Γόρτυνος Ιερεμίας: «Σε άθεο δεν μπορούμε να δώσουμε εμπιστοσύνη να μας κυβερνήσει»

Loading...


Aκολουθεί η ομιλία που έκανε ο Μητροπολίτης Γόρτυνος Ιερεμίας στο επιστημονικό συνέδριο με θέμα «Εκκλησία και Αριστερά» του Τμήματος της Θεολογίας του ΑΠΘ στις 22-23 Ιανουαρίου 2013.

«Ευχαριστώ τόν Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών καί πάσης Ελλάδος Κον Κον Ιερώνυμον, όπως καί τήν Ιεράν Σύνοδον τής Εκκλησίας μας, διότι μεταξύ τών άλλων πατέρων Ιεραρχών όρισε καί τήν ταπεινότητά μου ως ομιλητή σ᾽ αυτό τό επιστημονικό Συνέδριο, πού διοργάνωσε η κλεινή θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης γιά τό επίμαχο πρόβλημα ΕΚΚΛΗΣΙΑ καί ΑΡΙΣΤΕΡΑ καί μέ τό σημαντικό μάλιστα δοθέν εις εμέ επί μέρους θέμα Ομοιότητες καί Διαφορές τών δύο, Εκκλησίας καί Αριστεράς.

Κατ᾽ αρχάς θέλω νά πώ, καί μάλιστα νά τονίσω, αυτά τά δύο βασικά, πρώτον μέν ότι η Εκκλησία δέν εμπλέκεται στά πολιτικά κόμματα, δέν ταυτίζεται μέ καμμία πολιτική παράταξη, καί δεύτερον νά πώ ότι η Εκκλησία δέν παραθεωρεί τήν πολιτική, διότι θεωρεί τά πολιτικά κόμματα ως ανθρώπινες ιδεολογίες, η κάθε μιά από τίς οποίες θέλει καί αγωνίζεται γιά μιά καλύτερη κοινωνία. 

Μετά τό μικρό αυτό εισαγωγικό σημείωμα εισέρχομαι κατ᾽ ευθείαν στό θέμα μου καί δηλώ ότι θά τό διεξέλθω μέ συντομία, λόγω στενότητος χρόνου, καί μέ απλότητα, ως μία κατήχηση γιά τόν λαό. Όλοι μας γι᾽ αυτόν τόν λαό τού Θεού νοιαζόμεθα καί εργαζόμεθα. Σέ κάθε παράγραφο τού λόγου μου θά συμπλέκω καί τίς ομοιότητες καί τίς διαφορές Εκκλησίας καί Αριστεράς, αυτό πού είναι τό θέμα μου, καί έτσι θά φαίνεται καλύτερα η αντιπαράθεση τών δύο.

2. Από πολιτικές παρατάξεις καί ιδιαίτερα από τήν Αριστερά ακούγεται από προηγούμενα ήδη χρόνια ότι η Εκκλησία δέν ενδιαφέρεται γιά τό παρόν τού ανθρώπου, γιά τήν άνετη ζωή του μέ τά επίγεια αγαθά, αλλά όλο τονίζει τήν παραδείσια κατάσταση στήν μέλλουσα ζωή. Αυτό τό είπε ένας προηγούμενος αριστερίζων πολιτικός σέ συγκέντρωση πολιτικών, όπου μάλιστα ευρίσκοντο καί Αρχιερείς. «Αυτοί – είπε ο πολιτικός, δείχνοντας τούς Αρχιερείς – είναι γιά τούς απερχομένους», γιά κηδείες δηλαδή καί γιά Τρισάγια. «Ημείς – είπε, απευθυνόμενος στούς πολιτικούς – είμαστε γιά τούς ερχομένους»!….

Πρός τήν κατηγορία αυτή έχω νά πώ ότι η Εκκλησία βλέπει ψυχοσωματικά τόν άνθρωπο καί νοιάζεται γιά όλα τά αναγκαία του, όχι μόνο τής ψυχής τά αναγκαία αλλά καί τού σώματος. Τό αντίθετο, τό νά ενδιαφέρεται η Εκκλησία μόνο γιά τήν ψυχή τού ανθρώπου, αποτελεί γι᾽ αυτήν αίρεση μονοφυσιτική.

Επειδή ομιλώ στήν Θεσσαλονίκη θά θυμίσω τόν λόγο τού αποστόλου Παύλου στήν Α´ πρός Θεσσαλονικείς Επιστολή του.

Οι Θεσσαλονικείς χριστιανοί ήταν εναγώνιοι γιά τήν Δευτέρα Παρουσία τού Χριστού, τήν οποία περίμεναν πολύ σύντομα. Καί απορροφημένοι από τήν προσδοκία αυτή είχαν εγκαταλείψει τίς εργασίες τους καί τίς άλλες επίγειες ασχολίες τους καί συζητούσαν μόνο γι᾽ αυτό τό εναγώνιο θέμα τους. Εν τώ μεταξύ τό σώμα ήθελε νά τραφεί καί γι᾽ αυτό αυτοί οι χριστιανοί γίνονταν βάρος στούς άλλους, επιβαρύνοντας τους γιά τήν διατροφή τους. Τά έμαθε αυτά ο απόστολος Παύλος καί τούς γράφει επιτιμητικό λόγο.

Μάθετε, τούς λέγει, «πώς πρέπει νά περιπατείτε» (Α´ Θεσ. 4 )! Ο λόγος του είναι πολύ παραστατικός. Σάν νά μού φαίνεται ότι ο Απόστολος εδώ παίρνει μέ τό χέρι του τά κεφάλια τών χριστιανών αυτών, πού τά είχαν στραμμένα πρός τά πάνω, αναμένοντες τήν Παρουσία τού Χριστού, καί τά στρέφει πρός τά κάτω, καί τούς λέγει νά προσέχουν πώς περπατούν, γιά νά μή σκοντάψουν!

Τούς συνιστά δηλαδή νά στραφούν πρός τά καθήκοντα τής επιγείου ζωής τους, στίς υποχρεώσεις τους πρός τήν οικογένειά τους καί πρός τήν κοινωνία. Αυτό σημαίνει αυτό πού τούς λέγει παρακάτω «πράσσειν τά ίδια καί εργάζεσθαι ταίς ιδίαις χερσίν» καί νά φέρονται «ευσχημόνως πρός τούς έξω», τούς απίστους δηλαδή, ώστε «νά μήν έχουν ανάγκη από κανέναν» (Α´ Θεσ. 4,11.12). Αλλά θά πώ καί τό άλλο τό περισσότερο βασικό γιά τό θέμα πού ομιλώ. Η Παλαιά Διαθήκη, τό πρώτο μέρος τής θείας Αποκαλύψεως, έχει εγκόσμιο χαρακτήρα, τονίζει δηλαδή πολύ τήν παρούσα ζωή. Είναι θεολογικό πρόβλημα τό γιατί συμβαίνει αυτό στήν Παλαιά Διαθήκη.

Η ερμηνεία είναι ότι, επειδή η Παλαιά Διαθήκη πολέμησε τήν νεκρομαντεία τών Χαναναίων – η οποία προϋποθέτει πίστη στήν ζωή μετά θάνατον – γι᾽ αυτό, λόγω τού πολέμου κατά τής νεκρομαντείας, ξαναλέγω, δέν ανέπτυξε η Παλαιά Διαθήκη, στά πρώτα της χρόνια τουλάχιστον, τήν διδασκαλία στήν μεταθανάτια ζωή.

Αυτό θά γίνει τόν 7ο αι., όταν θά καταπαύσει ο πόλεμος κατά τής νεκρομαντείας. Γι᾽ αυτό λοιπόν η Παλαιά Διαθήκη τονίζει τήν παρούσα ζωή, έχει εγκόσμιο χαρακτήρα, ξαναλέγω. Έτσι έχουμε τόν προφήτη Ησαΐα πού παριστάνει τόν Θεό λέγοντα: «Εάν θέλητε καί εισακούσητέ μου, τά αγαθά τής γής φάγεσθε» (Ησ. 1,19). Ο εγκόσμιος αυτός χαρακτήρας τής Παλαιάς Διαθήκης, μαζί βέβαια μέ τήν έννοια τής αγάπης, είναι η βάση γιά τήν ανάπτυξη τής ωραίας καί εκτενούς κοινωνιολογίας, τήν οποία βλέπουμε στήν Παλαιά Διαθήκη.

1. Η Εκκλησία νοιάζεται καί αγωνίζεται οι χριστιανοί, καί όχι μόνο οι χριστιανοί, αλλά καί όλοι οι άνθρωποι, νά έχουν τά αναγκαία γιά τήν ζωή τους, όπως αυτό τό δεικνύει καί τό αποδεικνύει περίτρανα τό φιλανθρωπικό έργο τής Εκκλησίας μέ τά καθημερινά συσσίτια καί όλη τήν φιλανθρωπική της δράση.

Δέν είναι λοιπόν αληθινή, αλλά είναι άδικη η κατηγορία κατά τής ᾽Εκκλησίας, ότι αυτή αδιαφορεί γιά τό παρόν τού ανθρώπου, γιά τά επίγεια αγαθά του. Θέλει καί εύχεται καί φροντίζει οι άνθρωποι νά διάγουν μία άνετη ζωή χωρίς τήν στέρηση τών αναγκαίων.

Τό ίδιο ενδιαφέρον καί τόν ίδιο αγώνα κάνει ασφαλώς καί η Αριστερά πολιτική παράταξη καί εμείς τό χαιρόμεθα βεβαίως αυτό καί τό επαινούμε. Σ᾽ αυτό συναντώμεθα καί συμφωνούμε.

3. Η σημαντική όμως καί κυρία διαφορά μας είναι ότι ο μέν Αριστερισμός-Κομμουνισμός θέλει τήν άνετη αυτή παρούσα ζωή τού ανθρώπου άνευ Θεού ή, τέλος πάντων, παίρνοντας αδιάφορη θέση ως πρός τήν παρουσία τού Θεού στήν ζωή τών ανθρώπων.

Η δέ Εκκλησία τήν άνευ Θεού ζωή τού ανθρώπου τήν θεωρεί ως αρειανική αίρεση, η οποία αποχωρίζει τήν θεία φύση από τό πρόσωπο τού Χριστού καί βλέπει σ᾽ αυτό ανθρώπινη μόνο φύση. Κατά τήν Εκκλησία η ζωή χωρίς τόν Θεό, όσο καί άν έχει πλούσια τά υλικά αγαθά, είναι ζωή χωρίς νόημα, είναι ζωή βαρετή (boring). Πολύ τό τονίζει στήν διδασκαλία της αυτό η Εκκλησία.

Διδάσκει δηλαδή, αντίθετα πρός τά άλλα συστήματα, ότι όλα τά αγαθά τής γής δέν μπορούν νά χαρίσουν τήν ευτυχία στόν άνθρωπο, ακριβώς διότι η Εκκλησία έχει άλλη θεώρηση περί τού ανθρώπου, εντελώς διάφορη από τά αριστερίζοντα συστήματα, αλλά καί τά άλλα κοσμικά συστήματα.

4. Πώς βλέπει η Εκκλησία τόν άνθρωπο; Είναι πολύ σημαντικό αυτό γιά τό θέμα μας. Ο άνθρωπος κατά τήν Εκκλησία είναι εικόνα τού Θεού καί αυτό ακριβώς είναι τό μεγαλείο του καί η μεγάλη του αξία. Αλλά θέλω νά πώ κάτι άλλο, θεολογώντας μέ απλότητα σέ ένα ερώτημα σχετικό μέ τό θέμα: Πώς εγώ, ο άνθρωπος, είμαι εικόνα τού Θεού, αφού εγώ ο άνθρωπος έχω σώμα, ο δέ Θεός δέν έχει σώμα; Γιά νά πούμε ακριβώς ότι ο άνθρωπος είναι εικόνα τού Θεού, θά πρέπει νά βρούμε Θεό μέ σώμα! Ποιός είναι αυτός;

Είναι ο Ιησούς Χριστός, ο σαρκωθείς Υιός τού Θεού, γι᾽ αυτό καί οι άγιοι Πατέρες μας μιλώντας πιό συγκεκριμένα λέγουν ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε όχι κατά τήν εικόνα τού Θεού γενικά, αλλά κατά τήν εικόνα τού Ιησού Χριστού.2 Γι᾽ αυτό τό ωραίο νόημα έχουμε σχετικό χωρίο τής Αγίας Γραφής στό βιβλίο τής Γένεσης.

Στόν στίχ. 1,27 διαβάζουμε ότι «ο Θεός εποίησε τόν άνθρωπον κατ᾽ εικόνα Θεού». Τό περίεργο τού χωρίου αυτού είναι ότι εισάγει οιονεί «δεύτερο» Θεό καί ερωτούμε: Κατ᾽ εικόνα ποίου Θεού ο Θεός εποίησε τόν άνθρωπο;

Η απάντηση είναι ότι ο Θεός εποίησε τόν άνθρωπο κατά τήν εικόνα τού Υιού Του, πού επρόκειτο νά ενανθρωπήσει! Η αλήθεια αυτή έχει μέσα της τήν τιμή καί πρός τό σώμα τού ανθρώπου καί πρός τήν κτίση όλη, γιατί αυτό τό σώμα μας, πού είναι μικρόκοσμος, έλαβε ο Υιός τού Θεού μέ τήν ενανθρώπησή Του.

Επανερχόμενοι λέγουμε ότι η Εκκλησία βλέπει τόν άνθρωπο ως εικόνα τού Θεού. Δίδουν διάφορες ερμηνείες γιά τό τί σημαίνει αυτό, ότι ο άνθρωπος είναι εικόνα τού Θεού. Κατά τήν γνώμη μου η καλυτέρα τών ερμηνειών είναι η απλή ερμηνεία τού μακαριστού διδασκάλου Βασιλείου Βέλλα, ότι εικόνα τού Θεού στόν άνθρωπο είναι η φορά του, η ορμή του πρός τόν Θεό, πού τού δίνει τήν δυνατότητα νά κοινωνεί μαζί Του.

Αυτήν τήν τάση καί ορμή τήν συναντούμε σέ όλους τούς λαούς.3 Αυτήν τήν υψηλή διδασκαλία τής Εκκλησίας περί τού ανθρώπου, ως εικόνος τού Θεού, δέν τήν έχουν τά κοσμικά συστήματα, στά οποία εννοώ καί τά αριστερίζοντα. Η θεώρηση τού ανθρώπου ως εικόνος τού Θεού τόν καθιστά άξιο τιμής καί σεβασμού. Τό κλάμα του δέν είναι τρίξιμο μηχανών, αλλά είναι κλάμα καί πόνος ενός παιδιού τού Θεού, γιά τό οποίο σαρκώθηκε ο Υιός τού Θεού καί σταυρώθηκε στόν φρικτό Γολγοθά.

Αφού λοιπόν ο άνθρωπος είναι εικόνα τού Θεού, αφού τέτοια είναι η φύση του, άρα δέν μπορούν νά τού δώσουν τήν ευτυχία μόνο τά υλικά αγαθά, γι᾽ αυτό η Εκκλησία μαζί μ᾽ αυτά, καί πρώτα από αυτά, θέλει νά τού χαρίσει τήν κοινωνία μέ τόν Θεό, από τόν Οποίο ήλθε καί πρός τόν Οποίο πηγαίνει.

Αυτή είναι η κύρια διαφορά Εκκλησίας καί Αριστεράς ως πρός τά αγαθά τής παρούσης ζωής, τά οποία καί οι δύο, επαναλαμβάνουμε, Εκκλησία καί Αριστερά, αγωνίζονται νά προσφέρουν στόν ταλαιπωρημένο άνθρωπο.

5. Μέ τήν ευκαιρία πού δώσαμε τήν θεώρηση τής Εκκλησίας γιά τόν άνθρωπο ως εικόνος τού Θεού, είναι πολύ αναγκαίο γιά τό θέμα μας νά πούμε τί είναι ο Θεός, τού Οποίου εικόνα είναι ο άνθρωπος.

Επαναλαμβάνω ότι αυτό δέν είναι ξένο πρός τό θέμα μας. Είναι δέ ανάγκη νά τό πούμε αυτό, γιατί πολλοί, καί θρησκευόμενοι ακόμη άνθρωποι, δέν γνωρίζουν τό τί είναι ο Θεός. Λοιπόν: Κατά τήν Αγία Γραφή, πού έχει τήν διδασκαλία τής Εκκλησίας μας, ο Θεός είναι αυτά τά δύο: Είναι προσωπικό Όν (ο Ών Θεός) καί είναι αγάπη. Ακούστε τώρα: Αφού ο Θεός είναι πρόσωπο καί αγάπη, άρα καί ο άνθρωπος, πού είναι εικόνα τού Θεού, άρα καί αυτός είναι πρόσωπο καί αγάπη.

Καί αφού είμαστε πρόσωπα καί αγάπη, ως κατ᾽ εικόνα τού Θεού πλασμένοι, άρα καί η κοινωνία μας μέ τόν Θεό καί μεταξύ μας πρέπει νά είναι προσωπική καί αγαπητική. Αυτό είναι όλο κι όλο, αγαπητοί μου ακροατές. Αυτό φτιάχνει τέλεια κοινωνία ανθρώπων. Τό νά βλέπει ο ένας τόν άλλον σάν εικόνα τού Θεού, σάν τόν εαυτό του, σάν μικρό θεό του!…

Παρακαλούμε τήν Αριστερά παράταξη, άν μπορεί, άν έχει, άς μάς δώσει από τά κείμενά της, παλαιότερα ή νεώτερα, μιά τέτοια θεώρηση περί τού ανθρώπου καί ένα τέτοιο όραμα τής ανθρώπινης κοινωνίας, αγγελικά πλασμένης.

6. Αυτή η τέλεια κοινωνία, όπως τήν είπα παραπάνω, αυτό είναι ΕΚΚΛΗΣΙΑ, αγαπητοί μου. Είναι πολύ σημαντικό ότι στά πατερικά κείμενα δέν υπάρχει ορισμός τού τί είναι Εκκλησία. Γι᾽ αυτό καί πέφτουμε στά σύμβολα. Πραγματικά δέ η Ορθόδοξη θεολογία είναι συμβολική.

Γι᾽ αυτό καί η Εκκλησία στήν Γραφή καί στά πατερικά κείμενα εκφράζεται δι᾽ εικόνων, τής αμπέλου καί τών κλημάτων, τής οικοδομής, τού γάμου, τής οικογενείας, τού σώματος, κ.ά.

4. Στά κηρύγματά μου καί ιδιαίτερα σέ κατηχητικά μαθήματα στά νέα παιδιά μού αρέσει νά παριστάνω τήν Εκκλησία πιό απλά μέ τήν έννοια τής αγκαλιάς. Η Εκκλησία είναι η αγκαλιά τού Θεού, στήν οποία χωράμε όλοι. Αλλ᾽ έχουμε έναν παλαιό συμβολικό ορισμό περί Εκκλησίας, τού αγίου Ιγνατίου, ότι η Εκκλησία είναι τό Θυσιαστήριο,5 αυτό, δηλαδή, πού γίνεται πάνω στό Θυσιαστήριο.

Καί πάνω στό Θυσιαστήριο τελείται η θεία Λειτουργία, τής οποίας τό τέλος είναι η θεία Κοινωνία. Αυτό είναι Εκκλησία: Κοινωνία μέ τόν Θεό καί κοινωνία μέ τούς αδελφούς χριστιανούς, γιατί όλοι οι κοινωνούντες γίνονται «σύσσωμοι» καί «σύναιμοι»6 ως κοινωνήσαντες τό αυτό Σώμα καί Αίμα τού Κυρίου Ιησού Χριστού. Αυτό οι χριστιανοί τό βιώνουμε, πρέπει νά τό βιώνουμε στήν πρακτική μας ζωή.

Η όλη μας δηλαδή συμπεριφορά πρέπει νά δείχνει ότι είμαστε ενωμένοι μέ τόν Θεό καί μεταξύ μας.

Ότι δηλαδή ζούμε μέ αγάπη καί πλήρη κοινωνία μεταξύ μας σέ όλα. Οι πρώτοι χριστιανοί, επειδή βίωναν τήν μεταξύ τους αυτή κοινωνία – η οποία εκκινούσε από τήν κοινωνία τους μέ τόν Θεό –, γι᾽ αυτό είχαν «άπαντα κοινά» (Πράξ. 4,32). Ζούσαν κοινοβιακά.

Δέν υπήρχε μεταξύ τους φτωχός ή πλούσιος. Δέν αντέχω, δέν μπορώ νά συγκρατήσω τήν επιθυμία μου, στό νά παραθέσω μία  περικοπή τού Μεγάλου Βασιλείου, στήν οποία περιγράφει πώς πρέπει νά είναι η αγαπητική κοινωνία τών αδελφών στό μοναστήρι: «Άριστη κοινωνία – λέγει – εγώ ονομάζω εκείνη, στήν οποία δέν υπάρχει ιδιοκτησία, ούτε αντιθέσεις καί δέν συμβαίνουν ταραχές, φιλονικίες καί έριδες. Όλα δέ σ᾽ αυτή τήν κοινωνία νά είναι κοινά…

Οι πολλοί νά είναι ένας καί ο ένας νά μήν είναι μόνος, αλλά μέσα στούς πολλούς. Τί είναι καλύτερο καί ωραιότερο από μιά τέτοια κοινωνία; Τί πιό πολύτιμο μπορεί νά βρεθεί από αυτήν τήν σύνδεση καί τήν ένωση τών πολιτών;

Τί πιό ωραίο από τήν ανάμιξη τών ηθών καί τών ψυχών; Άνθρωποι πού προέρχονται από διάφορη γενιά καί καταγωγή μόνιασαν τόσο πολύ, ώστε νά φαίνονται σάν μιά ψυχή σέ πολλά σώματα καί τά πολλά σώματα νά φαίνονται ότι είναι όργανα ενός ανθρώπου.

Ο άρρωστος στό σώμα έχει πολλούς πού υποφέρουν μαζί του κατά τήν διάθεση• ο άρρωστος καί απογοητευμένος στήν ψυχή έχει πολλούς πού τόν θεραπεύουν καί τόν ανορθώνουν.

Ο ένας είναι δούλος στόν άλλο• ο ένας είναι κύριος στόν άλλο. Καί μέ τήν άμαχο ελευθερία τους δείχνουν τήν πλήρη δουλεία πού έχει ο ένας στόν άλλο… Μέ τήν αγάπη υποτάσσονται αυτοί οι ελεύθεροι ο ένας στόν άλλο• καί μέ τό αυθαίρετο τής γνώμης τους φυλάττουν τήν ελευθερία τους» (Ασκητικαί Διατάξεις κεφ. ιη´).

Αυτόν τόν τρόπο ζωής τόν τονίζει πολύ η Αριστερά παράταξη καί είναι κατ᾽ αυτό σέ αγαστή, σέ θαυμαστή συμφωνία μέ τήν Εκκλησία. Πραγματικά, μάς αρέσουν οι κήρυκες τής Αριστεράς παράταξης, οι κηρύσσοντες τήν κοινοκτημοσύνη, πού γιά μάς είναι βίωμα μιάς σωστής καί αληθινής εκκλησιολογίας.

Άς προσέξουμε όμως ότι στήν Εκκλησία αυτή η κοινοκτημοσύνη δέν γίνεται μέ καταναγκασμό, αλλά ελεύθερα καί ευχάριστα, γιατί μέ αυτό ζούν οι χριστιανοί τήν μεγάλη εντολή τής αγάπης στήν αδελφότητα τής Εκκλησίας.

Γι᾽ αυτό, στήν προαναφερθείσα περικοπή τού αγίου Βασιλείου, ο μέγας πατήρ, ομιλώντας γιά τό θαυμαστό καί παράδοξο πού είπε περιγράφοντας τήν μοναστική κοινωνία τών αδελφών, ότι ο ένας «έχει πλήρη δουλεία στόν άλλον», εξηγεί ότι αυτήν τήν δουλεία «δέν έφερε μέ βία κάποια ανάγκη, πού δημιουργεί πολλή δυστροπία σ᾽ αυτούς πού καταναγκάστηκαν σ᾽ αυτήν, αλλά τήν δημιούργησαν μέ χαρά από μόνοι τους» οι κοινοβιάζοντες.

7. Σ᾽ αυτό ακριβώς, γιά τό θέμα πού ομιλούμε, έχουμε τήν διαφορά μας μέ τήν Αριστερά παράταξη, γιατί θέλει εκεί όπου δέν ακούγεται ο λόγος της περί κοινοκτημοσύνης, νά πίπτει η ράβδος της, νά εφαρμόζεται δηλαδή μέ βία τό αγαθό τής κοινοκτημοσύνης.

Επαναλαμβάνω όμως τόν λόγο τού αγίου Βασιλείου ότι ο καταναγκασμός αυτός καί η βία αυτή «δημιουργεί πολλή δυστροπία σ᾽ αυτούς πού καταναγκάστηκαν σ᾽ αυτήν». Καί αυτό έπειτα φέρει τήν εξέγερση τών πολιτών.

7. Δυστυχώς στήν κοινωνία τών ανθρώπων καί αυτών ακόμη τών χριστιανικών λαών δέν βλέπουμε νά βιώνεται τό περί τής αγάπης κήρυγμα τού Χριστού, πού δημιουργεί τό όμορφο κοινοβιακό σύστημα μέ τήν κοινοκτημοσύνη τών αγαθών.

Αντίθετα βλέπουμε επικρατούσα τήν αδικία καί μάλιστα βλέπουμε σκληρή αδικία, η οποία μάς παρουσιάζει τό θλιβερό φαινόμενο νά διαχωρίζει τήν κοινωνία τών ανθρώπων σέ πλούσιους καί φτωχούς, σέ κύριους καί δούλους, σέ δυνάστες καί δυναστευομένους.

Αυτό, αγαπητοί μου, η Εκκλησία τό ελέγχει από παλαιά ήδη μέ τίς δυνατές φωνές τών προφητών της καί μέ τά δυνατά κηρύγματα στήν συνέχεια τών ακολουθούντων τήν γραμμή τών προφητών, τών αγίων Πατέρων, οι οποίοι μέ θαυμαστή παρρησία καυτηριάζουν τά αδικήματα τών αρχόντων, μή φοβούμενοι τίς απειλές τους.

Λυπάμαι γιατί ο χρόνος δέν επαρκεί νά αναπτύξω τό θέμα αυτό μεταδίδοντας τά κατά τής αδικίας τών βασιλέων κηρύγματα τών προφητών τής Παλαιάς Διαθήκης ή αναφέροντας περικοπές από τά σχετικά κηρύγματα τών Πατέρων τής ᾽Εκκλησίας μας.

Ήδη ο παλαιότερος τών προφητών, τού οποίου κατέχουμε γραπτά κείμενα, ο προφήτης Αμώς επιτίθεται μέ ωμή γλώσσα εναντίον τών γυναικών τών αρχόντων, οι οποίες επίεζαν τούς συζύγους τους νά είναι καταπιεστικοί στόν λαό, αδικούντες αυτόν, ώστε νά πλουτούν καί νά διάγουν αυτές περισσότερο άνετο καί τρυφηλό βίο. Τίς γυναίκες αυτές ο προφήτης τίς παραβάλλει πρός τίς αγελάδες τής ευφόρου περιοχής Βασάν, τίς παχειές δηλαδή αγελάδες! Ακούστε, παρακαλώ, τόν ωμό έλεγχο τού προφήτου κατά τών γυναικών αυτών:

«Ακούστε τόν λόγο αυτόν,
σείς, αγελάδες τής Βασάν,
πού κατοικείτε στό όρος τής Σαμάρειας,
σείς, οι οποίες καταπιέζετε τούς αδυνάτους
καί καταθλίβετε τούς πτωχούς,
σείς, οι οποίες λέγετε στούς (άρχοντες) άνδρες σας
“φέρε νά πιούμε”» (Αμ. 4,1)!
Η καταδυνάστευση τών πτωχών είναι τό προσφιλές θέμα τού προφήτου. Πιστεύει ότι ο Θεός όλα σχεδόν μπορεί νά τά συγχωρήσει, αλλά τήν καταδυνάστευση τών πτωχών, όχι, δέν τήν συγχωρεί! Λέγει ο προφήτης:
«Τάδε λέγει Κύριος:
Γιά τρείς αμαρτίες τού Ισραήλ,
ακόμη καί γιά τέσσερις
δέν θά τιμωρήσω αυτήν (τήν πράξη).
Επειδή όμως πωλούν γιά χρήματα τόν δίκαιον
καί τόν πτωχό γιά ένα ζευγάρι υποδημάτων,
αυτοί, οι οποίοι κατασυντρίβουν τήν κεφαλή τών αδυνάτων
καί φονεύουν τούς πτωχούς
καί ξαπλώνουν πάνω στά ενεχυριασμένα ενδύματα (τών πτωχών),
ιδού (λέγει ο Κύριος) θά σάς κάνω νά τρέμετε,
όπως τρέμει η άμαξα η γεμάτη άχυρα.
…………………….
Επειδή καταπατείτε τόν αδύνατο
καί δώρα απ᾽ αυτόν λαμβάνετε
θά κατασκευάσετε μέν οικίες από πελεκητούς λίθους,
αλλά δέν θά κατοικήσετε σ᾽ αυτές.
Θά φυτέψετε ωραία αμπέλια,
αλλά δέν θά πιείτε τό κρασί τους»
(Αμ. 2,6-8.13. 5,11)

Πολύ σύντομα αναφέρω καί τόν σκληρό πάλι έλεγχο τού προφήτου Ηλία πρός τόν βασιλέα Αχαάβ, ο οποίος, παρακινηθείς από τήν σύζυγό του Ιεζάβελ, εφόνευσε τόν πτωχό Ναβουθαί, γιά νά τού πάρει τόν αγρό του. Τό ανοσιούργημα αυτό καυτηρίασε ο προφήτης, ο οποίος γεμάτος οργή παρουσιάστηκε μπροστά στόν βασιλέα καί, μέ θαυμαστή παρρησία αποκαλώντας τον «δολοφόνο» καί «άδικο κληρονόμο», τού προφήτευσε επί λέξει στήν συνέχεια: «Εκεί πού τά σκυλιά έγλειψαν τό αίμα τού Ναβουθαί, εκεί τά σκυλιά θά γλείψουν καί τό δικό σου αίμα» (Γ´ Βασ. 20,19. Εβρ. 21,19)! Καί αποτεινόμενος στήν βασίλισσα Ιεζάβελ τής είπε: «Τά σκυλιά θά σέ καταφάγουν στήν πεδιάδα Γιζρεέλ» (Γ´ Βασ. 20,23. Εβρ. 21,23)! Η πρόρρηση αυτή τού προφήτου εξεπληρώθη πράγματι αργότερα (Γ´ Βασ. 22,1 εξ. Δ´ Βασ. 9,30 εξ.).

Τήν γλώσσα αυτή τού προφήτου Ηλία τήν βλέπουμε νά αναζεί στόν άγιο Ιωάννη τόν Χρυσόστομο, ο οποίος σέ παρόμοια περίπτωση ήλεγξε μέ ισχυρό καί σκληρό πάλι λόγο τήν βασίλισσα Ευδοξία, στόν οποίον όμως σκληρό έλεγχο απήντησε καί αυτή  μέ σκληρό διωγμό κατά τού αγίου πατρός, διωγμό πού τού επέφερε τό τέλος τής ζωής του.

8. Επειδή ο λόγος εδώ γιά τόν έλεγχο κατά τής κοινωνικής αδικίας, λίαν προσφιλές θέμα στούς οπαδούς τής Αριστεράς, θέλω νά υπενθυμίσω – νά υπενθυμίσω μόνο – τούς θαυμαστούς λόγους τού Μεγάλου Βασιλείου κατά τών πλουσίων καί περί τού πλούτου.

Κατά τόν άγιο πατέρα ο πλούτος αυτός καθ᾽ εαυτόν δέν έχει καμμία αξία. Αντίθετα ο πλούτος, μέ τήν άνιση κατανομή του, έγινε αιτία ανατροπής τής εγκόσμιας τάξεως, όπως έτσι πάλι δίδασκαν καί πολλοί κοινωνιολογούντες Έλληνες (Εις τήν Εξαήμερον Ζ´ 3-5).

Κατά τόν άγιο Βασίλειο, εφόσον τά αγαθά τού πλουσίου προέρχονται από τόν Θεό, ο πλούσιος δέν πρέπει νά νοιώθει ότι είναι κάτοχος τών αγαθών αυτών, αλλά «οικονόμος» τους (βλ. τήν ομιλία του Περί φθόνου 5), ώστε νά τά επωφελούνται όλοι οι άνθρωποι.

Καί τελικά ωφελείται πνευματικά καί ο ίδιος ο πλούσιος, γιατί ο «ελεών πτωχόν δανείζει Θεώ» (ομιλία Εις τόν ΙΔ’ Ψαλμόν 5). Όταν όμως ο πλούσιος δέν φέρεται έτσι, τότε ο Μέγας Βασίλειος τόν ελέγχει καί τόν αποκαλεί «άρπαγα», «πλεονέκτη», «εκμεταλλευτή τών συνανθρώπων του», «τοκογλύφο», κ.ά.

9. Ο πραγματικά οπαδός τού Χριστού πρέπει νά ζεί φτωχικά. Μέ τό Ευαγγέλιο δέν μπορεί κανείς νά πλουτίσει. Αδύνατον! Όποιος τό κάνει αυτό καί λέγει μάλιστα ότι είναι χριστιανός, πλανάται. Δέν είναι σωστός χριστιανός, αλλά υποκριτής. Πραγματικά, πώς μπορεί νά πλουτίζει ο χριστιανός, αφού βλέπει γύρω του τόση κραυγαλέα φτώχεια;

Πρός τά παραπάνω αναφερθέντα νομίζουμε ότι οι οπαδοί τής Αριστεράς πρέπει νά είναι όχι απλώς σύμφωνοι, αλλά καί θαυμαστές τών ιερών κειμένων τής Εκκλησίας μας. Είδατε, αγαπητοί μας ακροατές τής Αριστεράς παράταξης, είδατε τί ωραία, ωραία καί ηχηρά σαλπίσματα κατά τής κοινωνικής αδικίας τών αρχόντων, πού έχει τό βιβλίο τού Θεού, η Αγία Γραφή καί τά ιερά πατερικά κείμενα τής Εκκλησίας; Θά ωφεληθείτε πολύ καί θά έχετε σωστές καί ωραίες εμπνεύσεις, εάν τά μελετήσετε.

8. Αλλά, επειδή εμνημόνευσα τόν άγιο Βασίλειο, θέλω πολύ συντόμως νά αναφέρω καί άλλο λόγο τού ιερού πατρός, λόγο πολύ άμεσα συνδεόμενο μέ τό θέμα μας, γιά νά φανεί καί εδώ η συμφωνία τής Εκκλησίας μέ τήν Αριστερά, αλλά καί η διαφορά της.
Ο άγιος Βασίλειος ασχολείται μέ τό θέμα τής εργασίας, τήν οποία ο ρωμαϊκός, αλλά καί ο ελληνικός κόσμος, παλαιά υποτιμούσε καί συνέδεε πάντα μέ τούς δούλους.

Σέ αντίθεση όμως μέ τίς κρατούσες αντιλήψεις ο Βασίλειος τιμά τήν εργασία καί τήν κηρύττει ως παράγοντα χαράς, υγείας καί σωματικής καί πνευματικής ισορροπίας τού ανθρώπου, αλλά καί αρμονίας τής κοινωνίας. Ναί! Η αρμονία τής κοινωνίας είναι αποτέλεσμα τής ισόρροπης κατανομής τής εργασίας. Ο άγιος Βασίλειος συνδέει τήν ευημερία τής κοινωνίας μέ τόν τρόπο κατανομής τής εργασίας.

10. Στά παραπάνω περί εργασίας λεγόμενα από τόν άγιο πατέρα τής Εκκλησία μας συμφωνούν ασφαλώς καί οι οπαδοί τής Αριστεράς. Ο απόστολος Παύλος λέγει καθαρά: «Όποιος δέν θέλει νά εργάζεται δέν πρέπει καί νά τρώγει» (Β´ Θεσ. 3,10). Άκουσα ότι τόν λόγο αυτόν τόν είχαν αναρτήσει σέ υψηλή πινακίδα στό Κρεμλίνο, χωρίς όμως νά γράφουν από πού προέρχεται ο λόγος αυτός. Καί η Εκκλησία λοιπόν καί η Αριστερά παράταξη συμφωνούν στό ότι ο άνθρωπος πρέπει νά εργάζεται γιά νά σταθεί η κοινωνία.

Η διαφωνία όμως τών δύο αυτών είναι στήν διαφορετική θεώρηση τού θέματος περί εργασίας. Ακούστε: Στόν χριστιανό τό «διδόναι» θεωρείται πάντοτε μακαριώτερο τού «λαμβάνειν» (βλ. Πράξ. 20,35).

Τό «διδόναι» όμως προϋποθέτει νά έχει κανείς γιά νά προσφέρει. Γι᾽ αυτό καί η εργασία κατά τήν Αγία Γραφή γίνεται καί γιά έναν άλλο ακόμη σκοπό: Γιά τήν ελεημοσύνη!

Ο απόστολος Παύλος γράφει πρός τούς χριστιανούς τής Εφέσου: «Ο κλέπτης άς μήν κλέπτει πλέον, αλλά άς εργάζεται τίμια μέ τά δικά του χέρια, γιά νά μπορεί νά δίνει καί σέ όποιον έχει ανάγκη» (4,28). Η εργασία λοιπόν κατά τήν Εκκλησία δέν έχει σκοπό μόνο τήν αυτοσυντήρηση, αλλά καί τήν άσκηση τής αγάπης στούς πτωχούς καί πένητες ανθρώπους. Αλλά οι χριστιανοί, ενώ τιμούν τήν εργασία καί τήν εξασκούν μέ προθυμία ως θεία εντολή, όμως δέν τήν θεοποιούν, ώστε νά υποβιβάζουν τόν άνθρωπο καί νά τόν θεωρούν ως παραγωγικό μέσον. Δέν λέγουν δηλαδή οι χριστιανοί ότι η αξία τού ανθρώπου είναι στό νά δουλεύει. Τέτοια ανθρωπολογία, πού υπάρχει σέ κοσμικά συστήματα, δέν υπάρχει στήν Εκκλησία.

9. Επειδή δέν επαρκεί ο χρόνος γιά περισσότερα καί ήδη εξέφυγα τού καθορισμένου γιά τούς ομιλιτές χρόνου, λέγω αυτό τό σύντομο καί τελευταίο: Η Εκκλησία αποκρούει τήν αθεΐα καί τήν βία. Γι᾽ αυτό οποιοδήποτε πολιτικό σύστημα έχει αυτά τά δύο τό ελέγχει καί τό μάχεται. Ναί! Σέ άθεο δέν μπορούμε νά δώσουμε εμπιστοσύνη νά μάς κυβερνήσει, διότι, όπως είπε καί ο Πολωνός Λέχ Βαλέσσα, «ο χωρίς Θεό άνθρωπος είναι επικίνδυνος»!
Ευχαριστώ πού μέ ακούσατε.