Αλ. Π. Κωστάρας: Πόσο προσιτά είναι στους πιστούς τα Λειτουργικά κείμενα της Εκκλησίας;

Loading...


εξηγεί την αναγκαιότητα της Εκκλησίας και αναλύει τα οφέλη από αυτήν την κίνηση.

«Όλες οι ιεροτελεστίες της ) γίνονται, ως γνωστόν, με βάση ορισμένα ιερά κείμενα (ευαγγελικές περικοπές, αποστολικά αναγνώσματα, προφητείες, ψαλμούς κ.λπ.), τα οποία είναι γραμμένα στην ελληνική γλώσσα που ομιλείτο κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, δηλαδή σε γλώσσα αρχαΐζουσα. Μάλιστα, σύμφωνα με τη συνήθεια που έχει επικρατήσει στη γλώσσα αυτή συντάσσονται και τα ιερά κείμενα (ευχές, τροπάρια αγίων κ.λπ.) που ανάγονται σε μεταγενέστερους χρόνους ή ακόμη και στη σύγχρονη εποχή.

Η γλώσσα αυτή μπορεί ασφαλώς να ακουμπάει στις ρίζες της γλώσσας μας, δηλαδή στην αρχαία ελληνική (και, κατά τούτο, που διατηρεί την επαφή του λαού με τις καταβολές της γλώσσας του, πράγμα που παραλείπει να πράξει η Πολιτεία με την αποστροφή της στη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών), είναι όμως εντελώς ξένη προς τη σημερινή γλωσσική πραγματικότητα.

Δεν είναι του παρόντος η αναζήτηση των αιτίων που μας οδήγησαν σε αυτή την απαράδεκτη κατάσταση, να μη καταλαβαίνουν δηλαδή οι σημερινοί Έλληνες τη γλώσσα των προγόνων τους. Αρκεί εδώ η επισήμανση της διάστασης που υπάρχει ανάμεσα στη γλώσσα την οποία μιλάει σήμερα ο ελληνικός λαός και στην ακατανόητη γλώσσα ενός αρχαίου ή αρχαΐζοντος κειμένου, άσχετα αν αυτό είναι εκκλησιαστικό ή άλλο κείμενο. Υπογραμμίζω τη λέξη «ακατανόητη» διότι αυτή έχει σημασία στην προκειμένη περίπτωση. Η εξέλιξη της γλώσσας είναι ένα φαινόμενο που δεν μπορεί να το ανακόψει κανείς. Έτσι, είναι φυσικό να παρουσιαστεί κάποια στιγμή σε κάθε λαό διαφορά ανάμεσα στη γλώσσα του χθες και τη γλώσσα του σήμερα. Το ίδιο έγινε και με τους Ιταλούς, που και αυτοί δεν μιλάνε πια λατινικά; Εκείνο, όμως, που είναι αφύσικο -και θα έλεγα εγκληματικό- είναι να διακοπεί η νοηματική επικοινωνία ανάμεσα στην αρχική και την εξελιγμένη μορφή της γλώσσας. Μήπως εμείς οι παλιότεροι μιλούσαμε την αρχαία ελληνική γλώσσα στην εποχή μας; Την καταλαβαίναμε, όμως, διότι μαθαίναμε αρχαία ελληνικά στο σχολείο και για αυτό μπορούσαμε να διαβάσουμε από το πρωτότυπο οποιοδήποτε κείμενο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, αλλά και να κατανοήσουμε . Αυτή ακριβώς η νοηματική επικοινωνία ανάμεσα στην καθομιλούμενη και στην αρχαία ελληνική γλώσσα έχει διακοπεί σήμερα με ευθύνη της Πολιτείας.

Η προαναφερθείσα έλλειψη νοηματικής επικοινωνίας στον βαθμό που σχετίζεται με πλήττει ιδιαίτερα την άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων των πιστών, αφού μετατρέπει τη συμμετοχή τους στις διάφορες ιεροτελεστίες σε μια τυπική λατρευτική πράξη, χωρίς καμιά απολύτως ουσιαστική επαφή με το περιεχόμενο των σχετικών αναγνωσμάτων ή ψαλμών. Και δεν πρέπει να λησμονείται ή να παραβλέπεται ότι η επιλογή από την Εκκλησία των διαφόρων κατά περίπτωση αναγνωσμάτων ή ψαλμών έγινε για έναν και μόνο σκοπό: Να βοηθηθούν οι πιστοί ώστε την ώρα που συμμετέχουν στη συγκεκριμένη Ιερή Ακολουθία να απογειωθούν από τα εγκόσμια και να βρεθούν στην πνευματική ατμόσφαιρα που περιβάλλει τον θρόνο του Θεού. Πώς, όμως, να «πετάξει» η ψυχή ενός πιστού στον ουρανό χωρίς αυτές τις «φτερούγες», τις οποίες μόνον η νοηματική επαφή με τα συντελούμενα εξασφαλίζει; Είναι αρκετή για την ψυχική μεταρσίωση ενός πιστού η απλή παρουσία του στον Ιερό Ναό, συνοδευόμενη από την υποψία ότι τα αναγνώσματα και οι ύμνοι της συγκεκριμένης Ακολουθίας, στην οποία συμμετέχει, κάτι λένε για τον Χριστό, την Παναγία ή τον τιμώμενο άγιο;

Η επιτέλεση των θρησκευτικών καθηκόντων με τέτοια αντίληψη υποβαθμίζει την πνευματική σχέση που πρέπει να έχει κάθε πιστός με τον Θεό σε μια κοινότοπη λατρευτική πράξη, η οποία συνοδεύεται από την ψευδαίσθηση ότι επικοινωνία με τον Θεό σημαίνει μόνο τακτικό εκκλησιασμό του πιστού με ευλαβική διάθεση. Πόσο εσφαλμένη είναι αυτή η αντίληψη μπορεί να το διαπιστώσει κάποιος αν σκεφτεί κάτι τετριμμένο, ότι δηλαδή δεν πλουτίζει κανείς μόνο με την επίσκεψη σε ένα χρυσωρυχείο ή με την ιδέα ότι στα τοιχώματά του κρύβεται χρυσός. Πλούσιος γίνεται εκείνος που κάνει κτήμα του το χρυσάφι.

Διαβάστε εδώ:  Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 26 Μαρτίου 2017 (Ιωάννου της Κλίμακος)

μέσα τους ανεξάντλητο «χρυσάφι». Δυστυχώς, όμως, η Εκκλησία, μολονότι καλεί τους πιστούς κοντά της, διστάζει να τους ανοίξει τις «πόρτες» των σχετικών «χρυσωρυχείων», για να πλουτίσουν με το «χρυσάφι» τους. Έτσι, άθελά τους, οι πιστοί παραμένουν καθηλωμένοι σε μια πνευματική «ένδεια», αφού τους λείπει η δυνατότητα πρόσβασης στα εν λόγω «χρυσωρυχεία».

Οφείλει, λοιπόν, σήμερα η Εκκλησία, αν θέλει να συσπειρώσει γύρω της τους πιστούς, αλλά και να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της εποχής, να φροντίσει ώστε να αποκατασταθεί έτσι η νοηματική επικοινωνία της σημερινής γλώσσας με τη γλώσσα των κειμένων αυτών. Εφόσον εξακολουθήσουν να διαβάζονται ή να ψέλνονται τα σχετικά κείμενα στην αρχική τους γλώσσα -όπως είναι άλλωστε ορθό, για να μη διακοπεί η παράδοση, αλλά και για να διατηρηθεί η ομορφιά των κειμένων αυτών για όσους τα κατανοούν-, η μετάφραση στην καθομιλούμενη, ακόμη και εκείνων που ανήκουν στην Αγία Γραφή, δεν προσκρούει, κατά την άποψή μου, στη διάταξη του άρ. 3, παρ. 3 του Συντάγματος, που απαγορεύει την απόδοση της Αγίας Γραφής σε άλλο γλωσσικό τύπο, εκτός εάν αυτό γίνεται με την έγκριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και . Είναι, πάντως, καιρός να πράξει σήμερα η Εκκλησία εκείνο που όφειλε να είχε πράξει πολλές δεκαετίες νωρίτερα. Διαθέτει και τους κατάλληλους ανθρώπους που θα συνδράμουν ανιδιοτελώς το έργο της, αλλά και τους απαραίτητους πόρους, ενδεχομένως και με την ενίσχυση ιδιωτών ή φορέων, ώστε να

Αξίζει τον κόπο να γίνει επιτέλους σήμερα αυτό που έλειπε τόσον καιρό από την Εκκλησία. Το έχουν ανάγκη οι πιστοί, αλλά και η ίδια η Εκκλησία. Ήρθε η ώρα να ανοίξουν στους πιστούς τα «χρυσωρυχεία» των λειτουργικών κειμένων . Ας γίνει τουλάχιστον ο «χρυσός» που θα αποκομίσουν από αυτά το πνευματικό αντίδοτο απέναντι στην οικονομική ένδεια που τους μαστίζει τα τελευταία χρόνια.