Αναφορά του Αρχιμ. Ιγνατίου Σταυρόπουλου στον Αμερικανό πρέσβη

Loading...


Αναφορά ενώπιον του Αμερικανού Πρέσβυ, του Αρχιμ. Ιγνάτιου Σταυρόπουλου, γιά καταπάτηση των δικαιωμάτων ελευθερίας της λατρείας και ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως στην Εκκλησία Ελλάδος

Αξιότιμε κ. Πρέσβυ,
Πληροφορούμενοι με ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι, εντελώς πρόσφατα (23-11-2012), η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ εξέλεξε και πάλι τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής για μια δεύτερη θητεία στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Ηνωμένων Εθνών… αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό την ιδιαίτερη βαρύτητα αλλά και επιρροή, σε οικουμενικό επίπεδο,που έχουν μέχρι σήμερα οι ετήσιες εκθέσεις της Χώρας σας σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα, επιτρέψτε μας, παρακαλούμε, να θέσουμε υπόψη σας τα ακόλουθα σημαντικά:

[1]Όπως είναι γνωστό, η ολοένα και ευρύτερη συνειδητοποίηση από τα σύγχρονα δημοκρατικά κράτη και τους διεθνείς φορείς ή οργανισμούς, της καθοριστικής σημασίας που ενέχει το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, για την ομαλή συμβίωση στις σύγχρονες κοινωνίες, είχε ως θεσμικό αποτέλεσμα την κατοχύρωση του δικαιώματος αυτού από αυξημένης ισχύος νομικά κείμενα, όπως είναι τα κρατικά συντάγματα και οι διεθνείς διακηρύξεις ή συμβάσεις. Με τον τρόπο αυτόν, η προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας επιτυγχάνεται σήμερα μέσα από ένα ευρύ πλέγμα ρυθμίσεων, το οποίο ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας, ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συγκροτείται κυρίως από τις διατάξεις του άρθρ. 13 του Συντάγματος 1975 και τις σχετικές με την προστασία του ίδιου δικαιώματος ρυθμίσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου(Ρώμη, 1950).

Το γενικού περιεχομένου δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, που αποτελεί προέκταση και συμπλήρωμα του δικαιώματος της προσωπικής ελευθερίας (άρθρ. 5 § 1 Συντ.), συναρθρώνεται από δύο εξίσου μεγάλης σπουδαιότητας εκδηλώσεις: την ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως(άρθρ. 13 § 1 Συντ.) και την ελευθερία της λατρείας (άρθρο 13 § 2-3 Συντ.). Στο εύρος προστασίας των ανωτέρω δικαιωμάτων, καταλέγονται, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα της θρησκευτικής αυτοδιοικήσεως, δηλαδή η μη υποχρεωτική επιβολή αντισυνταγματικών και παράνομων υποχρεώσεων στη θρησκευτική σφαίρα των ανθρώπων, όταν αυτοί συστήνουν θρησκευτικούς οργανισμούς, καθώς και η ελεύθερη άσκηση των λατρευτικών τους καθηκόντων.

[2]Η προστασία της θρησκευτικής ισότητας στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης ολοκληρώνεται από την παράλληλη ισχύ διεθνών συνθηκών, όπως μεταξύ άλλων είναι:

– ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών (1945),που κυρώθηκε από τη χώρα μας με το Ν. 585/1945, «περί κυρώσεως του εν Αγίω Φραγκίσκω υπογραφέντος Χάρτου των Ηνωμένων Εθνών» (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως φύλλο Α’ 242/1945),

– η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία υιοθετήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1948 από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών (άρθρ. 2, 18),

– η Διακήρυξη της Γενικής Συνέλευσης του Ο.Η.Ε. (1981) για την εξάλειψη όλων των μορφών μισαλλοδοξίας και διακρίσεων,που βασίζονται στη θρησκεία ή την πεποίθηση,

– το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (1966), το οποίο, κυρίως με τα άρθρα 2, 18, 26 και 27,κατοχυρώνει τη θρησκευτική ελευθερία,

– ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Νίκαια Γαλλίας, 7-12-2000).

[3]Ας έλθουμε όμως τώρα στα καταγγελλόμενα πραγματικά περιστατικά:

Όργανο διοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι η
Διαρκής Ι.Σύνοδος, (Permanent HolySynod, PHS), η οποία αποτελείται κατά το παρόν έτος, από τους κατωτέρω, (ως μέλη της 156ης συνοδικής περιόδου 2012-2013): κ. Ιερώνυμος Λιάπης,Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ως Πρόεδρος, και ως μέλη οι: Σεβασμιώτατοι κύριοι Μητροπολίτες: Προκόπιος Τσακουμάκας, Κοσμάς Παπαχρήστος, Παύλος Αποστολίδης,Παύλος Ιωάννου, Ιερεμίας Φούντας,
Διονύσιος Μάνταλος, Χρυσόστομος Σταυρόπουλος, Χρυσόστομος Σαββάτος, Θεόφιλος Μανωλάτος, Εμμανουήλ Σιγάλας, Ιωάννης Τασσιάς και Μάρκος Βασιλάκης

Με το αριθμ. 4362/2077/23.10.2012 έγγραφό της η PHS γνωστοποιεί προς τον Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ιερόθεο Βλάχο ότι, κατόπιν μεταξύ τους αλληλογραφίας, αποφάσισε σε συνεδρίασή της που έλαβε χώρα στις 8.10.2012 να επιβάλλει σε όλα τα μέλη της Μοναστικής μας Αδελφότητας, που αριθμεί σήμερα 19 Μοναχούς, την λεγόμενη ποινή της “ακοινωνησίας”,δηλαδή την απαγόρευση να συμμετέχουμε με οποιοδήποτε τρόπο στη λατρευτική ζωή και προσευχή της Εκκλησίας μας, τελώντας τις προβλεπόμενες από την πίστη μας λατρευτικές πράξεις. Παράλληλα, το ίδιο όργανο αποφάσισε το εντελώς αδικαιολόγητο και ακραίο μέτρο της διαγραφής από τη δύναμη των μελών της Μονής δύο μοναχών, οι οποίοι συμβαίνει να είμαστε και αμερικανοί υπήκοοι, ήτοι των ιερομονάχων Ιγνάτιου Σταυρόπουλου και Χρυσόστομου Τρομπούκη.

Ακολούθως, όμως, με το υπ’ αριθμ. πρωτ.4714/2078/23.10.2012 έγγραφό της, η Δ.Ι.Σ. υποστηρίζει ότι, εφόσον επιβλήθηκε η πιο πάνω πνευματική ποινή, τότε δεν μπορούμε ούτε να ασκούμε τη διοίκηση της Ιεράς Μονής μας, την οποία κατασκευάσαμε οι ίδιοι με τις δικές μας οικονομίες και εργασίες και η οποία είναι, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, Νομικό πρόσωπο Δημόσιου Δικαίου.

Μετά από αυτά, η PHS ζητάει από τον ίδιο Μητροπολίτη, και αυτός αμέσως εκτελεί χωρίς καθυστέρηση, τον διορισμό μίας «Τριμελούς Διοικητικής και Διαχειριστικής Επιτροπής της Μονής», η οποία πλέον θα μπορεί να ασκεί κάθε πράξη διοικήσεως και εκπροσωπήσεως της Μονής που ιδρύσαμε και οικοδομήσαμε, με πολύ κόπο και μακροχρόνιους αγώνες,εμείς οι ίδιοι.

[4]. Σχετικά όμως με όλα τα ανωτέρω,επιτρέψτε μας να Σάς γνωρίσουμε τα εξής:

(α) Σύμφωνα με τις αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων,η «ποινή της ακοινωνησίας», όταν επιβάλλεται σύμφωνα με το νόμο, έχει χαρακτήρα καθαρά θρησκευτικό και όχι διοικητικό, δηλαδή δεν συνεπάγεται στέρηση της διοικήσεως ενός δημόσιου διοικητικού οργανισμού, όπως είναι και η Μονή μας (Ολομέλεια Συμβουλίου της Επικρατείας 2976-2991/1996, Συμβούλιο της Επικρατείας 615-616/2004, 685-688/2001, 2154/1988 και πολλές άλλες αποφάσεις). Συνεπώς, με την ανωτέρω απόφαση της Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, επιχειρείται πλάγια και έμμεσα η υφαρπαγή της περιουσίας ενός μεγάλου διοικητικού οργανισμού.Υπογραμμίζεται ότι η Μονή μας ιδρύθηκε με το Προεδρικό Διάταγμα 601/5.7.1980, που ισχύει πλήρως και δεν έχει καταργηθεί ή ανακληθεί (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως φύλλο Α´ 160/15.7.1980).

(β) Δεν εφαρμόσθηκαν καθόλου οι πολιτειακές διατάξεις του Ν. 5383/1932, που ρυθμίζουν τη διαδικασία για τα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια. Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι το πιο πάνω βαρύ μέτρο δεν λήφθηκε με δημοσιότητα και τήρηση της νόμιμης διαδικασίας,ακριβώς διότι είναι απόφαση παράνομη και θα ασχολούνταν σχετικά τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Αντίθετα, ακολουθήθηκε ένας κρυφός και μυστικός τρόπος,«δι’ αλληλογραφίας» (!!!), όπως λέει και η σχετική απόφαση της Ιεράς Συνόδου.

(γ) Η παράνομη αυτή επιβολή της ποινής, και μάλιστα σε μία τέτοια ευρεία κλίμακα, επί όλων δηλαδή των μελών της Αδελφότητας, αναμφίβολα προσβάλλει με βάναυσο τρόπο το αναφαίρετο δικαίωμα όλων των μελών της Αδελφότητάς μας στην ελευθερία της λατρείας, οι περιορισμοί της οποίας προστατεύονται από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρο13 παρ. 2 Συντ.) και τις πιο πάνω διεθνείς συνθήκες.

(δ)Τα ανωτέρω μέτρα λήφθηκαν χωρίς να κληθούμε να εκθέσουμε τις απόψεις μας. Η συνοδική απόφαση επικαλείται σαν «αιτιολογία» αυτής παντελώς αόριστες «πληροφορίες», ότι δήθεν παραβιάσαμε το Νόμο, χωρίς όμως και να κληθούμε να εκθέσουμε τις απόψεις μας, όπως επιβάλλει το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος.

Επιτρέψτε μας τέλος να Σας γνωρίσουμε ότι, ανάλογες προσπάθειες της Συνόδου, που έγιναν ένα μόλις χρόνο πριν, κρίθηκαν παράνομες και αποδοκιμάσθηκαν από το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Για το λόγο αυτό, η Σύνοδος επέλεξε τώρα την πλάγια αυτή μέθοδο προσβολής της θρησκευτικής μας ελευθερίας, παραγκωνίζοντας την Ελληνική Πολιτεία που προφανώς θα αποτελούσε εμπόδιο στα παράνομα σχέδιά της.

Κύριε Πρέσβυ,
όπως γνωρίζουμε, η Χώρα μας δεν αποτελεί, δυστυχώς, υπόδειγμα προστασίας του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας, όπως άλλωστε τούτο πιστοποιείται από τις 17 συνολικά καταδίκες της από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, που εδρεύει στο Στρασβούργο (υποθέσεις κατά Ελλάδος: Δημητράς, Αλεξανδρίδης, Βέργος, Σοφιανόπουλος, Αγκά, Θλιμμένος, Σερίφ,Τσαβαχίδης, Λαρίσης, Καθολική Εκκλησία «Παναγία των Χανίων», Πεντίδης, Τσιρλής και Κουλουμπάς, Γεωργιάδης, Βαλσάμης, Ευστρατίου, Μανουσάκης, Ι. Μονές, Κοκκινάκης).

Η ανωτέρω απόφαση της Συνόδου, που διέπεται από άκρατο ιεροκρατικό πνεύμα, θυμίζει δυστυχώς περισσότερο θρησκευτικό κλίμα ασιατικών καθεστώτων, παρά αυτό μίας ευνομούμενης δυτικοευρωπαϊκής δημοκρατίας, δικαιολογώντας τον μεγάλο αριθμό των πιο πάνω καταδικών.
Οι ΗΠΑ έχουν αποδείξει στη διεθνή κοινότητα πως και γνωρίζουν και μπορούν, όταν χρειαστεί, να ενημερώσουν υπεύθυνα και να προστατεύσουν το θεμελιώδες δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία,ιδίως όταν αυτό προσβάλλεται τόσο βάναυσα.
Θέλουμε ακόμη να υπογραμμίσουμε τη λύπη μας για το εντελώς αδικαιολόγητο, πρωτοφανές και ακραίο μέτρο της απόπειρας διαγραφής από τη δύναμη των μελών της Μονής, των δύο αμερικανών υπηκόων, ήτοι των ιερομονάχων: a)Ιγνάτιου Σ. Σταυρόπουλου (or Paul Stavros) και b) Χρυσόστομου Ν. Τρομπούκη.

Γι’ αυτό, είμαστε βέβαιοι ότι θα ασχοληθείτε επισταμένως και με την υπόθεσή μας.

Σάς ευχαριστούμε για το χρόνο Σας.
Μετά τιμής
Αρχιμ. Ιγνάτιος Σ. Σταυρόπουλος