Δημητριάδος Ιγνάτιος: «Ενας θάνατος που γεμίζει και τις καρδιές μας με τη χαρά της αθανασίας»

Loading...


ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

Ως παράδοξο θαύμα χαρακτηρίζει ο την , αφού αντί για θλίψη σκορπά χαρά.

«Αντί για μοιρολόγια αντηχούν ύμνοι πανηγυρικοί στη θεία λατρεία, με μέλος θριαμβευτικό και πνευματική μεγαλοπρέπεια. Μπορεί η Παναγιά μας να βρίσκεται στη νεκρική της κλίνη, τυλιγμένη με το μαφόρι της, δεν κλαίνε όμως οι υμνωδοί», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Αναλυτικά η Εγκύκλιος του Σεβασμιωτάτου

Μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού, στο γιορτάσι της ζωής, παράδοξο θαύμα η Κοίμηση της Θεοτόκου. «Η πηγή της ζωής εν μνημείω τίθεται». Ένα μυστήριο, που κεντά την καλοκαιρινή μας καθημερινότητα με την προοπτική της αιωνιότητας. Ένας θάνατος, που γεμίζει την οικουμένη και τις καρδιές μας με τη χαρά της αθανασίας. Κοιμήθηκε η Παναγιά μας σήμερα, και θαρρείς πως η κάθε θλίψη μεταμορφώθηκε σε αγαλλίαση, και η ελπίδα ζωήρεψε και πλημμύρισε τις ψυχές μας.

Αντί για μοιρολόγια αντηχούν ύμνοι πανηγυρικοί στη θεία λατρεία, με μέλος θριαμβευτικό και πνευματική μεγαλοπρέπεια. Μπορεί η Παναγιά μας να βρίσκεται στη νεκρική της κλίνη, τυλιγμένη με το μαφόρι της, δεν κλαίνε όμως οι υμνωδοί. Μπορεί να έκλεισαν στον κόσμο τούτο τα μάτια Της τα στοργικά, εκείνα που έδιναν παρηγοριά στην ανθρωπότητα, μπορεί να μένουν ακίνητα και σταυρωμένα τα χέρια Της τα άχραντα, εκείνα που κράτησαν και ανέθρεψαν τον Χριστό μας, κανείς όμως δεν θρηνεί. Αντίθετα, οι υμνωδοί με δάκρυα χαράς Της ψάλλουν ύμνους, με καιομένη την καρδιά τους από ένθεο ζήλο, συνεγείρουν τα πάντα σε σκιρτήματα ανεκλάλητης αγαλλίασης. Το διαπιστώνουμε ανθολογώντας από της υμνωδίας το αγιόκλημα κάποιους ενδεικτικούς στίχους: «Τη ενδόξω Κοιμήσει Σου ουρανοί επαγάλλονται… πάσα η γη δε ευφραίνεται» ψάλλει η Εκκλησία μας, και προτρέπει «Ευφραίνου Γεθσημανή» που έχεις θησαυρισμένο το άγιο σκήνωμα της Θεοτόκου… Ας ηχήσουν ευφρόσυνα των θεολόγων οι σάλπιγγες, και ας πλέκει εγκώμια η πολύφθογγη γλώσσα των ανθρώπων. Χαρμόσυνα ας δονείται ο αέρας «απείρω λαμπόμενος φωτί»… ακατάπαυστα ας υμνούν των αγγέλων τα τάγματα…

Κι αν ίσως αναρωτιόμαστε πως δικαιολογείται η έκφραση τόσης χαράς και ενθουσιασμού στους ύμνους της Κοιμήσεως της Παναγιάς μας, αρκεί να εστιάσουμε τον στοχασμό μας στον κατ’ εξοχήν ύμνο της εορτής, που συμψάλλουμε όλοι μαζί θριαμβευτικά, στο απολυτίκιο· τροπάριο, που ενώ αναφέρεται στο θάνατο, κάθε του φράση ξεχειλίζει από ζωή και αισιοδοξία.

«Εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας». Μας εισάγει η πρώτη φράση στο μέγα και παράδοξο μυστήριο, που κατέστησε την Παναγία μας «Μητέρα της Ζωής». Γεννάται εκ Παρθένου η όντως Ζωή. Είναι έκτοτε η Θεοτόκος η «ζώσα και άφθονος πηγή», «η την ζωήν τεκούσα την ενυπόστατον». Και συνεχίζει το απολυτίκιο:

«Εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε». Εμείς οι άνθρωποι εγκαταλείπουμε τον μάταιο τούτο κόσμο την ώρα του θανάτου μας. Δεν τον εγκατέλειψε όμως η Παναγία μας με την Κοίμησή Της, γεγονός που συνιστά υπέρβαση του θανάτου, απόδειξη της ζωής. Η παρουσία Της είναι και σήμερα ακόμη αισθητή μέσα από τα πολυάριθμα θαύματά Της. Ασθενείς θεραπεύονται, χωλοί περιπατούν, άτεκνα ζευγάρια τεκνοποιούν, οικογενειακά προβλήματα επιλύονται, θλιβόμενοι παρηγορούνται. Είναι αισθητή και εξαιρετικά παρήγορη η παρουσία Της στον κόσμο. Εμφανίζεται αθόρυβα, μας αγγίζει ανεπαίσθητα με τη χάρη Της. Περνάει διακριτικά ανάμεσά μας αυτή η Παντοβασίλισσα, χαρίζοντας ουράνια δώρα σε όσους με ταπείνωση Την επικαλούνται.

Αλλά και στον επόμενο στίχο του ύμνου, «Μετέστης προς την ζωήν Μήτηρ υπάρχουσα της ζωής», εκτοπίζεται ο θάνατος, δεσπόζει η ζωή. «Πηγή της ζωής η Θεοτόκος διά του θανάτου πορεύεται προς την ζωήν», γράφει ο ιερός Δαμασκηνός. Γίνεται ο τάφος Της «κλίμαξ προς ουρανόν», ακούσαμε στον Εσπερινό. Και ο υμνωδός με δέος αναφωνεί: «Ζωής υπάρξασα τέμενος, ζωής της αιωνίου τετύχηκε, προς την ζωήν μεταβαίνουσα». Εκείνη, δηλαδή, που υπήρξε ναός της ζωής, οδεύοντας προς τον Αρχηγό της ζωής και Υιό Της, κέρδισε τη ζωή την αιώνια. Θαρρείς σταλάζει ζωή η εορτή της Κοιμήσεως. Τα πάντα θεωρούνται μέσα από την προοπτική της ζωής, και κατατείνουν προς αυτήν. Το υποδηλώνει, άλλωστε, και ο τελευταίος στίχος του ύμνου:

«Και ταίς πρεσβείαις ταίς σαίς λυτρουμένη εκ θανάτου τας ψυχάς ημών». Η λύτρωση από το θάνατο προϋποθέτει κυριαρχία της ζωής. Πράγματι, αν είναι κάτι που κυριολεκτικά συνθλίβει τον άνθρωπο, κάτι που τον τρομοκρατεί και τον εξουθενώνει, αυτό είναι ο θάνατος. Και μόνο στη σκέψη του θρηνεί και οδύρεται. Γι’ αυτό και επιδίδεται σε τιτάνιο αγώνα να τον νικήσει στο μέτρο του δυνατού, να περιορίσει τη φθορά, να επιβραδύνει την έλευσή του. Επιστρατεύει στην προσπάθεια αυτή όλα του τα μέσα: την επιστήμη και την τεχνολογία, τον στοχασμό και τη φιλοσοφία.

Διψάμε οι άνθρωποι για ζωή, και ιδού η Παναγία μας την προσφέρει απλόχερα. Η γλυκύτατη μέριμνά Της δεν περιορίζεται μόνο στο να συντρέχει στα καθημερινά και ασήμαντα του βίου μας ως θερμή προστάτις και βοηθός. Δεν εξαντλείται η στοργή Της στο να μας σώζει από κινδύνους και περιστάσεις οδυνηρές, αλλά παραμένει και μετά θάνατον καταφυγή μας. Με την πανίσχυρη μητρική Της παρρησία μεσιτεύει να λυτρωθούμε από την αιώνια καταδίκη, και να αναδειχθούμε κληρονόμοι της ασύλληπτης δόξας του Υιού της.

Μακαρίζουμε την Παναγία μας σήμερα, καθώς «φαιδρώς ωραισμένη ως νύμφη προς την ζωήν μετέστη» και χαίρει πλησίον του Υιού Της. Μακάριοι όμως είμαστε και εμείς, που απολαμβάνουμε την μητρική προστασία Της υπό την κραταιά Της σκέπη. Γι’ αυτό και οι πανηγυρισμοί μας σήμερα, γι’ αυτό και η ευφρόσυνη ατμόσφαιρα. Αναγεννάται η ελπίδα μας ως επαγγελία ζωής και λύτρωσης από τη φθορά και τον θάνατο. Για τούτο προστρέχουμε στη Χάρη Της με εμπιστοσύνη και συναισθήματα ευγνωμοσύνης και βαθειάς κατάνυξης, αφήνοντας πίσω μας ο,τι περιττό και μάταιο μας βαραίνει. Και η κατάνυξη γίνεται συντριβή, η συντριβή προσευχή και η προσευχή ύμνος στα χείλη μας: «Εν τη Γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε· μετέστης προς την ζωήν, μήτηρ υπάρχουσα της ζωής, και ταίς πρεσβείαις ταίς σαίς λυτρουμένη, εκ θανάτου τας ψυχάς ημών».

Μετά πατρικών ευχών και αγάπης,

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

† O Δημητριάδος Iγνάτιος