Oι πρώτοι Μαθητές του Χριστού και οι φυλετικές διακρίσεις – Αναφορά στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο

Loading...


Του Σεβ. Μητροπολίτη Ζιμπάμπουε Σεραφείμ Κυκκώτη: Στη σημερινή Ευαγγελική Περικοπή βλέπουμε πως τέσσερις από τους σημαντικότερους Μαθητές του Χριστού (Πέτρο και Ανδρέα και τα παιδιά του Ζεβεδαίου Ιάκωβο και Ιωάννη), στην κλήση τους να τον ακολουθήσουν, εγκαταλείπουν τα πάντα χωρίς δισταγμό κι αμφιβολία. Θυσιάζουν τα πάντα για να γίνουν Μαθητές του Χριστού.

Η Εκκλησία μας για να συνεχίσει σήμερα το έργον της με επιτυχία χρειάζεται ανθρώπους με τις ίδιες αρετές και με την ίδια αυτοθυσία. Αυτό όμως είναι μόνο η μία διάσταση της επιτυχίας της Εκκλησίας μας στο σωτηριολογικό της έργον. Η δεύτερη πραγματικότητα που πρέπει να χαρακτηρίζει τη ζωή της Εκκλησίας μας είναι η διάσταση της οικουμενικότητας και παγκοσμιότητας του χαρακτήρα του Ευαγγελικού της έργου, όπως ακριβώς με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος εργάστηκε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας για να προστατεύει τα μέλη της κι ολόκληρη την Ανθρωπότητα προς την οδόν της εν Χριστώ σωτηρίας. ΄Οπως τονίζει ο Απόστολος Παύλος «ουκ ένι Ιουδαίος, ουδέ ΄Ελλην, ουκ ένι δούλος, ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρρεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού» (Γαλάτας 3,28).

Η δεύτερη λοιπόν διάσταση του σωτηριολογικού έργου της Εκκλησίας μας είναι η συνεχής προσπάθεια της να μεταφέρει το Ευαγγελικό μήνυμα της σωτηρίας προς όλους τους ανθρώπους, προς όλες τις Εθνότητες, σε μαύρους και λευκούς, σε μικρούς και μεγάλους, σε πλούσιους και φτωχούς, σε όλες τις φυλές της γης.

Εκεί που δεν συμβαίνει αυτό είναι ως να προσπαθούμε να μετατρέψουμε την Εκκλησία σε ένα κοινωνικό σύλλογο, σε ένα κοσμικό κλάμπ, σε μία λειτουργική κοινωνική ασθένεια που μας κρατά μακριά από την πορεία μας προς την αιωνιότητα, προς την εν Χριστώ σωτηρία, προς τον Παράδεισο.

Πρέπει να είμαστε ειλικρινείς και τίμιοι με τον εαυτό μας. Μεγαλωμένοι με τις ανθρώπινες αδυναμίες και τις κοινωνικές αδικίες του κοινωνικού apartheid του διαχωρισμού των ανθρώπων, ανάλογα με το χρώμα τους, και σε πλούσιους και φτωχούς, το αποτέλεσμα ήταν να κτισθεί ένα τεράστιο τείχος αντιπάθειας που στην καθημερινή ζωή μας επηρεάζει όλους μας, με συνέπειες τραγικές.

Επειδή ακριβώς αυτό το τείχος της αντιπάθειας είναι απάνθρωπο που μας κρατά μακριά από το Θεό δεν είναι φυσικό. Είναι ένα τείχος που μας κάνει όλους να πονάμε με την αβεβαιότητα του μέλλοντος να προβάλλει μπροστά μας. Εκεί που οι φυλετικές διακρίσεις έχουν φτάσει στο αποκορύφωμα τους, κτίζονται τείχη μεταξύ των ανθρώπων ή προτείνονται να κτισθούν όπως συμβαίνει σήμερα στην Ευρώπη, στο Ισραήλ και στη Παλαιστίνη ή όπως θέλουν να κάνουν στα σύνορα με το Μεξικό οι Αμερικάνοι.

Τελικά όμως, και οι λευκοί και οι μαύροι, και οι φτωχοί και οι πλούσιοι, και οι μετανάστες και οι πρόσφυγες, που δεν ζουν το μεγαλείο της μαρτυρίας του Αποστόλου Παύλου για την ισότητα των ανθρώπων, όπως την τονίζει στη σημερινή Αποστολική Περικοπή, ζουν μακριά από το Θεό. Ζουν μέσα στην αμαρτία των φυλετικών διακρίσεων, ζουν μέσα στον εγωϊσμό τους και τον ατομισμό τους μακριά από το ΄Αγιο Σώμα της Εκκλησίας. Ζουν στη κατάσταση της υποκρισίας και της αρνήσεως της κλήσεως του Αποστόλου Παύλου να δώσουμε προτεραιότητα στη κοινή πίστη του Αληθινού Θεού, όπου ενωμένοι με αγάπη και αλληλοστήριξη θα μπορέσουμε μαζί να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες της ζωής και να πορευθούμε προς την αιωνιότητα της Βασιλείας των Ουρανών.

Αφήνουμε τα τραύματα που ζήσαμε στο παρελθόν, ως θύματα αυτού του κοινωνικού διαχωρισμού, ανάλογα με το χρώμα μας, να μας κυβερνούν τη ζωή και να μας ανοίγουν μεγαλύτερες κοινωνικές πληγές, που τελικά να απειλούν τον αφανισμό μας.

Η ασφάλεια που ονειρευόμαστε να ζήσουμε οι ίδιοι και τα παιδιά μας μπορεί να προσέλθει μόνο μέσα από την ετοιμότητα μας να φανούμε τίμιοι με τον λόγο του Ευαγγελίου.

Η αδιάκριτη αγάπη μας προς κάθε κατεύθυνση, προς κάθε άνθρωπο θα μας βοηθήσει να σβήσουμε το τείχος του μίσους και στη θέση του να κτίσουμε γέφυρες επικοινωνίας και επαφής και ειλικρινούς συνεργασίας. Μόνον αν κτίσουμε γέφυρες αγάπης μπορούμε να περπατήσουμε με σιγουριά το μέλλον. Η φυγή και η απομόνωση δεν είναι η καλύτερη λύση. Ούτε τους εαυτούς μας βοηθάμε, ούτε τους άλλους που αντιπαθούμε.

Διαβάστε εδώ:  Η Εκκλησία της Καμπάνας και των Σκηνωμάτων αναστατώνει τους Τούρκους

Ο βίος μας είναι κοινός και μπορούμε να κάνουμε τη ζωή μας όμορφη αν αφήσουμε χώρο στην καρδιά μας να βασιλέψει η Μεγάλη μορφή του Χριστού. Μόνον αν αφήσουμε στη ζωή μας να μας καθοδηγεί ο Χριστός έχουμε ελπίδες για να ζήσουμε σε ένα καλύτερο κόσμο που θα μας οδηγήσει και στην αιωνιότητα του Παραδείσου.

Πρίν ένα ακριβώς χρόνο η Εκκλησία μας διά της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου επιβεβαίωσε τη θέση της Ορθοδοξίας για τις φυλετικές διακρίσεις τονίζοντας ότι :

“Ο Κύριος, ως Βασιλεύς της δικαιοσύνης (Εβρ. ζ’, 2-3), αποδοκιμάζει την βίαν και την αδικίαν (Ψαλμ. ι’, 5) και καταδικάζει την απάνθρωπον στάσιν προς τον πλησίον (Μαρκ. κε’, 41-46. Ιακ. β’, 15-16). Εις την Βασιλείαν Aυτού, η οποία εικονίζεται και είναι παρούσα εν τη Εκκλησία Του ήδη εδώ εις την γην, δεν υπάρχει τόπος ούτε διά το μίσος, ούτε δι’ έχθραν και μισαλλοδοξίαν (Ησ. ια’, 6. Ρωμ. ιβ’, 10).

Η θέσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι εν προκειμένω σαφής. Η Εκκλησία πιστεύει ότι ο Θεός «εποίησεν εξ ενός αίματος παν έθνος ανθρώπων κατοικείν επί παν το πρόσωπον της γης» (Πραξ. ιζ’, 26) και ότι εν Χριστώ «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ· πάντες γαρ εις εστε εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. γ’, 28). Εις το ερώτημα «και τις εστί μου πλησίον;» ο Χριστός απήντησε διά της παραβολής του καλού Σαμαρείτου (Λουκ. ι’, 25-37). Και ούτως εδίδαξε την κατάλυσιν παντός μεσοτοίχου έχθρας και προκαταλήψεως. Η Ορθόδοξος Εκκλησία ομολογεί ότι έκαστος άνθρωπος, ανεξαρτήτως χρώματος, θρησκείας, φυλής, φύλου, εθνικότητος, γλώσσης, έχει δημιουργηθή κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού και απολαμβάνει ίσα δικαιώματα εν τη κοινωνία. Συνεπής προς την πίστιν αυτήν, η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν δέχεται τας διακρίσεις δι’ έκαστον εκ των προαναφερθέντων λόγων, εφ’ όσον αύται προϋποθέτουν αξιολογικήν διαφοράν μεταξύ των ανθρώπων.

Η Εκκλησία, εν τω πνεύματι του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ίσης μεταχειρίσεως των ανθρώπων, αξιολογεί την εφαρμογήν των αρχών αυτών υπό το φως της διδασκαλίας της περί των μυστηρίων, της οικογενείας, της θέσεως των δύο φύλων εν τη Εκκλησία και των εν γένει αξιών της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Η Εκκλησία έχει δικαίωμα ίνα διακηρύττη την μαρτυρίαν της διδασκαλίας της εις τον δημόσιον χώρον”. (Μέρος Ε από το κείμενο « Η Αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω»).