Επιστολή Ιερωνύμου προς τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρυθμίσεως και Ηλεκτρονικής Διακυβερνήσεως Αντώνιο Μανιτάκη

Loading...


Θέμα : «Αίτηση μερικής ανακλήσεως τής Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως υπ’ αριθμ. 129/2534/20.1.2010 «Καθιέρωση ανωτάτου ορίου κυβισμού κρατικών αυτοκινήτων καί άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Β΄ 108)».

Εξοχώτατε κ. Υπουργέ,
Επί τής εν θέματι Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως είχα απασχολήσει, μέ παλαιότερη επιστολή μου, τόν προκάτοχό σας Υπουργό κ. Ιωάννη Ραγκούση επί τή ευκαιρία τής αναρτήσεώς της στό διαδίκτυο μέ σκοπό τή δημόσια διαβούλευση. Καθ’ όσον οι παρατηρήσεις μου δέν εγένοντο τότε δεκτές καί ο προκάτοχός σας προχώρησε, μετά τού Υπουργού Οικονομικών, στήν έκδοση τής επίμαχης Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως, επαναφέρω τό ζήτημα καί ενώπιόν σας υπό τήν εύλογη προσδοκία φρονιμότερης αντιμετωπίσεώς του.

Η εν λόγω Κοινή Υπουργική Απόφαση διαχωρίζει, στά άρθρα 2 καί 3 αυτής, τά «Πρόσωπα πού εξυπηρετούνται μέ αυτοκίνητα τής Γ.Γ.Δ.Δ. & Η.Δ.» (Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Διοικήσεως καί Ηλεκτρονικής Διακυβερνήσεως, άρθρο 2) από τά «Πρόσωπα πού εξυπηρετούνται μέ αυτοκίνητα, χωρίς αποκλειστική χρήση» (άρθρο 3). Στά πρόσωπα τού άρθρου 2, τά οποία κατά τήν Υπουργική Απόφαση δύνανται νά εξυπηρετούνται μέ αποκλειστική χρήση κρατικού οχήματος τής Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Διοικήσεως καί Ηλεκτρονικής Διακυβερνήσεως τού Υπουργείου σας, συγκαταριθμείται καί ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών καί πάσης Ελλάδος (περίπτωση β΄ άρθρου 2).

Όπως είχα δηλώσει καί στήν προγενέστερη επιστολή μου, ουδέποτε χρησιμοποίησα ούτε επιθυμώ νά χρησιμοποιώ κρατικό όχημα τού Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρυθμίσεως καί Ηλ. Διακυβερνήσεως, προσέτι δέ, ούτε ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος κυρός Χριστόδουλος δέχθηκε ποτέ νά τύχη αυτής τής διακριτικής μεταχειρίσεως από τό Κράτος βάσει τής προηγούμενης, όμοιας, Υπουργικής Αποφάσεως, πού ίσχυσε κατά τά έτη 2000-2010 (Κ.Υ.Α. 543/5543/2000, ΦΕΚ Β΄ 376).

Εντεύθεν παρακαλώ νά απαλειφθή η συγκεκριμένη διάταξη τής ισχύουσας Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως (άρθρο 2 περίπτωση β΄) περί τής δυνατότητας αποκλειστικής εξυπηρετήσεως τού Αρχιεπισκόπου Αθηνών καί πάσης Ελλάδος μέ κρατικό όχημα, η οποία, παρότι ουδέποτε εφαρμόσθηκε στήν πράξη, παρέχει οπωσδήποτε άδικες εντυπώσεις στόν αναγνώστη της. Υπό άλλη διατύπωση, θεωρώ ότι τό εν λόγω προσωπικό, καί μάλιστα υλικό, κρατικό προνόμιο πρέπει νά καταργηθή, όχι μόνον εν όψει τής τρέχουσας, δύσκολης οικονομικής περιστάσεως τής Πατρίδας, αλλά καί επειδή προϋποθέτει μίαν αντίληψη γιά τήν αλλοίωση τού ρόλου τού Αρχιεπισκόπου από προσώπου εκκλησιαστικής διακονίας σέ φορέα κρατικής εξουσίας, στεκόμενο απέναντι στήν κοινωνία. Η υπονοούμενη αυτή παραδοχή τού κρατικού νομοθέτη αντιλαμβάνεσθε ότι, εκ προϋποθέσεως, δέν δύναται καί δέν πρέπει νά βρίσκη συμφώνους τους ποιμένες τής Εκκλησίας.

Καθ’ όσον οι διαστάσεις τού παρόντος αιτήματος άπτονται ζητημάτων αρχής καί όχι προσωπικής ή συγκυριακής επιλογής, παρακαλώ κ. Υπουργέ νά προχωρήσετε στίς αναγκαίες ενέργειες γιά τήν κατάργηση τής επίμαχης τιμής δημιουργώντας, μέ τήν ευκαιρία τής θητείας σας στό υψηλό κρατικό αξίωμα, βάσιμες προϋποθέσεις γιά τήν έναρξη εξαλείψεως τέτοιων νομικών ρυθμίσεων, οι οποίες δέν συνιστούν ευπρόσδεκτη κρατική προστασία καί αρωγή στό έργο τής Εκκλησίας, αλλά αποτελούν, έστω καί εξ αγαθής προαιρέσεως, νόθευση τού ρόλου τής Εκκλησίας απέναντι στόν Άνθρωπο.

Σάς διατυπώνω, τέλος, καί έναν ακόμη προβληματισμό : αναφέρει η εν λόγω Κ.Υ.Α. ότι «Μέ τά αυτοκίνητα τών υπηρεσιών τους, χωρίς αποκλειστική χρήση, εξυπηρετούνται: … ι) Οι Μητροπολίτες» (άρθρο 3 περ. ι΄).

Αναρωτάται κανείς, εφ’ όσον πρόκειται γιά οχήματα, πού αγοράζονται από πόρους τών Ι. Μητροπόλεων καί όχι τού Δημοσίου, οι δέ Ι. Μητροπόλεις είναι αυτοχρηματοδοτούμενα νομικά πρόσωπα, γιά ποιό λόγο ενδιαφέρεται η Διοίκηση γιά τήν ρύθμιση τής χρήσεώς τους από τούς Αρχιερείς. Υπάρχει ασφαλώς μία νομοθετική εξουσιοδότηση στόν νόμο 2396/1953 (άρθρο 1), η οποία κάμει λόγο γιά τά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Παράλληλα όμως δέν δύναται ευκόλως πλέον νά αγνοηθή όλη αυτή η θεωρητική καί νομολογιακή πρόοδος στό θέμα τού σεβασμού τής αυτοδιοικήσεως τών θρησκευτικών ν.π.δ.δ. από τά ευρωπαϊκά Κράτη, τής οποίας είσθε ασφαλής γνώστης ως εκ τής ακαδημαϊκής πορείας καί μονογραφικής σας ενασχολήσεως μέ τό ζήτημα.

Πρόκειται λοιπόν γιά εσωτερικό ζήτημα διοικήσεως τών θρησκευτικών αυτών νομικών προσώπων, γιά τά οποία ζητήματα φρόνιμο είναι η Πολιτεία νά καταλείπη τήν σχετική ευχέρεια ρυθμίσεώς τους στά όργανα τής Εκκλησίας. Παρακαλώ, συνεπώς, καί γιά τήν απαλοιφή τής ανωτέρω διατάξεως, όπως καί τών διαπνεόμενων από τό αυτό πνεύμα συναφών ρυθμίσεων τού άρθρου 5 παρ. 1.α.2 καί 1.β.10 τής Κ.Υ.Α. πρός συνολική καί συνεπή αντιμετώπιση τού εν λόγω ζητήματος.

Πιστεύω ότι η πρωτοβουλία σας γιά τίς ζητούμενες τροποποιήσεις επί τής παραπάνω Υπουργικής Αποφάσεως θά θέση, μέ τήν αφορμή αυτή, σέ ορθές διαστάσεις τίς σχέσεις τών δυό φορέων, Εκκλησίας καί Πολιτείας, η αρμονική συνεργασία τών οποίων μόνον οφέλη έχει νά παράξη γιά τήν κοινωνία.

Επί δέ τούτοις επικαλούμενος επί τήν υμετέρα Εξοχότητα πλούσια τήν χάρη τού Θεού καί τό άπειρο Αυτού έλεος, διατελώ μετ’ ευχών διαπύρων καί τιμής

† Ο Αθηνών ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Β΄

Ο Αρχιγραμματεύς
† Ο Διαυλείας Γ Α Β Ρ Ι Η Λ