Ανεργία και αξιοπρέπεια

Loading...


Του Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου, Άρθρο στην Εφημερίδα Δημοκρατία 

Αν υπάρχει μία κατάσταση, η οποία θα μπορούσε ανεπιφύλακτα να περιγραφεί ως κοινωνικός καρκίνος, αυτή είναι η ανεργία.

Πρόκειται για κατάσταση απόλυτα διαβρωτική για κάθε συλλογική προσπάθεια, χωρίς διακρίσεις ηλικίας, μορφωτικού επιπέδου ή προηγούμενης επιτυχημένης επαγγελματικής διαδρομής.

Χτυπάει την πόρτα απροειδοποίητα, ανατρέποντας σχεδιασμούς, όνειρα, ακόμη και την προοπτική μιας στοιχειώδους διαβίωσης. Με βίαιο τρόπο επαναφέρει μεγάλες ομάδες πληθυσμού στην απεγνωσμένη αναζήτηση ικανοποίησης στοιχειωδών αναγκών, όπως η πείνα ή η αντιμετώπιση του κρύου, ρίχνοντας κατακόρυφα την ποιότητα της κοινωνικής ζωής, καθώς, πνευματικές αναζητήσεις, καλλιτεχνικές δραστηριότητες και συλλογικές δράσεις φαντάζουν ως περιττή πολυτέλεια.

Οι καταστροφικές επιδράσεις της ανεργίας, όμως, δεν περιορίζονται μόνο σε κοινωνικό επίπεδο. Οι επιπτώσεις της κλονίζουν το νόημα της ζωής των ανθρώπων, κλονίζουν διαπροσωπικές σχέσεις, κλονίζουν οικογενειακές ισορροπίες. Σε μια κοινωνία μάλιστα, που επί δεκαετίες άντλησε νόημα αποκλειστικά από την δυνατότητα για κατανάλωση και την ανέλιξη στην πυραμίδα της επαγγελματικής επιτυχίας, η απώλεια της εργασίας ισοδυναμεί με «άδειασμα» ζωής και υποβιβασμό της αυτοεκτίμησης στο επίπεδο του «άχρηστου».

Αναρωτιέται, πράγματι, κανείς, ποιον να προφυλάξει πρώτον, από αυτό το έσχατο κοινωνικό και ψυχολογικό αδιέξοδο: Τον μεσήλικα, που βλέπει να αμφισβητούνται με κάθε τρόπο κόποι και προσπάθειες μιας ζωής; Μήπως αυτόν που βρίσκεται στο μέσον της επαγγελματικής του διαδρομής και βλέπει να φράζεται ξαφνικά ο δρόμος του, εν μέσω της πιο παραγωγικής του ηλικίας; Ή τον νέο άνθρωπο, που τα όνειρά  του περιφέρονται ανέλπιδα από βιογραφικό σε βιογραφικό και ευτελίζονται, τελικά, στον συμβιβασμό για μια θέση «ό,τι νά  ΄ναι»;

Χωρίς καμιά αμφιβολία, το θέμα της ανεργίας δεν προσφέρεται μόνο για αναλύσεις. Δίνει αφορμή και για οργανωμένες συλλογικές δράσεις, συστηματικές προσπάθειες και στοχευμένο κοινωνικό οραματισμό. Δυστυχώς, στην πατρίδα μας κάθε τέτοια σοβαρή πρωτοβουλία έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Παραμένουμε δέσμιοι νοοτροπιών που αρέσκονται να δαιμονοποιούν τους πάντες και τα πάντα: τράπεζες, επενδυτές, θεσμούς, συλλογικά όργανα, διεθνείς οργανισμούς. Ένοχος πάντα κάτι άλλο και κάποιος άλλος. Και πίσω από αυτά,  η ανέντιμη και τελικά καταστροφική νοοτροπία μας να διαμορφώνουμε ελαστικούς νόμους και κανόνες, με κριτήριο, όχι τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, αλλά το γρήγορο και εύκολο ατομικό βόλεμα, με παντελή απουσία μιας σοβαρής αυτοκριτικής και  μιας έντιμης δέσμευσης απέναντι σε ένα πλαίσιο ισονομίας και διαφάνειας.

    Μπροστά στο όντως σκληρό και ενίοτε απάνθρωπο οικονομικό σύστημα, οι επιλογές είναι δύο:
    Ή το αρνείσαι ολοσχερώς ή αγωνίζεσαι να βελτιώνεις διαρκώς τη θέση σου, διεκδικώντας δυναμικά ρόλο στη διαμόρφωση των κανόνων του.
    Δεν μπορεί, αίφνης, να έχουμε πολυπόθητες επενδύσεις και συγχρόνως ανεπιθύμητους επενδυτές. Αντί να αναλωνόμαστε σ΄ αυτόν τον παραλογισμό, είναι προτιμότερο, μπροστά στην αχαλίνωτη αναζήτηση κέρδους από ένα παγκοσμιοποιημένο οικονομικό σύστημα, να διεκδικήσουμε, όλο και περισσότερο, την θέσπιση κανόνων με κριτήριο την ανθρωπιά και τη δικαιοσύνη. Η έκβαση, όμως, αυτής της διαπραγμάτευσης, ακόμη και της σύγκρουσης, θα εξαρτηθεί και από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας που θα διαπραγματευτεί και θα συγκρουστεί. Μια κοινωνία με ισονομία, σοβαρότητα, αίσθημα προσωπικής ευθύνης, εργατικότητα, δυναμισμό, ποιότητα και υποταγή της εγωπάθειας στο συλλογικό όραμα, θα διαμορφώσει επενδυτικό περιβάλλον με ανάλογη σοβαρότητα σχεδιασμού, προοπτικές για κοινά οφέλη και ελπίδα μιας ισορροπημένης ανάπτυξης.

    Το μεγαλύτερο, όμως, κέρδος από μια τέτοια αλλαγή νοοτροπίας, θα είναι ο σεβασμός από φίλους και αντιπάλους κάθε είδους, ως αποτέλεσμα της αξιοπρέπειας και του σεβασμού απέναντι στους εαυτούς μας, την κοινωνία και την πατρίδα μας.