Πολιτικές απόψεις των Πατέρων του 4ου αι. μ.Χ. και η σημερινή πραγματικότητα

Loading...


Εισήγηση στο τμήμα Ιστορίας – Πολιτισμού Θράκης,  του Ίδρυματος Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης

Του Θ. Μουσόπουλου

Η Γιορτή των Τριών Ιεραρχών  δίνει την ευκαιρία να προσεγγίσουμε το πατερικό πνεύμα από μια νέα, κάθε  φορά, οπτική γωνία. Συνήθως μιλούμε για τη σχέση τους με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό και φιλοσοφία και τη συμβολή τους στη διατύπωση του χριστιανικού δόγματος. Είναι πολύ σημαντική αυτή η προσέγγιση, θεμελιακή θα έλεγα, για τη διαχρονική πορεία μας ως ελλήνων. Όμως, και για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό οι πατέρες του 4ου μεταχριστιανικού αιώνα είναι εξίσου σημαντικοί και απαραίτητοι ως οικοδόμοι.
Αμέσως μετά το θάνατό τους τα έργα τους άρχισαν να μεταφράζονται στα λατινικά, ενώ στα χρόνια της αναγέννησης μεταφράστηκαν στις ευρωπαϊκές γλώσσες. Στη χώρα μας γενικά δεν πρέπει να είμαστε ενθουσιασμένοι από τη θέση, αξιοποίηση και προβολή του γνήσιου πατερικού πνεύματος. Στην εκπαίδευσή μας, για παράδειγμα, πολύ λίγο γνωρίζουμε το έργο των πατέρων – όχι ως θεολογικό αλλά ως στοιχείο της παράδοσής μας.

Στις μέρες μας, καθώς ψάχνουμε – εννοείται –  λύσεις στα προβλήματά μας καλό είναι να ‘βουτήξουμε’ στις πολιτικές απόψεις των πατέρων του 4ου μεταχριστιανικού αιώνα, κυρίως του Μεγάλου Βασιλείου, του Ιωάννου Χρυσοστόμου και του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού. Για να σας προϊδεάσω, ας πω ότι κάποιοι στη Δύση φτάνουν στο σημείο να τους θεωρούν πρώιμους ‘κομμουνιστές’. Ας βάλουμε, όμως, τα πράγματα σε μια σειρά ιστορική και λογική.
Ο Χριστιανισμός ήδη από την αφετηρία του έφερε επανάσταση στον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα : ο άνθρωπος αποτελεί ανεπανάληπτη προσωπικότητα, εικόνα του θεού, ο άνθρωπος είναι πρόσωπο.

Κατά τους πρώτους αιώνες εμφάνισης του χριστιανισμού επικρατούσε σοβαρή οικονομική κρίση, επέμβαση του κράτους σε βάρος των ασθενέστερων για την αντιμετώπιση της κρίσης, άνιση κατανομή του εισοδήματος, λιτότητα και εκμετάλλευση των αδυνάτων. Θα καταφύγουμε στις ομιλίες δύο οικονομολόγων στη γιορτή των Τριών Ιεραρχών. Η καθηγήτρια οικονομικής ανάλυσης Μαρία Νεγρεπόντη Δελιβάνη μιλώντας (το 1971) για την οικονομική σκέψη τους παρατηρεί :
«Η αντιμετώπισις   των οξέων τούτων οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων θα έπρεπε να είναι ταχεία και να μη οδηγήση εις τοιούτου είδους αντιδράσεις, αι οποίαι να έθετον εις κίνδυνον αυτήν ταύτην την υπόστασιν του κράτους. Η απόφασις των Πατέρων της Εκκλησίας όπως συμβιβασθούν με την υπάρχουσαν γενικήν κατάστασιν και ακολουθήσουν, τρόπον τινά, την μέσην οδόν, ουδόλως θα έπρεπε να χαρακτηρισθή ως αδυναμία. Είναι προνόμιον των μεγάλων ιστορικών φυσιογνωμιών, η ικανότης να αντιλαμβάνονται ότι η μεταβολή των κακώς εχόντων δεν είναι εφικτή, όταν δεν υπάρχη διάδοχος κατάστασις΄ εις αυτήν την περίπτωσιν είναι προτιμοτέρα η αποδοχή του κατεστημένου και συγχρόνως η συνεχής και σύντονος προσπάθεια βελτιώσεώς του, ως και η σταδιακή δημιουργία των προϋποθέσεων, διά την εκ βάθρων μεταβολήν του».

Λίγα χρόνια μετά (το 1975) ο καθηγητής ειδικής λογιστικής Αριστοκλής Ιγνατιάδης, παρουσιάζοντας σε ομιλία του επίσης τις απόψεις των τριών Ιεραρχών σχετικά με οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, αναφέρεται σε τέσσερα κεφάλαια : 1. Ιδιοκτησία και πλούτος, 2. Δουλεία, 3. Εργασία – επάγγελμα, 4. Κοινωνική θέση της γυναίκας.
Θα αναφέρουμε κάποια ψήγματα από τους παραπάνω τομείς, αφού προηγουμένως – στηριγμένοι σε πατερικές πηγές – φωτίσουμε το μεγάλο θέμα της σχέσης των χριστιανών γενικά με την εξουσία.

Είναι γνωστή η ευαγγελική φράση «Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ». Ο Βλάσιος Φειδάς, εξετάζοντας τις σχέσεις εκκλησίας και πολιτείας κατά τους τρεις ιεράρχες, σημειώνει ότι «Ο υπό του Αυγουστίνου οξύς διαχωρισμός της επιγείου από την ουράνιον Πολιτείαν, της Πολιτείας του Κάιν και της Πολιτείας του Άβελ, ωδήγησεν ολόκληρον σχεδόν την πολιτικήν Θεολογίαν της Δύσεως εις την προβολήν της ιδέας της ριζικής αντιθέσεως της Πολιτείας του Διαβόλου και της Πολιτείας του Θεού και εις την διάφορον αξιολόγησιν της περί των δύο εξουσιών εκκλησιαστικής παραδόσεως. Οι Τρεις Ιεράρχαι ηξιολόγησαν την αυτήν εκκλησιαστικήν παράδοσιν υπό την προοπτικήν όχι των χωριζόντων, αλλά των ενούντων τας δύο εξουσίας στοιχείων, διό και εθεμελίωσαν διάφορον βάσιν ρυθμίσεως των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας εις την Ανατολήν».

Μετά το διάταγμα των Μεδιολάνων το 313 μ.Χ. και την κατοχύρωση του δικαιώματος του ελευθέρως θρησκεύεσθαι, ο χριστιανισμός μπαίνει σε νέα τροχιά. Η εξουσία συναρτάται με την εκκλησία, «Ούκ εστιν εξουσία, ει μη από Θεού τεταγμένη», γράφει ο Μ. Βασίλειος, και αλλού «Κύριος καθιστά Βασιλείς». Ο Μ. Κωνσταντίνος, εξάλλου, απευθυνόμενος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο σημείωσε ότι «Υμείς μεν των είσω της Εκκλησίας, εγώ δε των εκτός υπό Θεού καθιστάμενος επίσκοπος αν είην».

Κατά τους πατέρες οι άρχοντες πρέπει να είναι φιλόθεοι και φιλάνθρωποι. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος παρατηρεί ότι «Οι άρχοντες Χριστώ συνάρχουσι και συνδιοικούσι». Άρχοντες και αρχόμενοι είναι δούλοι του Θεού. Οι άρχοντες είναι διάκονοι των ανθρώπων, γι’ αυτό και στα ελληνικά ο άρχοντας είναι ‘υπουργός’ – το ‘υπό’ χρησιμοποιείται για να δηλωθεί η διακονία, η υπηρεσία, η υπευθυνότητα, ο υπόλογος άρχοντας.
Πιστεύουν οι πατέρες του 4ου μ.Χ. αιώνα πως η εξουσία δεν πρέπει να χρησιμοποιεί βία, ούτε να επιβάλλεται θανατική ποινή. Ο Θεός δίνει το ξίφος στον άρχοντα μόνο ως απειλή όχι για να το χρησιμοποιεί. Όταν παραδώσουν την εξουσία στο Θεό απόπου την παρέλαβαν, το ξίφος πρέπει να είναι καθαρό.
«Άρχοντες αρχόντων εισίν οι νόμοι» διατρανώνει ο Ιωάννης Χρυσόστομος. Κάθε εξουσία πρέπει να ασκείται στα πλαίσια των καθορισμένων ορίων, η μία εξουσία δεν πρέπει να υπεισέρχεται στα όρια της άλλης. Και όταν οι άρχοντες αποδειχθούν ανίκανοι, ακατάλληλοι, επίορκοι, ο λαός έχει το δικαίωμα να τους διώξει. Στο Βυζάντιο, σημειώνει ο ιστορικός Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, ο λαός ασκούσε το δικαίωμα της αντιστάσεως έναντι των ηγετών του.
Είναι γνωστό ότι οι Τρεις Ιεράρχες εκτιμούν και στηρίζουν την αρχαία ελληνική παιδεία, την οποία θεωρούν προαπαιτούμενο για τη σωστή γνώση  του Χριστιανισμού.

Επίσης αντιδρούν στην επιφανειακή πνευματικότητα, σε έναν «ακίνδυνο χριστιανισμό», όπως σημειώνει ο σχολικός σύμβουλος θεολόγων βορείου Αιγαίου σε εύστοχη ομιλία του, που βρήκα στο διαδίκτυο, με τίτλο «Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών και η εποχή μας».

Οι πολιτικές θέσεις του Βασιλείου, Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου είναι αποκαλυπτικές και επίκαιρες. Συγκεκριμένα γράφει ο τελευταίος πατέρας :
«Οι κοινωνικές ανισότητες δεν είναι θέλημα θεού, ο θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο (…) Με την πτώση θρυμματίστηκε η αρχική ενότητα και ισοτιμία μεταξύ των ανθρώπων, οι θρασύτεροι με τη βοήθεια του πολιτικού νόμου, τον οποίο κατέστησαν όργανο καταδυναστεύσεως, επιβλήθηκαν στους ασθενέστερους και έτσι οι άνθρωποι χωρίστηκαν σε πλούσιους και φτωχούς, ελεύθερους και δούλους και σε πολλές άλλες κατηγορίες. Εμείς, όμως, σαν χριστιανοί οφείλουμε να αποβλέπουμε και να τείνουμε στην αρχική ενότητα και όχι στην κατοπινή διαίρεση, στο νόμο του Θεού και όχι στο νόμο του ισχυρού».

Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρεται στην αδικία των δυνατών σε βάρος των κοινωνικά αδυνάτων, υποστηρίζοντας ότι «συνήθως χαρακτηρίζονται κλέφτες αυτοί που κλέβουν πορτοφόλια από τα λουτρά. Δεν είναι όμως αυτοί οι πραγματικοί κλέφτες (…) αλλά κάποιοι που αποτελούν τις πολιτικές αρχές πόλεων και εθνών, άλλα αφαιρούν κρυφά, άλλα παίρνουν φανερά με τη βία (…) Κοινωνοί της κλοπής όμως γίνονται κι αυτοί που θεωρούνται άρχοντες της Εκκλησίας, όταν παίρνουν απ’ αυτούς χρήματα».

Ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης Χρυσόστομος θεωρούν ότι η κοινοκτημοσύνη είναι η λύση του κοινωνικού προβλήματος. H ισότητα και αδελφοσύνη που ευαγγελίζεται η νέα θρησκεία συνδέονται με πιο, θα λέγαμε, ανθρώπινες συνθήκες ατομικής και κοινωνικής ζωής, χωρίς τα υλικά αγαθά να παίζουν τον πρώτο ή μόνο ρόλο στη ζωή ατόμων και κοινωνιών. Η μανία του πλούτου και τα συμφέροντα των ισχυρών ευθύνονται για την κατάντια των κοινωνιών, για την πείνα και τους πολέμους.

Μας θυμίζουν τις απόψεις του Θουκυδίδη, «Οι πόλεμοι γίνονται από τον έρωτα για τα χρήματα», «μητέρα των πολέμων είναι η πλεονεξία, οι πόλεμοι με τη σειρά τους γεννούν την υψηλή φορολογία, που είναι η αυστηρότερη καταδίκη των πολιτών».
Αξίζει να σημειώσουμε σ’ αυτό το σημείο την ιδιαίτερη θέση ποτ δίνουν στη γυναίκα οι πατέρες του 4ου μ.Χ. αιώνα. Πολύ χαρακτηριστικά ο Γρηγόριος ο Θεολόγος παρατηρεί ότι οι άνδρες νομοθετούν, γι’ αυτό μεροληπτούν υπέρ των ανδρών.

Για τα θέματα της παιδείας και της εκπαίδευσης οι Τρεις Ιεράρχες έχουν εξόχως σύγχρονες αντιλήψεις. Παραπέμπω σε σχετικό πρόσφατο δημοσιευμένο άρθρο μου «Παιδεία, από την αρχή…» και επαναλαμβάνω εδώ «Τα βασικά στοιχεία της παιδείας για τους Τρεις Ιεράρχες είναι η αγάπη, η ελευθερία και ο σεβασμός του ανθρώπινου προσώπου. Απαιτείται διάλογος, η εξουσιαστικότητα και ο δογματισμός όχι μόνο δείχνουν έλλειψη αγάπης, αλλά και δε φέρνουν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Η παιδεία πρέπει να είναι στην υπηρεσία του ανθρώπου και όχι στην υπηρεσία του συστήματος».

Να σημειώσουμε ότι με πρώτο το Βασίλειο καθιερώνεται ένα καθολικό σύστημα υγείας και κοινωνικής πρόνοιας, ενώ και από όλους τους άλλους πατέρες ενισχύεται γενικά το φιλανθρωπικό έργο της εκκλησίας σε σωστή – με σεβασμό του προσώπου  –  κατεύθυνση.
Το πιο σημαντικό, όμως, σημείο είναι η θέση όλων των πατέρων του 4ου αιώνα στα θέματα ιδιοκτησίας και πλούτου. Να λάβουμε υπόψη ότι ζουν στις παρυφές της φεουδαρχικής και βέβαια της προκαπιταλιστικής εποχής, παρόλα αυτά οι διαπιστώσεις τους είναι εύστοχες και – θα υποστήριζα – προοδευτικές.

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει : «Ου κελεύομεν μη πλουτείν, αλλά κακώς μη πλουτείν, έξεστι γαρ πλουτείν, αλλά χωρίς αρπαγής και βίας». Η ιδιοκτησία συνδέεται με τη δυνατότητα παροχής βοήθειας προς τους ενδεείς. Η ιδιοκτησία καθίσταται μέσον, διά του οποίου λαμβάνει σάρκα και οστά η αγάπη προς τον πλησίον. Λέγει ο Βασίλειος«πένης εστίν ο των πολλών ενδεής. Πολλών δε ημάς ενδεείς ποιεί το της επιθυμίας ακόρεστον». Να ανακεφαλαιώσουμε δύο συμπεράσματα που απορρέουν από τις παραπάνω γενικές διατυπώσεις – διαπιστώσεις.

1) Η ιδιοκτησία γενικά απορρίπτεται «Κοινωνίαν γαρ βίου τελειοτάτην εγώ καλώ, εν η κτήσεως μεν ιδιότης εξώρισται, γνώμης δε εναντίωσις απελήλαται».
2) Η ιδιοκτησία και ο πλούτος εξαρτώνται από τη χρήση. Ο κύριος πράγματος απλώς  «οικονόμος εστί των παρά θεού», «και γαρ ουδέν έχεις σον, ου χρήματα, ου λόγον. Το δε εμόν και το σον, τούτο ρήματά εστι ψιλά. Η δε χρήσις ση, αλλά και αύτη άδηλος».

Ηθικά και κοινωνικά κριτήρια / όρια παίζουν κυρίαρχο ρόλο στα θέματα που δημιουργούν την αδικία και την ανισότητα στην ανθρώπινη παρουσία.

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι σε ένα μικρής έκτασης κείμενο δεν είναι δυνατό να περιλάβεις όλα τα στοιχεία που τεκμηριώνουν την άποψή σου. Φάνηκε, εντούτοις, φρονώ, η ουσία της πατερικής σκέψης του τέταρτου μεταχριστιανικού αιώνα σχετικά με το πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα, όχι μόνο της τότε εποχής αλλά και διαχρονικά. Κάτω από τούτο το σκεπτικό οι πολιτικές απόψεις των πατέρων του 4ου αι. μ.Χ. έχουν επικαιρότητα και μπορούν να συνδράμουν στην αντιμετώπιση της σημερινής πραγματικότητας.