Απάντηση σε βασικά ερωτήματα που σχετίζονται με την απόφαση για τα Θρησκευτικά

Loading...


Της Ελένης Βασσάλου, Θεολόγου

Απάντηση σε βασικά ερωτήματα που σχετίζονται με την απόφαση 115/ 2012 του Διοικητικού Εφετείου Χανίων παρέχει με άρθρο της η θεολόγος κα Ελένη Βασσάλου. Ολόκληρο το άρθρο έχει ως εξής: 

1.    α) Η Απόφαση του Εφετείου Χανίων αφορά παράλειψη ενέργειας  του  τοπικού Δ/ντη Εκπ/σης;
           β)  Είναι τελεσίδικη;
               Η υπόθεση των απαλλαγών από το μάθημα των Θρησκευτικών οδηγήθηκε στο Διοικητικό Εφετείο Χανίων, όταν η ΕΛΜΕ Χανίων έστειλε έγγραφο προς τους Διευθυντές των Γυμνασίων και Λυκείων του Νομού, να δέχονται αιτήσεις απαλλαγής από «οποιοδήποτε μαθητή για λόγους συνείδησης χωρίς αιτιολόγηση», υποκαθιστώντας έτσι το θεσμικό ρόλο και τις αρμοδιότητες της Πολιτείας (Υπουργείο Παιδείας και Δ/νση Β/θμιας). Αυτή η ενέργεια ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι – επιτρέψτε μου, της προσχεδιασμένης – υποτίμησης, κατασυκοφάντησης και διασυρμού του μαθήματος των Θρησκευτικών. Επειδή όμως αυτή η κατάσταση ξεκίνησε με την 91109/Γ2 /10/07/2008 εγκύκλιο (Γ. Γούση) Στυλιανίδη, την οποία επικαλέστηκε η ΕΛΜΕ – μολονότι η τρίτη εγκύκλιος 109744 / Γ1 /26/8/2008 τελικά διευκρινίζει ότι «οι μη Ορθόδοξοι μαθητές δηλ. οι αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι… απαλλάσσονται από το μάθημα των Θρησκευτικών…» – η αίτηση των εννέα Θεολόγων των Χανίων στρέφεται «ΚΑΤΑ 1) Του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, κατοίκου Αθηνών. 2) Της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Χανίων, νομίμως εκπροσωπουμένης υπό του Προϊσταμένου αυτής». Ως εκ τούτου, η απόφαση 115/ 2012 αφορά τα σχολεία Δημοτικής και Μέσης Εκπαιδεύσεως της Ελλάδος και όχι αποκλειστικά εκείνα του Ν. Χανίων.
 Η απόφαση θεμελιώνεται στις επιταγές του Συντάγματος, των νόμων της Ελληνικής Πολιτείας, των Διεθνών Συμβάσεων, των σχετικών αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ως και του Συμβουλίου της Επικρατείας της χώρας μας. Είναι δεσμευτική για το Υπουργείο Παιδείας και δεν εφεσιβάλλεται στο ΣτΕ. Είναι τελεσίδικη. Η εκδίκαση της υποθέσεως από το Διοικητικό Εφετείο Χανίων, έγινε κατά νόμιμη μεταφορά αρμοδιότητος από το ΣτΕ στα Δευτεροβάθμια Διοικητικά Δικαστήρια εν προκειμένω στο Διοικητικό Εφετείο Χανίων, και τούτο για αποσυμφόρηση του ΣτΕ (βλ. άρθρο 1, εδάφιο δ΄ του Ν. 702/ 1977).
2. Σε ποια σελίδα της απόφασης 115/2012 αναφέρεται η φράση «το μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει να έχει χαρακτήρα Ορθόδοξο χριστιανικό»;
  Η απόφαση 115/ 2012 δέχεται στο σκεπτικό της παρ. 9 στη σελ 10 ότι το μάθημα των Θρησκευτικών κατά το Ορθόδοξο δόγμα συνδέεται άρρηκτα με «το ισχύον Σύνταγμα 1975/1986/2001, στην κεφαλίδα του οποίου γίνεται ρητή επίκληση της «Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος» ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 3, ότι: «1. Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις…».
  Αυτή η ρητή αναφορά συνδυάζεται αρμονικά με την επίσης ρητή αναφορά στη διάταξη του άρθρου 13 , με το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος, με τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης της 4ης Νοεμβρίου 1950, με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ ΟΛ. 2281/2001 και ΣτΕ 582/2011 (σελ. 11-12)
Στην παρ. 11, σελ. 13 η εν λόγω απόφαση δέχεται ρητά: «…συνάγεται, (ΣτΕ 2176/1998, 3356/1995) ότι σκοπός της παρεχομένης στα σχολεία παιδείας είναι, μεταξύ των άλλων, και η «ανάπτυξη» σε τουλάχιστον επαρκή βαθμόν, της θρησκευτικής συνείδησης των ελληνοπαίδων σύμφωνα με τις αρχές του ορθοδόξου χριστιανικού δόγματος, η διδασκαλία του οποίου είναι, ως εκ τούτου, υποχρεωτική, όπως είναι υποχρεωτική και η παρακολούθηση από τους μαθητές, οι οποίοι ανήκουν στην «κατ’ Ανατολάς Ορθόδοξον Χριστιανικήν Εκκλησίαν» του μαθήματος των θρησκευτικών το οποίο «ενόψει των εκτεθέντων» πρέπει να διδάσκεται σύμφωνα με τις αρχές της Ορθόδοξης Χριστιανικής θρησκείας (βλ. ΣτΕ 3356/1995, 3533/1986) και επί ικανό αριθμό ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως…».
      Στην ίδια παράγραφο σελ. 15, αναφέρεται ρητά η διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 1566/1985 ότι «σκοπός της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι να … υποβοηθεί τους μαθητές α)… και να διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της Ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης…».
  Στην παρ. 12, σελ. 16 η εν λόγω απόφαση αναφέρει ρητά: «Επειδή, τέλος, όπως επίσης έχει κριθεί, προκειμένου να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος και να καταστεί δυνατή η «ανάπτυξις», σε τουλάχιστον επαρκή βαθμό, της θρησκευτικής συνείδησης των προαναφερθέντων μαθητών και μάλιστα σύμφωνα προς τις αρχές της ορθοδόξου χριστιανικής πίστης, επιβάλλεται όπως η Πολιτεία, με τη λήψη των καταλλήλων, κατά περίπτωση, νομοθετικών και κανονιστικών μέτρων, εξασφαλίζει τη διδασκαλία του κατά τα άνω μαθήματος των θρησκευτικών στους εν λόγω μαθητές, όπως με την κατάρτιση των προγραμμάτων διδασκαλίας με ύλη σύμφωνα με το δόγμα της χριστιανικής διδασκαλίας, επί ικανόν αριθμό ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως κλπ. (βλ. 2176/1998, ΣτΕ 335611995). Σχετικώς στη σελ. 25 της ιδίας αποφάσεως αναφέρεται ότι: «η κατά τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 16 παρ. 2 ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των ορθόδοξων μαθητών προεχόντως κατά τη χριστιανική διδασκαλία».
Δέχεται και συγχρόνως επισημαίνει η απόφαση ότι το κράτος έχει την υποχρέωση και το καθήκον «να εξασφαλίζει στους μαθητές εκτός από τη γενική παιδεία και την ανάπτυξη (της εθνικής και) της θρησκευτικής συνείδησης, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να διασφαλίζεται σε επαρκή βαθμό η διδασκαλία του ορθόδοξου χριστιανικού δόγματος. Ο ειδικότερος αυτός σκοπός της παιδείας υλοποιείται με την πρόβλεψη του μαθήματος των θρησκευτικών ως υποχρεωτικού μαθήματος του σχολικού προγράμματος, όπως υποχρεωτική είναι και η παρακολούθηση από τους μαθητές, οι οποίοι ανήκουν στην «κατ’ Ανατολάς Ορθόδοξον Χριστιανικήν Εκκλησίαν», του μαθήματος των θρησκευτικών το οποίο, κατά τα ανωτέρω, πρέπει να διδάσκεται προεχόντως σύμφωνα με τις αρχές της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας…», «…η Ορθοδοξία αποτελεί διάσταση της εθνικής μας ταυτότητας, είναι συνυφασμένη με την ιστορία του ελληνικού έθνους, αποτελεί ταυτόχρονα πολιτισμικό μέγεθος και ότι το μάθημα βοηθά το μαθητή σε γενικότερους προβληματισμούς … » (σελ.19).
 Το δικαστήριο αποφαίνεται περαιτέρω ότι «η ποσοτική υπεροχή της διδασκαλίας της χριστιανικής θρησκείας στο σχολικό πρόγραμμα δεν συνιστά από μόνη της παραβίαση της διάταξης, ενόψει και της σημασίας του χριστιανισμού στην ιστορία και την παράδοση της χώρας…» (σελ. 20-21), ενώ «το υποχρεωτικό αυτού και με περιεχόμενο προεχόντως υπέρ συγκεκριμένου δόγματος απαντάται και σε άλλες χώρες» (σελ.21).
  Η ίδια απόφαση επισημαίνει ότι «στο Ενιαίο Πλαίσιο Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά του 1998, ως σκοπός της διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών ορίζεται η «καλλιέργεια του ορθόδοξου εκκλησιαστικού χριστιανικού φρονήματος και η πορεία της ζωής των μαθητών σύμφωνα με αυτό» (βλ. Ενιαίο Λύκειο, Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών, εκδ. Οργανισμός Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων, Αθήνα 1998, σ. 307) (σελ. 22).
 Η απόφαση κάνει δεκτό, με βάση το ισχύον βιβλίο της Α΄ Λυκείου με τον τίτλο «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΙΑ», ότι το μάθημα των Θρησκευτικών «δεν αντιτίθεται στις απαιτήσεις του πλουραλισμού, της πολυφωνίας και της πολυπολιτισμικότητας (βλ ΕυρΔΔΑ, Αποφάσεις FoIger0 και Zengin, ως ανωτέρω, όπου κρίθηκε ότι αν και το περιεχόμενο του προγράμματος ενός μαθήματος «χριστιανισμού, θρησκείας και φιλοσοφίας», και «θρησκευτικός πολιτισμός και ηθική» αφιέρωναν μεγαλύτερο μέρος στην εκμάθηση του χριστιανισμού… από ό,τι στις άλλες θρησκείες και φιλοσοφίες, αυτό δεν συνιστούσε καθεαυτό μια παραβίαση των αρχών του πλουραλισμού και της αντικειμενικότητας ούτε οδηγούσε σε κατήχηση, λαμβανομένου υπόψη της θέσης του χριστιανισμού στην ιστορία… αλλά ακριβώς τις θεμελιώνει, ο δε υποχρεωτικός χαρακτήρας του όχι μόνο δεν αναιρεί αλλά επισφραγίζει το σεβασμό των οποιωνδήποτε διαφορετικών πεποιθήσεων, όπως και ιστορικά αναδεικνύεται η μακρά συνύπαρξη με αλλόφυλους και αλλόθρησκους (σελ. 24).
Κατά την ως άνω δικαστική απόφαση επιβάλλεται «οι Διευθυντές των σχολικών μονάδων… να ελέγξουν τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων (λόγων) απαλλαγής…. α) προκειμένου… να διασφαλίζεται… σε επαρκή τουλάχιστον βαθμό η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης διά της διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών προεχόντως κατά τη Χριστιανική διδασκαλία…» (σελ. 26).
    Άλλωστε, ακριβώς επειδή η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών θα πρέπει να είναι σύμφωνη προς τις αρχές της Ορθοδόξου χριστιανικής πίστεως, γι’ αυτό δε νοείται απαλλαγή Ορθοδόξου μαθητή από το εν λόγω μάθημα, καθόσον όχι μόνο δε μεταβάλλεται η θρησκευτική του συνείδηση, αλλ’ αναπτύσσεται, σύμφωνα με την επιταγή του Συντάγματος, ο δε μαθητής από την πλευρά του συμπράττει στην υλοποίηση αυτής της επιταγής  (σελ. 26).
3.    Ποια σημασία έχει η διατύπωση «προεχόντως»;
         Όπως καταφαίνεται, η απόφαση 115/2012 θέτει τέρμα στη διαμάχη αναφορικά με τον προσανατολισμό του μαθήματος, αν θα είναι ομολογιακό, γνωσιολογικό, κατηχητικό, πλουραλιστικό, πολιτισμικό, θρησκειολογικό κ.α., αφού ρητά ορίζει ότι το μάθημα αυτό «πρέπει να διδάσκεται προεχόντως σύμφωνα με τις αρχές της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας». Ο Ορθόδοξος προσανατολισμός του μαθήματος των Θρησκευτικών δε συνιστά «καθεαυτό μια παραβίαση των αρχών του πλουραλισμού και της αντικειμενικότητας ούτε οδηγεί σε κατήχηση, λαμβανομένου υπόψη της θέσης του χριστιανισμού στην ιστορία… αλλά ακριβώς τις θεμελιώνει, ο δε υποχρεωτικός χαρακτήρας του όχι μόνο δεν αναιρεί αλλά επισφραγίζει το σεβασμό των οποιωνδήποτε διαφορετικών πεποιθήσεων, όπως και ιστορικά αναδεικνύεται η μακρά συνύπαρξη με αλλόφυλους και αλλόθρησκους» (σελ. 24).
           Καταλήγοντας, ο όρος «προεχόντως» δεν καθορίζει μόνο «την ποσοτική υπεροχή της διδασκαλίας της χριστιανικής θρησκείας» (σελ. 20), αλλά, και τούτο είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, ότι «μέσα από το μάθημα αυτό προβάλλεται στο χώρο της ελληνικής παιδείας προεχόντως τόσο ο ορθόδοξος χριστιανικός πολιτισμός όσο και ο τρόπος ζωής της ζώσας για όλους σχεδόν τους Έλληνες εκκλησιαστικής παράδοσης», ενώ η διδακτέα ύλη του μαθήματος πρέπει να είναι σύμφωνη προς τις αρχές της Ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας (σελ. 19, 25, 26).
4.  Το νέο Πρόγραμμα Σπουδών είναι απολύτως συμβατό με την απόφαση 115/2012 του Εφετείου Χανίων;
         Το Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου, 2011 (Π.Σ.), έχει ιδιότυπη σχέση με τις αρχές της Ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας. Τις χρησιμοποιεί μεν, αλλά δεν τις σέβεται. Έντεχνα καταργεί τα θεμελιώδη δόγματα της Ορθόδοξης χριστιανικής πίστεως ότι η Αγία Τριάδα είναι ο Θεός και δημιουργός του ανθρώπου και του κόσμου, ο Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος Θεάνθρωπος και Σωτήρας, το Άγιο Πνεύμα φωτίζει και σώζει τον κόσμο εν Χριστώ και διά της Εκκλησίας, η Αγία Γραφή κατέχει αποκλειστικά την αλήθεια για τη θέωση του ανθρώπου.
 Επεμβαίνει – ιεροσυλεί στα εδάφια της Αγίας Γραφής. Χρησιμοποιεί όσα εδάφια εκλαμβάνει ότι δεν έχουν ομολογιακό – κατηχητικό χαρακτήρα, προκειμένου δε να τα συνδυάσει με τις διαθρησκειακές αξίες, άλλα παραλείπει ή αποκρύπτει ως δήθεν μονοφωνικά και αποκλειστικά (π.χ. Π.Σ. σελ. 11-12, 43, 44, 51), άλλα τα χρησιμοποιεί μεν, αλλά τα προσανατολίζει έντεχνα προς δευτερεύοντες στόχους (π.χ. Π.Σ. σελ. 30, 38), ενώ υποβιβάζει το πρόσωπο του Χριστού σε απλό δάσκαλο (π.χ. Π.Σ. σελ. 44, 48) κ.α.   
 Το εν λόγω Πρόγραμμα υποτάσσει τις αλήθειες της Ορθόδοξης χριστιανικής πίστης στο κεντρικό του δόγμα, να μην υπάρχει αποκλειστικότητα κάποιας θρησκείας αναφέροντας ότι: «Η σχολική θρησκευτική εκπαίδευση χρειάζεται να υπερβεί πρακτικές μονοφωνίας και αντιλήψεις αποκλειστικότητας» (Π.Σ. σελ.12). Αυτό το «δόγμα» στήνεται προσχηματικά μέσα από λογικοφανείς δικαιολογίες: τον υπερφυλετικό, υπερεθνικό και οικουμενικό, χαρακτήρα του χριστιανικού μηνύματος, την πολυπολιτισμική, πολυφυλετική και  πολυθρησκευτική δομή των σύγχρονων κοινωνιών, την ανάγκη για διαχριστιανική και διαθρησκειακή επικοινωνία (Π.Σ. σελ.10), «το δικαίωμα όλων των παιδιών για θρησκευτική εκπαίδευση», να είναι το μάθημα των Θρησκευτικών για «όλα τα παιδιά χωρίς καμία διάκριση και ανεξάρτητα από τη θρησκευτική ή μη δέσμευσή τους», τους κινδύνους «που προκύπτουν από τη θρησκευτική απομόνωση και τις ποικίλες πολιτικές ή ιδεολογικές χρήσεις της θρησκείας». (Π.Σ. σελ.11).
Γι’ αυτό παρουσιάζει εκ παραλλήλου το Χριστιανισμό και τα θρησκεύματα, τα δε επιμέρους χαρακτηριστικά τους ως αντίστοιχα και ισοδύναμα, ενώ αυτά κατ’ ουσίαν είναι ανόμοια ή αντίθετα. Π.χ. Ο Θεός και οι θεότητες (Π.Σ. σελ. 71, 76). Οι ιδρυτές των θρησκειών, οι Προφήτες, οι δάσκαλοι, οι άγιοι των θρησκειών (Π.Σ. σελ. 48, 57, 62, 72, 91- ΟΔ. ΕΚΠ. σελ. 53). Τα ιερά κείμενα, τα σύμβολα (Π.Σ. σελ. 31, 37, 44, 45, 49, 51, 73). Οι τελετουργίες, οι γιορτές, τα έθιμα (Π.Σ. σελ. 29, 31, 32, 41, 59). Η προσευχή και η άσκηση στο Χριστιανισμό και τις θρησκείες (Π.Σ. σελ. 38, 48, 50). Οι θρησκείες ως πηγή ελπίδας για σωτηρία, χωρίς να διακρίνει ποια εξ αυτών μετέχει στην αλήθεια του Θεού ή αποτελεί συνονθύλευμα πλανεμένων αντιλήψεων, μαγικοθρησκευτικών παραδόσεων και πρακτικών (Π.Σ. σελ.12, 18, 92, 93). Τα χαρίσματα των πιστών, χωρίς να διακρίνει αν πηγάζουν από το Άγιο Πνεύμα ή από τις δαιμονικές πλεκτάνες  (Π.Σ. σελ. 91). Αποδέχεται συλλήβδην κάθε αντίληψη ως «ποικιλία προσανατολισμών, όπως εκδηλώνονται στην καθημερινή ζωή» (ΟΔ. ΕΚΠ. σελ. 67).
Ακόμη και η διατύπωση του Ν. 1566/1985 ότι «σκοπός της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι να … υποβοηθεί τους μαθητές α)… να διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της Ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης…» και άρθρο 6 παρ. 2 που αφορά τους μαθητές του λυκείου «να συνειδητοποιούν τη βαθύτερη σημασία του ορθόδοξου χριστιανικού ήθους και της σταθερής προσήλωσης στις πανανθρώπινες αξίες…»  ενοχλεί το εν λόγω Πρόγραμμα Σπουδών, διότι αυτή η «διατύπωση “νομιμοποιεί”, κατά κάποιο τρόπο, τον ομολογιακό και κατηχητικό χαρακτήρα του μαθήματος» (Π.Σ. σελ. 8), ευνοεί «την περιχαράκωσή του εντός της Ορθοδοξίας, “επιτρέποντας” τη διολίσθηση της διδασκαλίας στην κατήχηση, παρά τη νηφαλιότητα των νέων ΑΠ και βιβλίων» (ΟΔ. ΕΚΠ. σελ. 22-23).
 Όπως προκύπτει από το σύνολο των προαναφερθέντων, το Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου, 2011 δεν έρχεται μόνο σε ευθεία αντίθεση με τη ρητή διατύπωση της αποφάσεως 115/2012 του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, ότι το μάθημα «πρέπει να διδάσκεται προεχόντως σύμφωνα με τις αρχές της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας», αλλά εν τέλει στρέφεται εναντίον του Ορθόδοξου μαθήματος, το οποίο πλέον είναι ορατό να μετατραπεί, εύκολα, σε χώρο υποδοχής της σύγχρονης παραθρησκευτικής δράσεως και εκμετάλλευσης, επειδή οι συγκρητιστικές ιδέες του εν λόγω Προγράμματος Σπουδών άνετα λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία με τις ιδέες της Θεοσοφίας, της Μασονίας, κ.α. ομάδων της Νέας Εποχής.
Επομένως ο ισχυρισμός ότι το νέο Πρόγραμμα Σπουδών είναι απολύτως συμβατό με την απόφαση 115/2012 του Διοικητικού Εφετείου Χανίων δεν ευσταθεί. Αυτή η θέση θυμίζει, μάλιστα, τους ισχυρισμούς των συντακτών του Προγράμματος Σπουδών ότι το νέο μάθημα των Θρησκευτικών είναι «εγκεντρισμένο στην Ορθόδοξη παράδοση» (Π.Σ. σελ. 10, 23) και ότι «η περιεκτική αντίληψη…και η θεμελίωση της χριστιανικής μαρτυρίας στη σχολική εκπαίδευση σε ένα άλλο υψηλότερο πνευματικό και θεολογικό επίπεδο προφυλάσσουν την ίδια τη Θεολογία από εκτροπές…» (Π.Σ. σελ. 16), ισχυρισμοί που δεν είναι μόνο εντελώς αβάσιμοι, αλλά προδήλως σκοπεύουν στη συσκότιση της αλήθειας.



Ετικέτες