Μητροπολίτης Μάρκος: «100 χρόνια από την απελευθέρωση της Χίου»

Loading...


Του Μητροπολίτη Χίου κ. Μάρκου

«Τώρα κατάκλειστες καρδιές γοργοπετούν κοντά σου ν´ ανοίξουν μες τις ευωδιές και μες τ᾽ αρώματά σου.

Στρατούς λεβέντικης γενιάς μ᾽ ανθούς τους ρένεις λεμονιάς βασανισμένη χώρα.

Κι από τον Άγιο σου Μηνά όπου το σήμαντρο χτυπά της λευτεριάς την ώρα».

Σήμερα, ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία του Χριστού, η Τροφός και Κιβωτός της Ελλάδος, γιορτάζει «τους γενναίους οπλίτας της Εκκλησίας Χριστού…  Μηνάν τον Μέγαν Αθλητήν και Θείον Βίκτωρα ομού συν Βικεντίω τω πάνυ», η Χίος, «το ωραίο νησί που λέγοντας μονάχα τ᾽ όνομά της μας περεχούν τ᾽ ανθόνερα και τα ροδόσταμά της», γιορτάζει την ελευθερία της, το πολυερικό αυτό νόημα γύρω από το οποίο γίνονται οι συζητήσεις της ανθρωπότητος και στο οποίο αιώνια τείνουν να φτάσουν.

Γιορτάζει η Χίος!

Η Χίος, έμπνευση και διδασκαλείον των Ομηρικών επών.

Η Χίος, ισχυρή και ένδοξη στην ναυμαχία της Λάδης έναντι στον Ασιατικό Δεσποτισμό.

Η Χίος, πληγωμένη στην πρώτη σφαγή της το 493 π.Χ. από τους Πέρσες.

Η Χίος, ισότιμο μέλος της Α´ και Β´ Αθηναϊκής Συμμαχίας στην προάσπιση δημοκρατικών αξιών.

Η Χίος, ναυτοκράτειρα σύμμαχος, μετά τη μάχη στην Ισσό, του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην οικουμενική του πορεία.

Η Χίος, προασπιστής της ενότητος των ελληνικών πόλεων στην εποχή των Διαδόχων, για να αποκρούσουν το «εκ δυσμών νέφος».

Η Χίος, «ελευθέρα πόλις», κατά τον Πλίνιο, στα Ρωμαϊκά χρόνια.

Η Χίος, λαβωμένη από την δεύτερη σφαγή της ιστορίας της το 86 π.Χ. από τον Μιθριδάτη τον Ευπάτορα.

Η Χίος, ευλογημένη από την διέλευση του Αποστόλου Παύλου καταντικρύ των παραλίων της.

Η Χίος, αγιασμένη από τα αίματα του Πρωτομάρτυρος Αγίου Ισιδώρου και την ατέρμονη χορεία των Μαρτύρων, των Οσίων και των Πατέρων της.

Η Χίος, προεξάρχουσα των αστυγειτόνων της, στους Βυζαντινούς αιώνες επί Ιεροκλέους και Πορφυρογεννήτου.

Η Χίος, απόρθητο κάστρο και αιώνιο θησαυροφυλάκιο της αυτοκρατορικής Νέας Μονής.

Η Χίος, αρχόντισσα στους χρόνους της Γενουατοκρατίας.

Η Χίος, πονεμένη στους χρόνους της Τουρκοκρατίας.

Η Χίος, μάρτυς ιερή στην καταστροφή του 1822, όταν «τα γιασεμιά κοκκίνησαν στον χρόνο της σφαγής της, πίνοντας αίμα αντί νερό στην αγιασμένη γη της».

Η Χίος, δοκιμασμένη από το σεισμό του 1881, όταν «τα χελιδόνια πέρασαν χωρίς να σταματήσουν, μη ξέροντας στο χαλασμό που τις φωλιές να χτίσουν».

Η Χίος, της Ορθοδόξου Πίστεως, των μαστιχοφόρων σχοίνων, του διεθνούς εμπορίου, η πρύτανις της παγκόσμιας ναυτοσύνης.

Αυτή η ευλογημένη νήσος αιώνες περίμενε τη στιγμή!

Οι αιώνες διαδέχοντο ο ένας τον άλλο. Τα έτη βυθιζόταν στο πέλαγος του αιωνίου.

Οι γενεές διάβαιναν για να τις διαδεχθούν άλλες. Χρόνια αγωνίας και αναμονής κύλησαν, Ελληνικές γενεές έρχονταν και παρέρχονταν, χωρίς να αναφανεί στον ορίζοντα το ελπιδοφόρο λυκαυγές της προσεγγίζουσας ανατολής, της πραγματοποιήσεως του Εθνικού ονείρου, του ιερού εκείνου πόθου.

Γενεές αλύτρωτων αδελφών μας κατήλθαν «εν τοις κατωτάτοις της γης» χωρίς να αισθανθούν την γλυκύτητα της Ελευθερίας.

Αλλά ήλθε η ποθητή ώρα!

«Να η Αυγή που πρόσμενες μαρτυρικό νησί
Άνοιξε την τρανή αγκαλιά να την σφιχταγκαλιάσεις
και πιές από της λευτεριάς τ᾽ολόγλυκο κρασί
και πιέ και πιέ και μέθυσε και πιέ για να ξεχάσεις
του Καραλή τ᾽απαίσια και μαύρα εκείνα χρόνια
που σ᾽έρριξαν μες σε διπλή σκλαβιά και καταφρόνια.
Μα μες την μέθη την πολλή, ω, μη ξεχνάς, θυμήσου
τον Ψαριανό Πυρπολητή, τον Θείο εκδικητή σου».

Τα γεγονότα της απελευθερώσεως προκάλεσαν στις καρδιές των κατοίκων αισθήματα, τα οποία ο Ιωάννης Στ. Γλύκας διατυπώνει «εν πλήρει αγαλλιάσει» στη σελίδα 238 του Κώδικα του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Βροντάδου.

«Δεν είναι όνειρο! Και όμως δεν ονειρευόμεθα. Αλλ᾽ ευρισκόμεθα εις την πραγματικότητα εκπληρώσεως ονείρου, το οποίον αιωνίως εβαυκάλιζε τας σκέψεις μας και, ως εν ονείρω, έτι ατενίζομεν αφ᾽ ενός τας ριπάς της κυανολεύκου και αφ᾽ ετέρου τας Ελληνοπρεπείς οπλοφόρους μορφάς αίτινες ευγενείς και υπερήφανοι, απέβησαν, δια να μας δώσουν το ποθητόν δώρον της ελευθερίας, οιονεί εκδίκησιν εκ του Ουρανού προς τους δολοφόνους, τους απαγχονίσαντας τους επιλέκτους και πατέρας μας, εκεί επί των αιωνοβίων του Βουνακίου πλατάνων.

Και ήδη από σήμερον… από των υψηλών των Εκκλησιών κωδωνοστασίων, έτι δε και απ᾽ αυτών των ιδιωτικών μας οικιών, κυματίζει η κυανόλευκος».

Πόσο φτωχά είναι τα δικά μας λόγια μπροστά στην πλούσια πράξη των ηρώων του 1912. Δεν ξέρω τι θα έχανε η πράξη της Ελευθερίας χωρίς την προΰπαρξη της έννοιάς της. Αλλά η έννοια της Ελευθερίας χωρίς την κύρωση της πράξεως θα έχανε όλη την ουσία!

Η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία συνεχής νίκη κατά του θανάτου. Εμείς που σήμερα ζούμε ελεύθεροι, κάθε στιγμή που περνά κατανικούμε το θάνατο. Εκείνοι, όμως, που θυσιάστηκαν τότε για την ελευθερία μας, καθυπόταξαν σε μία μόνο στιγμή και τη ζωή και το θάνατο.

Εμείς εξακολουθούμε να ζούμε, για να παραδοθούμε μία μέρα στο θάνατο με σιωπηλή υποταγή. Εκείνοι έπαψαν να ζουν, αλλά, περιφρονήσαντες το θάνατο, παραδόθηκαν, με φωνακτή κλήση, απ᾽ ευθείας στην Αθανασία. Δεν έφυγαν από τη ζωή! Από το θάνατο έφυγαν.

Αλησμόνητοι μας είναι και πολύτιμοι. Και πως μπορούμε να τους λησμονήσουμε; Θα ᾽ταν σαν να λησμονούσαμε τους ιδίους τους εαυτούς μας!

Μόνον ενθυμούμενοι δοξαστικά το μεγάλο παρελθόν της θυσίας τους, μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε ευφρόσυνα το πρόσκαιρο παρόν της παρουσίας μας, να προσατενίσουμε αισιόδοξα το ατέρμον μέλλον της φυλής μας.

Αλησμόνητοι μας είναι και πολύτιμοι. Και πως μπορούμε να μην τους τιμήσουμε; Θα ᾽ταν σαν να ατιμάζαμε τους εαυτούς μας!

Μόνον τιμώντας το ένδοξο μεγαλείο της ολοκληρωτικής τους προσφοράς, μπορούμε να συναισθανθούμε ακέραια το προαιώνιο Εθνικό μας χρέος, να αξιοποιήσουμε δημιουργικά το σύγχρονο ενεργητικό του Εθνικού μας κεφαλαίου.

Πρέπει να είμαστε υπερήφανοι, όχι τόσο γιατί εκείνοι είναι πρόγονοι δικοί μας, όσο γιατί εμείς προερχόμαστε από ᾽κείνους.

Η ζωή δεν μπορεί να κυβερνήσει τους τάφους. Οι τάφοι, όμως, μπορούν να κυβερνήσουν τη ζωή. Το αντιστύλι της επιβιώσεως δεν στηρίζεται στο σαλευόμενο έδαφος της ζωής.

Στηρίζεται στο ασάλευτο έδαφος των τάφων. Τα άνθη και οι καρποί της ύλης φυτρώνουν από τον τάφο του σπόρου. Τα άνθη και οι καρποί της ιδέας φυτρώνουν από τον τάφο του Ήρωα.

Που να κρύβεται άραγε το παλλάδιο του Εθνικού μας προορισμού; Σκύψτε, κι αν δεν το βρείτε στα λίκνα των επιγόνων, γονατίστε στα μνήματα των προγόνων. Εκεί, χωρίς άλλο, θα το βρείτε! Ασπαστήτε τα!
«Απ᾽ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά».

Ευτυχισμένοι οι Λαοί που τα οστά των προγόνων τους φωσφορίζουν Ελευθερία!

Ευτυχισμένο το Ελληνικό Έθνος, που δεν έπαψε να σπέρνει την πατρική του γη με οστά Ηρώων και Μαρτύρων της Ελευθερίας!

Όσο κι αν κοσμούν το σύγχρονο Εθνικό μας στίβο μεγιστάνες του πνεύματος και του πλούτου, το μεγαλύτερο σημερινό – και παντοτινό – μας κόσμημα είναι οι τάφοι των ηρωϊκών νεκρών της Ελευθερίας.

Το ηθικό μας δεν αντλείται από τις ανεξερεύνητες πηγές του μέλλοντος. Αντλείται από τα σφραγισμένα φρέατα του παρελθόντος.

Στερεώνει βαθειά στα έγκατα της Χιακής γης το απρόσβλητο κοντάρι, που πάνω του μπορεί να επαίρεται και να κυματίζει περήφανα, χωρίς κανένα κίνδυνο υποστολής, η Αρχοντική σημαία του Ιδανικού, το Αυτοκρατορικό λάβαρο της Ελευθερίας.

Ακούστε το μεγαλόπρεπο παλμό της σημαίας μας. Αντηχεί σαν πολεμική επωδός. Είναι μαζί και οιωνός ειρήνης. Και χρησμός μελλοντικός είναι!

Ας υμνολογεί η επωδός τους ένδοξους νεκρούς της Χιακής Ελευθερίας.

Ας εμψυχώνει ο οιωνός τη δική μας δημιουργική δραστηριότητα.

Ας σκορπίζει την ευλογία του ο χρησμός ο καλός στις νεώτερες γενεές των Ελλήνων, εμπνέοντας σ᾽αυτούς ρωμαλέα, εθνική αυτοπεποίθηση.

Σήμερα, ένα φως που πιφαύσκευται από τις βουνοκορφές της Χίου και φρυκτωρείται απ᾽τα ακρογιάλια της, μας δίνει τη δύναμη, την τόλμη, να διακηρύξουμε ότι σε χρόνους και καιρούς που τα καυσαέρια ενός ψευδοπολιτισμού παρακμής μολύνουν τον καθαρό αέρα των ιδανικών μας, που τα νέφη του ορθολογισμού και της υλόφρονης σκέψης καλύπτουν τις αχτίνες των αρετών του γένους μας, που μειοψηφίες ανόων καίνε ανεμπόδιστα την Ελληνική Σημαία στο κέντρο της πρωτεύουσας του Ελεύθερου Ελληνικού Κράτους, εμείς ΝΑΙ, θα εξακολουθούμε να ριγούμε από συγκίνηση και ΝΑΙ θα συνεχίζουμε να δακρύζουμε από υπερηφάνεια κάθε φορά που το «ιερό πανί το γαλανό και τ᾽ άσπρο», που σαν σήμερα υψώθηκε «στην κορυφή της Εκκλησιάς τ᾽ Αγιού Μηνά… να κυματίζει», με το Σταυρό του Χριστού μας ψηλά θα αναρτύεται στον ιστό της τιμής και της αιωνιότητος, σαλπίζοντας σε «συμμάχους», σε «εταίρους» και εχθρούς.

«Επακούσατε έως εσχάτου της γης, ότι Μεθ´ ημών ο Θεός».