Πατρών Χρυσόστομος: Σήμερα, παρά ποτέ, έχομε ανάγκη από μανάδες

Loading...


Τι μητρός συμπαθέστερον;

Τού Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών κ. Χρυσοστόμου 

Η εορτή της Υπαπαντής προσφέρει λαμπρές ευκαιρίες να κάνωμε γόνιμες σκέψεις πάνω σε πολλά θέματα. Έτσι λοιπόν, καθώς πλησιάζομε στην ιερά Εικόνα η οποία  παρουσιάζει την σκηνή που η Παναγία μας προσφέρει στον Ναό τον Ιησού, βρέφος τεσσαρακονθήμερο, ο νούς μας, η καρδιά μας, η ύπαρξή μας ολόκληρη συγκλονίζεται μπροστά στο μεγαλείο της μάνας, αφ’ ενός μεν της Θεοτόκου η οποία έφερε στον κόσμο την Ζωή, αφ’ ετέρου δε της κάθε μάνας η οποία κρατάει στα χέρια της το παιδί της και το μεγαλώνει με κόπους και μόχθους πολλούς. Ευλογήθηκε πολύ η γυναίκα από τον Θεό. Δημιουργήθηκε ισότιμη με τον άνδρα και τοποθετήθηκε σε βάθρο υψηλό, για να τιμηθή ως σύζυγος, ως μητέρα, ως μοναχή και συνελόντ’ ειπείν, ως παράγων και μοχλός απαραίτητος της κοινωνικής ζωής. Εκείνος όμως ο ρόλος, ο οποίος ιδιαίτερα συγκινεί και συγκλονίζει, είναι ο ρόλος της ως μάνας.
Έχει εύστοχα ειπωθή γι’ αυτό το θέμα: «Είσαι η μάνα, της ζωής υφάντρα, τεχνήτρα,  φρουρός».

            Στα σπλάχνα της μάνας υφαίνεται η ζωή, με την χάρη και την ευλογία του Θεού.  Εκεί συλλαμβάνεται ο άνθρωπος, εκεί κυοφορείται τρεφόμενος από το αίμα της. Εκεί προσλαμβάνει τις πρώτες παραστάσεις, εκεί «ακούει» τον κόσμο, όπως μεταφέρεται ο ήχος του από την ζωή εκείνης, που κυοφορεί στα σπλάχνα της μια καινούρια ζωή.

Είναι επιστημονικώς αποδεδειγμένο, ότι οι εξωτερικές παραστάσεις, η ψυχολογία, και η εν γένει πνευματική κατάσταση στην οποία ευρίσκεται η μητέρα, επηρεάζουν άμεσα το έμβρυο. Ευλογημένοι της κοιλίας καρποί εξήλθαν εξ ευσεβών και αγίων μητέρων, οι οποίες ζούσαν με προσευχή, εκκλησιασμό και Μυστηριακή ζωή. Έτσι δικαιολογείται κατά ένα τρόπο το, «ηγιασμένος εκ κοιλίας μητρός», και ευκόλως γι’ αυτές τις γαστέρες θα ηδυνάμεθα να χρησιμοποιήσωμε τα λόγια της Αγίας Γραφής, παρ’ ότι ελέχθησαν για το μοναδικό πρόσωπο της Παναγίας μας: «Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ούς εθήλασας» (Λουκ. κα’, 27).
            Στην αγκαλιά της μάνας τεχνουργείται η ζωή. Άγια κρατάει στα χέρια της. Ενθυμούμαι όταν υπηρετούσα ως Ιεροκήρυξ στην Αρκαδία, μετά την Θεία Λειτουργία σε κάποιο χωριό, ήλθε να με χαιρετήση μια ευσεβής μητέρα, κρατώντας το παιδί της στα χέρια της. Ήταν-δεν ήταν εκείνο τριών ετών. Δείχνοντας στον μικρό την εικόνα της Παναγίας, τον ρώτησα: «Γιά πες μου, ποιά είναι Αυτή;». Καί το μικρό παιδί, με την ψυχή την καθάρια, μου απήντησε: «Η μαμά μου και εγώ». Συγκλονίστηκα στην κυριολεξία. Τέτοια απάντηση από βρέφος; Είναι δυνατόν; Ναί, είναι! Στα μάτια της Παναγίας που βλέπει σπλαχνικά τα παιδιά της, το βρέφος είδε την γλυκύτητα των ματιών της δικής του μάνας. Στο φωτεινό πρόσωπο της Θεοτόκου, είδε το ιλαρό πρόσωπο εκείνης που τον έφερε στον κόσμο. Τα άχραντα χέρια της Παναγίας, τα ταύτισε με τα χέρια της δικής του μητέρας, που προστατευτικά τον αγκάλιαζαν και του προσέφεραν την θαλπωρή της μητρικής αγάπης και στοργής. Αλλά και στού Χριστού την θέση είδε τον εαυτό του. Μικρός ο Κύριος, νηπιάσας για τον άνθρωπο, κρατημένος στα πανάγια χέρια της Θεοτόκου, καλεί τον άνθρωπο να νηπιάση ως προς τα πάθη, να καθαρθή: «Εάν μη γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών» (Ματθ. ιη’, 3).

            Ποτέ μου δεν λησμόνησα αυτή την σκηνή και αυτή την συνομιλία  με το άδολο εκείνο βρέφος. Εκήρυξε στον Ιεροκήρυκα με το δικό του βαθύ, αγγελικό, ουράνιο τρόπο
 Στα χέρια της Παναγίας ενώνεται ο ουρανός με την γη. Εκεί ασπάζεται ο άνθρωπος τον Θεό, και γλυκοφιλεί ο Θεός τον άνθρωπο. Στα χέρια κάθε μάνας λικνίζεται και γαλουχείται η κοινωνία ολόκληρη. Η μάνα κρατάει τις τύχες της κοινωνίας. Αυτή σφραγίζει με την δική της ιδιότυπη και πρωτότυπη σφραγίδα, του παιδιού της την ψυχή. Αυτή γράφει πάνω στην ολόλευκη, χαριτωμένη, φωτεινή, άγραφη πλάκα του εσωτερικού κόσμου του παιδιού της, γράμματα αγάπης και θεοδίδακτες, θεοστάλακτες γραφές. Αυτή τυπώνει αγγέλους…

   Έτσι θέλομε την μάνα, και αυτό πιστεύομε ότι έκανε και κάνει υπακούοντας στού Θεού τα κελεύσματα, στο μητρικό της ένστικτο για το καλό των παιδιών της, στην κραυγή της κοινωνίας, που είναι κρεμασμένη στα δικά της μητρικά χέρια.

Συγκινούμεθα όταν βλέπωμε τις μανάδες να φέρνουν στον Ιερό Ναό τα παιδιά τους, για να «σαραντίσουν». Ποιός δεν αισθάνεται εκείνη την ώρα το μεγαλείο της δωρεάς και της χάριτος του Θεού; Ο άνθρωπος έγινε -γίνεται – θα γίνεται πάντα, έως της συντελείας του αιώνος συνδημιουργός του Θεού. Το παιδί αφήνεται στού Ιερέως τα χέρια. «Εκκλησιάζεται ο δούλος του Θεού…. η δούλη του Θεού…. εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…». Κλαίνε οι γονείς από χαρά. Συναντιούνται της μάνας τα μάτια, με της Παναγίας μας τους γλυκυτάτους οφθαλμούς. Ποιός ξέρει πόσα θα πούν οι δυό τους, στην συνέχεια! Πόσους καημούς, πόσους στεναγμούς και πόνους θα πη η μάνα γονατιστή μπροστά στης Παναγιάς την μορφή την αγιασμένη! Έχουν την δική τους μυστική γλώσσα οι μανάδες μας, με του Θεού την πανακήρατη Μάνα. Ο δίκαιος Συμεών ο Θεοδόχος, είπε στην Θεομήτορα: «Καί Σού δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία…(Λουκ. β,35)». Πόσες φορές ρομφαία διέρχεται της κάθε μάνας την καρδιά!

 Κάθε ημέρα η μάνα μας οδυνάται, αγωνιζόμενη όχι μόνο για μας, αλλά για τον κόσμο όλο, αφού το παιδί της  είναι γι’ αυτή ο κόσμος ολόκληρος. Γι’ αυτό είπαμε στην αρχή για την κάθε μάνα, ότι είναι «της ζωής υφάντρα-τεχνήτρα-φρουρός».
Σήμερα, παρά ποτέ, έχομε ανάγκη από ΜΑΝΑΔΕΣ. Γυναίκες που να μυρίζουν Χριστό και λιβάνι. Προσωπικότητες υπεύθυνες, που μέσα από τον ουράνιο θεόσδοτο ρόλο τους, θα δώσουν νόημα στην ζωή του κόσμου, ελπίδα και στήριγμα στην κοινωνία.
Κάθε φορά που βλέπω τις μητέρες στην Εκκλησία με τα παιδιά τους, δοξολογώ τον Θεό και μυστικά παρακαλώ γι’ αυτές και τα βλαστάρια τους. Ουράνια εικόνα, να βλέπης μπροστά στην Ωραία Πύλη να προσάγουν τα βρέφη να κοινωνήσουν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.
Σ’ αυτά τα πρόσωπα των γυναικών τα τόσο γλυκά, τα ευεργετικά του κόσμου, βλέπομε τις μανάδες, που στο παρελθόν αγωνίστηκαν με φτώχεια, ανέχεια, δυσκολίες να χτίσουν σπιτικά και οικογένειες αγιασμένες. Αναγνωρίζομε τον αγώνα των μητέρων που πύργωσαν στις ψυχές των παιδιών τους την αλήθεια για τον Θεό και τον άνθρωπο, που έλεγαν πρώτα απ’ όλα στα παιδιά τους: «θέλω να γίνης άνθρωπος!…». Δώστε εσείς  την ερμηνεία σ΄ αυτό τον λόγο και είμαι βέβαιος ότι θα κατανοήσετε τι είχαν οι μανάδες αυτές στον νού τους, λέγοντας αυτή την φράση.
 Σ΄ αυτά τα πρόσωπα βλέπομε τις μητέρες, τις γυναίκες που σώσανε και θα σώσουν την Ελλάδα, μέσα από τον αγώνα τους τον αγιασμένο. Υποκλινόμεθα μπροστά στις ηρωίδες αυτές της ζωής, στις πονεμένες και βασανισμένες για να αναστήσουν τον κόσμο, και ταπεινά φιλώντας τους το χέρι τις ευχαριστούμε για την προσφορά τους.

            Η γιορτή της Υπαπαντής είναι η δική τους ημέρα. Τις προβάλλομε ως παραδείγματα στις σύγχρονες ή και τις μέλλουσες μητέρες, οι οποίες έχουν τον δικό τους δρόμο και κάνουν τον δικό τους αγώνα. Θαυμάζομε και επαινούμε τις σημερινές μητέρες και τις στηρίζομε με τις προσευχές μας και την αγάπη μας την εκδηλουμένη καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Στις σύγχονες μητέρες, αλλά και τις μέλλουσες, απευθυνόμεθα με στοργή, με αγάπη πατρική και τους λέμε:
«Μην πτοείσθε! Αφήσατε την ζωή σας και τα παιδιά σας στού Θεού τα χέρια. Μην κάνετε το λάθος να παρασυρθήτε από τα σύγχρονα απατηλά ρεύματα, που θέλουν την μάνα εξωστρεφή, μακρυά από τον άνδρα της, το σπίτι της, τα παιδιά της. Άγια κρατάτε στα χέρια σας. Θησαυρό στην αγκαλιά σας βαστάζετε. Δώρο Θεού κατέχετε. Δώστε τον εαυτό σας για να τεχνουργήσετε, ο,τι καλύτερο σας έχει εμπιστευθή ο Θεός. Τον παράδεισο επί της γης. Μην παρασύρεσθε από τις σύγχρονες σειρήνες, που θέλουν μια κοινωνία διαλελυμένη, σάπια, γεμάτη στο τέλος με πόνο και δάκρυα. Η ομορφιά της ζωής βρίσκεται στον αγώνα…»
Μανάδες ευλογημένες, αν κάποιες από σας νοιώσατε πίκρα από τα παιδιά σας τα ίδια, γιατί κάπου παραπάτησαν, λησμόνησαν… μη λυπήσθε.  Θα έλθη η ώρα που θα απολαύσετε την μεγάλη στιγμή. Μοναδική… Χάρισμα δικό σας… Από το παιδί σας… Κυρίως όμως από τον Θεό.

Η παρακάτω ιστορία από το βίο των Νεομαρτύρων, πολύ θα σας ενισχύση.  
-Ξεκίνησε ο εξωμότης Παναγιώτης Πανουτσόπουλος, από την Τριπολιτσά με τα πόδια, όταν έμαθε ότι η μάνα του πέθανε από την στενοχώρια της για τα «κατορθώματά» του, και πήγε στο χωριό του, στο Σοπωτό (σημερινή Αροανία) των Καλαβρύτων, όπου γονατιστός και βρέχοντας το νιοσκαμμένο μνήμα της με δάκρυα της έλεγε: «Μανούλα μου, συγχώρα με. Σού υπόσχομαι ότι με το αίμα μου θα ξεπλύνω την μεγάλη ντροπή». Προσπαθείστε, να συλλάβετε, με το μυαλό σας, την συγκλονιστική σκηνή.

Αυτό το παιδί γύρισε μετά από λίγα χρόνια, ως μοναχός Παύλος, στην Τρίπολη και μαρτύρησε για του Χριστού την αγάπη, τιμώμενος από την Εκκλησία πλέον ως Άγιος και Νεομάρτυς στις 22 Μαίου κάθε χρόνο. Πόσο χαίρεται τώρα η φτωχή Αντώνα, η μάνα του, στον Ουρανό!
Μάνα… να είσαι σίγουρη ότι κι αν έτσι έλθουν τα πράγματα, κάποια στιγμή, έστω και αν έχης  κλειστά τα μάτια σου, ναί κάποια στιγμή, πάνω στο χώμα που θα καλύπτη το αγιασμένο από τους αγώνες σκήνωμά σου, αν δεν προφτάσης να το ακούσης σ’ αυτό τον κόσμο, θα έρθη  παιδί γονατιστό, με σεβασμό, με δάκρυα, με αγάπη… Κερί θ’ ανάψη ευγνωμοσύνης και θα πη σε σένα που το ανάστησες: «Μανούλα μου σ’ ευχαριστώ!»
Τι άλλο θα ήθελες να ακούσης μάνα γλυκειά, «της ζωής υφάντρα, τεχνήτρα, φρουρέ»;
Σε σένα ελπίζομε. Σε σένα προσβλέπομε. Από τα χέρια σου η κοινωνία κρέμεται! Μην αργείς… Κάνε τώρα που σ’ έχομε ανάγκη το θαύμα σου… με την αγάπη σου. Δώσε αίμα και πνεύμα.
                Μάνα σε ευχαριστούμε και μαζί με τον θείο της Εκκλησίας διδάσκαλο  Αγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο επαναλαμβάνομε με δέος: «Τι μητρός συμπαθέστερον;» και από τα τρίσβαθα της ψυχής μας αναφωνούμε: «Ουδέν μητρός θαυμασιώτερον».