«O «χριστιανικός μύθος» υπό το πρίσμα του αθεϊστικού δογματισμού»

Loading...


Με αφορμή άρθρο εφημερίδας που πρόσκεινται στην αριστερά, το γραφείο επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών της Μητρόπολη Πειραιώς εξέδωσε ανακοίνωση και απαντά στα όσα αναφέρει η εφημερίδα για τον Χριστιανισμό.

Αναλυτικά η ανακοίνωση: «Φαίνεται ότι δε βαρέθηκαν οι αθεϊστές, ύστερα από τιτάνιους αγώνες αιώνων να σβήσουν τον Χριστιανισμό και ιδιαίτερα να γκρεμίσουν την αυθεντική Εκκλησία του Χριστού, την Ορθοδοξία. Δε βαρέθηκαν να αναμασούν τα πεπαλαιωμένα και χιλιοειπωμένα, σαθρά και παιδαριώδη επιχειρήματά τους, προκειμένου να «αποδείξουν» την δήθεν ανυπαρξία του Θεού, τα οποία πλέον όχι μόνο δεν γίνονται πιστευτά και αποδεκτά από το λαό, αλλά προκαλούν την χλεύη του αθεϊστικού τους ιδεολογήματος, ή καλύτερα παραληρήματος. Κηρύσσουν την ανυπαρξία Του, επειδή δεν κατόρθωσαν να Τον ανακαλύψουν στα επιστημονικά εργαστήριά τους, τη στιγμή που ακόμη και σήμερα η σύγχρονη φυσική επιστήμη, παρ’ όλες τις καταπληκτικές προόδους της, δεν κατόρθωσε να προσδιορίσει με κάθε σαφήνεια και πληρότητα το βαθύτερο «είναι» της υλικής δημιουργίας. Είναι φανερό λοιπόν πως ο σύγχρονος αθεϊσμός βρίσκεται ακόμη, χωρίς την παραμικρή εξέλιξή του, στο εμβρυικό του στάδιο των σκοτεινών χρόνων του «ευρωπαϊκού διαφωτισμού»!

Δυστυχώς σ’ ένα τέτοιο συμπέρασμα πρέπει να καταλήξουμε, αν κρίνουμε από ένα πρόσφατο δημοσίευμα της εφημερίδος «ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ» (φ.10.1. 2015), με τίτλο: «Ο χριστιανικός μύθος», του κ. Ηρακλή Λογοθέτη. Ο συντάκτης, προφανώς αθεϊστής, χωρίς να διαθέτει στοιχειώδη γνώση ως προς το τί είναι Θεολογία, προσπαθεί να την ορίσει με τον δογματισμό κάποιου Μπόρχες: «Η Θεολογία […] δεν είναι παρά κλάδος της λογοτεχνίας του φανταστικού, που ασχολείται με τη σταδιακή επινόηση του Θεού». Κατά τον συγγραφέα «αυτή “η σταδιακή επινόηση του Θεού” υπήρξε τόσο σπουδαία ώστε εξασφαλίζει, επάξια νομίζω, στη θεολογία μια κεντρική θέση στη λογοτεχνία του φανταστικού: είναι μάλλον ο κορμός της παρά ένας οποιοσδήποτε κλάδος της»!

Μ’ αυτούς τους δογματικούς αφορισμούς ο συντάκτης φιλοδοξεί να προβάλει στους αναγνώστες του τις προσωπικές του ιδεοληψίες περί Θεού, ότι δήθεν ο Θεός, (της χριστιανικής πίστεως πάντα, διότι δεν γίνεται λόγος για «θεούς» άλλων θρησκειών), δεν υπάρχει, ότι δήθεν είναι επινόηση των ιερατείων, και άρα η Θεολογία είναι ένα είδος λογοτεχνίας του φανταστικού! Έτσι με πολλή αφέλεια, που αγγίζει τα όρια της φαιδρότητας, διαγράφει με μια μονοκονδυλιά ένα σημαντικό κεφάλαιο της ιστορικής επιστήμης και της έρευνας, η οποία με πάμπολλες και ατράνταχτες ιστορικές μαρτυρίες αποδεικνύει, ότι ο Χριστός δεν είναι ένα μυθικό πρόσωπο, αποκύημα της φαντασίας κάποιων ανθρώπων, αλλά ιστορικό, που εμφανίστηκε σε κάποια συγκεκριμένη περίοδο της ιστορίας της ανθρωπότητας, έδρασε σε συγκεκριμένους τόπους, έζησε ζωή αγία και αναμάρτητη, θαυματούργησε με πρωτοφανή και καταπληκτικά θαύματα, έπαθε, ετάφη και ανέστη εκ νεκρών την τρίτη ημέρα. Αναφέρουμε ενδεικτικώς δύο ιστορικούς της εποχής εκείνης, που ομιλούν περί του προσώπου του Ιησού, τον Ρωμαίο ιστορικό Σουητώνιο και τον Ιουδαίο ιστορικό Ιώσηπο. Ας μας εξηγήσει ο συντάκτης, πώς μια «θεολογία του φανταστικού» δεν αφανίστηκε μέχρι σήμερα; Είναι τόσο ηλίθιοι οι άνθρωποι, ώστε να μην μπορούν να την αντιληφθούν; Είναι τόσο έξυπνοι οι αθεϊστές, σε σχέση με τα δισεκατομμύρια των πιστών, ώστε μόνοι αυτοί κατενόησαν το «μύθο» του Χριστιανισμού; Μπορεί να μας εξηγήσει πώς ο Χριστιανισμός εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι σήμερα παρά τους φοβερούς διωγμούς, που υπέμεινε διά μέσου των αιώνων; Γιατί δεν μπόρεσαν να τον εξαφανίσουν οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, οι «διαφωτιστές» και οι κόκκινοι δικτάτορες του Μαρξισμού, οι οποίοι τον πολέμησαν με λύσσα για έναν αιώνα και δεν κατάφεραν να τον εξαφανίσουν, εξαφανίζοντας, αντίθετα, τον εαυτό τους;

Στη συνέχεια ο συγγραφέας, αφού «ξεμπέρδεψε», (όπως νομίζει), με τον Θεό, έρχεται να «αποδείξει» και τον «χριστιανικό μύθο», του οποίου, όπως γράφει, «το συναρπαστικότερο στοιχείο [..…] είναι αναμφίβολα το απέριττο της δομής του, η απλότητα των υλικών, η υπερβατική λιτότητα της όλης συλλήψεως»! Τόσο απλά και φτηνά, επιχειρεί να εκμηδενίσει την ιστορική αξιοπιστία των βιβλικών διηγήσεων, που επί 20 αιώνες μέχρι σήμερα πέρασαν από αναρίθμητα κόσκινα ερευνών της ιστορικής επιστήμης και μελετητών της αρνητικής, αθεϊστικής, κριτικής της Καινής Διαθήκης, για να ανακαλύψουν κάποιες, (έστω και μικρές), ιστορικές ανακρίβειες και λάθη στα βιβλικά κείμενα, που όμως δεν το κατόρθωσαν. Η Καινή Διαθήκη εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αποτελεί το πρώτο σε παγκόσμια κυκλοφορία και σε αριθμό αντιτύπων βιβλίο, μεταφρασμένο σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Δεν κάνει τουλάχιστον ο συντάκτης τον κόπο να μας εξηγήσει, ποιοί ήταν αυτοί που επινόησαν αυτούς τους «μύθους» και πως αυτοί οι «μύθοι» δεν έγιναν αντιληπτοί και δεν ξεσκεπάστηκαν από την ιστορική έρευνα 20 αιώνων, αλλά κατόρθωσαν να περάσουν ως κορυφαία ιστορικά γεγονότα της ανθρωπότητας. Διότι αν ισχύουν οι συλλογισμοί του συντάκτη, τότε θα πρέπει να συμπεράνουμε, ότι η ιστορική έρευνα έπεσε σε πρωτοφανή πλάνη, γιγαντιαίων διαστάσεων, πράγμα αδύνατον. Ας μας εξηγήσει, πως αυτή η «απέριττη δομή», η «απλότητα των υλικών» και «η υπερβατική λιτότητα της όλης συλλήψεως» των βιβλικών διηγήσεων άλλαξε τη ροή της ιστορίας του κόσμου, τα ήθη και τα έθιμα των λαών και τις δομές του συγχρόνου πολιτισμού, του πραγματικού πολιτισμού της αγάπης, της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της ισότητας, της αδελφοσύνης, του σεβασμού της ανθρώπινης προσωπικότητας, κλπ., τα οποία αποτελούν πολιτιστικά αγαθά, έχοντας την προέλευσή τους στη χριστιανική διδασκαλία.

Συνεχίζοντας το αθεϊστικό του παραλήρημα, περί του «χριστιανικού μύθου» και των «απέριττων δομών» του, παραθέτει μια σειρά από διαφορές μεταξύ του ουράνιου βασιλιά Χριστού και των εγκοσμίων αρχόντων, για να καταλήξει στο εξωφρενικό συμπέρασμα, ότι «η έσχατη ταπεινότητα» του Χριστού, «επαναλαμβάνεται διαρκώς στον χριστιανικό μύθο και είναι αυτή που απογειώνει τον Υιό του Θεού»! Εδώ τούτο μόνον θα σημειώσουμε, ότι αν η «απογείωση» του «Υιού του Θεού», στηριζόταν σ’ έναν «μύθο», θα είχε καταρρεύσει εξ’ αρχής, ως χάρτινος πύργος και δεν θα υπήρχε λόγος ύστερα από δύο χιλιάδες χρόνια να ασχολείται ο αθεϊσμός και ο ίδιος ο κ. Η. Λογοθέτης με Αυτόν! Ώστε λοιπόν δεν είναι η «κατασκευασμένη» «στον χριστιανικό μύθο» «έσχατη ταπεινότητα» του Χριστού, που Τον «απογειώνει» ως «Υιό του Θεού», αλλά η αλήθεια, ότι ο Ίδιος είναι ο Υιός του Θεού, όπως αποδεικνύουν τα άπειρα θαύματα Του και η εκ νεκρών ανάστασή Του!

Στη συνέχεια ο συντάκτης αλλάζει «τροπάριο» για να χτυπήσει την Εκκλησία από άλλη σκοπιά. Κάνει λόγο για την «εξαχρείωση του χριστιανικού ιερατείου»: «Μετά την καθιέρωση του χριστιανισμού βέβαια τα πράγματα αλλάζουν. Το άπληστο και αφελές ιερατείο της νέας επίσημης θρησκείας βιάζεται να ξεχάσει την καταγωγή του και οι υψηλοί του προκαθήμενοι ασχημονούν φορώντας άμφια πλουμιστά και πίνοντας σε βαρύτιμα δισκοπότηρα. Τούτη η εξαχρείωση όμως είναι η μοίρα κάθε κυρίαρχης ιδεολογίας». Θέλει να αγνοεί ο συντάκτης, ότι παρόμοια φαινόμενα πνευματικής παρακμής, σαν και αυτά που αναφέρει, παραμένουν ξένα προς τη ζωή και την διδασκαλία της Εκκλησίας μας, ξένα προς την ζωή των αγίων Πατέρων μας, που ως αληθινοί ποιμένες και μιμητές του αρχιποίμενος Χριστού, έζησαν ως πάμπτωχοι στον κόσμο αυτό, μη έχοντες «που την κεφαλήν κλίναι», και θυσίασαν την ζωή τους «υπέρ των προβάτων». Θέλει να αγνοεί, ότι παρά την «εξαχρείωση», για την οποία ομιλεί, υπάρχουν ακόμη και σήμερα άξιοι ποιμένες, μιμητές του Χριστού και των αγίων Πατέρων μας. Ας κάνει τον κόπο να μας εξηγήσει: αφού η «εξαχρείωση» «είναι η μοίρα κάθε κυρίαρχης ιδεολογίας», πώς αυτή η «ιδεολογία» δεν έσβησε μετά από δύο χιλιάδες χρόνια συνεχούς «εξαχρείωσης;

Δεν θα άξιζε καθόλου να ασχοληθούμε με τα παρά πάνω προβαλλόμενα από τον συγγραφέα, αφελή και παιδαριώδη επιχειρήματα. Όταν ο άνθρωπος δεν αγαπά την αλήθεια, μοιραία τυφλώνεται από τον σκοτισμό της αθεϊστικής παραζάλης, οπότε αδυνατεί να δει απροκατάληπτα την ιστορική πραγματικότητα, αδυνατεί να διακρίνει ακόμη και τα προφανέστατα, ακόμη και εκείνα που η κοινή λογική θεωρεί αυτονόητα. Φαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζεται ο λόγος του αποστόλου Παύλου: «Ου γαρ πάντων η πίστις» (Β΄ Θεσ.3,2). Δεν είναι για όλους η πίστη, όχι γιατί ο Θεός δεν θέλει να σωθούν όλοι, αλλά διότι δεν γίνεται δεκτή από όλους η προσφερόμενη από τον Θεό, διά της πίστεως στον Ιησού Χριστό, σωτηρία. Μακάρι ο Θεός να ανοίξει «θύραν πίστεως» (Πραξ.14,27) στον αγαπητό κ. Η. Λογοθέτη, για επιτύχει και αυτός τον αιώνιο προορισμό του, την σωτηρία του!

Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών».



Ετικέτες