Δημητριάδος Ιγνάτιος: «Αναγκαία η παρουσία της Εκκλησίας στο δημόσιο χώρο»

Loading...


Βαρυσήμαντη εισήγηση στο Συνέδριο με θέμα «Εκκλησία και Αριστερά»

Για το ζήτημα της Θρησκευτικότητας και των θρησκευτικών συμβόλων στο δημόσιο χώρο μίλησε ο Σεβ. Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος στο Συνέδριο, με θέμα «Εκκλησία και Αριστερά», που διοργάνωσε στη Θεσσαλονίκη, το Τμήμα θεολογίας του Α.Π.Θ., σε συνεργασία με την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος (22-23/1)

  Ο κ. Ιγνάτιος περιέγραψε την έννοια του δημόσιου χώρου, όπως διαμορφώθηκε στην Ευρώπη, στη διάρκεια των αιώνων και αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις και τους όρους της παρουσίας της θρησκείας στο δημόσιο χώρο.  Η 1η προϋπόθεση είναι «η αυτο-Αποκάλυψη του Θεού στην Ιστορία, που αποτελεί την πρωταρχική αξονική παράμετρο του Ευαγγελικού κηρύγματος…. ο Θεός αποφάσισε να ξεδιπλώσει στην ιστορία ένα σχέδιο που αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ειρηνικής και αρμονικής συμβίωσης των ανθρώπων. Το γεγονός ότι το σχέδιο αυτό λαμβάνει χώρα δημόσια στο πεδίο της Ιστορίας και όχι έξω απ’ αυτήν καθιστά την παρουσία και την μαρτυρία της Χριστιανικής Εκκλησίας στον δημόσιο χώρο αναγκαία για την κήρυξη του Ευαγγελίου, των καλών νέων, χωρίς καμιά διάθεση επιβολής, αλλά με απόλυτο σεβασμό στην ελευθερία του άλλου, όπως ο ίδιος ο Θεός αποδέχθηκε και σεβάστηκε το ξεστράτισμα το λαού Του, χωρίς διάθεση πειθαναγκασμού και εξουσιαστικής επιβολής, αλλά με συγχωρητικότητα και αγάπη. Επομένως, η αποκαλυπτική αφετηρία της Χριστιανικής πίστης δεν συνάδει σε καμιά περίπτωση προς την νεωτερική αξίωση για ιδιώτευση και περιορισμό της θρησκευτικότητας στην ιδιωτική σφαίρα καθώς σε μια τέτοια περίπτωση αυτο-ακυρώνεται ως πρόταση νοήματος ζωής που επιδιώκει καθολικότητα…»

   Η 2η προϋπόθεση είναι ότι «ο ίδιος ο Χριστός δεν απευθύνθηκε στην ιδιωτική σφαίρα της ζωής των ανθρώπων, ούτε σε καμιά περίπτωση αξίωσε να οικειοποιηθεί την συγκαιρινή του κρατική εξουσία για να επιβληθεί, αλλά, αντίθετα, τόλμησε να μαρτυρήσει δημόσια το μήνυμα του Πατέρα του… Ακολουθώντας το πρότυπο αυτό, η Εκκλησία Του, ως το Σώμα Του, οφείλει να μαρτυρεί την μόνιμη Παρουσία Του στον κόσμο, προσφέροντας στον δημόσιο χώρο, απροκατάληπτα και χωρίς φόβο ή πάθος, αλλά με ακόρεστη αγάπη και σεβασμό στον άλλο, το Ευαγγέλιο της σωτηρίας…»

   Η 3η προϋπόθεση είναι η ευεργετική παρουσία του Ευαγγελικού μηνύματος στον κόσμο, σε πάρα πολλά επίπεδα, που οδήγησε «στην δημιουργία κορυφαίων εκφράσεων πολιτισμού, στην ιστορική ανάδειξη της ιδιαίτερης ταυτότητας ολόκληρων εθνών, στην διαμόρφωση ενός διαχρονικού ηθικού αξιακού πολιτισμού, που βρίσκεται στον πυρήνα της ευρωπαϊκής κουλτούρας, έστω κι αν συνειδητά ή ασυνείδητα η Ευρώπη επιχειρεί στις μέρες μας να λησμονήσει την Χριστιανική της ταυτότητα. Ωστόσο αξίες, όπως η ανεξιθρησκεία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η κοινωνική αλληλεγγύη, η αγάπη προς τον πλησίον κ.άλ. μαρτυρούν ότι στο υπόβαθρο του Δυτικού πολιτισμού βρίσκεται η Χριστιανική παράδοση…»

   Στο πλαίσιο αυτό, όπως αναρωτήθηκε ο Σεβασμιώτατος, «θα μπορούσε πράγματι να ισχυριστεί κανείς με σοβαρότητα ότι η εθιμική παρουσία του Εσταυρωμένου στις σχολικές αίθουσες προσβάλλει το θρησκευτικό συναίσθημα αλλόδοξων μαθητών, όταν αυτό που προβάλλεται δεν είναι η ορθόδοξη πίστη, αλλά, καταρχάς, το πρότυπο της αυτοθυσίας και της απροϋπόθετης αυτοπροσφοράς και αλληλεγγύης, ένα πρότυπο που φαντάζει σήμερα πολύ περισσότερο από κάθε άλλη εποχή ιδιαίτερα χρήσιμο και επείγον στην περίπτωση της χώρας μας; Χρειάζεται επομένως κι εδώ μια ιδιαίτερα προσεκτική ανάγνωση και του θέματος της παρουσίας των θρησκευτικών συμβόλων στον δημόσιο χώρο μακριά από ιδεολογικές αγκυλώσεις που απλά αναμασούν παρωχημένα θετικά ή απορριπτικά επιχειρήματα, καθώς είναι εξάπαντος σαφές ότι κάθε σύμβολο, πολύ δε περισσότερο το θρησκευτικό σύμβολο, αποτελεί, όχι καταρχάς ιδεολογική κατασκευή, αλλά μια πολιτισμική έκφραση και οργανική όσμωση με τις επιμέρους πτυχές του συλλογικού βίου των ανθρώπων. Ιδιαίτερα δε η παρουσία τέτοιων συμβόλων σε εκπαιδευτικούς χώρους καλείται να διαδραματίσει ρόλο ενοποιητικό, καλλιεργώντας όχι απλά μια παθητική ανοχή έναντι του άλλου, αλλά την ενεργητική αρμονική συνύπαρξη, ουσιαστική αλληλογνωριμία, αλλά και τον κριτικό διάλογο μεταξύ των διαφορετικών παραδόσεων…»

  Η 4η προϋπόθεση που έθεσε ο κ. Ιγνάτιος είναι ο κοινωνικός χαρακτήρας της Χριστιανικής πίστης. «Η Εκκλησία αποτελεί έναν οργανισμό που θεμελιώνεται στο μοντέλο της κενωτικής και θυσιαστικής ζωής του Ιδρυτή και Κυρίου της Ιησού Χριστού και αποτελεί Εκκλησία στο βαθμό που συγκροτείται ως κοινότητα προσώπων στο κοινό Ευχαριστιακό Δείπνο, όπου υπερβαίνονται κάθε είδους αποκλεισμοί που βασίζονται σε φυλετικά, κοινωνικά κ.ά κριτήρια. Επομένως, η Εκκλησία όχι μόνο δεν μπορεί να αντιτίθεται στον δημόσιο χώρο, φοβούμενη τάχατες την ισότιμη αναμέτρηση με τις όποιες άλλες κοσμοθεωρίες, αλλά, αντίθετα, σε ορισμένο βαθμό λειτουργεί στον πυρήνα της με τη λογική του δημοσίου χώρου, καθώς κάθε μέλος της διαθέτει παρρησία απέναντι στους ισότιμους αδελφούς του, αλλά και έναντι του Θεού και το μοναδικό κριτήριο για την ύπαρξή της είναι η αμοιβαιότητα, η αγάπη, η συγχωρητικότητα και η ελευθερία μεταξύ τους…»

   Υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις, κατέληξε ο κ. Ιγνάτιος «όχι μόνο δεν νομιμοποιείται η απόσταση και η ανασφάλεια της Εκκλησίας έναντι του δημόσιου χώρου, αλλά, αντίθετα, καθίσταται αναγκαία η παρουσία της σ’ αυτόν, καθώς θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως υγιές ανάχωμα απέναντι σε τάσεις που συχνά αναδύονται στην κοινωνία με αφορμή συγκυριακά γεγονότα (πρβλ. την ανάδυση της νεοναζιστικής ιδεολογίας στο πλαίσιο ή με αφορμή την πολύπλευρη κρίση που βιώνει η χώρα μας) και οι οποίες τάσεις θα επιθυμούσαν το γλίστρημα σε προνεωτερικά εξουσιαστικά μοντέλα οργάνωσης του ανθρώπινου βίου…»

       Συμπερασματικά επεσήμανε ότι «το ζητούμενο, επομένως, σήμερα είναι οι θρησκείες και ειδικότερα η Εκκλησία μας, να διαμορφώσουν τον αναγκαίο λόγο και την κατάλληλη πρακτική που θα συμβάλει αποφασιστικά στην εδραίωση και προστασία του δημόσιου χώρου, ως του κατεξοχήν τόπου όπου θα μπορεί να κηρυχθεί η Ευαγγελική αλήθεια..»