22 χρόνια μετά την κοίμηση του ο Παΐσιος που γνώρισα έγινε Αγιος

Loading...


Του Σπύρου Γκουτζάνη

Μια προσωπική μαρτυρία από την επίσκεψη στο κελί του Γέροντα Παΐσιου –

Στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης τελείται σήμερα η λειτουργία της αγιοκατάταξης του Οσιου Παΐσιου του Αθωνίτη, 22 χρόνια μετά την κοίμησή του. 

 

Μέχρι και χθες το βράδυ πλήθος κόσμου συνέρρεε στη μονή όπου είναι ενταφιασμένος ο άγιος προκειμένου να συμμετάσχει στις αγρυπνίες που γίνονταν στο ησυχαστήριο από την περασμένη Τετάρτη. Στη σημερινή λειτουργία θα διαβαστεί η απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Στις καρδιές των χιλιάδων πιστών που τον είχαν γνωρίσει ο μοναχός Παΐσιος ήταν άγιος πολύ πριν από την επίσημη απόφαση της αγιοκατάταξης. Η φήμη του ήταν μεγάλη και είχε ξεπεράσει τα σύνορα της χώρας ενώ ακόμη ζούσε. Αν και έχει εκδημήσει εδώ και 22 χρόνια, η φήμη του συν τω χρόνω μεγαλώνει, καθώς είναι δεκάδες χιλιάδες οι άνθρωποι που αναζητούν τις βιο­γραφίες του ή τις μαρτυρίες όσων τον είχαν γνωρίσει. Αυξήθηκε δε ακόμη περισσότερο στα τελευταία δύσκολα χρόνια της κρίσης. Δεν είναι πρωτόγνωρο αυτό: ο λαός σε δύσκολες καταστά­σεις στρέφεται και αναζητεί παρηγοριά στη θρησκεία και ιδίως στις μέρες μας, όπου έχουν καταρρεύσει οι μεγάλοι «-ισμοί», τα κοσμοσυστήματα και οι ιδεολογίες που παλαιότερα κατηύθυναν τους ανθρώπους και ικανοποιούσαν πολλές φορές τις υπαρξιακές τους αναζητήσεις.

Μέσα σε αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα ξεχωρί­ζουν οι μορφές ανθρώπων που είχαν το χάρισμα και αποτέλεσαν παράδειγμα. Ο κόσμος έχει την τάση να στρέφεται προς αυτούς για να τους γνωρίσει και να αντλήσει διδάγματα από τη ζωή και τη διδασκαλία τους.

Οταν συνάντησα τον Αγιο

Μια τέτοια άγια μορφή είναι αυτή του Γέροντα Παΐ­σιου που έζησε τα τελευταία του χρόνια στο Αγιον Ορος. Εχουν περά­σει περίπου 24 χρόνια από τότε που τον συνάντησα εκεί. Η φήμη του ήταν ήδη μεγάλη, τα λόγια του, οι πράξεις του και οι προβλέψεις του είχαν εξαπλωθεί μεταξύ των πιστών και προκαλούσαν τον θαυμασμό τους προτού καν τον συναντήσουν. Φήμες τύπου «μόλις είδε τον φίλο μου του είπε: “Γεια σου, Γιώργο, τι κάνει η γυναίκα σου η Φανή;”», ή «μη στεναχωριέσαι, το κοριτσάκι σου θα περπατήσει», διαδίδονταν από στόμα σε στόμα και του προσέδιδαν μεταφυσικές ικανότητες. Περιμέναμε κάμποση ώρα για να βγει από τη σκήτη του, όπου αναπαυόταν, για να τον δούμε. Ηταν άνοιξη, Μεγάλη Εβδομάδα, και δεχόταν τον κόσμο στην αυλή της, στο υπαίθριο πορ­ταρίκι όπου υπήρχε ένα χαρτί που παρότρυνε τους οδοιπόρους να παίρνουν το καθιερωμένο λουκούμι και νερό – ενίοτε και τσίπουρο.

Η όλη εικόνα, το λιτό εσωτερικό της καλύβας του και η ασκητική μορφή του γέροντα έφερναν στον νου τη φιγούρα του Στάρετς Ζωσιμά που περιγράφει στους «Αδελφούς Καραμαζόφ» ο Ντοστο­γιέφσκι. Δεν μάντεψε ο γέροντας ότι ήμουν δημοσιογράφος, ούτε μπήκε στον κόπο για κανέναν άλλον. Η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από τις εντυπώσεις της παρέας από το Αγιον Ορος και από την πολιτική κατάσταση, για την οποία ήταν πολύ καλά ενημερωμένος. Ηταν ημέρες της κυβέρνησης Μητσοτάκη τότε. Σε κάποιον που ρώτησε «τι να κάνουμε για να φύγει η κακή κυβέρνηση;» απάντη­σε: «Τίποτε, να περιμένετε. Θα φύγει μόνη της πριν την ώρα της και δεν θα ξαναγυρίσει». Κάποια στιγμή απευθύνθηκε σε έναν από εμάς που καθόταν παράμερα και του είπε: «Εσύ, αν θέλεις, έλα να καθίσεις κοντά μου». Εκείνος έκανε να κινηθεί και ο γέροντας του εξήγησε: «Οχι τώρα, αν θέλεις μείνε μαζί μου στο μοναστήρι» και γυρίζοντας προς εμάς είπε: «Εχει καλή καρδιά και ανοιχτή ο φίλος σας». Σε έναν άλλο πάλι που τον κοίταζε με πονηρό ύφος και αμυδρό χαμόγελο του είπε: «Εσύ είσαι σαν φίδι, αλλάζεις συχνά δέρμα, μπορεί να είσαι για το καλό, μπορεί να είσαι και για το κακό». Δεν τους καλόπιανε τους επισκέπτες του, ούτε τους έλεγε αυτό που ήθελαν να ακούσουν. Λίγο μετά από εμάς ένας επισκέπτης τού είπε σχεδόν με υπερη­φάνεια: «Η γυναίκα μου δεν ήθελε να έρθω και τσακώθηκα μαζί της για να ανέβω στο Ορος». Δεν πήρε, όμως, την επιβράβευση που περίμενε: «Τις γυναίκες πρέπει να τις αγαπάμε και να τις προσέχου­με, καλύτερα να μην ερχόσουν. Και από εκεί όπου μένεις μπορείς να βρεις τον Θεό. Οταν κατέβεις, να της ζητήσεις συγγνώμη, να συμφι­λιωθείς μαζί της και να μη ματανέβεις αν δεν θέλει». Ο ίδιος γνώριζε ότι είχε γίνει κάτι σαν ατραξιόν στο Αγιον Ορος την τελευταία δε­καετία της ζωής του και το αντιμετώπιζε με χιούμορ. Σε κάτι νέους που περίμεναν μαζί μας και του είπαν «ήρθαμε έτσι, μόνο για να σας δούμε», απάντησε: «Τι να με δείτε, βρε παιδιά, αξιοθέατο έχω καταντήσει;».

Τα πλήθη των επισκεπτών

Οποιος ανέβαινε στο Αγιον Ορος ένιωθε την υποχρέωση να τον επισκεφθεί. Αν και ήταν εξασθενημένος, πλήθη επισκεπτών στή­νονταν με τις ώρες έξω από τη σκήτη του, την Παναγούδα, στη Μονή Κουτλουμουσίου, να τον δουν για μερικά λεπτά και να ακού­σουν μια κουβέντα του. Την πρώτη μέρα που πήγα έξω από τη σκήτη του υπήρχε ένα χαρτόνι που έγραφε: «Είμαι εδώ για προσευ­χή, αν θέλετε αφήστε μου σημείωμα». Πολλοί του άφηναν, περιγρά­φοντας κάποιο πρόβλημα και ζητώντας τη συμβουλή του κι εκείνος τα κοίταζε και τους απαντούσε. Οι περισσότεροι ξανάρχονταν μέχρι να τον δουν. Τον κούραζε η πολλή συναναστροφή, αλλά δεν ήθελε να απογοητεύσει τον κόσμο. Ξεχώριζε ποιοι επισκέπτες ήταν ευλαβείς πιστοί που ήθελαν να προσκυνήσουν, να εξομολογηθούν αμαρτίες, να εκφράσουν τις αμφιβολίες τους και να ζητήσουν μια συμ­βουλή ή οδηγία για κάποιο βιοποριστικό ζήτημα. Κι αυτό γιατί υπήρχαν και οι «τουρίστες» που δεν είχαν κάποια ηθική ή άλλη αναζήτηση, αλλά πολύ απλά ήθελαν να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους και να έχουν να λένε όταν επιστρέψουν στην Αθήνα ότι «είδαμε και τον Παΐσιο». Πάντως, τους έβλεπε όλους όταν του το επέτρεπαν οι φυσικές του δυνάμεις και δεν τους απόπαιρνε, αφού γι’ αυτόν κανείς δεν ήταν χαμένος και όλοι μπορούσαν και έπρεπε να μπουν στον δρόμο της πίστης και της Εκκλησίας.

Δεν ήταν ανάγκη να είναι κανείς πιστός -και ο γράφων δεν είναι- για να καταλάβει ότι ο γέροντας ήταν αυτό που λέμε «άγιος άνθρωπος», που είχε ενσωματώσει τις καλύτερες παραδόσεις της Ορθοδοξίας. Αρκούσε η αύρα του. Η ομιλία του παρέπεμπε σε λαϊκό άνθρωπο με πηγαία καλοσύνη και κατανόηση για τα ανθρώπινα πάθη και τις αδυναμίες, που είχε περάσει πολύ χρόνο με νηστεία, προσευχή και ενατένιση. Οι συμβουλές του απέπνεαν θυμοσοφία, ενώ η όλη στάση του συνδύαζε αυστηρότητα με ιλαρότητα. Σίγουρα είχε το χάρισμα να καταλαβαίνει τους ανθρώπους και το είχε εξασκήσει με την εμπειρία. Αντιλαμβανόταν βασικά στοιχεία της προσωπικότητας του επισκέπτη και ήξερε να απευθύνεται με απλές και καίριες κουβέντες στις καρδιές εκείνων που αποζητούσαν κάτι.

Στους πιστούς -και ήταν πολλοί αυτοί- άφηνε την εντύπωση ότι συνάντησαν έναν ξεχωριστό άνθρωπο που έχει πλησιάσει πε­ρισσότερο τη θεία χάρη. Και μόνο αυτή η αίσθηση ήταν αρκετή για να μείνουν ικανοποιη­μένοι ακόμη κι αν δεν τους έλεγε τίποτε άλλο, καθώς ένιωθαν ότι πήραν κι εκείνοι την ευχή. Αυτοί οι άνθρωποι δέχονταν τις συμβου­λές του για απλά προβλήματα της καθημερινότητας ή και για τα γενικότερα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα σαν θέσφατα. Μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν πολλοί εκείνοι που είχαν δεθεί μαζί του και τον επισκέπτονταν τακτικά, ενώ κι εκείνος παρακολουθούσε την πορεία τους. Δεν είναι λίγοι πάλι όσοι πίστευαν ότι μπορούσε να κάνει ακόμη και θαύματα. Ιστορίες από το ότι βοήθησε κάποιο μικρό παιδί να μιλήσει μέχρι ότι έκανε ένα άτεκνο ζευγάρι να τεκνοποιήσει ή προέβλεψε πως κάποιος με ανίατη ασθένεια θα γιατρευτεί είναι πάμπολλες. Τους περισσότερους, πάντως, που έρχονταν για γιατρειά τους έστελνε να βρουν έναν καλό γιατρό και τους διαβεβαίωνε ότι εκείνος θα προσευχηθεί για την υγεία τους. 



Ετικέτες