Αγιορείτη Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Ο πρώτος είναι πολιτισμός θεοκεντρικός – θεόνομος, κοινοτικός, ουράνιος, αφού στοχεύει στη θέωση. Ο δεύτερος αντίθετα είναι αν­θρωποκεντρικός, ατομοκρατικός και ρατσιστικός, εγκοσμιοκρατικός με στόχο την εγκόσμια επιτυχία ως ενδοκοσμικό ευδαιμονισμό.

Η ανάμειξη του ελληνορθοδόξου με τον φράγκι­κο πολιτισμό, που επί αιώνες τώρα συνεχίζεται, οδη­γεί αλματωδώς στην αλλοίωση του πρώτου και την εκφράγκευσή του, κυρίως λόγω των αισθημάτων μειο­νεξίας εκείνων των Ελλήνων, που πρώτοι έρχονται σε επαφή με το δυτικό πολιτισμό, δηλαδή των διανο­ουμένων, των πολιτικών και εκπροσώπων των οικονο­μικά ευρωστοτέρων τάξεων. Όσοι από αυτούς κατέχο­νται από αισθήματα κατωτερότητος λόγω αγνοίας της πολιτιστικής Κληρονομίας του Γένους, οδηγούνται στην «ξενομανία» και «ξενοδουλεία», που τη μεταδί­δουν σ’ όλους τους χώρους της εθνικής ζωής, γιατί αυτοί ως εθνική ηγεσία διαμορφώνουν την κοινωνική μας πραγματικότητα.

Αποδεικνυόμεθα δε τελείως άοπλοι απέναντι στην εισβολή των ξένων πολιτιστικών στοιχείων, γιατί μά­θαμε να δεχόμασθε αναντίρρητα τα κριτήρια των ξένων για την αξιολόγηση του δικού μας πολιτισμού. Η «γιββωνική» θεώρηση του Βυζαντίου συνεχίζεται από την εποχή του Κοραή μέχρι σήμερα και έπρεπε πρώτοι οι Ευρωπαίοι (Κ. Krumbacher κ.λπ.) να αποτιμήσουν θετικά το «Βυζάντιο», για να αρχίσουμε και μεις να προσέχουμε τα δημιουργήματά του, μολονότι μέχρι σήμερα ο κοραϊκός αντιβυζαντινισμός επηρεάζει την λε­γομένη «προοδευτική» παράταξη σε σημείο, που να μη μπορεί να δει το Βυζάντιο-Ρωμανία περισσότερο από έ­να μουσείο, που έχει κάποια αξία, αφού το θαυμάζουν οι Ξένοι και πληρώνουν, για να δουν τα εκθέματά του!

Η αποσύνθεση του πολιτισμού συντελείται με την υποκατάσταση των επί μέρους στοιχείων του. Υπάρ­χει δε ένα αξίωμα στη διαπάλη των πολιτισμών: όταν ο έπηλυς πολιτισμός καταπίνει και αφομοιώνει τον εγχώριο, η απώλεια της ταυτότητος είναι πληρέστε­ρη. Είναι δε γνωστή και η αποσυνθετική διαδικασία. Ο πολιτισμός, ως πλαίσιο ζωής, είναι συνισταμένη πολλών παραμέτρων. Όλα δε τα συστατικά στοιχεία του συνδέονται μεταξύ τους και συνιστούν μιαν αλυ­σίδα. Αν λοιπόν χαθεί κάποιος κρίκος, διασπάται η αλυσίδα και χάνεται η καθολικότητα. Ένας δε νοθευ­μένος πολιτισμός είναι νεκρός, γιατί χάνει πια κάθε δυνατότητα αυτοσυνειδησίας.

Υπάρχουν σημαντικά παραδείγματα μιας τέτοιας διασπάσεως της πολιτισμικής αλυσίδας στο δικό μας χώρο, που τα αναλύει ο Arnold Toynbee12. Π.χ. η αλ­λαγή του αλφαβήτου σε λατινικό, που έκαμε ο Κεμάλ Ατατούρκ, ήταν το αποφασιστικό βήμα για τον εκδυτικισμό της γείτονος Τουρκίας. Ένα Νοσοκομείο για τους ξένους τεχνικούς στην Αίγυπτο του 19ου αιώνα έγινε η είσοδος της Δύσεως στην ανατολική αυτή Χώ­ρα. Κατά τον Toynbee «Ο θρίαμβος της δυτικοποιήσεως και όχι ο θρίαμβος του βαρβαρισμού και της θρησκείας ήτο εκείνος, που τελικώς επεξειργάσθη την κατάρρευσιν της Οθωμανικής αυτοκρατορίας». Ειδικότερα δε για τη δική μας κοινωνία θα δηλώσει: «Εις την ιστορίαν της ορθοδόξου χριστιανικής κοι­νωνίας η τελευταία πράξις υπήρξεν όχι ο θρίαμβος του βαρβαρισμού και της θρησκείας, -όπως διατεινό­ταν ο Γίββων-, αλλά ο θρίαμβος του ξένου πολιτι­σμού, ο οποίος κατέπιε την ετοιμοθάνατον κοινωνίαν ολόκληρον και ενεσωμάτωσε την υφήν της εις τους ι­δικούς του κοινωνικούς ιστούς»13. Αυτό που ιδιαίτερα ενδιαφέρει εδώ είναι η επισήμανση της αλλοτριωτικής διαδικασίας στο δικό μας χώρο από ένα ειδικό μελετητή των πολιτισμών και μάλιστα ευρωπαίο.

Η τραγικότητά μας συνίσταται στο ότι αδυνατούμε σήμερα να κατανοήσουμε τις μεταβολές, γιατί ζού­με μέσα σ’ αυτές και συνυπάρχουμε με όλες τις αδυσώ­πητες συνέπειές τους. Αισθητότερα όμως κατανοούσαν και την μικρότερη μεταβολή οι σύγχρονοι, όπως άλλωστε και οι σημερινοί Αγιορείτες, όταν μετά από μακρά εγκαταβίωση στο Όρος τους αναγκάζονται να επισκεφθούν την Αθήνα ή άλλα αστικά κέντρα.

Οι πατέρες μας όμως του 19ου αιώνα ζούσαν την αλλοτρίωση σε κάθε της βήμα. Οπτικά, βλέποντας τη νέα ζωγραφική και «αγιογραφία» ή τη νέα αρχιτεκτο­νική των πόλεών μας. Ακουστικά, ακούοντας τη νέα μουσική, που εισέδυε και σ’ αυτούς τους Ναούς ως «κανταδιστική τετραφωνία». (Ο Κ. Οικονόμος θα υ­πογραμμίσει εδώ το πρόβλημα των τραγουδιών των Μισσιοναρίων, που με τα κατηχητικά τους μεταδίδον­ταν στην ελληνική νεολαία)14. Υπαρκτικά, ζώντας καθημερινά την εντειλόμενη αλλαγή σ’ όλο το κλίμα της κοινωνίας. Η εισβολή της Δύσεως στη Χώρα μας τον 19ο αιώνα ήταν καταλυτική, ώστε να μπορούμε να μιλούμε για την «κατ’ ανατολάς Δύσιν».

Ορισμένοι κοινωνικοί χώροι λειτούργησαν ως κέν­τρα αυτής της αλλοτριώσεως, με πρώτο το βασιλικό πα­λάτι. Το οθωνικό ανάκτορο θα διαμορφώσει τη νέα ελ­ληνική κοινωνία στα πλαίσια της αστικής τάξης. Οι θυ­γατέρες του βαυαρού πρωθυπουργού Άρμανσπεργκ ει­σάγουν το πρώτο πιάνο στη μικρή ναυπλιώτικη και αθη­ναϊκή κοινωνία και μεταδίδουν στη δική μας «αριστο­κρατία» την εντύπωση, ότι λίγο πιάνο και λίγα γαλλικά στοιχειοθετούν τα προσόντα μιας κόρης καλής οικογενείας. Η κ. Άρμανσπεργκ εξ άλλου πρωτοστατούσε στη δυτικοποίηση της υψηλής κοινωνίας, μεταδίδοντας την τάση για επίδειξη και πολυτέλεια. «Πάντα ταύτα συμ­βαίνουν εις μίαν κοινωνίαν με πλαίσιον δημοκρατικόν, ως είναι η ελληνική», γράφει ο Σπ. Μαρκεζίνης15. Οι δεξιώσεις των Ανακτόρων μετέβαλλαν σε Ευρώπη τη μετεπαναστατική ελληνική κοινωνία, σε σημείο, που ο θρυλικός Γέρος του Μωριά να πει αγανακτισμένος, όταν είδε το πρώτο βαλς να χορεύεται στην καταφώτιστη αί­θουσα: «Αυτό είναι μισή αμαρτία»… Έτσι άνοιξε η νεογέννητη Ελλάδα τις πύλες της στην Ευρώπη.

Το Άγιον Όρος όμως σε ένα μεγάλο μέρος του ανθίσταται ακόμη στη διείσδυση κάθε ξένου στοι­χείου. Υψώνει το τείχος της δικής του παραδόσεως και διασώζει τις προϋποθέσεις του ελληνορθόδοξου πολιτισμού. Ο αγώνας αυτός -απέναντι στη Δύση- συνεχίζεται αδιάπτωτος από τον 12ο αιώνα, για να μη εισέλθουν στην ορθόδοξη ανατολή οι φραγκικές δια­φοροποιήσεις στο χώρο της θεολογίας και πνευματι­κότητας, οι ρίζες δηλαδή του νεωτέρου δυτικού πολι­τισμού. Ο Αγώνας θα κορυφωθεί τον 14ο αιώνα, όταν ο Ησυχασμός με πρωταγωνιστή τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά θα αποκρούσει γενναία τη Φραγκιά και τα πνευματικά θεμέλια του πολιτισμού της. Αντίβαρο στο δυτικότροπο διαφωτισμό θα αναδειχθεί η φιλοκαλική αναγέννηση των «Κολυβάδων», των Αγιορειτών δηλαδή Ησυχαστών Πατέρων του 18ου αιώνα, σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας μας.

Το Άγιον Όρος προβάλλει αδιάκοπα τη σθεναρότε­ρη αντίσταση στην προσπάθεια της Δύσεως να υποτά­ξει την Ανατολή. Και δεν πρόκειται για κάποια αφελή επιχείρηση του δυτικού κόσμου χωρίς συγκεκριμένη στοχοθεσία, αλλά για άρτια οργανωμένη -κάθε φορά- εκστρατεία στα πλαίσια του δυτικού πολιτικού επεκτατισμού. Η μετάδοση του πολιτισμού ως τρόπου ζωής εί­ναι άλλωστε η ουσιαστικότερη προϋπόθεση της πολιτι­κής υποδουλώσεως – εξαρτήσεως. Θα επιτραπεί στο ση­μείο αυτό μια σύντομη παρενθετική διασάφηση.

Η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία επεδίωξε πάντα να μεταβάλει την αποικία σε πιστή εικόνα – αντίγραφο της μητροπόλεως, για να μπορεί να εφαρμόζει καθολι­κά η αρχή «των συγκοινωνούντων δοχείων» ανάμεσά τους. Ο ιμπεριαλισμός, ως διάδοχος κατάσταση της αποικιοκρατίας, πάλι επιδιώκει να καταστήσει τις ε­ξαρτώμενες χώρες περιφέρεια του κέντρου εξαρτήσε­ως, δηλαδή μεταπρατικό χώρο, όχι μόνο οικονομικά, αλλά και πνευματικά. Η καθολική εξομοίωση διευκο­λύνει την επέκταση της μητροπόλεως στη μικρή χώ­ρα και τη δυνατότητα απόλυτης επιρροής. Αυτό επι­τείνεται σήμερα στην νεοταξική πραγματικότητα. Η οικονομική άλωση είναι γι’ αυτό ανάγκη να συμπλη­ρωθεί από την πνευματική. Έτσι εξηγείται, γιατί και στις ημέρες μας μια οικονομική αρχικά ένωση κρα­τών απαιτεί προσαρμογή σύνολης της νομοθεσίας και ζωής των μικροτέρων εταίρων στα πλαίσια των ισχυ­ροτέρων μελών της. Το ερώτημα όμως είναι, τί θα προσφέρουν τα μικρά έθνη σε μια τέτοια ένωση, αν α­φομοιωθούν πολιτιστικά – πνευματικά, εκτός από την ολοτελή υποδούλωσή τους; Αυτού στοχεύει σήμερα η παγκοσμιοποίηση, που κατευθύνεται από την «Νέα Ε­ποχή» (New Age)16.

Μετά τα παραπάνω μπορούμε να κατανοήσουμε και ενέργειες των Αγιορειτών, οι οποίες φαίνονται στους ανυποψίαστους ως πείσμα καλογήρων και σκο­ταδισμός. Π.χ. η αντίδραση στο ηλεκτρικό φως, από πολλούς Αγιορείτες, που θα οδηγήσει αναπόφευκτα στην τηλεόραση, στα αυτοκίνητα και τα άλλα παράγωγα της σύγχρονης τεχνολογίας, όπως και η εμμονή στη φυσική ζωή, που διασώζει τις δυνατότητες ορθό­δοξης εμπειρίας, με την άμεση σχέση και ενότητα ανθρώπου και κτίσεως, ως φυσικού περιβάλλοντος.|

Έτσι και μόνο μπορεί το Άγιον Όρος να κηρύτ­τει, προσφέροντας όχι λόγια, αλλά τον Θείο Λόγο ως ζωή και εμπειρία. Να μη λέγει απλώς «μετανοείτε», αλλά να οδηγεί στην πράξη της μετανοίας. Η ίδια η πράξη του να γίνεται διδασκαλία. Και πρέπει εδώ να τονισθεί, ότι στα τελευταία χρόνια πολλοί κληρικοί, που κατηχούν ετεροδόξους ή αλλοθρήσκους, που θέ­λουν να γίνουν ορθόδοξοι, τους στέλνουν για ένα διά­στημα σε κάποιο μοναστήρι -κατά προτίμηση αγιορείτικο- για να γνωρίσουν τη ζώσα ορθοδοξία και ό­χι απλά σχολαστικά σκαριφήματα μιας διανοητικής κατηχήσεως – διδασκαλίας.

Στο Άγιον Όρος μπορεί να ζήσει κανείς την ενό­τητα της ζωής ως Χριστοζωής και Θεοκοινωνίας. Κα­θολικό – τράπεζα – εργόχειρο – κανόνας στο κελλί γί­νονται μια συνεχής προσευχή και ζωή, στην οποία «τα πάντα και εν πάσι Χριστός» (Κολ. 3, 11). Ο θεολογικός λόγος, που είναι και εκκλησιαστικός, διασώ­ζει ακόμη στο Άγιον Όρος ακέραιο και αναλλοίωτο το αγιοπατερικό του φορτίο. Δεν έχει χάσει τη σωτηριολογική σημαντική του. Π.χ. φως σημαίνει εκεί «άκτιστο φως» της Χάριτος και όχι τη γνώση ή την κοσμική παιδεία. Γέροντας είναι ο Πνευματοφόρος (Πνευματικός) και όχι ο ηθικολογών εξομολόγος. Πνευματικός είναι ο έχων Πνεύμα Άγιον, «λαλούν και ενεργούν» εν εαυτώ και όχι ο ηθικός με την κο­σμική έννοια του όρου. Κάθαρση είναι η δια της τη­ρήσεως των θείων εντολών χαρισματική θεραπεία της καρδίας και όχι η βελτίωση των τρόπων συμπεριφο­ράς. Άσκηση, τέλος, είναι η εν ταπεινώσει άρση του σταυρού του εκουσίου πάθους και όχι η διανοητική ε­νασχόληση με την πίστη και η ευσεβιστική θεολόγηση. Έτσι, σημαίνον και σημαινόμενον στην αγιορεί­τικη γλώσσα ταυτίζονται σε μια σημαντική, που σώζει ακέραια τα όρια του ορθοδόξου ήθους.

5.  Το αίτημα της συνεχείας του Αγίου Όρους.

Δεν έλειψαν, φυσικά, κατά καιρούς προσπάθειες σκόπιμης ή αφελούς αλλοιώσεως του Αγίου Όρους. Μία από τις περισσότερο φανερές περιγράφει ο π. Θε­όκλητος Διονυσιάτης: «Εις τον αργυρούν αιώνα του Αγίου Όρους δεν έλειψαν ούτε αι αδυναμίαι, ούτε οι καταχρήσεις, εφ’ όσον τούτο δεν αποτελείται από αγ­γελικούς νόας. Μοιραία τινα στοιχεία, κατά διαφό­ρους εποχάς, λυμαινόμενα τας Ι. Μονάς, επέφερον α­ληθή αναστάτωσιν εις τον αρχήθεν παραδεδομένον τύπον πνευματικής ζωής, παραφθείραντα παν νόημα μοναστικόν, δια της κατά καιρούς μετατροπής των Κοινοβίων Μονών εις ιδιορρύθμους, τύπον, ταυτόν ειπείν, τέως άγνωστον, αντιχριστιανικόν, αντικοινωνικόν, άστοργον, άσπονδον…»17.
       Ευτυχώς σήμερα είναι (σχεδόν) πλήρης η επι­στροφή στο κοινόβιο πάνω στο Άγιον Όρος. Δεν εί­ναι όμως λίγοι όσοι θα ήθελαν την αλλοίωσή του για την εξυπηρέτηση διαφόρων σκοπιμοτήτων. Ίσως και γιατί είναι γνωστή η σημασία του Αγίου Όρους για τον Ελληνισμό και την ανά τον κόσμο Ορθοδο­ξία. Σ’ αυτή τη συνάφεια θεωρούμε σημαντική τη μαρτυρία του μάρτυρα του Γένους στα πλαίσια του Ελληνικού Κράτους Κοσμά Φλαμιάτου (1786-1852). Στην εποχή του άρχισε η μεθοδευμένη εκστρατεία δυσφημήσεως του Αγίου Όρους με την πρόφαση του πανσλαβιστικού ανθελληνισμού, υπαρκτού οπωσδή­ποτε, όπως μας εδόθη αλλού η ευκαιρία να αναπτύ­ξουμε18. Η στάση δε αυτή απέναντι στο Άγιον Ό­ρος επηρέασε ισχυρά και τις λαϊκές θρησκευτικές κι­νήσεις του 19ου και 20ου αιώνα μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες.

Ο Κ. Φλαμιάτος συνέδεε τη σωτηρία της Ελλά­δος με τη διάσωση της καθαρότητος και γνησιότητος της Μοναδικής Πολιτείας του Αγίου Όρους. Ασκη­τής ο ίδιος, μέσα στο πατερικό πνεύμα19, είχε διαγνώ­σει τον χαρακτήρα του Αγίου Όρους και τη σημασία του, ως «επισημοτέρου τόπου του μοναδικού τάγματος και βίου». Η σπουδαιότητά του κατ’ αυτόν έγκειται στο ότι διασώζει «δια της θείας χάριτος… το πλέον ιε­ρόν παράδειγμα της ορθοδόξου διαγωγής» και είναι «το μόνον ορθόδοξον μέρος, το οποίον διέμεινεν ανόθευτον και αμίαντον» από την επιβουλή της Ευρώπης, ως «ολιγώτερον και όλως σχεδόν ανεπίδεκτον της πλάνης». Τούτο σημαίνει, ότι κατά τον Φλαμιάτο το Άγιον Όρος είναι ένας χώρος, που σώζει ένα παγιω­μένο τρόπο ζωής, στον οποίο ο ευρωπαϊκός «πολιτισμός» δεν μπορεί να εισχωρήσει, χωρίς να έχει προη­γηθεί η εσωτερική αλλοίωση του αγιορείτικου χώρου.

Έβλεπε όμως ο Φλαμιάτος να απειλείται το Άγιον Όρος από την πολιτική της Μ. Βρετανίας -κο­σμοκράτειρας της εποχής-, που κύριο στόχο της εί­χε, κατ’ αυτόν, τη διάλυση του ορθοδόξου μοναχισμού («την κατάργησιν του μοναδικού τάγματος»), για να είναι δυνατή η πραγμάτωση των σκοπών της στην ορθόδοξη ανατολή. Ας θυμηθούμε όσα είπαμε παραπάνω για τον ιμπεριαλιστικό επεκτατισμό και την πολιτιστική διείσδυση κυρίως με την λατινοποίηση της πίστεως και τον εκδυτικισμό του βίου. Κατά τον Φλαμιάτο, συνεπώς, η εναντίον του Αγίου Όρους επιβουλή επεδίωκε τη δημιουργία κλίματος στην Ελ­λάδα, που θα επέτρεπε την επιβολή του δυτικού τρό­που ζωής ως βασική προϋπόθεση για την επικράτηση και της δυτικής πολιτικής. Τούτο όμως είναι τελείως αδύνατο, όταν διασώζεται ο ορθόδοξος τρόπος υπάρ­ξεως. Το δε Μοναστήρι είναι ο εγγυητής της ελλη­νορθόδοξης συνέχειας. Εδώ εντάσσεται και η στάση των Βαυαρών και των δικών μας δυτικοπλήκτων απέ­ναντι στα Μοναστήρια μας

Η αγωνία του Φλαμιάτου για την περαιτέρω πο­ρεία του Αγίου Όρους συμπυκνώνεται στη φράση: «Προσέχετε, ότι το μοναδικόν σχήμα κινδυνεύει εις όλισθον». Πιστεύει μάλιστα ότι ακολουθείται συγκε­κριμένο σχέδιο για μια εκ των ένδον αλλοίωση του Α­γίου Όρους, με την ανάδειξη Ηγουμένων – φορέων αντορθοδόξου πνεύματος, οι οποίοι θα πραγματοποιή­σουν την αλλοίωση της μοναστικής ζωής και με αυτό τον τρόπο και την «κατάργησιν» του αγιοπατερικού μοναχισμού στο περιβόλι της Παναγίας….

  ***

Το πλαίσιο ζωής, που μεθοδευμένα απωθείται συ­νεχώς, ήδη από τον 19ο αιώνα, στο περιθώριο του ε­θνικού μας βίου, σώζεται εν πολλοίς μέχρι σήμερα στο Αγιονόρος και στα δεμένα με αυτό Μοναστήρια. Από το πλαίσιο αυτό ζωής άρχισε πριν από μερικές δεκαετίες και η πατερική αναγέννηση της σύγχρονης θεολογίας, με την στροφή -οσοδήποτε ατελή- στον ησυχασμό, ως τη ραχοκοκκαλιά της ορθοδόξου παρα­δόσεως, και την παράλληλη απαγγίστρωση από ξενό­τροπα πρότυπα και τη στοχαστική θεολόγηση της μη Ορθοδοξίας. Στην μερίδα δε εκείνη του Έθνους μας, που ζει την καθολικότητα της Εκκλησίας με κέντρο το μοναστήρι, οφείλεται και η παρατηρούμενη ακόμη ανάσχεση του ρυθμού της αλλοτριώσεώς μας. Όσο το πατερικό Αγιονόρος ανθίσταται στον Οικουμενισμό και την Νέα Εποχή, τόσο ενισχύονται και οι δικές μας ελπίδες.

Όλοι οι επισκέπτες του αγιωνύμου Όρους ακούμε συχνά από χείλη απλοϊκών -και για την εκκοσμικευμένη αντίληψή μας- αφελών Μοναχών του, ότι «μό­νο στο Άγιον Όρος υπάρχει σωτηρία». Και εμείς, οι απελπιστικά δεμένοι με τον κόσμο και τα «τερπνά» του, συνήθως, δυσφορούμε στο άκουσμα αυτού του λόγου.

Νομίζω όμως, ότι η προσευχή και η ταπείνωση βοηθούν στην ορθοδοξοπατερική κατανόηση αυτού του ισχυρισμού. Το Αγιονόρος δεν είναι, πράγματι, έ­νας τόπος, αλλά τρόπος ζωής – υπάρξεως. Και -πράγ­ματι- μόνο σ’ αυτό τον τρόπο υπάρξεως διασφαλίζεται η δυνατότητα σωτηρίας, δηλαδή αγιασμού και θεώσεως.

1.     Ανανεωμένη διάλεξη στην Αίθουσα της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών την 12η Μαΐου 1987, οργανωθείσα από τον Σύλλογο «Οι Φίλοι του Αγίου Όρους».

2.    Ιστορική θεώρηση Ορθοδόξου και Ουμανιστικού προτύ­που στον Νέο Ελληνισμό. Βλ. Γ. Μεταλληνού, Ορθοδοξία και Ελληνικότητα, Αθήνα 19983, σ. 63-92.

3.    «Σωτηρία της Ελλάδος», και φυσικά, και όλης της Ορθο­δοξίας (Ρωμηοσύνης). Πρβλ. επιφυλλίδα του Καθηγ. Χρ. Γιαννα­ρά, με τίτλο «FINIS GRAECIAE?» (= το τέλος της Ελλάδος;), στην Εφημερίδα Το ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ, της 6.7.1986.

4.     Αθαν. Γιέβτιτς, Χριστός Αρχή και Τέλος, Αθήναι 1983, σ. 37.

5.   Βλ. Γ.Δ. Μεταλληνού, Εκκλησιολογικές διαστάσεις της ε­νορίας στην ιστορία και το παρόν, Αθήνα 1985, σ. 23 ε.ε.

6.     Βλ. Γ.Δ. Μεταλληνού, Ορθόδοξη θεώρηση της κοινωνίας, Αθήνα 1986, 40 ε.ε, 50 ε.ε.

7.     Βλ. π. Γ. Φλωρόφσκυ, Το σώμα του ζώντος Χριστού, Θεσ­σαλονίκη 19812, σ. 92

8.     Βλ. το συλλογικό τόμο Μοναχισμός και σύγχρονος κό­σμος, Αθήναι 1963 και τα σχετικά άρθρα στο βιβλίο του π. Θεοκλ. Διονυσιάτη, Αθωνικά άνθη, Α’, Αθήναι 1962.    

9.     Αθωνικά άνθη, Α’, σ. 16/7.

10.   Γ.Δ. Μεταλληνού, Ορθόδοξη θεώρηση της κοινωνίας, όπ. παρ., σ. 53/4.

11. Διαφωτιστική είναι στο σημείο αυτό -στις βασικές γραμ­μές της- η μελέτη του ρωμαιοκαθολικού ιερέα Λαυρεντίου Γκέρμερεϋ, Η δύση της Δύσης- η απομυθοποίηση της Ευρώπης και ο Ελληνισμός, Εκδόσεις Παπαζήση, χ. χρ.

12.   Βλ. Σπουδή της Ιστορίας, μετάφρ. Ν. Παπαρρόδου, Αθή­ναι 1962.

13.   Στο ίδιο, σ. 256.

14.   Βλ. Γ.Δ. Μεταλληνού, «Η κατά την Ανατολήν Δύσις». Ο «μετακενωτικός» ρόλος των Δυτικών Μισσιοναρίων στο Ελλη­νικό Κράτος, στο περ. Σύναξη, αρ. 8 (1983), σ. 51 ε.

15.   Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, σειρά ΒΙΠΕΡ, τόμ. 2, σ. 21 ε., 91.

16.   Βλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνού, Ρωμαίικη Οικουμενικότητα και «φράγκικη» Παγκοσμιοποίηση, στον τόμο του ιδίου, Συναντή­σεις, εκδ. ΑΡΜΟΣ, Αθήνα 2005, σ. 233-246.

17.   Όπ. παρ., σ. 325.

18.   Επακριβώσεις στην ιδεολογική ταυτότητα του Θεοκλή­του Φαρμακίδου (ανακοίνωση στο Συμπόσιο της Θεολ. Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών για τον εορτασμό των 150 χρόνων της, περ. Απόστολος Βαρνάβας, τόμ. ΜΘ’ (1988) σ. 13-22. Πρβλ. Μελετίου Μεταξάκη, Το Άγιον Όρος και η Ρωσσική πολιτική εν τη Ανατολή, Αθήναι 1913.

19.   Βλ. Γ.Δ. Μεταλληνού, Κοσμάς Φλαμιάτος (1786-1852) -Ένας μάρτυρας της ορθοδόξου παραδόσεως στο Ελληνικό Κρά­τος, περ. Θεολογία (1987).