Η Πανορθόδοξη Συνεργασία στή Γερμανία

Loading...


Του Μητροπολίτου Γερμανίας Αυγουστίνου

1. Η Ορθοδοξία στή Γερμανία

Τό ζήτημα τής λεγομένης Ορθοδόξου Διασποράς[1] στή Γερμανία συνδέεται κυρίως μέ τίς μετακινήσεις μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων κατά τίς δεκαετίες τού ΄60 (από τήν Ελλάδα καί τήν τότε Γιουγκοσλαβία) καί τού ΄90 (από τίς χώρες τής πρώην Ανατολικής Ευρώπης μετά τήν πτώση τού Παραπετάσματος) τού προηγούμενου αιώνα. Όμως οι συγκεκριμένες μεταναστεύσεις δέν αποτελούν παρά τήν γ΄ καί δ΄ φάση μετακινήσεως… Ορθοδόξων πληθυσμών στή Γερμανία κατά τόν 20ό αιώνα, καθώς η Ορθοδοξία στή Γερμανία, άν αποσιωπήσει βεβαίως κανείς τήν πρό τού σχίσματος παρουσία της, έχει ιστορία σχεδόν τριακοσίων ετών, η οποία μπορεί νά περιγραφεί στίς παρακάτω φάσεις:

Α΄. Γιά τόν μή γνώστη τής γερμανικής ιστορίας πρέπει νά σημειωθεί ότι αυτό πού σήμερα είναι γνωστό ως Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας κατά τόν 18ο, 19ο αι. καί μέχρι τό τέλος τού Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν μιά ομοσπονδία πολλών μικρών πριγκηπάτων, βασιλείων καί αυτονόμων πόλεων. Η μεταξύ τών δυναστικών οίκων ενδογαμία είχε τό νόημα τής συσφίξεως τών συμμαχικών (πολιτικών καί οικονομικών) δεσμών μεταξύ τών συμβαλλομένων οίκων. Καί τά γερμανικά κράτη είχαν (καί έχουν) τήν ανάγκη νά έχουν καλές σχέσεις μέ τή μεγάλη ρωσσική αυτοκρατορία.

Σχεδόν όλοι οι Ρώσσοι τσάροι τού 19ου αι. είχαν νυμφευθεί Γερμανίδες πριγκίπισσες, ενώ οι Ρωσσίδες πριγκίπισσες αποτελούσαν περιζήτητες νύφες στίς γερμανικές αυλές. Μαζί τους έρχονται αυλικοί καί αριστοκράτες, οι οποίοι περνούν ένα μέρος τής ζωής τους στή Γερμανία. Αυτό δικαιολογεί π.χ. καί τήν ύπαρξη Ορθοδόξων ναών ρωσσικού χαρακτήρα σέ πολλές λουτροπόλεις: στό Wiesbaden, στό Bad Ems, στό Bad Homburg, στό Darmstadt, στό Bad Kissingen, στό Bad Nauheim.

Οι πρώτες Ορθόδοξες οργανωμένες κοινότητες, όμως, απαρτίζονται κυρίως από ελληνικής καταγωγής (αλλά καί ρουμανικής, προερχομένους από τίς παραδουνάβιες ηγεμονίες) εμπορευομένους. Αυτές τίς βρίσκουμε σέ μεγάλες πόλεις, γνωστές ως κέντρα τού εμπορίου καί τού πνεύματος, όπως η Λειψία[2], τό Αμβούργο καί τό Μόναχο. Στό β΄ μισό τού 18ου αι. η Λειψία αποτελεί κέντρο ελληνικής κουλτούρας λόγω τής τυπογραφίας, αλλά καί τής εκεί παρουσίας λογίων όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης καί ο Νικηφόρος Θεοτόκης. Οι παλαιότεροι Ορθόδοξοι κοινοτικοί ναοί βρίσκονται στό Potsdam, στό Βερολίνο, στή Δρέσδη, στή Λειψία, στή Στουτγκάρδη.

Ο παλαιότερος Ορθόδοξος ναός, πού λειτουργείται σήμερα στή Γερμανία, είναι ο ναός τής Μεταμορφώσεως τού Σωτήρος, η ιστορική Salvatorkirche, στό κέντρο τού Μονάχου. Βεβαίως ο ναός αυτός δέν χτίστηκε Ορθόδοξος, αλλά παραχωρήθηκε από τό Βασιλιά Λουδοβίκο τής Βαυαρίας, τόν πατέρα τού Όθωνα, στίς 2 Ιουλίου 1830 στούς Έλληνες τού Μονάχου. Ο ναός αυτός ανήκει σήμερα στήν Ιερά Μητρόπολη Γερμανίας.

Β΄. Μετά τό τέλος τού Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου συνεπεία τής Ρωσσικής Επαναστάσεως η ρωσσική αριστοκρατία καί διανόηση κυνηγημένη από τούς Μπολσεβίκους θά κάνει τόν πρώτο της σταθμό στή Γερμανία, κατά προτίμηση στό Βερολίνο, γιά νά εγκατασταθεί τελικά στή Γαλλία, τίς Ηνωμένες Πολιτείες κ.α. Κι ενώ δέν θά μείνουν αρκετοί Εμιγκρέδες στή Γερμανία θά είναι τόσοι, ώστε η εν Υπερορία Ρωσσική Εκκλησία, μέχρι τό 2007 μή κανονική, νά συστήσει τό 1926 ιδιαίτερη Επισκοπή γιά τή Γερμανία. Τό 1936 ο Χίτλερ θά δώσει στήν Επισκοπή αυτή νομική προσωπικότητα (ΝΠΔΔ) μέ τήν εξής χαρακτηριστική επωνυμία: «Ρωσσική Ορθόδοξος Επισκοπή τού Ορθοδόξου Επισκόπου Βερολίνου καί Γερμανίας».

Κατά τό Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καί συνεπεία τής γερμανικής κατοχής ευρυτέρων περιοχών τής Ανατολικής καί Νοτιοανατολικής Ευρώπης φτάνουν στή Γερμανία κατά χιλιάδες Ορθόδοξοι αιχμάλωτοι πολέμου από τή Ρωσσία, τήν Ουκρανία, τίς Βαλκανικές χώρες, οι περισσότεροι από τούς οποίους βέβαια μετά τόν πόλεμο θά επιστρέψουν στίς χώρες τους.

Η μετά τόν πόλεμο επέκταση τής Σοβιετικής Ένωσης καί τής σφαίρας επιρροής της οδηγεί στήν φυγή μεγάλου αριθμού Ορθοδόξων, οι οποίοι καί πάλι βρήκαν τόν πρώτο τους σταθμό σέ στρατόπεδα μεταναστών στή Γερμανία, γιά νά φύγουν σύντομα οι περισσότεροι γιά άλλους προορισμούς. Τό έτος 1950 στό έδαφος τής τότε Δυτικής Γερμανίας η Επισκοπή τής Υπερορίου Ρωσσικής Εκκλησίας αριθμούσε 77 ενορίες καί περί τούς 50.000 πιστούς.

Γιά τούς Ορθοδόξους Ρώσσους πού βρίσκονται στήν Ανατολική Γερμανία τό Πατριαρχείο Μόσχας θά ιδρύσει τό 1948 τήν Επισκοπή Βερολίνου, ενώ τό 1960 θά συστήσει καί μιά ιδιαίτερη Επισκοπή γιά τή Δυτική Γερμανία, μέ έδρα τό Μόναχο, η οποία τό 1971 θά χωριστεί σέ δύο Επισκοπές: μία γιά τά κρατίδια τής Βαυαρίας καί τής Βάδης-Βυρτεμβέργης (μέ έδρα τό Μόναχο) καί μία γιά τά υπόλοιπα κρατίδια (μέ έδρα τό Dusseldorf). Μετά τήν ένωση τών δύο γερμανικών κρατών οι τρείς Επισκοπές συγχωνεύονται σέ μία, η οποία θά φέρει τήν ονομασία «Επισκοπή Βερολίνου τής Ρωσσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας τού Πατριαρχείου Μόσχας».

Γ΄. Καταλυτικό ρόλο γιά τήν εγκατάσταση τής Ορθοδοξίας στή Γερμανία παίζει τό μεταναστευτικό ρεύμα τής δεκαετίας τού ΄60. Μέ τήν υπογραφή τής σχετικής συμφωνίας μεταξύ τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας καί τού Βασιλείου τής Ελλάδας γιά τήν αποστολή εργατών στίς 30 Μαρτίου τού 1960 αρχίζει η εισροή εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων Ορθοδόξων στήν τότε Δυτική Γερμανία. Καθώς οι εργάτες πού έρχονταν εδώ είχαν γιά πολλά χρόνια βραχυπρόθεσμα μόνο συμβόλαια, ουδείς πίστευε τότε ότι οι άνθρωποι αυτοί θά μέναν μιά μέρα μόνιμα εδώ. Ουδείς πλήν τού Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα, ο οποίος οσμιζόμενος τόν καιρό, ιδρύει τό 1963 τήν «Ιερά Μητρόπολη Γερμανίας» (τότε καί Εξαρχία Ολλανδίας καί Δανίας), τήν τρίτη Ορθόδοξη Επισκοπή επί γερμανικού εδάφους. Η Μητρόπολη αυτή τό 1974 θά αναγνωριστεί ως Νομικό Πρόσωπο τού γερμανικού Δημοσίου Δικαίου, γιά νά αποτελεί μέχρι σήμερα τήν τρίτη σέ μέγεθος αναγνωρισμένη Εκκλησία τής Γερμανίας.

Εκατοντάδες χιλιάδες είναι καί οι Gastarbeiter πού καταφθάνουν μετά τό 1968 από τήν τότε Γιουγκοσλαβία (φυσικά όχι μόνο Ορθόδοξοι Σέρβοι, αλλά καί Ρωμαιοκαθολικοί Κροάτες), ένας μεγάλος αριθμός τών οποίων θά παραμείνει τελικά μόνιμα στή Γερμανία. Η Εκκλησία τής Σερβίας θά φροντίσει τό 1969 νά τούς τακτοποιήσει ποιμαντικά ιδρύοντας τήν «Σερβική Ορθόδοξο Επισκοπή γιά τή Δυτική Ευρώπη»[3].

Δ΄. Τό τέταρτο, καί μέχρι σήμερα μή περατωθέν, μεταναστευτικό κύμα Ορθοδόξων πρός τή Γερμανία κατά τόν 20ό αι. αρχίζει μέ τήν κατάρρευση τού Ανατολικού Μπλόκ στίς χώρες τής Ανατολικής καί Κεντρικής Ευρώπης τό 1989, καθώς καί τήν επανένωση τής Γερμανίας, η οποία κατέστη εφικτή ακριβώς λόγω αυτής τής κατάρρευσης. Οι μετανάστες πού κατέφθασαν από τήν πρώην Σοβιετική Ένωση καί άλλα πρώην σοσιαλιστικά κράτη αύξησαν τόν αριθμό τών εν Γερμανία Ορθοδόξων σέ τέτοιο σημείο, ώστε αυτός νά ξεπεράσει κατά πολύ τό ένα εκατομμύριο.

Συνέπεια αυτής τής μεταναναστεύσεως αποτελεί καί η ίδρυση τής «Ρουμανικής Ορθοδόξου Μητροπόλεως γιά τή Γερμανία καί τήν Κεντρική (σήμερα καί Βόρεια) Ευρώπη» τό 1993 μέ έδρα σήμερα τή Νυρεμβέργη, τής «Βουλγαρικής Επισκοπής Δυτικής καί Μέσης Ευρώπης» (πρώην Δυτικής Ευρώπης) τό 1994 μέ έδρα τό Βερολίνο καί τής «Επισκοπής Δυτικής Ευρώπης τής Γεωργιανής Ορθοδόξου Εκκλησίας» τό 2003[4].

2. Η «Επιτροπή τής Ορθοδόξου Εκκλησίας στή Γερμανία»

Στίς παραπάνω Επισκοπές πού ιδρύθηκαν ή αναδιαρθρώθηκαν κατά τή δεκαετία τού ΄90, γιά νά εξυπηρετήσουν ποιμαντικά τούς Ορθόδοξους μετανάστες τής Γερμανίας πρέπει νά προστεθούν καί εκείνες πού, ενώ δέν έχουν τήν έδρα τους στή Γερμανία, έχουν στή δικαιοδοσία τους ενορίες, οι οποίες βρίσκονται εδώ. Πρόκειται γιά τήν «Εξαρχία Ορθοδόξων Παροικιών Ρωσσικής Παραδόσεως στή Δυτική Ευρώπη», τήν «Ουκρανική Ορθόδοξη Επισκοπή Δυτικής Ευρώπης» τής Υπερορίου Ουκρανικής Εκκλησίας, οι οποίες υπάγονται στό Οικουμενικό μας Πατριαρχείο, καί τήν «Αρχιεπισκοπή Δυτικής καί Κεντρικής Ευρώπης» τού Πατριαρχείου Αντιοχείας.

Οι λόγοι τής αναπτύξεως τής Ορθοδοξίας στή Γερμανία είναι βέβαια ιστορικοί, η ίδρυση, όμως, διαφόρων Επισκοπών εντός τών ίδιων γεωγραφικών ορίων βασίζεται κυρίως σέ εθνικιστικά κριτήρια• τά ίδια κριτήρια οδήγησαν καί στήν ανεξαρτητοποίηση καί αυτοκεφαλία τών περισσοτέρων Ορθοδόξων Εκκλησιών κατά τούς δύο προηγούμενους αιώνες. Χαρακτηριστικό λοιπόν τής εσωτερικής δομής αυτών τών Επισκοπών δέν είναι η κοινή πίστη καί παράδοση (αλλιώς θά είχαμε μία Ορθόδοξη Επισκοπή!), αλλά η κοινή καταγωγή καί η κοινή γλώσσα. Έτσι έχουν σχεδόν καθιερωθεί στό γερμανικό λεξιλόγιο οι όροι: griechisch-orthodox (τό οποίο όμως οι Γερμανοί αντιλαμβάνονται μέ εθνικά κριτήρια, δηλαδή ελληνική Ορθοδοξία καί όχι Ελληνορθοδοξία!), russisch-orthodox, serbisch-orthodox κλπ.

Παρενθετικά νά σημειωθεί ότι οι Ιταλοί, Ισπανοί, Πορτογάλοι καί άλλοι Ρωμαιοκαθολικοί μετανάστες, πού εισέρρευσαν επίσης κατά δεκάδες χιλιάδες στή Γερμανία, δέν ίδρυσαν δικές τους Επισκοπές, αλλά κατά βάση εντάχθηκαν στίς γερμανικές Επισκοπές τής Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ακολούθησαν δηλαδή τήν αρχαία καί ορθή τάξη τής Εκκλησίας.

Τό φταίξιμο βεβαίως δέν ανήκει στή γερμανική πλευρά, αλλά στούς Ορθοδόξους, οι οποίοι ταύτισαν έθνος καί Εκκλησία σέ τέτοιο βαθμό, ώστε πρώτα νά προβάλλεται τό έθνος καί μετά η Εκκλησία. Είναι γνωστό ότι σύμφωνα μέ τόν 28ο κανόνα τής Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου μόνο τό Οικουμενικό μας Πατριαρχείο έχει εκκλησιαστική δικαιοδοσία εκτός τών δικαιοδοσιακών ορίων τών λοιπών τοπικών Εκκλησιών. Κι όμως έχει καθιερωθεί μιά κατάσταση, τήν οποία απαγορεύουν οι κανόνες τής Ορθοδόξου Εκκλησίας μας: σέ έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό τόπο (στή Γερμανία) υπάρχουν περισσότερες από μία Ορθόδοξες Επισκοπές.

Έτσι επτά αυτοκέφαλες Εκκλησίες έχουν ιδρύσει καί συντηρούν δικές τους Επισκοπές στή Γερμανία: τό Οικουμενικό μας Πατριαρχείο (η Μητέρα Εκκλησία τών Ορθοδόξων Εκκλησιών), τό Πατριαρχείο Αντιοχείας, η Εκκλησία τής Ρωσσίας, η Εκκλησία τής Σερβίας, η Εκκλησία τής Ρουμανίας, η Εκκλησία τής Βουλγαρίας καί η Εκκλησία τής Γεωργίας. Δύο από αυτές διατηρούν δέ περισσότερες Επισκοπές: τό Οικουμενικό Πατριαρχείο μέ τήν Ιερά Μητρόπολη Γερμανίας, τήν Εξαρχία τών Ορθοδόξων Παροικιών Ρωσσικής Παραδόσεως στή Δυτική Ευρώπη καί τήν Επαρχία Δυτικής Ευρώπης τής Υπερορίου Ουκρανικής Εκκλησίας. Η Εκκλησία τής Ρωσσίας εκτός από τήν Επισκοπή Βερολίνου απέκτησε μετά τήν ένωση τής Υπερορίου Ρωσσικής Εκκλησίας μέ τό Πατριαρχείο Μόσχας στίς 17 Μαΐου 2007 καί τήν Επισκοπή Βερολίνου καί Γερμανίας τής Υπερορίου Ρωσσικής Εκκλησίας, η οποία μέχρι τότε ήταν σχισματική.

Δημιουργήθηκε, λοιπόν, μιά κατάσταση, τήν οποία κανένας δέν μπορεί πλέον νά παραγνωρίσει. Οι νομικοί θά μιλούσαν γιά de facto κατάσταση, γιά μιά κατάσταση πού προκύπτει από τήν πραγματικότητα, παρότι είναι αντίθετη πρός τόν νόμο. Καί τό πρόβλημα αυτό δέν υφίσταται μόνο στή Γερμανία: κατά τόν 20ό αι. μετακινήθηκαν Ορθόδοξοι πληθυσμοί σέ όλα τά μήκη καί τά πλάτη τής γής έτσι, ώστε τό πρόβλημα αυτό νά υφίσταται σέ όλες τίς ηπείρους τής υφηλίου. Γιά τή θεραπεία αυτής τής καταστάσεως η Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Επιτροπή τής Δ΄ Προσυνοδικής Συνδιάσκεψης, η οποία προετοιμάζει τήν Αγία καί Μεγάλη Σύνοδο τής Ορθοδοξίας, πρότεινε, ως γνωστόν, τό 1993 τή δημιουργία Ορθοδόξων Επισκοπικών Συνελεύσεων σέ χώρες, όπου υπάρχουν περισσότερες Ορθόδοξες Επισκοπές. Στήν πρόταση αυτή προβλέπεται ότι τήν προεδρία αυτών τών Συνελεύσεων θά έχει επίσκοπος τού Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τέτοια σώματα υπήρχαν ήδη στήν Αμερική (η SCOBA: Μόνιμη Διάσκεψη τών Κανονικών Ορθοδόξων Επισκόπων στή Βόρειο καί Νότιο Αμερική) καί στή Γαλλία (η Συνέλευση τών Ορθοδόξων Επισκόπων Γαλλίας).

Μέχρι τό 1993 η Πανορθόδοξη συνεργασία στή Γερμανία προχωρούσε μέ μικρά βήματα: προσωπικές φιλικές σχέσεις τών Ορθοδόξων Επισκόπων, Πανορθόδοξα συλλείτουργα καί εσπερινοί, συνεργασία σέ συνέδρια καί ημερίδες. Τήν 1η Μαΐου 1994 μέ πρωτοβουλία τής Ι. Μητροπόλεως Γερμανίας καί έπειτα από σχετική προπαρασκευή πού κράτησε σχεδόν ένα χρόνο, ιδρύεται η «Επιτροπή τών Ορθοδόξων Εκκλησίων στή Γερμανία», η οποία τό 1997 θά μετατρέψει τελικά τήν ονομασία της σέ «Επιτροπή τής Ορθοδόξου Εκκλησίας στή Γερμανία – Σύνδεσμος τών Ορθοδόξων Επισκοπών» (Kommission der Orthodoxen Kirche in Deutschland – Verband der Diozesen) καί θά μείνει γνωστή μέχρι τής καταργήσεώς της τό 2010 μέ τό ακρωνύμιό της ως KOKiD. Έτσι στό τελικό όνομα τής επιτροπής τονίζεται αυτό πού αποτελεί τό μέγα θέμα (πρόβλημα!) τής Ορθοδοξίας στή Διασπορά: ότι δηλαδή η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι μία, ενώ οι κατά τόπους Ορθόδοξες αυτοκέφαλες Εκκλησίες είναι περισσότερες.

Σκοποί τής ιδρύσεως τής KOKiD ήταν οι ακόλουθοι:

–        Κοινή δράση τών Ορθοδόξων Επισκοπών σέ ποιμαντικά θέματα καί θέματα νεότητας.
–        Ίδρυση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, μοναστηριών, προσκυνημάτων, σεμιναρίων, καθώς καί κέντρων διακονίας.
–        Κοινή εκπροσώπηση στούς διεκκλησιαστικούς, πολιτιστικούς, κοινωνικούς καί κρατικούς οργανισμούς.

–        Αλληλοπληροφόρηση μεταξύ τών Επισκοπών-μελών.
–        Επιδίωξη κοινών στόχων καί δράσεων.
–        Συνεργασία σέ θέματα εσωτερικής καί εξωτερικής επικοινωνίας καί πληροφόρησης.

Μέλη τής Επιτροπής είναι οι λεγόμενες «μητέρες Εκκλησίες», οι διάφορες δηλαδή αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, οι οποίες διατηρούν στή Γερμανία Επισκοπές. Οι Επισκοπές αυτές αντιπροσωπεύουν τίς «μητέρες Εκκλησίες» τους στήν KOKiD. Κατά τήν πρώτη περίοδο τής δράσεώς της, από τό 1994 μέχρι τό 2007, όργανα τής Επιτροπής αποτελούσαν: η «Συνέλευση τών Αντιπροσώπων» (Delegiertenversammlung) καί τό Προεδρείο της. Στή Συνέλευση τών Αντιπροσώπων απέστελλε κάθε αυτοκέφαλη Εκκλησία μέχρι τρείς Αντιπροσώπους (οι οποίοι όμως είχαν κοινή ψήφο), ενώ επικεφαλής τού Προεδρείου, ο Πρόεδρος τής KOKiD, ήταν πάντοτε εκπρόσωπος τού Οικουμενικού Πατριαρχείου[5].

Παρά τόν «κληρικολαϊκό» χαρακτήρα τού οργάνου οι επαρχιούχοι Επίσκοποι είχαν τόν τελικό λόγο στίς αποφάσεις, καθώς μπορούσαν άμεσα ή έμμεσα νά προβάλουν βέτο. Έτσι τό 2007 η Συνέλευση τών Αντιπροσώπων ψηφίζει αλλαγές στό Καταστατικό, μέ τίς οποίες αυτοκαταργείται παραχωρώντας τή θέση της σέ ένα πιό «Ορθόδοξο» θεσμικό σώμα, τό οποίο θά ονομαστεί «Συνέλευση τών Επισκόπων» (Bischofsversammlung). Αυτή η συνέλευση αντικατοπτρίζει όχι μόνο τήν Ορθόδοξη παράδοση, αλλά καί δομές πού υπάρχουν καί σέ άλλες Εκκλησίες τής Γερμανίας. Ήδη από τό 2006 τό Προεδρείο είχε μορφή «Διαρκούς Επισκοπικού Συμβουλίου», καθώς εκτός από τόν Πρόεδρό του, τόν γράφοντα, οι δύο Αντιπρόεδροι ήσαν επίσης Επίσκοποι: ο Αρχιεπίσκοπος Λογγίνος τού Πατριαρχείου Μόσχας καί ο Μητροπολίτης Σεραφείμ τής Εκκλησίας τής Ρουμανίας.

Ένα μεγάλο μέρος τών δραστηριοτήτων, τίς οποίες είχε αναπτύξει η Επιτροπή, οφειλόταν σέ πρωτοβουλίες τής Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας. Οι κυριότερες από αυτές τίς δρατηριότητες είναι οι ακόλουθες:

–        Συγκρότηση τού μαθήματος τών Ορθοδόξων θρησκευτικών ως κανονικού σχολικού μαθήματος σέ όλα τά ομόσπονδα κρατίδια.
–        Οργάνωση διορθοδόξου νεολαίας μέ τήν επωνυμία «Σύνδεσμος Ορθοδόξου Νεολαίας» (Orthodoxer Jugendbund).
–        Ομάδα θεολόγων, η οποία ασχολείται κατόπιν εντολής τών Επισκόπων μέ επίκαιρα θεολογικά θέματα.

–        Ομάδα μεταφράσεως λειτουργικών κειμένων.
–        Επικοινωνία μέ τίς άλλες Εκκλησίες (διαχριστιανικός διάλογος).
–        Κοινή Επίτροπη μέ τή Γερμανική Σύνοδο τών [Ρωμαιοκαθολικών] Επισκόπων (Deutsche Bischofskonferenz).

–        Κύκλος συναντήσεων μέ τήν Ευαγγελική Εκκλησία τής Γερμανίας (EKD).
–        Συμμετοχή στήν κίνηση «Παγκόσμια Ημέρα Προσευχής τών Γυναικών» (Weltgebetstag der Frauen).
–        Επικοινωνία μέ τίς άλλες θρησκείες.

–        Γραφείο τύπου καί δημοσίων σχέσεων.
–        Ποιμαντική μέριμνα τών Ορθοδόξων φοιτητών στά μεγαλύτερα Πανεπιστήμια τής Γερμανίας μέ τόν διορισμό υπευθύνων ιερέων.
–        Συνεργασία σέ τοπικό επίπεδο τών Ορθοδόξων ενοριών μέσω τής δημιουργίας τοπικών ομάδων-επιτροπών.

Η KOKiD ήταν τό μόνο όργανο πού ουσιαστικά έθεσε σέ εφαρμογή τήν πρόταση τής Προπαρασκευαστικής Επιτροπής. Άλλες προσπάθειες συσπειρώσεως τής Ορθοδοξίας σέ τοπικό επίπεδο παρατηρούνται μέχρι τό 2009 στήν Ελβετία καί τό Βέλγιο. Στήν Ελβετία ιδρύθηκε τό 2006 η Arbeitsgemeinschaft Orthodoxer Kirchen in der Schweiz (AGOK), μιά Ομάδα, στήν οποία όμως συμμετέχουν καί οι προχαλκηδόνιες εκκλησίες (καί γι’ αυτό η Ιερά Μητρόπολη Ελβετίας είχε από τήν αρχή επιφυλάξεις ως πρός τή συμμετοχή της), ενώ στό Βέλγιο οι Ορθόδοξοι αποτελούν ενιαία μονάδα υπό τόν Μητροπολίτη Βελγίου, καθώς σύμφωνα μέ νόμο τού 1988 ο Μητροπολίτης τού Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ή ο αντικαταστάτης τού αναγνωρίζεται από τόν βασιλιά τού Βελγίου ως αντιπροσωπευτικό θεσμό τής σύνολης Ορθόδοξης Εκκλησίας.

3. Η «Ορθόδοξος Επισκοπική Συνέλευση στή Γερμανία»

Η επικύρωση τών προτάσεων τής Διορθόδοξης Προπαρασκευαστικής Επιτροπής γιά τό ζήτημα τής διεθευτήσεως τού προβλήματος τής Ορθοδόξου Διασποράς μέ τήν σχετική απόφαση τής Δ΄ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως στό Chambesy τό 2009 βρίσκει τήν Ορθοδοξία στή Γερμανία έτοιμη νά προχωρήσει στό δρόμο πού δείχνει η Διάσκεψη. Οι δομές τής KOKiD έχουν μετεξελιχθεί σέ τέτοιο σημείο, ώστε η μετατροπή της σέ Επισκοπική Συνέλευση νά είναι (σχεδόν) ζήτημα μετονομασίας. Πράγματι η υιοθέτηση τών αποφάσεων τού Chambesy από τήν KOKiD στίς 27 Φεβρουαρίου 2010 στή Νυρεμβέργη σημαίνει τήν (αυτο)κατάργηση τής KOKiD καί ίδρυση τής «Ορθοδόξου Επισκοπικής Συνελεύσεως στή Γερμανία» (Orthodoxe Bischofskonferenz in Deutschland – ακρωνύμιο ΟΒΚD).

Στίς 13 Νοεμβρίου 2010 στό Essen υιοθετείται τό Καταστατικό πού ψηφίστηκε στό Chambesy, τό οποίο συμπληρώνεται μέ διατάξεις πού ρυθμίζουν επουσιώδη πρακτικά θέματα (σύγκληση σωμάτων, αντιπροσώπευση, πρακτικά καί εφαρμογή τών αποφάσεων, οικονομικά). Οι διατάξεις αυτές, παρμένες εν πολλοίς από τό Καταστατικό τής KOKiD, αποτελούν γέφυρα γιά τήν ομαλή διάβαση από τό προηγούμενο σχήμα στήν Επισκοπική Συνέλευση.

Κάτι πού άλλαξε μέ τήν υιοθέτηση τού νέου Καταστατικού είναι η συμπερίληψη τών βοηθών Επισκόπων τών διαφόρων δικαιοδοσιών στή Συνέλευση. Σήμερα τά μέλη τής «Ορθοδόξου Επισκοπικής Συνελεύσεως στή Γερμανία» είναι τά εξής:

Α΄. Οικουμενικό Πατριαρχείο
Α΄.1. Ιερά Μητρόπολη Γερμανίας
            1. Μητροπολίτης Γερμανίας Αυγουστίνος
            2. Επίσκοπος Αρίστης Βασίλειος (βοηθός Επίσκοπος)
            3. Επίσκοπος Λεύκης Ευμένιος (βοηθός Επίσκοπος)
            4. Επίσκοπος Αριανζού Βαρθολομαίος (βοηθός Επίσκοπος)

Α΄.2. Εξαρχία Ορθοδόξων Παροικιών Ρωσσικής Παραδόσεως στή Δυτική Ευρώπη
            5. Αρχιεπίσκοπος Κομάνων Γαβριήλ

Α΄.3. Επαρχία Δυτικής Ευρώπης τής Υπερορίου Ουκρανικής Εκκλησίας
            6. Επίσκοπος Παρνασσού Ιωάννης

Β΄. Πατριαρχείο Αντιοχείας
            7. Μητροπολίτης Δυτικής καί Κεντρικής Ευρώπης Ιωάννης
            8. Επίσκοπος Παλμύρας Ιωάννης (βοηθός Επίσκοπος)
            9. Επίσκοπος Σελευκείας Εφραίμ (βοηθός Επίσκοπος)

Γ΄. Εκκλησία Ρωσσίας
Γ΄.1. Επισκοπή Βερολίνου καί Γερμανίας τού Πατριαρχείου Μόσχας
            10. Αρχιεπίσκοπος Βερολίνου καί Γερμανίας Θεοφάνης

Γ΄.2. Επισκοπή Βερολίνου καί Γερμανίας τής Υπερορίου Ρωσσικής Εκκλησίας
            11. Αρχιεπίσκοπος Βερολίνου καί Γερμανίας Μάρκος
            12. Επίσκοπος Στουτγκάρδης Αγαπητός (βοηθός Επίσκοπος)

[Γ΄.3. Μόνιμη Αντιπροσωπεία τής Ρωσσικής Εκκλησίας στή Γερμανία]
            13. Αρχιεπίσκοπος Κλίν Λογγίνος (βοηθός Επίσκοπος τού Πατριάρχου Μόσχας)[6]

Δ. Εκκλησία Σερβίας
14. Επίσκοπος Μεσευρώπης Κωνσταντίνος

Ε. Εκκλησία Ρουμανίας
15. Μητροπολίτης Γερμανίας, Κεντρικής καί Βορείου Ευρώπης Σεραφείμ
16. Επίσκοπος Brasov Σοφιανός (βοηθός Επίσκοπος)

ΣΤ. Εκκλησία Βουλγαρίας
            17. Μητροπολίτης Δυτικής καί Κεντρικής Ευρώπης Συμεών
            18. Επίσκοπος Κωνσταντίας Αντώνιος (βοηθός Επίσκοπος)

Ζ. Εκκλησία Γεωργίας
            19. Μητροπολίτης Δυτικής Ευρώπης Αβραάμ

Σύμφωνα μέ τίς αποφάσεις τής Δ΄ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως ex officio Πρόεδρος τής Συνελεύσεως είναι ο πρώτος τή τάξει Ιεράρχης τού Οικουμενικού Πατριαρχείου, ενώ Αντιπρόεδροι οι πρώτοι τή τάξει Ιεράρχες τών επομένων κατά τή σειρά τών Διπτύχων Ορθοδόξων Εκκλησιών. Επί τού παρόντος τό Προεδρείο αποτελείται από τόν γράφοντα ως Πρόεδρο, τόν Μητροπολίτη Ιωάννη καί τόν Αρχιεπίσκοπο Θεοφάνη ως Αντιπροέδρους. Γενικός Γραμματέας τής Επιτροπής εξελέγη ο Θεολόγος Νικόλαος Thon, ο οποίος υπήρξε από τή στιγμή τής ιδρύσεώς της Γραμματέας τής KOKiD, ενώ Ταμίας της εξελέγη ο Πρεσβύτερος Radomir Kolundzic.

Οι δύο ομάδες εργασίας τής KOKiD αναβαθμίστηκαν σέ Επιτροπές, στίς οποίες προΐσταται πλέον Επίσκοπος εκλεγμένος από τή Συνέλευση:

–        Τής Θεολογικής Επιτροπής προΐσταται ο Επίσκοπος Βασίλειος[7].
–        Τής Επιτροπής Μεταφράσεως Λειτουργικών Κειμένων προΐσταται ο Αρχιεπίσκοπος Μάρκος[8].

Παράλληλα τό Γραφείο τού Ορθοδόξου Μαθήματος τών Θρησκευτικών αναβαθμίζεται επίσης σέ:

–        Επιτροπή τού Μαθήματος τών Θρησκευτικών υπό τήν ηγεσία, όπως καί πρίν, τού Μητροπολίτου Αυγουστίνου[9].

Εκτός από τίς Επιτροπές αυτές η Ορθόδοξος Επισκοπική Συνέλευση έχει αναθέσει σέ πρόσωπα τόν συντονισμό ορισμένων δραστηριοτήτων. Έτσι:

–        Ο Αρχιμανδρίτης τού Οικουμενικού Θρόνου Εμμανουήλ Σφιάτκος έχει εκλεγεί Εκπρόσωπος τής Συνελεύσεως στά ομοσπονδιακά θεσμικά όργανα τής Γερμανίας (Πρόεδρος, Βουλή, Κυβέρνηση, Γερουσία, Συνταγματικό Δικαστήριο).

–        Στόν Πρωτοπρεσβύτερο τού Οικουμενικού Θρόνου Κωνσταντίνο Μύρων έχει ανατεθεί ο συντονισμός τής διαχριστιανικής συνεργασίας[10].

–        Ο Γενικός Γραμματέας Νικόλαος Thon έχει τήν ευθύνη τού τομέα επικοινωνίας (τύπος καί δημόσιες σχέσεις). Στό πλαίσιο αυτό είναι υπεύθυνος γιά τίς εκδόσεις τής Συνελεύσεως[11] όπως καί γιά τίς ορθόδοξες εκπομπές στούς ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς[12].

–        Ο Καθηγητής Ορθοδόξου Θεολογίας στό Πανεπιστήμιο τού Munster Assaad Ηλίας Kattan είναι υπεύθυνος εξ ονόματος τής Συνελεύσεως γιά θέματα διαθρησκειακής συνεργασίας.

–        Ο Πρεσβύτερος Mladen Janjic έχει αναλάβει τήν εποπτεία τής Ορθοδόξου νεολαίας καί τήν προεδρία τού «Συνδέσμου Ορθοδόξου Νεολαίας».

–        Στόν Πρεσβύτερο Κωνσταντίνο Schmidt έχει ανατεθεί η επαφή μέ τόν κόσμο τού αθλητισμού.

–        Η Συνέλευση, τέλος, έχει επίσης ορίσει διάφορα πρόσωπα, τά οποία τήν εκπροσωπούν σέ πολιτικά, κοινωνικά καί διαχριστιανικά φόρα.

Ουσιαστικά η Πανορθόδοξη συνεργασία στή Γερμανία μέ τά διάφορα όργανά της καί τίς πολλές δραστηριότητές της προσπαθεί νά βοηθήσει στήν άμβλυνση τού χωρισμού, πού επικρατεί στήν Ορθόδοξη Εκκλησία, μέ τή δημιουργία μιάς ενιαίας φωνής όλων τών Ορθοδόξων τής Γερμανίας. Είναι κοινό μυστικό, ότι η προσπάθεια αυτή συναντά πολλές δυσκολίες. Σέ πολλές περιπτώσεις διακρίνεται από δυσλειτουργία. Όμως είναι απαραίτητη, ώστε νά συντονιστούν οι Ορθόδοξοι τής Γερμανίας, «ίνα πάντες έν ώσι…, ίνα ο κόσμος πιστεύση…» (Ιω 17,21). Τή δεύτερη πρόταση μπορώ μάλιστα νά τήν παραφράσω μέ μιά έκφραση πού χρησιμοποιώ συχνά: η Πανορθόδοξη αυτή συνεργασία χρειάζεται, γιά νά μάς παίρνουν οι άλλοι στά σοβαρά!

________________________________________
[1]. Ο όρος «Ορθόδοξη Διασπορά» χρησιμοποιείται εδώ, όπως καί από τήν Προσυνοδική Πανορθόδοξο Διάσκεψη, ως τεχνικός όρος, παρότι εκκλησιολογικά δέν στέκει – ούτε κοινωνιολογικά πλέον.

[2]. Στό αρχείο τής πόλεως τής Λειψίας καταγράφεται, ότι η πρώτη Θεία Λειτουργία έλαβε χώρα κατόπιν βασιλικής εγκρίσεως στίς 29 Σεπτεμβρίου 1742. Τήν τέλεσε ο Αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Πολυειδής.

[3].  Από τό 1991 μόνο γιά τή Μεσευρώπη, δηλαδή τή Γερμανία, τήν Αυστρία καί τήν Ελβετία, ενώ από τό 2011 μέ δικαιοδοσία μόνο στή Γερμανία.

[4]. Ο Μητροπολίτης Αβραάμ εδρεύει μέχρι σήμερα εκτός Γερμανίας.

[5]. Mέχρι τό 2006 Πρόεδρος ήταν ο Καθηγητής Ορθοδόξου Θεολογίας τού Πανεπιστημίου τού Munster Αναστάσιος Κάλλης, τόν οποίο διαδέχθηκε ο συγγραφέας τού παρόντος.

[6]. Μέχρι τό 1992 ο Αρχιεπίσκοπος Λογγίνος ήταν Επίσκοπος τού Dusseldorf, επαρχιούχος καί υπεύθυνος γιά τήν Κεντρική καί Βόρεια Γερμανία. Μετά όμως τήν ένωση τών δύο γερμανικών κρατών καί τήν συνεπεία αυτής συνένωση τών τριών ρωσσικών Επισκοπών, ο Επίσκοπος Λογγίνος αναλαμβάνει βοηθός Επίσκοπος τού Πατριάρχου Μόσχας μέ τόν τίτλο τού Αρχιεπισκόπου Κλίν καί διορίζεται αντιπρόσωπος τού Πατριαρχείου του στή Γερμανία.

[7]. Η Θεολογική Επιτροπή έχει μέχρι σήμερα εκδώσει τρία κείμενα, τά οποία διαπραγματεύονται τά θέματα τής αναγνωρίσεως τού βαπτίσματος τών ετεροδόξων, τών διαχριστιανικών προσευχών καί τή συμβολή τής Ορθοδοξίας στήν ενότητα τής Εκκλησίας.

[8]. Η Επιτροπή αυτή έχει μέχρι σήμερα μεταφράσει τή Θεία Λειτουργία τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου. Η μετάφραση αυτή τελεί μέχρι τό τέλος τού 2014 υπό δοκιμασία.

[9]. Τό μάθημα τών θρησκευτικών εξυπηρετεί όχι μόνο τήν Ορθόδοξη θρησκευτική αγωγή, αλλά κυρίως τήν ενσωμάτωση τών Ορθοδόξων Χριστιανών στή γερμανική πραγματικότητα όπως καί τήν ανάπτυξη τής συνειδήσεως, ότι οι Ορθόδοξοι είναι μέλη τής μίας Ορθόδοξης Εκκλησίας. Καθώς τό ζήτημα τής σχολικής εκπαιδεύσεως αποτελεί υπόθεση τών γερμανικών κρατιδίων καί όχι τής ομοσπονδίας, υπό τό συντονισμό τού γράφοντος ενεργοποιούνται εντεταλμένοι συντονιστές στά εξής κρατίδια: Βάδη-Βυρτεμβέργη, Βαυαρία, Έσση, Κάτω Σαξονία, Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, Ρηνανία Παλατινάτο.

Μέ εξαίρεση τό τελευταίο κρατίδιο, σέ όλα τά άλλα διδάσκονται τά Ορθόδοξα Θρησκευτικά σέ πολλά σχολεία, ενώ έχουν καταρτιστεί αναλυτικά προγράμματα σχεδόν γιά όλους τούς σχολικούς τύπους καί όλες τίς σχολικές βαθμίδες. Σημαντικό ρόλο στήν εξέλιξη τών πραγμάτων έπαιξε ο Επίσκοπος Λεύκης Ευμένιος, ο οποίος από τό Σεπτέμβριο τού 2002 μέχρι τό Σεπτέμβριο τού 2006 ήταν ο Schulbischof, ο Επίσκοπος δηλαδή γιά τά σχολικά θέματα τής Ορθοδόξου Εκκλησίας στή Γερμανία.

[10]. Από τό Μάρτιο τού 2007 ο π. Κωνσταντίνος Μύρων είναι Αντιπρόεδρος τής ομοσπονδιακής Ομάδος Εργασίας Χριστιανικών Εκκλησιών (ACK), τής πλατφόρμας συνεργασίας όλων τών Εκκλησιών τής Γερμανίας, θέση πού κατείχε ο γράφων από τό 1974 μέχρι τό 2007.

[11]. Η KOKiD καί σήμερα η OBKD μέσω τής «Εταιρίας Ορθοδόξων Μέσων Ενημέρωσης» («Gesellschaft Orthodoxe Medien e.V.») έχει μιά συνεχή παρουσία μέ τό περιοδικό-όργανο της «Orthodoxie Aktuell», τό «Ορθόδοξο Λειτουργικό Ημερολόγιο» (Orthodoxer Liturgischer Kalender) καί τόν Κατάλογο «Ορθόδοξες Επισκοπές καί Ενορίες στή Γερμανία (Orthodoxe Bistumer und Gemeinden in Deutschland).

[12]. Κάθε α΄ Κυριακή τού Μαΐου τό ZDF (τό δεύτερο πρόγραμμα τής γερμανικής τηλεόρασης) μεταδίδει μιά Ορθόδοξη Θεία Λειτουργία, ενώ τό ραδιόφωνο τού WDR (η δυτική γερμανική ραδιοφωνία) μία Κυριακή τού Σεπτεμβρίου.