Νεαπόλεως Βαρνάβας: Να ακούσει επιτέλους η Αριστερά την προφητική φωνή της Εκκλησίας

Loading...


Ολόκληρη η εισήγηση Του Σεβ. Μητροπολίτη Νεαπόλεως κ. Βαρνάβα στο συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά»

Ελάτε να κάνουμε επανάσταση με το πνεύμα του Θεού, είπε ο Μητροπολίτης Νεαπόλεως, Βαρνάβας στο συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά» δανειζόμενος τα λόγια του Μακαριστού Μητροπολίτου Κοζάνης Διονυσίου. Επίσης σημείωσε πως  οι Χριστιανοί οφείλουν να είναι αυτοί που αναστατώνουν την οικουμένη κια υποστήριξε πως η Εκκλησία πρέπει να εγκαταλείψει τους φόβους της για τυχόν εκκοσμίκευσή της και να ασχοληθεί με τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα του λαού μας.
Ολόκληρη η ομιλία έχει ως εξής: 

«Δεν αγνοούμε και δεν παραβλέπουμε σε καμιά περίπτωση τη σκληρή πραγματικότητα για τους χαμηλόμισθους, τους χαμηλοσυνταξιούχους, τους ανέργους και τους απολυθέντες από τις δουλειές τους, τους αγανακτισμένους και τους δοκιμαζόμενους αδελφούς μας, γι’ αυτό και τους συμπαραστεκόμεθα χωρίς καμία ιδιοτέλεια η αλλότριες επιδιώξεις.

Φθάνουν πια οι επιβαρύνσεις στους αδελφούς μας που έχουν χαμηλό εισόδημα και χαμηλή σύνταξη.Φθάνουν πια οι φόροι και οι περικοπές των χαμηλών εισοδημάτων.Φθάνουν πια οι στρατιές των ανέργων. Αναζητήστε τους φοροδιαφυγάδες και ελέγξτε το κεφάλαιο».

Εάν άκουγε κανείς αυτά τα λόγια πριν από λίγα χρόνια θα υπέθετε ότι είναι απόσπασμα από προγραμματικές δηλώσεις κάποιου αριστερού κόμματος.

Και όμως, πρόκειται για ανακοινωθέν της Ιεράς Συνόδου.

Η οικονομική κρίση γίνεται αφορμή για την άσκηση σθεναρής κριτικής στα υλιστικά ιδεώδη και συστήματα που απεργάζονται την αδικία και καταδικάζουν εκατομμύρια ανθρώπους στην ανεργία και την κοινωνική εξαθλίωση.

Η Εκκλησία δεν μπορεί να σιωπήσει και να αφήσει να δεσπόζουν υπεροπτικές φωνές, οι οποίες συχνά προσβάλλουν το λαό μας που βρίσκεται σε δοκιμασία.Έτσι ενώνει τη φωνή της με όλους τους φορείς των οποίων το πνεύμα και το ήθος θα μπορούσε να συμβαδίσει με τις ευαγγελικές διδαχές και αξιώσεις. Η ανάγκη για την άμεση αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης δεν μας επιτρέπει να θέτουμε διαχωριστικές γραμμές μεταξύ πνευματικών και κοινωνικών ζητημάτων.
1

Τώρα περισσότερη σημασία δεν έχει το να μείνουμε στην εικόνα που έχουμε ήδη σχηματίσει για όσους βρίσκονται απέναντί μας η να τονίσουμε τις διαφορές, αλλά να συναντήσουμε τον ίδιο τον απέναντι χωρίς φοβίες.Εξάλλου, η αποστολή της Εκκλησίας από τη φύση της είναι να επικοινωνεί και να συνδιαλέγεται.Επιδιώκει τη συνάντησή της ακόμη και με εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που την έχουν απορρίψει επειδή δεν τη γνωρίζουν.

Δεν φοβούμαστε τις κοινωνικές αλλαγές, διότι αντιλαμβανόμαστε πως αυτές δεν είναι πάντοτε αρνητικές, αλλά εμπεριέχουν νέες ευκαιρίες εμπειρίας και έκφρασης του Ευαγγελίου.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι κληρικοί στάθηκαν και στέκονται πάντοτε κοντά στο λαό, άκουσαν και ακούνε τον πόνο και την αγωνία του. Γι’ αυτό και ο λαός τους τιμά, έστω και αν υπάρχει, συχνά άδικη, πολεμική εναντίον τους.

Αυτή η συνάντηση ενέχει μια πρόκληση: να ακούσει επιτέλους η Αριστερά την προφητική φωνή της Εκκλησίας και να εγκαταλείψει τις προκαταλήψεις και την άγνοιά της για το ρόλο της Εκκλησίας στον δημόσιο χώρο.

Η Αριστερά θεωρεί την Εκκλησία ως εκφραστή της συντήρησης, ως έναν θρησκευτικό θεσμό, άσχετο με τη ζωή και τα ουσιώδη προβλήματα του τόπου.
Γι’ αυτό και επιθυμεί τον περιορισμό της θρησκείας στην ιδιωτική ζωή του πολίτη.
Εδώ βέβαια αναλογούν ευθύνες και σε μας, που ενώ συνειδητοποιήσαμε πως η βιωματική σχέση του λαού μας με την ορθόδοξη παράδοση δεν είναι τόσο ισχυρή όσο ήταν στην πιο κλειστή κοινωνία του παρελθόντος, αντί να φροντίσουμε να συναντήσουμε την κοινωνία και να συμβάλουμε στη διάνοιξη νέων δρόμων και προοπτικών, μέναμε περιχαρακωμένοι στην ασφάλεια της παράδοσης, αναλαμβάνοντας πολλές φορές τον ρόλο της συντήρησης απαρχαιωμένων αξιών του έθνους.

Οι σωστές ενέργειες, αλλά και οι παραλείψεις και τα λάθη μας είναι η κληρονομιά μας. Δεν πρέπει όμως να είναι το όριό μας.
Η Εκκλησία δεν είναι ιδεολογία Δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα ούτε ένας πνευματικός προσανατολισμός.

Η Εκκλησία είναι ένας ζωντανός οργανισμός με άποψη, πρόταση και κοσμοθεωρία. Πέρα όμως από όλα αυτά είναι ζωή. Γι’ αυτό κανένας  δεν μπορεί να την περιορίσει στους ναούς, μόνο για την τέλεση των ιερών ακολουθιών.

Η στην καλύτερη περίπτωση τώρα, εν μέσω κρίσης, να τη θεωρήσει απαραίτητη μόνο για την άσκηση του φιλανθρωπικού έργου. ως μία οργάνωση, που είναι απαραίτητη για να επιτελεί διάφορα κοινωφελή έργα. Η Εκκλησία δεν μπορεί να γίνει όργανο στα χέρια καμιάς πολιτικής ιδεολογίας.Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να παρακολουθεί αδιάφορα η να αποδέχεται παθητικά όσα συμβαίνουν στον δημόσιο βίο.Κάτι τέτοιο θα ήταν ουσιαστικά ταύτιση με τους κρατούντες και προδοσία της αγάπης, όταν η πολιτική τους δεν συμβαδίζει  με τη χριστιανική άποψη για τον άνθρωπο και την αξία του.

Σε τέτοιες περιπτώσεις χρειάζεται διαμαρτυρία και μάλιστα έντονη. Όταν καταρρακώνεται ο άνθρωπος, όταν λησμονούνται βασικές αλήθειες που αναφέρονται στην αξιοπρέπειά του, όταν καταλύονται θεμελιώδεις αρχές του δικαίου, η Εκκλησία είναι υποχρεωμένη από την ίδια  τη φύση της να διαμαρτυρηθεί, να διακηρύξει το κοινωνικό και επαναστατικό μήνυμα των προφητών και των πατέρων.

Στην Παλαιά Διαθήκη το ενδιαφέρον για την κοινωνική δικαιοσύνη δεν περιορίζεται σε τυχαίες και σποραδικές αναφορές, αλλά βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των προφητών και των άλλων ιερών συγγραφέων.

Η φτώχεια, ο πλούτος και η χρήση τους αποτελούν τα αγαπημένα θέματά τους. Ο πόνος των αδικημένων εξαιτίας του αποστερημένου  μισθού, ανεξάρτητα από το αν ο εργάτης είναι Εβραίος η ξένος φτάνει ως τον ουρανό: «Μην εκμεταλλεύεσαι ποτέ το μισθωτό, το δυστυχισμένο και το φτωχό συμπατριώτη σου η τον ξένο που ζει σε μια από τις πόλεις της χώρας σου. Να του δίνεις κάθε μέρα το ημερομίσθιό του, πριν απ’ τη δύση του ήλιου, γιατί είναι φτωχός και το έχει ανάγκη.

Αλλιώς αυτός θα φωνάξει με αγανάκτηση εναντίον σου στον Κύριο, κι αυτό θα σου καταλογιστεί για αμαρτία». (Δευτ. 24: 14-15). Ταυτόχρονα, αυτός που δεν δίνει στον εργάτη τον δεδουλευμένο μισθό θωρείται φονιάς: «Όποιος από το διπλανό του τη διατροφή του αφαιρεί, είναι το ίδιο σαν να τον σκοτώνει. κι όποιος δε δίνει στον εργάτη το μισθό του, είναι φονιάς» (Σοφ. Σειρ. 34: 22).

Ο προφήτης Ησαΐας, που έζησε σε εποχή με έντονες κοινωνικές αντιθέσεις, εποχή κατάπτωσης και ηθικού ξεπεσμού, ξεσηκώνεται εναντίον του κοινωνικού κακού. Βάζει στο στόμα του Θεού δριμύτατο «κατηγορώ»: «Απεχθάνομαι τις νουμηνίες σας  και τις γιορτές σας. Για μένα είναι φορτίο, μου είναι βαρετό να τις ανέχομαι. Όταν υψώνετε τα χέρια σας, κλείνω τα μάτια μου να μην σας βλέπω. Κι όταν απανωτές λέτε τις προσευχές σας, εγώ δεν τις ακούω, γιατί τα χέρια σας είναι στο αίμα βουτηγμένα. Λουστείτε και εξαγνιστείτε, να μη βλέπουν τα μάτια μου τις πονηρές σας πράξεις, πάψτε να κάνετε το κακό. Μάθετε το καλό να κάνετε, τη δικαιοσύνη επιδιώξτε, τον καταπιεσμένο βοηθήστε, το δίκιο αποδώστε στο ορφανό, υποστηρίξτε την υπόθεση της χήρας.» (Ησ. 1: 14-17).

Ο προφήτης ελέγχει με παρρησία την τυπική και υποκριτική θρησκευτικότητα των συμπατριωτών του, και παράλληλα υπερασπίζεται τις χήρες και τα ορφανά, που, ως αδύναμα μέλη της κοινωνίας, γίνονται τα εύκολα θύματα της κοινωνικής αδικίας και εκμετάλλευσης.

Ακούγοντας τα λόγια με τα οποία, σύμφωνα με το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, ο ίδιος ο Χριστός ανήγγειλε δημοσίως την αποστολή του, είναι σαν να ακούμε ένα σύγχρονο κοινωνικό και επαναστατικό κήρυγμα από τα πιο δυνατά και τα πιο ελεύθερα: «Να αναγγείλω το χαρμόσυνο μήνυμα στους φτωχούς, να θεραπεύσω τους συντριμμένους ψυχικά.

Στους αιχμαλώτους να κηρύξω απελευθέρωση και στους τυφλούς ότι θα βρουν το φως τους. Να φέρω λευτεριά στους τσακισμένους, να αναγγείλω του καιρού τον ερχομο που ο Κύριος θα φέρει τη σωτηρία στο λαό του» (Λουκ. 4: 18-19).

Ο Απόστολος Ιάκωβος τονίζει επίσης ότι η ουσία της πίστης δεν είναι η τήρηση των εξωτερικών τύπων αλλά η εκδήλωση έμπρακτης αγάπης προς τους αδύναμους αδελφούς: «Θρησκεία καθαρή για τον Θεό και Πατέρα είναι αυτή: Να συμπαραστέκεστε στα ορφανά και στις χήρες όταν υποφέρουν, και να διατηρείτε αγνό τον εαυτό σας από την επιρροή του αμαρτωλού κόσμου» (Ιακ. 1:27).

Οι φτωχοί και οι αδύναμοι αποτελούν τους φίλους του Θεού. Είναι ενδιαφέρον να αναφέρουμε πως αυτή η παράδοση συνέβαλε σε χειροπιαστές εκκλησιαστικές ρυθμίσεις, δηλαδή σε ιερούς κανόνες οι οποίοι απαιτούν από τους επισκόπους να υπερασπίζονται τους φτωχούς και τους αδυνάτους από την τυραννία των ισχυρών.

1

Για παράδειγμα, ο 7ος κανόνας της συνόδου της Σαρδικής (το 343) ζητά από τους εκκλησιαστικούς ηγέτες να επισκέπτονται τους πολιτικούς άρχοντες μόνο για να τους υποβάλουν αιτήματα για την υπεράσπιση των αδυνάτων. Προκειμένου, μάλιστα, να αποτραπούν ιδιοτελείς συναλλαγές μεταξύ εκκλησιαστικών ανδρών και κρατικών αξιωματούχων, ο κανόνας απαγορεύει αυστηρά κάθε άλλη επίσκεψη.  Μάλιστα στα τέλη του 4ου αιώνα η εκλογή επισκόπου σε μια πόλη σήμαινε ότι οι φτωχοί της αποκτούσαν επιτέλους φωνή, η οποία εισακουόταν από τις αυτοκρατορικές αρχές.

Χαρακτηριστικές είναι και οι περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες επίσκοποι πούλησαν πολύτιμα εκκλησιαστικά σκεύη και εξοικονόμησαν πόρους για να θρέψουν πεινασμένους, να ενισχύσουν φτωχούς, να εξαγοράσουν αιχμαλώτους. Σκοπός της Εκκλησίας, παρατηρεί ο Άγιος Αμβρόσιος Μεδιολάνων, είναι να διαφυλάσσει για τον Κύριο ανθρώπινες ψυχές και όχι χρήματα.

Γι’ αυτό και ο ίδιος προτίμησε αντί να διαφυλάξει θησαυρούς για την Εκκλησία, να παραδώσει καταλόγους με απελευθερωμένους ανθρώπους. Πολλοί, εξάλλου, επιφανείς εκκλησιαστικοί ποιμένες και διδάσκαλοι διακρίθηκαν και ως μεγάλοι κοινωνικοί εργάτες, ενώ τα κοινωνικά τους έργα προκάλεσαν και προκαλούν θαυμασμό. Μάλιστα ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ενώ μισούσε θανάσιμα τους Χριστιανούς, αναγνώριζε ως αναμφισβήτητο γνώρισμά τους τη φιλανθρωπία και προέτρεπε τους εθνικούς να τους μιμηθούν.

Πόσοι αλήθεια από αυτούς που κρατούν εχθρική στάση έναντι της Εκκλησίας γνωρίζουν την ύπαρξη τέτοιας σκέψης στους κόλπους του χριστιανισμού;

Πόσο προοδευτικός θα ακουγόταν ο λόγος ενός σύγχρονου πολιτικού έναντι του οικονομικού μας συστήματος, εάν εμείς τολμούσαμε να επαναλάβουμε τα λόγια του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο οποίος χαρακτήρισε το επίσημο φορολογικό σύστημα της εποχής του «ως αρπαγήν έννομον», νόμιμη αδικία, χειρότερη και από παράνομη ληστεία;Ο Νικόλαος Μπερντιάεφ, Ρώσος διανοητής του 20ου αιώνα, αναφέρει ότι «στον Μεγάλο Βασίλειο όπως και στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο η κοινωνική αδικία, δημιούργημα της κακής διανομής του πλούτου, κριτικάρεται με μια δριμύτητα που θα έκανε τον Προυντόν και τον Καρλ Μαρξ να χλωμιάσουν».

Το ερώτημα που τίθεται στις μέρες μας είναι: ακούγεται αυτό το ριζοσπαστικό και επαναστατικό κοινωνικό μήνυμα του Ευαγγελίου από τους σημερινούς ποιμένες τις Εκκλησίας μας; Η μήπως αυτοί έχουν περιορίσει την εκκλησιαστική τους δραστηριότητα μόνο στον τελετουργικό χώρο;

Η αλήθεια είναι πως δεν μπορούμε να δώσουμε μια ξεκάθαρη απάντηση, διότι παρουσιάζουμε μια εικόνα διάζευξης μεταξύ πνευματικού και κοινωνικού έργου. Η μια τάση υποστηρίζει  ότι το έργο της Εκκλησίας είναι καθαρά πνευματικό, αφορά δηλαδή στην απελευθέρωση του ανθρώπου από την αμαρτία, και κάθε ενασχόλησή της, επομένως, με τα βιοτικά προβλήματα και τις υλικές ανάγκες του, όπως η κατανομή των υλικών αγαθών, βρίσκεται έξω από τα όρια δράσης της. Η δεύτερη τάση κατηγορεί την πρώτη ότι διχοτομεί αυθαίρετα τον άνθρωπο σε υλική και πνευματική οντότητα, καταργεί την ενότητα της ανθρώπινης φύσης και αρνείται την αλληλεξάρτηση υλικών και πνευματικών αγαθών του ανθρώπου.

Κανένα, επομένως, πρόβλημα, είτε υλικό είτε πνευματικό,  κανένας τομέας της ανθρώπινης δραστηριότητας δεν μπορεί να μείνει έξω από το ενδιαφέρον και την ανακαινιστική δράση της Εκκλησίας.

Ο διαχωρισμός αυτός μεταξύ πνευματικού και κοινωνικού έργου προκαλεί πρόβλημα στην Εκκλησία, διότι αποπροσανατολίζει τον πιστό λαό από τη στάση και τη μαρτυρία που αγκαλιάζει τα πάντα, ολόκληρη τη ζωή, σε όλες τις διαστάσεις και τις εκφάνσεις της. Με αυτά τα διλλήματα δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε ούτε έργο σωστά κοινωνικό ούτε έργο ορθά πνευματικό.

Αυτό που πιστεύουμε είναι πως τώρα, εν μέσω κρίσης, η Εκκλησία πρέπει να εγκαταλείψει τους φόβους της για τυχόν εκκοσμίκευσή της και να ασχοληθεί με τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα του λαού μας. Είναι πολλοί αυτοί που σήμερα προσβλέπουν  στην Εκκλησία αναμένοντες και το λόγο της και τις πράξεις της.

Πολλοί πιστοί μας καταλογίζουν ευθύνη, μας θεωρούν συνενόχους για την κατάσταση στην οποία ευρίσκεται η χώρα. Η ευθύνη μας δεν είναι ότι δεν αναχαιτίσαμε εμείς την κρίση, αλλά ότι δεν αντιδράσαμε, δεν αντισταθήκαμε. Η ελληνική κοινωνία χρειάζεται την Εκκλησία, έχει ανάγκη πνευματικής στήριξης και ενός άλλου νοήματος ζωής, πέρα από τον ατομισμό, τον καταναλωτισμό και τη λογική των αγορών.

Έχει ανάγκη την Ορθοδοξία και το μήνυμα αλληλεγγύης και αδελφοσύνης που διαχρονικά αυτή ευαγγελίστηκε, και που εξακολουθεί και σήμερα να ενσαρκώνει με το πλήθος των ιδρυμάτων που διαθέτει στο πλαίσιο της κοινωνικής της διακονίας. Ιδιαίτερα σήμερα, λόγω των αναγκών που δημιούργησε η οικονομική κρίση, η επέκταση του κοινωνικού δικτύου της Εκκλησίας κρίθηκε απαραίτητη και επιτακτική σε όλες τις Ενορίες της χώρας μας, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο μήνυμα που έστειλε η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος «προς το λαό»: «Απόφασή μας είναι να δημιουργήσουμε ένα παρατηρητήριο κοινωνικών προβλημάτων, προκειμένου να παρακολουθήσουμε από κοντά και να αντιμετωπίσουμε με τρόπο μεθοδικό τα προβλήματα που προκαλεί η παρούσα κρίση. Στόχος μας είναι να αναπτύξουμε το προνοιακό έργο της κάθε ενορίας, ώστε να μην υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος που να μην έχει ένα πιάτο φαγητό.

Γνωρίζετε και σεις ότι στο σημείο αυτό η Εκκλησία επιτελεί τεράστιο έργο. Το γνωρίζετε, γιατί πολλοί από σας αυτή την προσπάθεια της ενορίας σας την στηρίζετε εθελοντικά και την ενισχύετε οικονομικά.Σας καλούμε να πλαισιώσετε ο καθένας και η καθεμιά την ενορία σας για να αντιμετωπίσουμε από κοινού τις δύσκολες αυτές ώρες».

Η Εκκλησία μας με όλες της τις δυνάμεις βρίσκεται στο πλευρό των συνανθρώπων μας που πλήττονται καίρια από την λαίλαπα της οικονομικής κρίσης.

Συγκεκριμένα, με

2.325 Γενικά και Ενοριακά Φιλόπτωχα Ταμεία

10 Βρεφονηπιακοί Σταθμοί

10 Παιδικοί Σταθμοί

85 Στέγες Γερόντων

13 Θεραπευτήρια Χρονίως Πασχόντων

8 Ιδρύματα για ΑμεΑ

10 Νοσοκομεία – Ιατρεία

7 Ιδρύματα Ψυχικής Υγείας

6 Ξενώνες Αστέγων

2 Ξενώνες Συγγενών – Συνοδών Ασθενών

36 Οικοτροφεία – Ορφανοτροφεία, Ιδρύματα Παιδικής Προστασίας

207 Κέντρα Αγάπης (Συσσίτια) 37.000 μερίδες φαγητού ημερησίως

15 Φοιτητικές Εστίες

Κέντρα Κοινωνικής Συμπαράστασης

Κέντρα Ευρέσεως Εργασίας

Πρόγραμμα «Βοήθεια στο σπίτι»

Φροντιστήρια Ενισχυτικής Διδασκαλίας

Τράπεζες Ρουχισμού

Κοινωνικά Παντοπωλεία

Πρόγραμμα Υποδοχής Μεταναστών και Προσφύγων
    (Αθήνα, Θεσσαλονίκη)
55 Κατασκηνώσεις

182 Τράπεζες Αίματος

η Εκκλησία αγωνίζεται να ανταποκριθεί και να ανακουφίσει τους αναγκεμένους χωρίς φυλετικές ή θρησκευτικές διακρίσεις.

Σεβόμενη όμως την αξιοπρέπεια και την προσωπικότητα των εμπερίστατων αδελφών μας ουδέποτε επεδίωξε να διαφημίσει το προνοιακό, κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο της, παρά τις κατά καιρούς προκλήσεις και αμφισβητήσεις από μέρους ιδιοτελών κέντρων παραπληροφόρησης.

Επιτρέψτε μου όμως σε αυτό το σημείο να αναφερθώ πιο συγκεκριμένα στο μέγεθος του κοινωνικού έργου που επιτελείται στη Μητρόπολη όπου διακονώ, στη Μητρόπολη Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως, η οποία μάλιστα καλύπτει το πιο ευαίσθητο κομμάτι της πόλης μας, τη Δυτική Θεσσαλονίκη της προσφυγιάς, της εγκατάλειψης και του μεροκάματου. Μετανάστες, οικονομικοί πρόσφυγες, παλιννοστούντες, Ρομά, φυλακές, σε ένα βεβαρημένο οικολογικά περιβάλλον αποτελούν την καθημερινή μέριμνα και φροντίδα της τοπικής Εκκλησίας, η οποία ιδιαίτερα σήμερα λειτουργεί ως ανάχωμα μέσα από τη διακονία αγάπης και προσφοράς προς αυτές τις ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες.

Η ύπαρξη των συσσιτίων είναι παλαιά στην περιοχή μας και πολλές ενορίες εδώ και χρόνια συνδράμουν στην επιβίωση ανθρώπων που βρίσκονται σε ανάγκη.

Σε είκοσι εννέα (29) διαφορετικά σημεία της Μητρόπολής μας δίνεται η απαραίτητη τροφή -είτε φαγητό μαγειρεμένο στα οργανωμένα συσσίτια, είτε τρόφιμα από τις τράπεζες τροφίμων.

Θα ήθελα να σημειώσω πως το Δεκέμβριο του 2010 οι μερίδες ήταν χίλιες τριακόσιες ογδόντα επτά (1.387), το Δεκέμβριο του 2011 δύο χιλιάδες τετρακόσιες σαράντα πέντε (2.445) το Φεβρουάριο δύο χιλιάδες εννιακόσιες ενενήντα τρεις (2.993), το Μάρτιο τρεις χιλιάδες τετρακόσιες δώδεκα (3.412), τον Ιούνιο τέσσερις χιλιάδες τετρακόσιες τριάντα εννέα (4.439) και σήμερα (Ιανουάριος 2013) φθάνουν τις πέντε χιλιάδες διακόσιες ογδόντα τέσσερις (5.284) καθημερινά.

Οι αριθμοί καταδεικνύουν μεν το μέγεθος του προβλήματος και ότι βαίνει αυξανόμενο, αλλά φανερώνουν και το τιτάνιο έργο των εθελοντών και όσων προσφέρουν σε είδος.

Οφείλω να αναφέρω και την προσφορά του Κοινωνικού Παντοπωλείου της Μητροπόλεως «Η Αγάπη», το οποίο εγκαινιάστηκε το Πάσχα του 2012 και ήδη προσφέρει τρόφιμα σε τριακόσιες (300) οικογένειες.

Όμως, το φιλανθρωπικό έργο δεν περιορίζεται μόνο στην παροχή τροφής. Πολλοί άνθρωποι βοηθούνται οικονομικά για την τακτοποίηση ληξιπρόθεσμων οφειλών στο ηλεκτρικό ρεύμα η στο ενοίκιο.

Λειτουργεί η Τράπεζα Ρουχισμού «Ο Χιτών», που εξυπηρετεί τις ανάγκες σε ένδυση και υπόδηση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μέσα σε έναν χρόνο λειτουργίας προσέφερε περισσότερα από οκτώ χιλιάδες τεμάχια (8.000) ρουχισμού σε πεντακόσιους εβδημήντα (570) συνανθρώπους μας.

Στην περιοχή του Δενδροποτάμου, στην ενορία του Αγίου Νεκταρίου, λειτουργεί το Κέντρο Προστασίας Ανηλίκων για τους μικρούς αδελφούς μας Ρομά, ενώ στον Εύοσμο το «Σπίτι των Αγγέλων», ένας ξενώνας ασθενών και συνοδών τους, όπου προσφέρεται διαμονή και σίτιση σε ασθενείς και συνοδούς από την επαρχία.

Το φιλανθρωπικό μας έργο είναι πολύπλευρο και ογκώδες, γιατί πολλές και διαφορετικές είναι οι ανάγκες των αδελφών μας.

Στο σημείο αυτό θα μνημονεύσω στην προσκομιδή της καρδιάς μου καταθέτοντας το ψίχουλο της προσφοράς και το αγιοκέρι της διακονίας των αδελφών μου συμπρεσβυτέρων, που από το χάραμα έως τη δύση του ηλίου προσκομίζουν τη θυσιαστική τους διακονία.

Δίπλα τους ένας ολόκληρος ειρηνικός στρατός, οι διακόνισσες της αγάπης που, φορώντας το πετραχείλι της διακονίας, λειτουργούν στην αγία Τράπεζα της προσφοράς, υπηρετώντας τους αδελφούς μας τους ελαχίστους. Αμέτρητα χέρια, μάτια γεμάτα αγάπη, πόδια που αναπαύονται στην ορθοστασία, άνθρωποι που προσφέρουν, άνθρωποι που κουβαλούν, άνθρωποι της αγάπης, άνθρωποι που γράφουν το έπος της καθημερινότητας, κάνοντας τον ιδρώτα τους αγιασμό. «Της αγάπης και του κόπου των μνεισθείη Κύριος ο Θεός».

Όλα αυτά δεν τα αναφέραμε για να προβάλλουμε το κοινωνικό μας έργο. Η Εκκλησία δεν μπορεί να διατυμπανίζει το έργο της ευτελίζοντάς το προς χάριν αναζήτησης δημόσιας αποδοχής και προβολής.

Η καταξίωση είναι έργο του ουράνιου πατρός. Όλα αυτά κατανοούνται ως ανάγκη που πηγάζει από την ανιδιοτελή αγάπη. Διακονούμε τον πάσχοντα συνάνθρωπο, γιατί το πραγματικό συμφέρον του Χριστιανού βρίσκεται στο πρόσωπο του άλλου και ποτέ στο ίδι-ο συμφέρον. Το γνωρίζουμε πως δεν μπορούμε να λύσουμε όλα τα κοινωνικά προβλήματα.

Δεν θα εξαλείψουμε όλες τις ανάγκες των συνανθρώπων μας. Δεν επαρκούμε για όλα αυτά. Ούτε επιθυμούμε να γίνουμε κοινωνικοί παροχείς, γεμίζοντας τα στομάχια των ανθρώπων με αντάλλαγμα την ελευθερία τους. Τότε θα κινδύνευε να αποβεί το φιλανθρωπικό μας έργο ένα είδος εμπαιγμού των κοινωνικά ευαίσθητων ομάδων, γεγονός που θα ανάγκαζε το λαό να μην αντιμετωπίζει με σοβαρότητα την Εκκλησία ούτε πνευματικά αλλά ούτε και κοινωνικά. Πρέπει όμως να είμαστε παρόντες, ενεργά παρόντες, με έργα και όχι με λόγια.

Ο απόστολος Ιάκωβος το τονίζει ξεκάθαρα: «Ποιό είναι το όφελος,  αδερφοί μου, αν κάποιος λέει ότι έχει πίστη, δεν την αποδεικνύει όμως με έργα; Μήπως μπορεί μόνη της η πίστη να τον σώσει; Ας πάρουμε την περίπτωση που κάποιος αδερφός η κάποια αδερφή δεν έχουν ρούχα να ντυθούν και στερούνται το καθημερινό τους φαγητό. αν κάποιος από σας του πει: “ Ο Θεός μαζί σας! Εύχομαι να βρείτε ρούχα και να χορτάσετε φαγητό”, ποιό το όφελος, αν δεν τους δώσει κιόλας τα απαραίτητα που χρειάζεται το σώμα; Έτσι και η πίστη. αν δεν εκδηλώνεται με έργα, μόνη της είναι νεκρή (Ιακ. 2: 14-17).

Η αγάπη δεν είναι γλυκανάλατο συναίσθημα, δεν είναι αποφυγή ευθύνης, δεν είναι ανοχή και ουδετερότητα. Είναι ο μόνος αυθεντικός τρόπος ζωής και γι’ αυτό ρήξη με κάθε θεσμό κοινωνικής αδικίας.

Οι Χριστιανοί οφείλουν να είναι αυτοί που αναστατώνουν την οικουμένη.

Η ανιδιοτελής αγάπη δεν συμβιβάζεται με την αδιαφορία για το κακό η με την υποχώρηση μπροστά του. Η αδιαφορία για το κακό φανερώνει ανευθυνότητα, ενώ η υποχώρηση μπροστά σε αυτό μαρτυρεί δειλία.

Στο Χριστιανισμό δεν γίνεται αποδεκτή η καταπολέμηση του κακού με το κακό, πράγμα που τελικά διπλασιάζει το κακό, αλλά ζητείται η αντιμετώπισή του με το αγαθό.

Στο επίπεδο της προσωπικής του ζωής ο Χριστιανός καλείται να υπομένει την αδικία που γίνεται σε βάρος του. Στο επίπεδο όμως της κοινωνικής ζωής δεν επιτρέπεται να δέχεται ούτε να ανέχεται την αδικία που γίνεται σε βάρος του πλησίον.

Αν το πρόβλημα του δικού μας ψωμιού είναι πρόβλημα υλικό, το πρόβλημα του ψωμιού του πλησίον μας είναι το πιο επείγον από τα πνευματικά προβλήματα.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως ο Χριστιανός είναι ο αιώνιος επαναστάτης, ένας ανικανοποίητος από κάθε καθεστώς ζωής. Κι αυτό γιατί ζητεί τη Βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη Του, γιατί επιθυμεί όχι την συμπτωματική θεραπεία των κοινωνικών προβλημάτων, αλλά τη ριζική εξάρθρωση του κακού, τη μεταμόρφωση του ανθρώπου, της κοινωνίας και του κόσμου. Αν ξεχωρίζει από τους κοινωνικούς επαναστάτες δεν είναι για τον μικρότερο ριζοσπαστισμό των ιδεών του, μα για την απαίτηση μιας αρμονικής σχέσης ανάμεσα στους σκοπούς και τα μέσα, δηλαδή την άρνηση του μίσους και της βίας ως μέσων που μπορούν να οδηγήσουν στην πραγματοποίηση μιας τέλειας ζωής. Η Εκκλησία ήταν πάντα επιφυλακτική απέναντι στην άσκηση βίας. Στα Πατερικά κείμενα, ωστόσο, βρίσκουμε μερικές φορές τον προβληματισμό, ότι δεν είναι ίδιο πράγμα όλες οι περιπτώσεις βίας. Όταν το κίνητρο του ανθρώπου δεν είναι η ικανοποίηση του εγωισμού, αλλά η έγνοια για τον άλλο, τότε η αποφυγή της βίας δεν είναι απαρασάλευτο δόγμα.

Ο Χρυσόστομος, για παράδειγμα, μιλώντας προς τους εύπορους Χριστιανούς υπερασπίζεται τους πεινασμένους που καταφεύγουν στη βία: «Δεν φρίττετε, δεν κοκκινίζετε από ντροπή, όταν χαρακτηρίζετε κακούργο αυτόν που παλεύει για το ψωμί του; Ακόμα κι αν είναι κακούργος, αξίζει να βοηθηθεί, αφού πιέζεται από την πείνα τόσο πολύ, ώστε αναγκάζεται να κάνει τέτοια πράγματα».

Πρότυπο του χριστιανού είναι η θυσιαστική αγάπη του Χριστού. Και η αγάπη αυτή είναι ισχυρότερη από τη δικαιοσύνη. Η τελευταία στηρίζεται  στην εφαρμογή του νόμου. η αγάπη στηρίζεται στην θυσία για χάρη του αδελφού, ανεξάρτητα από νόμους και δικαιώματα.

Έτσι οι αλλαγές στην Εκκλησία δεν βρίσκονται στα ενδοκοσμικά πλαίσια της δικαιοσύνης, αλλά στον οραματισμό του καινούργιου, αναγεννημένου κόσμου, όπου κυριαρχεί η αγάπη του Θεού όπως την ενσάρκωσε ο Χριστός.

Γι’ αυτό και δεν φοβούμαστε τις θέσεις κανενός κόμματος που δηλώνει ότι θα μας αφαιρέσει κάθε εξουσία και θα μας θέσει στο περιθώριο.

Αντιθέτως θα μας κάνει καλό, γιατί σε τέτοιες συνθήκες ανακαλύπτουμε την αλήθεια του Χριστιανισμού, που δεν είναι ιδεολογία.

Μόνο μια ιδεολογία φοβάται για να μη χάσει τους οπαδούς της, φοβάται για να μην εξαφανιστεί από την πολιτική ζωή. Για μας υπάρχει ο δρόμος του μαρτυρίου.

Ο μάρτυρας δεν είναι, όπως συχνά νομίζουμε, κάποιος που απλά δίνει τη ζωή του για τις ιδέες του.Το μαρτύριο είναι μια μυστική εμπειρία ενός ανθρώπου που τη στιγμή της πιο μεγάλης οδύνης, αντί να εξεγείρεται και να αυτοπεριχαρακώνεται, παραδίδεται στο Χριστό, με τρόπο που να τον πλημμυρίζει η χαρά της Ανάστασης.Προσπαθούμε πολλές φορές να αποδείξουμε πόσο χρήσιμοι είμαστε η πόσα πολλά προσφέρουμε.Και είναι αλήθεια ότι η Εκκλησία, και πολλά προσφέρει, και πολύ πόνο και μεγάλη δυστυχία ανακουφίζει, και ότι, αν δεν υπήρχε αυτό το έργο της, θα είχαν σημειωθεί προ πολλού κοινωνικές εκρήξεις.Χωρίς όμως να το αντιλαμβανόμαστε, κινδυνεύουμε να περιορίσουμε το είναι της Εκκλησίας σε μια κοινωνική υπηρεσία της Πολιτείας.

Μιας Πολιτείας η οποία μας επαινεί, γιατί καλύπτουμε τα κενά της, η οποία μας θέλει κοντά της, αλλά για να μας ελέγχει, και η οποία με τις συμπεριφορές και τις αποφάσεις της ακυρώνει την ευαγγελική αλήθεια.

Δεν θα πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας και το γεγονός ότι όσοι δηλώνουν άθεοι θεωρούν πως οι Εκκλησιαστικές Κοινότητες δεν θα μπορέσουν να αντέξουν τις πιέσεις ενός ασταμάτητου πολιτισμικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού.Γι’ αυτό αντιμετωπίζουν τους Χριστιανούς  με την αβρότητα που επιδεικνύει κανείς στίς  μέρες μας στα υπό εξαφάνιση είδη.

Στις πολιτικές κρίσεις η Εκκλησία πρέπει να βασίζεται στις ρίζες της, στην Αγία Γραφή και την παράδοση των Πατέρων, και ταυτόχρονα σε μια κριτική επαφή με την σύγχρονη κοινωνική και οικονομική κατάσταση.

Οφείλει να αφουγκράζεται τις αγωνίες του λαού και να γίνεται η φωνή των καταπιεσμένων, μιμούμενη τον τρόπο του αρχηγού της, που ταυτίζει τον εαυτό του με τον πεινασμένο, τον διψασμένο, τον ξένο, τον γυμνό, τον άρρωστο, τον φυλακισμένο, και χρησιμοποιεί το λόγο των δούλων για να εκφράσει το θέλημά του.

Αυτή της η στάση θα την φέρει βέβαια αντιμέτωπη με τις αρχές και εξουσίες του κόσμου τούτου, που διαβρώνουν πονηρά κάθε ηθική και πνευματική αξία, και θα την οδηγήσει στο Σταυρό και στο μαρτύριο. Όμως, σ’ αυτή ακριβώς τη θυσία η Εκκλησία βρίσκει την αυθεντία της ως μαρτυρία ζωής.

Αγαπητοί Σύνεδροι, η οικονομική κρίση μας έδωσε την αφορμή της συνάντησης. δεν έχει σημασία αν μετά από λίγο τραβήξουμε και πάλι ο καθένας τον δικό του δρόμο. υπάρχει σίγουρα μια πορεία που μπορεί, με πολλούς τρόπους, να είναι κοινή.

Στον αγώνα για την υπέρβαση της οικονομικής κρίσης και μιας ουσιαστικής αλληλεγγύης μέσα στην κοινωνία μας είμαστε όλοι απαραίτητοι.

Δεν περισσεύει κανείς Γι’ αυτό απευθύνω σε κάθε καλοπροαίρετο την πρόσκληση για δράση με τα λόγια του μακαριστού Μητροπολίτου Κοζάνης Διονυσίου:

«Ελάτε, αδελφοί μου, ελάτε να κάνουμε επανάσταση με το Πνεύμα του Θεού μέσα μας, για να χτίσουμε έναν καλύτερο κόσμο. Εμείς σε αυτό το χτίσιμο, ας μην είμαστε οι πρωτομάστοροι, αλλά να κουβαλάμε πέτρες».