Απάντηση στη Μόσχα για τα περί πρωτείου από τον Μητροπολίτη Προύσης

Loading...


Του Ελπιδοφόρου Λαμπρυνιάδου,
Μητροπολίτου Προύσης
Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Α. Π. Θ.

Με πρόσφατον συνοδικήν απόφασίν της[1], η Εκκλησία της Ρωσσίας φαίνεται να επιλέγη διά μίαν εισέτι φοράν[2] την απομόνωσιν τόσον από τον θεολογικόν διάλογον με την Ρωμαιοκαθολικήν Εκκλησίαν όσον και από την κοινωνίαν των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Δύο στοιχεία αξίζουν να σημειωθούν εκ προοιμίου, ενδεικτικά της επιθυμίας της Συνόδου της Εκκλησίας της Ρωσσίας:

Πρώτον, να υπονομεύση το κείμενον της Ραβέννας,[3] επικαλουμένη θεολογικοφανείς λόγους διά να δικαιολογήση την απουσίαν της αντιπροσωπείας της από την συγκεκριμένην ολομέλειαν της διμερούς Επιτροπής (απουσίαν, η οποία υπηγορεύθη, ως οι πάντες γνωρίζουν, υπό άλλων λόγων[4]), και

Δεύτερον, να αμφισβητήση με τον πλέον σαφή και επίσημον τρόπον (δηλαδή με συνοδικήν απόφασιν) το πρωτείον του Οικουμενικού Πατριαρχείου εντός του Ορθοδόξου κόσμου, διαβλέπουσα ότι το κείμενον της Ραβέννας, εις το οποίον συνεφώνησαν όλαι αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι (πλην της Εκκλησίας της Ρωσσίας, βεβαίως), καθορίζει το πρωτείον του επισκόπου εις τα τρία επίπεδα της εκκλησιολογικής δομής της Εκκλησίας (τοπικόν, επαρχιακόν, παγκόσμιον) κατά τρόπον που υποστηρίζει και διασφαλίζει και το πρωτείον της πρωτοθρόνου Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Το κείμενον της θέσεως του Πατριαρχείου Μόσχας διά το «πρόβλημα» (όπως το αποκαλεί) του Πρωτείου εις την ανά την οικουμένην Εκκλησίαν δεν αρνείται θεωρητικώς και τυπικώς ούτε την έννοιαν ούτε την ουσίαν του πρωτείου – και μέχρις εδώ πράττει ορθώς. Το επιπλέον, όμως, το οποίον προσπαθεί να επιτύχη (μάλλον πλαγίως, ως θα καταφανή) είναι η εισαγωγή δύο διακρίσεων αναφορικώς προς την έννοιαν του πρωτείου.

1. Η διάκρισις μεταξύ εκκλησιολογικού και θεολογικού πρωτείου
Η πρώτη διαφοροποίησις εισάγει αντιδιαστολήν μεταξύ του πρωτείου, ως τούτο εφαρμόζεται εις την ζωήν της Εκκλησίας (εκκλησιολογία), και του πρωτείου ως τούτο νοείται εις την θεολογίαν. Ούτω, το κείμενον του Πατριαρχείου Μόσχας αναγκάζεται να υιοθετήση την καινοφανή διάκρισιν μεταξύ αφ’ ενός του «πρωτεύοντος» πρωτείου του Κυρίου και αφ’ ετέρου των «δευτερευόντων» πρωτείων («various forms of primacy… are secondary») των επισκόπων, καίτοι αργότερον εις το ίδιον κείμενον θα διατυπωθή η άποψις ότι ο επίσκοπος εικονίζει τον ίδιον τον Χριστόν (πρβλ. 2:1), τούθ’ όπερ φαίνεται να υπονοή ότι τα πρωτεία είναι ομόλογα η τουλάχιστον ανάλογα και όχι απλώς ομόφωνα. Η έστω και σχολαστική διατύπωσις τοιούτων διακρίσεων μεταξύ «πρώτων» και «δευτέρων» πρωτείων καταδεικνύει την υφέρπουσαν αντίφασιν.

Ο επιδιωκόμενος διαχωρισμός της εκκλησιολογίας από την θεολογίαν (η την Χριστολογίαν) θα είχε καταστραφικάς συνεπείας τόσον διά την μίαν, όσον και διά την άλλην. Εφ’ όσον η Εκκλησία είναι όντως το Σώμα του Χριστού και η φανέρωσις της εν Τριάδι ζωής, τότε δεν ημπορούμεν να ομιλώμεν διά διαφοράς και επιπλάστους διακρίσεις διασπώσας την ενότητα του μυστηρίου της Εκκλησίας, το οποίον συγκεφαλαιώνει τας Θεολογικάς (με την στενήν σημασίαν του όρου) και Χριστολογικάς διατυπώσεις. Εν αντιθέτω περιπτώσει, η εκκλησιαστική ζωή αποκόπτεται από την θεολογίαν και καταλήγει ξηρός διοικητικός θεσμός, ενώ, εξ ετέρου, μία θεολογία δίχως αντίκρυσμα εις την ζωήν και την δομήν της Εκκλησίας καταντά μία στείρα ακαδημαική ενασχόλησις. Κατά τον Μητροπολίτην Περγάμου Ιωάννην, «ο διαχωρισμός των διοικητικών θεσμών της Εκκλησίας από το δόγμα δεν είναι απλώς ατυχής, είναι και επικίνδυνος»[5].

2. Η διάκρισις των διαφορετικών εκκλησιολογικών επιπέδων

Η δευτέρα διαφοροποίησις, την οποίαν, κατά την γνώμην μας, αποπειράται να εισαγάγη το κείμενον του Πατριαρχείου Μόσχας αφορά εις τα τρία εκκλησιολογικά επίπεδα εις την δομήν της Εκκλησίας.

Εδώ φαίνεται να είναι όλον το βάρος του εν λόγω κειμένου. Διαφόρως νοείται και θεσμοθετείται, μας λέγει το κείμενον, το πρωτείον εις το τοπικόν επίπεδον της επισκοπής, και διαφόρως εις το επαρχιακόν επίπεδον της «αυτοκεφάλου αρχιεπισκοπής» (αυτοκεφάλου επαρχιακής συνόδου). Έτι δε διαφόρως ορίζεται εις το επίπεδον της ανά την οικουμένην Εκκλησίας (πρβλ. 3: «Due to the fact that the nature of primacy, which exists at various levels of church order {diocesan, local and universal} vary, the functions of the primus on various levels are not identical and cannot be transferred from one level to another»).

Όπως ισχυρίζεται η απόφασις της Συνόδου, τα τρία ταύτα πρωτεία είναι όχι μόνον διάφορα μεταξύ των, αλλά διαφέρουν και αι πηγαί των: το πρωτείον του τοπικού επισκόπου πηγάζει εκ της αποστολικής διαδοχής (2:1), το πρωτείον του πρώτου της αυτοκεφάλου εκκλησίας πηγάζει από την εκλογήν του υπό της συνόδου (2:2), το δε πρωτείον της καθ’ όλου Εκκλησίας πηγάζει εκ της θέσεως αυτής εις τα δίπτυχα (3:3). Άρα, συμπεραίνει το κείμενον του Πατριαρχείου Μόσχας, δεν ημπορούν τα τρία ταύτα επίπεδα και τα αναλογούντα αυτοίς πρωτεία να συγκριθούν μεταξύ των, ως πράττει τούτο το κείμενον της Ραβέννας στηριζόμενον εις τον 34ον κανόνα των Αγίων Αποστόλων.

Καταφαίνεται ενταύθα η εναγώνιος προσπάθεια της προκειμένης συνοδικής αποφάσεως να καταστήση το πρωτείον ως τι το εξωτερικόν και, επομένως, ξένον προς το πρόσωπον του πρώτου.

Αυτός, εκτιμώμεν, ότι είναι ο λόγος διά τον οποίον το Πατριαρχείον Μόσχας επιμένει τόσον πολύ εις τον καθορισμόν των πηγών του πρωτείου: ο σκοπός είναι να απεξαρτηθή ο πρώτος ως πηγή του πρωτείου, ο πρώτος να είναι αποδέκτης του πρωτείου αντί να είναι η πηγή του. Άραγε η απεξάρτησις αύτη υποδηλοί και την αυτονόμησιν του πρωτείου; Διά την Εκκλησίαν ο θεσμός υποστασιοποιείται πάντοτε εν τω προσώπω. Ουδέποτε δε συναντώμεν απρόσωπον θεσμόν ως θα ήτο το πρωτείον εννοούμενον άνευ του πρώτου. Δέον να διευκρινήσωμεν ενταύθα ότι το πρωτείον εις τον πρώτον υποστασιάζεται εκ τού τόπου, της τοπικής Εκκλησίας, της γεωγραφικής περιφερείας της οποίας ούτος (ο Πρώτος) προίσταται[6]. Εις το σημείον τούτο είναι σημαντικόν να παρατηρήσωμεν τας ακολούθους λογικάς και θεολογικάς αντιφάσεις:
i) Εάν ο Πρώτος είναι αποδέκτης του πρωτείου του, τότε το πρωτείον υπάρχει δίχα και ανεξαρτήτως του Πρώτου, όπερ άτοπον.

Τούτο φαίνεται σαφώς εις την προσφερομένην αιτιολόγησιν διά το πρωτείον του επαρχιακού και του οικουμενικού επιπέδου. Διά το επαρχιακόν επίπεδον, η πηγή του πρώτου θεωρείται η επαρχιακή σύνοδος – ημπορεί όμως να υπάρξη σύνοδος άνευ Πρώτου; Η διαλεκτική σχέσις μεταξύ Πρώτου και συνόδου την οποίαν διατυπώνει ο 34ος Αποστολικός κανών (αλλά και ο 9ος και ο 16ος της Αντιοχείας κατά τους οποίους σύνοδος άνευ πρώτου θεωρείται ατελής) απεμπολείται χάριν μιάς μονομερούς σχέσεως, κατά την οποίαν οι πολλοί συνιστούν τον ένα, τον Πρώτον, εις αντίθεσιν προς πάσαν λογικήν, καθ’ ην ο Πρώτος είναι ο συστατικός παράγων και ο εγγυητής της ενότητος των πολλών.[7]

Δεύτερον παράδειγμα της λογικής αντιφάσεως είναι το παράδειγμα των Διπτύχων. Εις την περίπτωσιν ταύτην το σύμπτωμα λαμβάνεται ως η αιτία και το σημαινόμενον συγχέεται με το σημαίνον. Τα Δίπτυχα δεν είναι η πηγή του Πρωτείου εις διεπαρχιακόν επίπεδον, αλλά ακριβώς η έκφρασίς του –και μάλιστα μία μόνον εκ των εκφράσεών του. Τα Δίπτυχα καθ’ εαυτά αποτελούν πράγματι την έκφρασιν της τάξεως και της ιεραρχήσεως των Πατριαρχείων και των αυτοκεφάλων εκκλησιών, αλλά μία τοιαύτη ιεράρχησις προϋποθέτει τον Πρώτον (και εν συνεχεία τον δεύτερον, τον τρίτον κ.ο.κ.). Δεν ημπορούν τα Δίπτυχα να θεσμοθετούν κατά πρωθύστερόν τι σχήμα το Πρωτείον επί του οποίου ερείδονται.

Διά την κατανόησιν των καινοφανών απόψεων του Πατριαρχείου Μόσχας, ίδωμεν τι θα εσήμαινον πάντα ταύτα εάν τα ανεφέρομεν και τα εφηρμόζαμεν εις την ενδοτριαδικήν πραγματικότητα, την πραγματικήν πηγήν παντός πρωτείου («Ούτως λέγει ο Θεός ο βασιλεύς του ᾿Ισραήλ ο ρυσάμενος αυτόν Θεός σαβαώθ· εγώ πρώτος» Ησ. 44:6).[8]

Παλαιόθεν και συστηματικώς η Εκκλησία εξέλαβε το πρόσωπον του Πατρός ως τον Πρώτον («η μοναρχία του Πατρός»)[9] της κοινωνίας των προσώπων της Αγίας Τριάδος. Εάν γένηται αποδεκτή η λογική της υπό κρίσιν καινοτομίας της Εκκλησίας Μόσχας, οφείλομεν να συμπεράνωμεν ότι ο Θεός Πατήρ δεν είναι ο ίδιος η άναρχος αιτία της θεότητος και της πατρότητος («Τούτου χάριν κάμπτω τα γόνατά μου προς τον πατέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, εξ ου πάσα πατριά εν ουρανοίς και επί γης ονομάζεται» Εφ. 3:15-16), αλλ’ ότι γίνεται αποδέκτης του «πρωτείου» του. Όμως, πόθεν; Από τα άλλα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος; Πως να υποθέσωμεν τούτο χωρίς να ακυρώσωμεν την τάξιν της θεολογίας, ως γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ή, έτι χείρον, δίχως να ανατρέψωμεν – μάλλον δε να «αναμίξωμεν» – τας σχέσεις των προσώπων της Αγίας Τριάδος; Δύναται να «προηγήται» ο Υιός η το Άγιον Πνεύμα του Πατρός;

ii) Όταν το κείμενον της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ρωσσίας δεν δέχεται να αναγνωρίση ένα «οικουμενικόν ιεράρχην» («universal hierarch») με την πρόφασιν ότι η οικουμενικότης ενός τοιούτου ιεράρχου καταργεί την μυστηριακήν ισότητα μεταξύ των επισκόπων («eliminating the sacramental equality of bishops» 3:3) διατυπώνει απλώς μίαν σοφιστείαν. Ως προς την ιερωσύνην των, βεβαίως, όλοι οι επίσκοποι είναι ίσοι, αλλά δεν είναι και ούτε δύνανται να είναι ίσοι ως επίσκοποι συγκεκριμένων πόλεων. Οι ιεροί κανόνες (ως ο 3ος της Β´ Οικουμενικής Συνόδου, ο 28ος της Δ’ και ο 36ος της Πενθέκτης) ιεραρχούν τας πόλεις δίδοντες εις άλλας την Μητροπολιτικήν αξίαν και εις άλλας την Πατριαρχικήν. Μεταξύ δε των τελευταίων ιεραρχούν και πάλιν, δίδοντες εις άλλην τα πρωτεία, εις άλλην τα δευτερεία κ.ο.κ..

Δεν είναι όλαι αι κατά τόπους Εκκλησίαι ίσαι κατά την τάξιν και κατά την αξίαν. Εις τον βαθμόν καθ’ ον επίσκοπός τις δεν είναι ποτέ απολελυμένως επίσκοπος αλλά προεστώς τοπικής Εκκλησίας, δηλαδή πάντοτε επίσκοπος συγκεκριμένης πόλεως (τούθ’ όπερ αναπόσπαστον χαρακτηριστικόν και όρος της επισκοπικής χειροτονίας), τότε και οι επίσκοποι ιεραρχούνται αναλόγως (ήγουν, είναι διάφορος η Μητροπολιτική αξία της Πατριαρχικής, και πάλιν άλλη η αξία των πρεσβυγενών Πατριαρχείων, των κατοχυρωμένων υπό των Οικουμενικών Συνόδων, και άλλη των νεωτέρων Πατριαρχείων). Εις μίαν τοιαύτην ιεράρχησιν, είναι αδιανόητος η μη ύπαρξις πρώτου.[10] Τουναντίον, προσφάτως παρατηρούμεν την εφαρμογήν ενός καινοφανούς πρωτείου, αυτού των αριθμών, εις το οποίον στηριζόμενοι οι σήμερον εγκαλούντες το κανονικόν οικουμενικόν πρωτείον της Μητρός Εκκλησίας, δογματίζουν το αμάρτυρον διά τα θέσμια της Εκκλησίας αξίωμα, μάλλον δε την αξίωσιν ubi russicus ibi ecclesia russicae, ήγουν όπου Ρώσσος εκεί και η δικαιοδοσία της Εκκλησίας Ρωσσίας.

Εις την μακρόχρονον ιστορίαν της Εκκλησίας πρώτος είναι ο Επίσκοπος Ρώμης. Αφ’ ότου διεκόπη η ευχαριστιακή κοινωνία μετ’ αυτού, πρώτος της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι κανονικώς ο Κωνσταντινουπόλεως. Εις την περίπτωσιν του Κωνσταντινουπόλεως παρατηρούμεν την μοναδικήν σύμπτωσιν και των τριών διαβαθμίσεων, ήτοι του τοπικού (Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ρώμης), επαρχιακού (Πατριάρχης) και οικουμενικού η παγκοσμίου (Οικουμενικός Πατριάρχης). Το τρισσόν πρωτείον τούτο μεταφράζεται εις συγκεκριμένα προνόμια, ως το έκκλητον και το δικαίωμα του παρέχειν η αίρειν το αυτοκέφαλον (π.χ. Αρχιεπισκοπαί-Πατριαρχεία Αχρίδος, Πεκίου, Τυρνόβου κ.λπ.), προνόμιον το οποίον ο Οικουμενικός Πατριάρχης ήσκησεν εις περιπτώσεις εισέτι μη κατοχυρωθέντων δι’ αποφάσεων Οικουμενικών Συνόδων νεωτέρων Πατριαρχείων, ων πρώτον αυτό της Μόσχας. Το πρωτείον του Κωνσταντινουπόλεως ουδαμώς σχετίζεται προς τα Δίπτυχα, τα οποία, ως είπομεν, εκφράζουν απλώς και καταγράφουν την ιεράρχησιν ταύτην (την οποίαν, αντιφάσκουσα και πάλιν, η Εκκλησία της Μόσχας εις το εν λόγω κείμενον δέχεται μεν εμμέσως, αρνείται δε ρητώς). Εάν θέλωμεν να ομιλήσωμεν περί πηγής ενός πρωτείου εις την ανά την οικουμένην Εκκλησίαν, αύτη είναι αυτό τούτο το πρόσωπον του εκάστοτε Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος, ως αρχιερεύς είναι μεν πρώτος «μεταξύ ίσων», ως Κωνσταντινουπόλεως, όμως, και συνεπώς ως Οικουμενικός Πατριάρχης, είναι πρώτος δίχως ίσον (primus sine paribus).
____________________________________________
[1] Διαβάζομεν και παραπέμπομεν εις την αγγλικήν μετάφρασιν του κειμένου (Position of the Moscow Patriarchate on the problem of primacy in the Universal Church), ως τούτο εδημοσιεύθη εις τον επίσημον ιστότοπον του Πατριαρχείου Μόσχας: https://mospat.ru/en/2013/12/26/news96344/
[2] Χαρακτηριστικά παραδείγματα άλλων περιπτώσεων αυτοαπομονώσεως συνιστούν η απουσία του Πατριαρχείου Μόσχας εκ του Συμβουλίου Ευρωπαικών Εκκλησιών (Conference of European Churches), καθώς και η παγία πλέον τακτική των εκπροσώπων της Εκκλησίας ταύτης να τελούν την Θείαν Λειτουργίαν κεχωρισμένως από τους λοιπούς εκπροσώπους των Ορθοδόξων Εκκλησιών έγκλειστοι εντός των εκασταχού Πρεσβειών της Ρωσσικής Ομοσπονδίας οσάκις δίδεται ευκαιρία πανορθοδόξου λειτουργίας εις διαφόρους περιστάσεις.
[3] Περί αυτού του ζητήματος έχει ήδη τοποθετηθή ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος εις πρόσφατον άρθρον του δημοσιευθέν την 30ην Δεκεμβρίου 2013 εις τον ιστότοπον http://www.romfea.gr/diafora-ekklisiastika/21337-2013-12-30-03-52-35.
[4] Περί του τι ακριβώς συνέβη εν Ραβέννα το έτος 2007 και περί της αλγεινής εντυπώσεως αυτών, ως τα κατέγραψαν Ρωμαιοκαθολικοί παρατηρηταί, βλ. την ανάλυσιν του Οσιολ. Aidan Nichols, εν τω βιβλίω αυτού Rome and the Eastern Churches (San Francisco: Ignatius, δευτέρα έκδοσις 2010), σσ. 368-9: «In October 2006 [sic], the commission resumed its discussions at Ravenna, though the event was marred by a ‘walkout’ on the part of the Moscow patriarchate’s representative. Bishop Hilarion’s protest was caused not for once by the wrongdoings, real or imagined, of the Catholic Church but by the presence of a delegation from the Estonian orthodox church, whose autocephaly, underwritten by Constantinople, is still denied in Russia. His action demonstrated, of course, the need precisely for a strong universal primacy so as to balance synodality in the Church». Εις άλλον σημείον ο συγγραφεύς τονίζει: «[t]he decision of the Moscow patriarchate in October 2007 to withdraw its representatives from the Ravenna meeting… was not only an irritating impediment to that dialogue; it was precisely the sort of happening that makes Catholics think the orthodox need the pope as much as the pope needs them» (σ. 369).
[5] «Ο Συνοδικός Θεσμός: Ιστορικά, Εκκλησιολογικά και Κανονικά Προβλήματα», Θεολογία 80 (2009), σσ. 5-6.
[6] Ούτως, ο Πατριάρχης Αντιοχείας, καίτοι από καιρού εδρεύει εν Δαμασκώ, παραμένει ο Πατριάρχης Αντιοχείας διά το είναι την Δαμασκόν εντός του κλίματος της γεωγραφικής δικαιοδοσίας της εκκλησίας ταύτης.
[7] Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου, «Recent Discussions on Primacy in Orthodox Theology» εις τον τόμον The Petrine Ministry: Catholics and Orthodox in Dialogue, επιμέλεια Walter Cardinal Kasper, (Νέα Υόρκη: The Newman Press, 2006), σσ. 231-248. Όρα επίσης του ιδίου, «Η Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία στην Ορθόδοξη Παράδοση» Θεολογίa 80 (2009), σ. 23..
[8] Προσωπικώς έχομεν διατυπώσει σχετικώς εις την εκφωνηθείσαν εν τη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού Βοστώνης ομιλίαν μας τα εξής: «Indeed, in the level of the Holy Trinity the principle of unity is not the divine essence but the Person of the Father (“Monarchy” of the Father), at the ecclesiological level of the local Church the principle of unity is not the presbyterium or the common worship of the Christians but the person of the Bishop, so to in the Pan-Orthodox level the principle of unity cannot be an idea nor an institution but it needs to be, if we are to be consistent with our theology, a person» (http://www.ecclesia.gr/englishnews/default.asp?id=3986).
[9] «Ημίν δε μοναρχία το τιμώμενον» γράφει άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος εις τον Τρίτον Θεολογικόν του Λόγον (ΒΕΠΕΣ, 59, σ. 239). Η έννοια της μοναρχίας συνάδει προς την «τάξιν θεολογίας» (Θεολογικός Πέμπτος, σ. 279). Η Παναγία Τριάς δεν αποτελεί μίαν ομοσπονδίαν προσώπων. Ο Θεολόγος των Πατέρων ομιλεί περί μοναρχίας και πρωτείου του Θεού και Πατρός.
[10] Το επιχείρημα τούτο έχει διατυπωθή με σαφήνειαν υπό του John Manoussakis εις το «Primacy and Ecclesiology: The State of the Question» εις τον συλλογικόν τόμον Orthodox Constructions of the West, επιμέλεια Aristotle Papanikolaou και George Demacopoulos (New York: Fordham University Press, 2013) σ. 233.