Η έννοια και η σημασία μιας εθνικής επετείου

Loading...


Η ουσιαστική σημασία μιάς εθνικής επετείου είναι συμβολική, και ως συμβολική στρέφεται στο μέλλον, ανέφερε μεταξύ άλλων στην ομιλία της η κα Τερέζα –Πεντζοπούλου Βαλαλά, Ομότιμη Καθηγήτρια Α.Π.Θ. και Γενική Γραμματέας της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, στο Συνέδριο που διοργάνωσε ο Δήμος Καστοριάς για τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Καστοριάς , με θέμα «Η έννοια και η σημασία της εθνικής επετείου».
Ολόκληρη η πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία έχει ως εξής: 

Με δύο τρόπους γνωρίζει κανείς ένα ιστορικό γεγονός: είτε όταν τύχει να το ζήσει, να είναι μάρτυράς του είτε όταν το μελετά και το ερευνά. Συχνά, πολύ συχνά, μπορεί να συμβούν και συμβαίνουν και τα δύο μαζί. Η πρώτη γνώση είναι βιωματική. Την δεύτερη ας την ονομάσω επιστημονική. Είναι εκείνη που κατέχει ο επιστήμονας-ιστορικός. Η πρώτη όμως σφραγίζει τον άνθρωπο˙ την ζωή του και αυτή η ζωή δεν αναιρείται.
Η ιστορική γνώση, βιωματική η επιστημονική, είναι στενά συνυφασμένη με τον χρόνο και συγκεκριμένα με το παρελθόν.Στρέφουμε το βλέμμα προς τα πίσω, όταν μελετούμε τους ιστορικούς η διαβάζουμε απομνημονεύματα πρωταγωνιστών.Αυτά τα γεγονότα, τα ιστορικά, εξέχοντα όμως γεγονότα, σταθμοί στην Ιστορία ενός λαού φέρνει στην μνήμη ο εορτασμός μιας επετείου.
Ας σκεφθούμε όμως την έννοια της επετείου.
Από μια άποψη κάθε ημέρα είναι και μια επέτειος. Κάθε μέρα θυμίζει ένα γεγονός, είτε στην ζωή ενός ανθρώπου είτε στην ζωή ενός λαού. Και η θύμιση είναι ευχάριστη, είναι όμως Συχνά και θλιβερή, οδυνηρή. Ένας θάνατος, μια καταστροφή έχουν χρονολογίες. Δεν εορτάζουμε όμως μια θλιβερή επέτειο. Ο εορτασμός σε πλαίσιο εθνικής ιστορίας είναι συνυφασμένος με στιγμές εξυψώσεως του έθνους, με στιγμές ορόσημα στην ιστορική συνέχιση ενός λαού.
Συνηθίζουμε έτσι να θεωρούμε μια εθνική επέτειο μέσα από το πέπλο του παρελθόντος. Εορτάζουμε την συνέχιση με την αναγέννηση του γένους των Ελλήνων και την σύσταση του ελληνικού κράτους, με την Επανάσταση του ᾿21, την άρνηση να υποταγούμε στους εισβολείς το 1940, την απελευθέρωση της Καστοριάς το 1912.
Το ερώτημα είναι γιατί στην Ελλάδα ‒αλλά και σε όλες τις χώρες‒ εορτάζεται μια εθνική επέτειος. Λέμε ότι είναι εθνική υποχρέωση να θυμηθούμε και να θυμόμαστε πάντα τι οφείλουμε σε όλους όσοι στάθηκαν όρθιοι και κινδύνευσαν και προσέφεραν και την ζωή τους για την επανάκτηση η την διατήρηση της ελευθερίας των Ελλήνων.
Είναι έντονη και αναπόφευκτη η σύνδεση με το ιστορικό παρελθόν. Αν μείνουμε όμως σε αυτή την μνημειακή διάσταση, φτωχαίνουμε τον εορτασμό, τον περιορίζουμε, με ακραία συνέπεια να μένουν αδιάφοροι εκείνοι οι οποίοι δεν είναι εξοικειωμένοι με το ιστορικό παρελθόν, δεν έχουν ούτε βιωματική αλλά ούτε ακαδημαϊκή γνώση.
Για εκείνους μια επέτειος είναι ίσως και χωρίς νόημα. Γι᾿ αυτό και σπάνια, βέβαια, ακούμε να λέγεται: «μα, δεν είναι καιρός να καταργηθεί ο εορτασμός των εθνικών επετείων;».
Εάν συνδέσουμε την επέτειο αποκλειστικά με το παρελθόν τότε το ερώτημα θα μπορούσε, για όσους το θέτουν, να έχει μια βάση. Δεν είναι έτσι όμως.
Και δεν είναι έτσι γιατί, ως προς την ουσία της η εθνική επέτειος συνδέεται κυρίως με το μέλλον. Αυτή είναι η ουσιαστική της διάσταση˙ η άλλη είναι, φυσικά, αναπόσπαστα δεμένη με το παρελθόν και είναι εκείνη που άμεσα έρχεται στο νού. Η ουσιαστική ωστόσο διάσταση δεν είναι πάντα αντιληπτή, δεν δίνεται άμεσα. Καί αυτό γιατί είναι αόρατη, είναι η συμβολική διάσταση.
Ένα ιστορικό γεγονός είναι πραγματικό. Η επέτειος του γεγογονότος όμως είναι συμβολική.
Η ουσιαστική σημασία μιάς εθνικής επετείου είναι συμβολική, και ως συμβολική στρέφεται στο μέλλον.
Έτσι σε κάθε εθνική επέτειο έχουμε μια διπλή διάσταση: η μια φανερή, πραγματική ‒η Καστοριά απελευθερώθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1912‒ εορτάζουμε την απελευθέρωση, η άλλη είναι αφανής και είναι αφαννής, γιατί το νόημά της, η σημασία της, είναι να είναι σύμβολο.
Στο σύμβολο συνυπάρχουν δύο στοιχεία. Το ορατό και το αόρατο. Ορατό είναι το αισθητό αντικείμενο, η αισθητή εικόνα, αυτό που βλέπουμε, που αγγίζουμε. Είναι το ξύλο της ιερής εικόνας, το ύφασμα της σημαίας, το μάρμαρο ενός μνημείου. Το αόρατο είναι η ιδέα, οι άυλες εκείνες αξίες που δεν τις πιάνεις στα χέρια, δεν τις ζυγίζεις, δεν τις βλέπεις.
Ασφαλώς η εικόνα είναι καμωμένη από ξύλο, η σημαία από ύφασμα, το μνημείο από μάρμαρο. Θυμούμαι έναν πολιτικό, δυστυχώς, ο οποίος, όταν κάψανε μια ελληνική σημαία στα γεγονότα του Πολυτεχνείου, στην Αθήνα, σχολίασε λέγοντας: και τι έγινε; Ένα πανί ήταν.
Ναι, αλλά όταν για να μην παραδοθεί η σημαία θυσιάζουν την ζωή τους οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί μας, όταν την τιμούμε όλοι, τότε δεν είναι ένα απλό ύφασμα, είναι σύμβολο της πίστης στην πατρίδα. Και η πίστη δεν είναι ύφασμα, είναι αξία την οποία συμβολίζει η σημαία.
Άυλες αξίες είναι η ελευθερία, η πίστη, η αγάπη της πατρίδας. Είναι όλες εκείνες οι αξίες που ρίζωσαν για πρώτη φορά στην ελληνική γη. Αυτές είναι εκείνες οι οποίες συμβολίζονται, και αυτές είναι εκείνες που δίνουν στον εορτασμό μιας εθνικής επετείου τον συμβολισμό της, δηλαδή τον δυναμικό της χαρακτήρα. Γιατί το σύμβολο είναι δύναμη, δύναμη που ωθεί προς τα εμπρός, δύναμη για συνέχιση, για διατήρηση των αξιών η την επανάκτησή τους.
Και αυτή την δύναμη η οποία αναζωογονείται κάθε φορά, προσφέρει μια εθνική επέτειος. Όλα αυτά τα παραβλέπουν όσοι μένουν στην αισθητή εικόνα. Γιατί τους μένει κλειστός ο δρόμος του συμβολισμού, μένει κλειστός ο κόσμος του συμβόλου.
Η εθνική επέτειος ανοίγει σ᾿ αυτόν τον κόσμο και φέρνει ένα μήνυμα, το μήνυμα της αξίας της ελευθερίας, μήνυμα πολύτιμο, γιατί παραδίδεται μέσα από τον χρόνο και γίνεται πια παράδοση. Αυτή είναι η τρίτη διάσταση της εθνικής επετείου.
Η παράδοση μας στρέφει και αυτή στο μέλλον. Από χρόνια τονίζω ότι η παράδοση αφορά τις επερχόμενες γενιές. Δεν παραδίδουμε σε όσους πέρασαν αλλά σε όσους έρχονται. Γι᾿ αυτό η εθνική επέτειος είναι αυτή που παραδίδει στους νέους το νόημα του συμβολισμού της. Η εθνική επέτειος είναι φορέας παραδόσεως. Και η παράδοση σ᾿ εμάς τους Έλληνες έχει όνομα, είναι η ελληνοχριστιανική παράδοση. Με τον Ευαγγελισμό γιορτάζουμε την 25η Μαρτίου, με τον Άγιο Δημήτριο την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, με τον Άγιο Μηνά την απελευθέρωση της Καστοριάς. φωτίζεται τώρα η τρίτη, αφανής και αυτή διάσταση, μιας εθνικής επετείου. Αυτή την παράδοση χτυπούμε, αυτήν θρυμματίζουμε, όταν κωφεύουμε στο πνεύμα της εθνικής επετείου, όταν ορισμένοι επιπόλαια, αβίαστα, ίσως και υπονομευτικά για την ιστορική συνέχιση του έθνους και την εθνική αυτογνωσία, ζητούν την κατάργησή τους, την νέκρωση δηλαδή της ιστορικής συνειδήσεως.
Η εθνική επέτειος είναι το γνώθι σεαυτόν του Έλληνα.
Είναι πιστεύω, απαιδευσία, να παραμένει κανείς τυφλός και κωφός στον συμβολισμό.
Είναι απαιδευσία να μην αναγνωρίζει την σημασία ενός συμβόλου, να μην αναλογίζεται κανείς πόσο βαθειά σφραγίζει την ιστορική μας συνείδηση ένα σύμβολο, το σύμβολο της σημαίας, το σύμβολο της πίστεως, που είναι το «Πιστεύω» που ακούγεται τις Κυριακές στην λειτουργία.
Είναι, τέλος, απαιδευσία να παραμένει κανείς ασυγκίνητος στους επετειακούς εορτασμούς. Άνθρωποι σαν και εμάς σήμερα ήταν και όλοι εκείνοι οι οποίοι στο πέρασμα των χρόνων δούλεψαν για την πατρίδα μας.
Πιστεύω ότι σε κάθε Έλληνα μια εθνική επέτειος φέρνει συγκίνηση, έστω και αν δεν το ομολογεί.
Και για να το πω όπως το αισθάνομαι: κάθε ψυχή τραγουδάει σαν ξέρεις να αγγίζεις τις χορδές της. Και η ψυχή του Έλληνα αγαπά το τραγούδι. Τραγουδώντας πάνε στον πόλεμο, τραγουδώντας δημιουργούν οι Έλληνες πολιτισμό.
Και αυτό είναι το μεγάλο δώρο μιας εθνικής επετείου: να αγγίζει τις χορδές της ψυχής.
Σε τέσσερις λέξεις ενός στίχου του μεγαλύτερου, για μένα, ποιητή της Ελλάδος, του Πινδάρου, βρήκα την ωραιότερη έκφραση του τρίπτυχου της εθνικής επετείου, θύμιση, σύμβολο, παράδοση. Και ο στίχος μας λέγει ότι τα καλά έργα πεθαίνουν σαν τα σκεπάσει η σιωπή: «θνάσκει καλόν έργον σιγαθέν».
Όταν σιγάσουν όλα και όλοι το καλό έργο λησμονείται, οι νεκροί ξεχνιούνται, οι θυσίες μένουν βουβές. Αυτήν την τρομακτική σιωπή του χρόνου σχίζει η φωνή της εθνικής επετείου.
Σεβασμιώτατε,
Στο αρχικό ερώτημα, για την σημασία μιας εθνικής επετείου η απάντηση είναι απλή.
Η εθνική επέτειος ως θύμιση ζωντανεύει το παρελθόν, ως σύμβολο καταξιώνει το παρόν, ως παράδοση εδραιώνει το μέλλον.
Τα τρία μαζί συνιστούν την ουσία της εθνικής μας ταυτότητας.

Τερέζα Πεντζοπούλου-Βαλαλά
Ομότιμη Καθηγήτρια Α.Π.Θ.
Γενική Γραμματευς
Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών