π. Βασίλειος Ιβηρίτης: Αναζητώντας ένα σύγχρονο ορθόδοξο λόγο

Loading...


π. Βασίλειος Γοντικάκης. Πρώην καθηγούμενος Ι. Μ. Ιβήρων Αγίου Όρους

Προς μίαν αναδιατύπωση του λόγου της παραδόσεως. Εισήγηση και συζήτηση από την 6η νεανική συνάντηση γνωριμίας και επικοινωνίας, που διοργάνωσε ο Νεανικός Επιμορφωτικός Όμιλος Σύρου(1), στη Ζίτσα Ιωαννίνων στις 21-26 Ιουλίου 1991, υπό τον γενικότερο τίτλο «Αναζητώντας την ταυτότητά μας»(2)

Νομίζω ότι εάν δεν έλεγα τίποτα, θα φανταζόσασταν και θα ξέρατε αυτά που ήθελα να πω. Αλλά επειδή πρέπει κάτι να πω, το κάνω.

Κατ’ αρχήν, να ξεκαθαρίσω ότι δεν είμαι καθόλου προε­τοιμασμένος, δεν ξέρω τι να πω. Η παραμονή μαζί σας για δυο μέρες ήτανε πολύ θετική. Μου άρεσαν πολλά πράγματα, κυρίως όμως οι παρουσιάσεις των ομάδων που μετέχουν. Ιδιαίτερα, αυτοί που είπαν ότι όταν παίζουν συνήθως αποτυχαίνουν. Και επίσης η κοπελιά που είπε ότι «δεν νομίζουμε ότι έχουμε αποστολή να σώ­σουμε τον κόσμο, απλώς στη συντροφιά μας προσπαθούμε να βοηθήσουμε κάθε παιδί να προχωρήσει σε μια προσωπική συνά­ντηση με το Χριστό και όταν πέσουμε θέλουμε να σηκωνόμαστε».

Είχατε δίκιο την περασμένη φορά, στην Παναγία Σουμελά(3) όταν ζητούσατε να παίρνουν το λόγο περισσότερο οι νέοι. Από την άλλη μεριά, άκουσα τον κ. Βασιλειάδη(4) να λέει ότι δεν περιμέ­νουμε κάτι από τους γέρους, ούτε από τους μεσήλικες αλλά από εσάς τους νέους. Εγώ, επειδή αγαπώ τους νέους και δεν θέλω να τους υποτιμώ, θα έλεγα ότι δεν περιμένουμε τίποτε από τους νέ­ους κατά την ηλικία, γιατί αλίμονο αν τυχόν περιμέναμε κάτι από μια κατάσταση που σύντομα θα χάσουμε. Ένας νέος είναι νέος για λίγα χρόνια. Και ο άνθρωπος θέλει να είναι νέος στο διηνε­κές. Θέλει να ξεπεράσει τη βιολογία, το χώρο και το χρόνο. Έχει παράλογες απαιτήσεις, υπεράνθρωπες, που δεν ικανοποιούνται πουθενά αλλού, παρά μόνο μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Γι’ αυτό λοιπόν, η αιωνία νεότης δίδεται μέσα στην Ορθόδοξη Εκ­κλησία και εκεί παίρνει νόημα η νεότης, η ώριμη ηλικία, τα γηρα­τειά και ο θάνατος. Και ο θάνατος παρουσιάζεται ως πλήρωμα ζωής.

Έτσι λοιπόν, ο Ορθόδοξος λόγος είναι ο ανθρώπινος λό­γος, ο θείος Λόγος, ο εν αρχή Λόγος, ο Θεός Λόγος «δι’ ου τα πάντα εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν» και ο έσχατος λόγος. Και αυτός ο οποίος έγινε άνθρωπος, Θεός ων για να κάνει τον άνθρωπο Λόγο είναι ο «Λογώσας» την αλογία ημών, Αυτός που μάζεψε τα συντρίμματα των λόγων και της υπάρξεώς μας και μας έκανε νέο άνθρωπο και μας διέστειλε και μας έδωσε τη δυνατότητα να γίνουμε κατά χάρη χώρα του αχωρήτου.

Οπότε ο Ορθόδοξος Λόγος είναι λόγος αιώνιος, εκκωφαντικός και εν σιγή λαλούμενος και προσωπικός. Ο Θεός Λόγος δεν έγινε σύστημα, ή θεολογία, ούτε φιλοσοφία, έγινε άνθρωπος και έτσι μπορεί ο κάθε άνθρωπος προσωπικά να γίνει Λόγος, να γίνει Θε­ός και να ανακεφαλαιώσει το όλον. Πόσοι θέλησαν να σώσουν τους ανθρώπους με ολοκληρωτικά συστήματα, να τους προσφέ­ρουν μια μαζική σωτηρία; Αυτά τα συστήματα, είτε θρησκευτικά είτε όχι, αποδείχθηκαν καταστροφή για τον άνθρωπο. Πόσοι θέ­λησαν να καταστρέψουν και να κλείσουν το στόμα του ενός Λό­γου ο οποίος ακούγεται εν σιγή; Στο τέλος δεν πέτυχαν τίποτε άλλο, παρά να υπογραμμίσουν το αδιάπτωτο του ενός αυτού Λό­γου. Και πόσοι άλλοι θέλησαν να σώσουν το Λόγο και παρουσιά­στηκαν σαν προφήτες μανιώδεις που θα τον κηρύξουν και θα τον σώσουν; Και δεν κατάφεραν τίποτε άλλο από το να υπογραμμί­σουν το τι δεν είναι ο Λόγος. Έτσι βοήθησαν πάλι τον Λόγο, ο ο­ποίος σώζει τον άνθρωπο.
~~~
Λέει ο Κύριος ότι «έρχεται ώρα εν η πάντες οι εν τοις μνημείοις ακούσονται της φωνής αυτού και οι ακούσοντες ζήσονται». Το θέμα είναι αν μπορούμε να ακούσουμε τη φωνή αυτή για να ζήσουμε προσωπικά. Και αφού λέει ότι «πάντες οι εν τοις μνημείοις» θα ακούσουν αυτή τη φωνή, για να την ακού­σουμε πρέπει να είμαστε κατά κάποιον τρόπο πεθαμένοι. Ζητάει ο Λόγος μια απέκδυση του δικού μας θελήματος, των δικών μας ελπίδων, των δικών μας φόβων και του δικού μας θράσους. Αν θέλετε, όπως ο Μωυσής όταν βρέθηκε μπροστά στη φλεγόμενη και μη κατακαιομένη Βάτο άκουσε μια φωνή που του έλεγε «η γη εδώ είναι αγία και ο τόπος εδώ είναι άγιος και για να προχωρή­σεις πρέπει να λύσεις τον ιμάντα του υποδήματός σου», έτσι και εμείς καλούμεθα να απεκδυθούμε τους δερμάτινους χιτώνες της αυτοπεποιθήσεως, των δικών μας σχεδίων και θελημάτων, πα­θών, αρετών και υπολήψεως και στη συνέχεια, εάν είναι δυνατόν να απεκδυθούμε και της ίδιας μας της υπάρξεως κι έτσι, σαν ανύ­παρκτοι, να πλησιάσουμε τον όντως Όντα.

Γι’ αυτό λέει ο Κύριος ότι αν κάποιος θέλει να σώσει την ψυχή του, θα τη χάσει. Αν τη χάσει ένεκεν του Κυρίου και του Ευαγγελίου, θα την σώσει. Κι αυ­τή η σωτηρία και αυτή η εύρεση της ψυχής έχει μεγαλύτερες δια­στάσεις και αντοχή από την απώλεια. Και κάτι το οποίο γεννιέται από κάτι θνητό, από κάτι πρόσκαιρο, πρόκειται να χαθεί, να δια­λυθεί. Κάτι που γεννιέται από την κολυμβήθρα του θανάτου, «θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει». Και εμείς μπορούμε δια της ζωοφόρου νεκρώσεως να απαλλαγούμε, με τη βοήθεια του Θεού, α­πό τα κακά θελήματα, τις καλές και τις κακές πράξεις, την αυτοπεποίθηση, την ύπαρξή μας. Να νοιώσουμε ότι πραγματοποιείται σε μας αυτό που βλέπουμε στην εικόνα της Αναστάσεως: να νοιώθουμε ότι ο Θεός Λόγος «τα του θανάτου κλείθρα διασπάσας» μας τραβά από το χέρι, όπως τραβά τον Αδάμ και την Εύα, και να μας φέρνει σε μια καινή πολιτεία, «ένθα ουκ εστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος».

Με τον τρόπο αυτό ο άνθρωπος ως εκ νεκρών ζων πραγ­ματοποιεί αυτό που λέει ο Απ. Παύλος: «παραστήσατε εαυτούς τω Θεώ ως εκ νεκρών ζώντας». Αυτός ο άνθρωπος, ο εκ νεκρών ζων, καταλαβαίνει ότι ενώ εμείς πέσαμε, ο Θεός Λόγος τα πάντα εποίησε, έως ότου μας ανήγαγε εις την Βασιλεία Του και μας χά­ρισε τη ζωήν την αιώνιον, την Βασιλείαν την μέλλουσα. Το μεγά­λο γεγονός είναι ότι οι ακούσοντες ζήσονται και η ζωή είναι αυτή η κατά χάρη διαστολή, να πάρει ο άνθρωπος κατά χάρη τα μέτρα του Θεού, να ανακεφαλαιώσει το όλον.

Μας λέει: «οι ακούσαντες ζήσονται». Μπορούμε να πού­με ότι ο σκοπός της ζωής μας, άσχετα αν είμαστε άνδρες ή γυναί­κες, μορφωμένοι ή αμόρφωτοι, νέοι ή γέροι είναι να ακούσουμε τη φωνή αυτή. Αν την ακούσουμε, θα ζήσουμε. Και ελευθερωμέ­νοι δια της ζωοποιού νεκρώσεως, μπαίνουμε στην καινή πολιτεία της θείας περιχωρήσεως όπου ο καθένας ανακεφαλαιώνει το ό­λον. Γι’ αυτό λέγει ο Κύριος ότι ο καλός ποιμήν «καλεί τα ίδια πρόβατα κατ’ όνομα και εξάγει αυτά». Αυτή η κλήσις του ονό­ματός μας από τον καλό ποιμένα είναι η έξοδος στην ελευθερία της αγάπης και της περιχωρήσεως. Κι έτσι μπορεί να πραγματο­ποιηθεί στη συνέχεια αυτό που λέει ο Κύριος, «εισελεύσεται και εξελεύσεται και νομήν ευρήσει». Μπορούμε να μπούμε και να βγούμε, να βρίσκουμε νομή. Όπως λέει η ευχή «εν ταις εξόδοις και εν ταις εισόδοις ημών εις τον κόσμον τούτον». Και δια της θλίψεως και δια της χαράς και δια της ευλογίας και δια της δοκιμασίας βρίσκουμε νομή, τρεφόμαστε και προχωρούμε.

Και λέει ο Κύριος ότι προχωρεί πάντα έμπροσθεν ο ποιμήν ο καλός και τα ίδια πρόβατα τον ακολουθούν γιατί γνωρίζουν τη φωνή του. «Αλλοτρίω δε ου μη ακολουθήσωσι, αλλά φεύξονται απ’ αυτού». Γιατί οι αλλότριοι είναι ψεύτικοι. Και αν τυχόν για λίγο θαμπώνουν τους ανθρώπους, ένας άνθρωπος με δυνατή κράση θα τους αφήσει και θα φύγει. Όταν ακολουθείς τον Καλό Ποιμένα, ζεις σε μια ακατάπαυστη συνέχεια εκπλήξεων. Και η ζωή είναι τόσο μεγάλη και «η θύρα ανεωγμένη ην ουδείς δύναται κλείσαι». Και η χαρά τόσο μεγάλη που φαίνεται σαν θλίψη. Γι’ αυ­τό μιλούμε για πένθος χαροποιόν. Και το φως είναι τόσο πολύ, που φαίνεται γνόφος. Και ο θάνατος σαν συμπεπυκνωμένη ζωή. Και το σκότος σαν συμπεπυκνωμένο φως, σαν πλησμονή θείας φωτοχυσίας. Και δεν τελειώνει αυτή η έκπληξις, δια της κενώσε­ως πλουτίζεις και δια της ταπεινώσεως υψώνεσαι. Ακριβώς σ’ αυτό το σημείο δικαιώνεται ο μοναχισμός αλλά δικαιώνεται και η ύ­παρξη καθενός ανθρώπου.
~~~
Όσα λέμε δεν είναι θεωρίες αλλά ο τρόπος υπάρξεως μέ­σα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Όσο γνώρισα, πουθενά δεν έχουμε αυτήν τη Θεία πολιτεία, πουθενά δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα: ο κάθε άνθρωπος, όχι επειδή είναι έξυπνος, ούτε επειδή είναι κα­λός, ούτε επειδή είναι νέος αλλά επειδή είναι άνθρωπος κι έχει την πνοή του Θεού μέσα του, κι έχει ένα δικό του όνομα, μπορεί να ανακεφαλαιώνει το όλον. Και ο άνθρωπος να μην είναι ένα κομμάτι του όλου αλλά, αν θέλετε, να νοιώθει ότι το όλον γίνεται ένα κομμάτι του καθενός ανθρώπου. Οπότε όταν φτάσει κανείς εκεί νοιώθει ότι φτάσαμε στο εν, το οποίο έχει τα πάντα. Φτάσα­με σε μια άλλη πολιτεία. Αυτό σώζει τον άνθρωπο, άσχετα αν εί­ναι στην Ανατολή ή στη Δύση. Άκουσα ότι ο Γκορμπατσώφ είπε στο Μητσοτάκη ότι αυτό που μας ενώνει είναι η Ορθοδοξία. Κι αυτό που ενώνει τη Δύση και την Ανατολή είναι η Ορθοδοξία. Κι αυτό που ενώνει τον άνθρωπο είναι η Ορθοδοξία. Κι αυτό που ζη­τάει κάθε άνθρωπος, είτε πιστός είτε άπιστος, είναι η Ορθοδοξία. Αυτό το ένα, το ελάχιστο που δίνει τα πάντα και αποκαλύπτει στον άνθρωπο τη θεία ευγένεια και τη θεϊκή του αποστολή.

Ο Θεός Λόγος έγινε άνθρωπος για να δώσει τη δυνατότη­τα στον κάθε άνθρωπο να γίνει Θεός κατά χάριν. Όταν ο Άγιος Ι­γνάτιος ο Θεοφόρος πλησίαζε προς το πάθος, στην πορεία προς τη Ρώμη, έγραφε κάποιες επιστολές κι αυτές τον ανέδειξαν περι­πτωσιακό συγγραφέα αλλά μέγιστο, στο ύψος του Αποστόλου Παύλου. Και παρουσιάζεται ως ποιητής, ως ποιμήν, ως θεολόγος, ως άνθρωπος που διαρρηγνύει τα γινωσκόμενα και φέρνει την καινή λογική. Γι’ αυτό οι χριστιανοί προσπαθούσαν να τον σώ­σουν, να τον έχουν μαζί τους όσο γίνεται περισσότερο και να μην αφήσουν να τον κατασπαράξουν τα θηρία. Κι αυτός γράφει: «..αφήστε με να πεθάνω για να ζήσω. Εκεί παραγενόμενος, άν­θρωπος έσομαι. Αν τυχόν μ’ αφήσετε να πάθω, Λόγος γενήσομαι Θεού. Εάν ερασθήτε της σαρκός μου, πάλι γενήσομαι ηχώ. Αν τυ­χόν μ’ αφήσετε να πάθω, να με φάνε τα θηρία, θα γίνω Λόγος Θε­ού, θα γίνω Χριστός κατά Χάρη, θα με ακούτε συνέχεια. Αν τυχόν επέμβετε ανθρώπινα και με σώσετε, θα γίνω ένα σύνολο ήχων χωρίς νόημα». Αποστολή του ανθρώπου είναι ν’ ακούσει αυτή τη φωνή προσωπικά, να πει «ναι» στη θεία φωνή, όπως ανταποκρί­θηκε η Παναγία στον αρχαγγελικό ασπασμό, να είναι υπάκουος «τη ουρανίω οπτασία». Όπως λέει στον Απόστολος Παύλος, «εσύ πας να διώξεις τους χριστιανούς. Εγώ σε θέλω εδώ. Και επειδή σέβομαι την ελευθερία σου, σε θέλω μαζί μου». Και ο Παύλος είπε «ουκ απειθής εγενόμην τη ουρανίω οπτασία».

Αν ο καθένας ψάξει τη ζωή του, θα δει ότι μπορεί να έχει επιτυχίες ή αποτυχίες αλλά υπάρχει κάποια θεία επίσκεψη. Και τότε, νοιώθουμε ότι ο Καλός Ποιμήν μας καλεί κατ’ όνομα. Ο Θε­ός δεν άφησε εποχή αμάρτυρον, σε κάθε εποχή είχε τους αγίους του. Ο Θεός δεν άφησε αμάρτυρον και χωρίς επίσκεψη κανέναν άνθρωπο. Το θέμα είναι να έχουμε ώτα και να ακούμε την κλήση του. Το κακό και επικίνδυνο είναι ότι μας σέβεται περισσότερο απ’ ό,τι μας πρέπει. Λέει στην Αποκάλυψη «ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω. Εάν τις μου ανοίξη εισελεύσομαι» και θα δειπνήσω μαζί του. Εάν όχι, θα φύγω. Εμείς, αν θέλουμε, μπορού­με να πούμε: «Θεέ μου εγώ είμαι κουφός και άλαλος, δεν ακούω τίποτα. Γι’ αυτό σε παρακαλώ, όταν έρθεις και χτυπάς την πόρτα μου και δεν ανοίγω, να την σπάσεις». Κι αν του το ζητήσουμε, θα τη σπάσει και θα μπει μέσα και τότε θα αρχίσει μια άλλη ζωή για μας. Οπότε αυτή η προσωπική συνάντηση με τον Θεό είναι σαν τη φανέρωση του Κυρίου που είπε: «μην πιστεύετε σ’ αυτούς που σας λένε ιδού ώδε ή ιδού εκεί.

Αν σας πουν εν τοις ταμείοις μη πιστεύσετε ότι είμαι εκεί και εν τη ερήμω μη εξέλθητε». Γιατί η πα­ρουσία του Υιού του Ανθρώπου είναι σαν την αστραπή που φωτί­ζει την υπ’ ουρανόν. Υπάρχουν κάποιες μυστικές επισκέψεις ανάκουστες, αθόρυβες, που δεν τις παίρνει είδηση ο κόσμος, σαν την αστραπή που φωτίζει την υπ’ ουρανόν μέσα στον καθένα. Το θέ­μα είναι να μην ξεχάσουμε αυτές τις προσωπικές συναντήσεις και φανερώσεις, να ησυχάσουμε σε μια γωνιά και να αφήσουμε αυτήν την εμπειρία σαν προζύμι να ζυμώσει όλο το φύραμα. Όταν αυτό γίνει, ο άνθρωπος μην κάνοντας τίποτα, τα κάνει όλα. Και κάνο­ντας όλα, κάνει το ένα που χρειάζεται. Και όπως λέει ο Αγ. Συμεών ο Θεολόγος, «όταν ακούει κανείς τον ένα Λόγο τότε ακούει όλους τους λόγους». Και όταν ακούει όλους τους λόγους δεν ακούει πα­ρά τον ένα Λόγο. Και όταν ακούει κανείς αυτόν τον ένα Λόγο δηλ. όλους τους λόγους, τότε καταλαβαίνει τους λόγους των ό­ντων, δηλ. την αιτία και το σκοπό της υπάρξεως των όντων. Τότε νοιώθει ότι όντας ακίνητος τα κάνει όλα και όντας κάπου είναι παντού.

Να ακούσουμε προσωπικά της φωνής Αυτού και να πούμε «ναι» στη φωνή αυτή. Το δύσκολο και επικίνδυνο είναι ότι μας σέβεται, χτυπάει σιγά την πόρτα και μας λέει ότι, αν θέλετε μπο­ρείτε να με αρνηθείτε, δεν διαπληκτίζομαι μαζί σας. Νομίζω ότι η θεϊκότης του σαρκωθέντος Λόγου μπορεί να φανερωθεί και στο γεγονός ότι λέει ο Κύριος: «εάν τις μου ακούση των ρημάτων και ου πιστεύσει, εγώ ου κρίνω αυτόν. Ο Λόγος ο εμός κρινεί υμάς εν τη εσχάτη ημέρα». Έχοντας αυτήν την παντο­κρατορία της αγάπης δεν διαπληκτίζεται. Γι’ αυτό σκοπός είναι να γίνει κανείς κατά χάριν Λόγος, να γίνει κατά χάριν Θεός και τότε βλέπει ότι αποκαθίσταται η ενότης του σύμπαντος κόσμου. Και αυτή η ενότης του σύμπαντος κόσμου δεν μπορεί να διαταραχτεί, δεν μπορεί να διασπαστεί το σώμα του Χριστού. Και δεν μπορού­με να μαζευτούμε οι άνθρωποι της Ανατολής και της Δύσεως για να κάνουμε κάτι άλλο δικό μας. Η ενότης υπάρχει, η ζωή υπάρχει, η αιωνιότης υπάρχει, δεν διαλύεται, γι’ αυτό όλοι ελπίζουμε -σε Ανατολή και σε Δύση.

Κι αν οι Δυτικοί είναι καλοί και τακτοποιη­μένοι, με γεια τους με χαρά τους. Κι αν τυχόν εμείς είμαστε επι­πόλαιοι και διαλυμένοι, με γεια μας με χαρά μας. Δεν θα μας σώ­σει παρά αυτή η ζωηφόρος νέκρωση που θα μας χαρίσει την άλλη δύναμη, η οποία δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Τι να την κάνω την τάξη και την επιτυχία τη στιγμή που θα ‘ρθει ο θάνατος και θα τα διαλύσει όλα; Όταν λέει ο Κύριος ότι: «πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής (της Εκκλησίας)» δεν μιλάει για Βατικανό, όπως δεν μιλάει για Κρεμλίνο. Κρεμλίνο και Βατικανό είναι το ί­διο πράγμα, στην ίδια κατηγορία, όπως οι αυστηροί αντιοικουμενιστές Προτεστάντες με τους δικούς μας αντίστοιχους Ορθοδό­ξους. Μιλάει για την Εκκλησία που είναι ο ίδιος ο Χριστός, που είναι ο ίδιος ο Θεάνθρωπος, ο Δεσπότης των επουρανίων και επι­γείων, που πράττει τα θεία ανθρωπίνως και τα ανθρώπινα θεϊκώς. Δεν μπορούμε να πούμε ότι εμείς τονίζουμε την Θεότητα του Κυ­ρίου και οι άλλοι την Ανθρωπότητα του Κυρίου. Τότε θα έπαυε να υπάρχει Εκκλησία. Μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχει αυτή η Θεία Θεανθρώπινη ισορροπία. Αυτό το πράγμα, αν το νοιώσου­με, μας οδηγεί σε μια σιωπή, στο να παραλύσουν τα μέλη ημών τα επί της γης, στο να καταλάβουμε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία, η Πί­στη, η παρηγοριά και ο λόγος δεν μεταδίδεται με απειλές ούτε με καυχήσεις, αλλά μεταδίδεται απ’ αυτούς οι οποίοι είναι νεκροί και αεί ζώντες, από τον Άγιο Ιγνάτιο το Θεοφόρο ο οποίος θέλησε να πεθάνει για να ζήσει, να φύγει για να μείνει πάντα με την Εκκλη­σία, να σταματήσει να μιλά για να γίνει Λόγος του Θεού. Και υ­πάρχουν οι κεκοιμημένοι οι οποίοι είναι αεί ζώντες. Και υπάρ­χουν αυτοί οι οποίοι έχουν αγιάσει την ψυχή και το σώμα τους. Και αυτοί δεν παρέρχονται ποτέ.

Αυτό έχει να δώσει ο Ορθόδοξη Εκκλησία. Οπότε η Ορ­θόδοξη Εκκλησία είναι μη Ορθόδοξη Εκκλησία με την έννοια που έχουμε και την έννοια που πολλές φορές εμείς μιλάμε για την Εκκλησία. Πολλές φορές νοιώθω ότι αν η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι αυτή η οποία παρουσιάζεται, τότε για να τη βρούμε την Εκ­κλησία πρέπει να την αρνηθούμε αυτή την Ορθοδοξία. Γιατί ο θεός δεν είναι Θεός, είναι υπέρθεος. Στη Θ. Λειτουργία, στην α­γία Αναφορά λέγεται ότι είναι άξιον και δίκαιον να υμνείται ο Θεός γιατί είναι ανέκφραστος, απερινόητος, αόρατος, ακατάλη­πτος. Αν ήταν νοητός, καταληπτός και ορατός δεν θα άξιζε τον κόπο να υμνείται. Αόρατος, ακατάληπτος, μπορούμε να πούμε και ανύπαρκτος – γι’ αυτό ο όντως ων. Είναι ανύπαρκτος, με οποιαδή­ποτε έννοια μπορούμε να βάλουμε εμείς της υπάρξεως. Αυτός εί­ναι λόγος του Αγ. Μαξίμου του Ομολογητή που λέει: «δια το υπέρ είναι τον Θεόν» αρμόζει πιο πολύ το μη είναι από το είναι. Αν πω εγώ ότι ο Θεός υπάρχει και πιστεύω στο Θεό μ’ ένα τρόπο ανθρώπινο, ίσως είμαι πιο μακριά από την ύπαρξη του Θεού απ’ αυτόν που λέει δεν υπάρχει Θεός. Γιατί το είναι του Θεού είναι υπέρ-είναι. Οπότε η Ορθοδοξία είναι ο ίδιος ο Θεάνθρωπος, είναι μία, ελάχιστη αν θέλετε, διαλυμένη και ρακένδυτη αλλά πάμφωτη, που έχει τη δυνατότητα να δώσει το προζύμι που ζυμεί όλο το φύραμα της Δημιουργίας.

Χθες λέγαμε για τα δεινά της Ορθοδοξίας και για την ά­σχημη εικόνα που δίνει στους ξένους με το να έχουμε στο Παρίσι 5-6 Δεσποτάδες κι άλλους τόσους στη Ν. Υόρκη. Εμένα μ’ αρέσει να μην είναι καλή η Ορθοδοξία, γιατί αν ήτανε καλή, θα μπλέκα­με την αλήθεια με το είδωλο, ενώ τώρα λέμε ότι παρουσιάζονται χίλιες αδυναμίες που δείχνουν τη δική μας κακομοιριά. Το θαύμα είναι ότι παρόλα ταύτα λειτουργεί η Θ. Λειτουργία, ο Λόγος σαρκούται, ο άνθρωπος γίνεται κατά χάριν Λόγος και υπάρχει το χαρμόσυνο μήνυμα: μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος. Ακριβώς τώρα γι’ αυτό που λέμε Ανατολή – Δύση με τη δική μου νοοτροπία το βλέπω λίγο διαφορετικά. Είχα πάει τον Οκτώβριο του ’89 στην Α­μερική, είδα την Ελληνορθόδοξη μειονότητα και λίγο τους Αμε­ρικάνους. Νοιώθω ότι ένας Ορθόδοξος αισθάνεται ντόπιος σε κάθε μέρος επειδή και στην πατρίδα του αισθάνεται ξένος. Ένας μόνιμος Αμερικάνος είναι «εμιγκρέ» στην Αμερική. Ένας αληθι­νά Ορθόδοξος είναι ντόπιος και τον αγαπάει ο τόπος και αυτός αγαπάει τον τόπο. Μιλούμε για τους αληθινούς ανθρώπους, τους ταπεινούς που είναι λόγος Θεού και φωνή παρηγοριάς για όλους. Στη συνέχεια λέμε ότι ο Θεός Λόγος έγινε άνθρωπος, δεν έγινε θεολογία, ούτε σύστημα. Γι’ αυτό και δεν έγραψε ο Κύριος τίποτα.

Σας σέβομαι, λέει ο Κύριος, σωματικά και πνευματικά. Δε σας μιλώ για πνευματικά, άϋλα αφήνοντάς σας στη σωματική πεί­να, ούτε σας κοροϊδεύω με το να σας δίδω το ψωμί που φθείρεται και να σας αφήνω ανοιχτή την πείνα την αιώνια. Δίδω το ψωμί και το ψάρι που σας τρέφει και σας στηρίζει το σώμα και στη συνέχεια αποκαλύπτει ότι αυτός είναι ο άρτος, «ο εκ του ουρανού καταβάς ίνα εξ αυτού τις φάγη και μη αποθάνη». Όχι σαν το μάν­να της ερήμου που το έφαγαν, ήταν ένα θαυματουργικό έδεσμα και πέθαναν, αλλά ένας άρτος που τον τρώει κανείς και δεν πε­θαίνει. Οπότε στη συνέχεια νομίζω πως ένας άνθρωπος ορθόδο­ξος όταν υπάρχει, όταν είναι λόγος Θεού, κηρύττει την ορθόδοξη θεολογία, όχι με όρους θεολογικούς, όπως και ο Κύριος μίλησε με όρους ανθρώπινους κι ο Απόστολος Παύλος έγινε «τα πάντα τοίς πάσι, ίνα πάντας τινάς σώση». Αν ένας είναι ταπεινός, αν ένας αγαπά, αν είναι ανίκανος να χτυπήσει, να πληγώσει τον άλλο, τότε ο άλλος καταλαβαίνει ότι δίπλα του υπάρχει κάτι θεϊκό. Και τυφλός αν είμαι, τη στιγμή που βρίσκομαι κάτω από τον ήλιο νιώθω τη θέρμη της υπάρξεώς του σ’ όλη μου την ύπαρξη. Όταν βρίσκεσαι μπροστά σ’ έναν άγιο τέτοιο, τότε καταλαβαίνεις πως, από την ουσία την απρόσιτη του Θεού, προχέεται η άκτιστη ενέρ­γεια ως χάρις, ως αγάπη, ως κάλλος.
~~~
Ήθελα να πω λίγα και λέω πολλά. Μια ερώτηση που ετέθη χτες ήταν, πως θα φερθούμε στους εκτός. Θέλει προσοχή μήπως πολλές φορές οι εκτός είναι εντός και οι εντός είναι εκτός. Λίγο πολύ θα έχετε μια τέτοια πείρα. Γνωρίζει κανείς έναν άνθρωπο, και η συμπεριφορά του ανθρώπου αυτού τον φανερώνει ως ορθό­δοξο. Βλέπει κανείς έναν άνθρωπο «εκτός» να έχει μια ταπείνωση, μια σεμνότητα, να σε διαλύει και πράγματι να νιώθεις μπρο­στά σου ότι έχεις κάποιο άγιο, ο οποίος μεταλαμπαδεύει, μεταγγί­ζει μια χάρη. Γι’ αυτό λέμε ότι δεν είναι ορθοδοξία αυτό που πιθανώς νομίζουμε. Αυτός ο άνθρωπος ο εκτός έχει κάτι από το Θεό, όπως λέει ο Κύριος ότι υπάρχουν κι άλλα πρόβατα, «α ουκ έστι εκ της αυλής ταύτης, κακείνα δεί με αγαγείν και της φωνής μου ακούσουσιν». Ο καθένας έχει την πνοή του Θεού μέσα του, στην ορδοδοξία πράγματι φτάνει κανείς στο πλήρωμα, αλλά μπορεί εγώ να κατακριθώ. «Ο γνους και μη ποιήσας δαρήσεται πολλάς». Πολλά είδα και δεν κάνω τίποτε, κι ένας άλλος μακριά έχοντας αυτήν την πνοή του Θεού μπορεί να την αυξήσει και να αποκτήσει μια σεμνότητα, ένα ήθος, μια ταπείνωση, η ο­ποία να σε συγκλονίζει.

Ο Ντοστογιέφσκυ θεωρείται ότι κάνει μυθιστορήματα. Ό­μως μεταδίδει το ορθόδοξο μήνυμα. Δεν γλυτώνω από τον πει­ρασμό να αναφέρω κι άλλο όνομα, «εκτός», του Κάφκα, ο οποίος δεν είναι χριστιανός, κι όταν τον διαβάσεις, νιώθεις ένα πόνο. Λένε πολλά παιδιά, ας μην τον διαβάσουμε, γιατί είναι τόσος ο πόνος του που φέρνει κατάθλιψη. Εγώ νιώθω ότι κάθεσαι δίπλα σ’ ένα αδελφό συμπαθή, ο οποίος δεν είναι αναιδής, δεν είναι επι­θετικός, δεν νομίζει ότι μπορεί να διορθώσει τον κόσμο και του οποίου τα κείμενα είναι μια καταγραφή ενός πόνου προσωπικού και τα κείμενά του είναι σα να παίρνεις μπαμπάκι και μαζεύεις το αίμα μιας πληγής και το βάζεις στην άκρη. Γι’ αυτό είπε φεύγο­ντας, κάψτε τα. Δεν είχε αποστολή να τα τυπώσει, αλλά οι γνωστοί του τα κράτησαν.

Τελειώνω. Υπάρχει δυνατότης να σωθεί ο άνθρωπος. Υ­πάρχει δυνατότης να ελευθερωθούμε από την κακομοιριά της α­νατολής. Υπάρχει δυνατότης και η Δύση να ελευθερωθεί από την κακομοιριά της τάξεως και της επιτυχίας της. Αυτό είναι το μήνυ­μα που δίδει ο Χριστός ανιστάμενος εκ του τάφου.

Συζήτηση
Ερώτηση: Γέροντα, είπατε ότι πρέπει να σεβόμαστε τους άλλους ανθρώπους. Κάποιες φορές στις συντροφιές μας, μπερδευόμαστε όταν φερόμαστε προς τους έξω, οι οποίοι, όπως είπατε, πολλές φορές είναι μέσα στην εν Χριστώ κοινωνία, ίσως χωρίς εμείς να το καταλαβαίνουμε και προσπαθούμε να τους πείσουμε με το ζό­ρι, να τους φέρουμε κοντά στην εκκλησία, να τους κολλήσουμε στον τοίχο. Πέστε μας μια πιο σοφή στάση απέναντι σε αυτούς που, ίσως να μην είναι συνειδητοποιημένα μέλη της εκκλησίας και εμείς προσπαθούμε να τους μιλήσουμε. Με ποιον τρόπο μπορούμε να τους πλησιάσουμε;
Ομιλητής: Εάν είμαστε ταπεινοί και καθαροί, δεν έχουμε ανά­γκη από συμβουλές για το τρόπο προσέγγισης κάποιου. Ο καθέ­νας θα μιλήσει με το δικό του τρόπο και όλοι αυτοί οι τρόποι είναι διάφοροι. Και όταν αυτό βγαίνει αυθόρμητα, τότε ο άλλος παίρνει θετικό μήνυμα. Κάποιος μπορεί να μην πει τίποτε και η σιγή του θα είναι πράγματι λόγος και κάποιος άλλος μπορεί να βάλει τις φωνές, όπως πολλές φορές η μάνα βάζει φωνές στο παιδί. Δε σημαίνει ότι δεν είναι μάνα. Αλλά επειδή είναι μάνα και αγαπά, βά­ζει φωνές στο παιδί.
Λέω λοιπόν, ότι έχουμε ένα έργο μόνο να κάνουμε. Να γι­νόμαστε ορθόδοξοι, να γινόμαστε λόγος Θεού και στη συνέχεια, το πως θα κινηθεί κανείς είναι θέμα δικό του. Άλλωστε νομίζω ότι, για να φτάσουμε να ακούσουμε τη φωνή αυτή, που ανασταίνει τους νεκρούς, θα πρέπει να τελειώσουμε την «εγκύκλιο μόρφω­ση». Θα πρέπει να ελευθερωθούμε από την αγωγή που μας δίδε­ται και να βρούμε δια της μετανοίας, ο καθένας, το δικό του ρυθμό και το δικό του τρόπο έκφρασης και ομιλίας, εσωτερικής και εξω­τερικής.
Όταν είμαστε στο σχολείο παρακολουθούμε μαθήματα που τα έ­χουν ορίσει άλλοι και δίνουμε εξετάσεις που σχεδιάζουν άλλοι, και μας κρίνουν μέσα από αυτές τις εξετάσεις. Άλλοι πετυχαίνουν, οι πιο ευαίσθητοι κατακρεουργούνται ψυχολογικά. Ξέρετε όμως ότι δεν είναι οι αριστούχοι αυτοί που τελικά μας παρηγορούν. Στη χώρα μας έχουμε έναν αποτυχημένο φοιτητή της θεολογίας ο ο­ποίος έχει κάνει έξω φρενών τον πατέρα του επειδή δεν έχει πά­ρει πτυχίο. Εμάς όμως μας παρηγορεί και μας αναπαύει. Λέγεται Παπαδιαμάντης.

Ξέρετε, είναι δύσκολο ένας δάσκαλος ή ένας γέροντας να δίνει ελεύθερη αγωγή στον καθένα. Μπορεί να γίνει ένας δικτάτορας, αν θέλετε εντός εισαγωγικών, ή και ο δικτάτορας παίζει το ρόλο του γέροντα, αλλά τα απλοποιεί γιατί ισοπεδώνει τους άλλους. Αν τυχόν θέλεις να σεβαστείς τον καθένα σα γέροντας πρέπει να εί­σαι συνέχεια σταυρωμένος όρθια και ανάποδα, και αυτός ο σταυ­ρός είναι η τελική ανάπαυση και η τελική βοήθεια που σου δίνουν αυτοί στους οποίους δίνεις αγωγή, είναι η ελευθερία από κάποια πάθη δια της σταυρώσεως που σου προσφέρουν.
Το θέμα είναι εμείς να ησυχάσουμε σ’ έναν τόπο. Ο πρώτος λό­γος του Κυρίου ήταν μετανοείτε. Να μπορούμε να μετανοούμε, να μπορούμε να λέμε ένα Κύριε ελέησον, να νιώσουμε ότι το κεφά­λαιο που έχουμε είναι ότι ο Θεός μας αγαπά προσωπικά και στη συνέχεια να νιώθουμε ότι είμαστε χάλια. Είμαι χάλια, αλλά όμως στέκομαι στα πόδια μου, γιατί κάποιος υπάρχει που κι εμένα, τον άθλιο, με αγαπά. Κι εφ’ όσον μ’ αγαπά και τον βρήκα αυτόν μέσα στην εκκλησία, αν πω κάτι σε κάποιον άλλον που αγαπώ θα βγει κάτι καλό. Εάν δεν αγαπώ αλλά απλώς νοιώθω ότι ο άλλος ανήκει σε άλλο κόμμα, σε άλλη παράταξη, και προσπαθώ να τον πάρω στην δική μου παράταξη για να την αυξήσω κατά ένα νούμερο, τό­τε δεν κάνω καλό ούτε στον εαυτό μου, ούτε στον άλλον.

Βλέπετε πολλές φορές με τους Ρωμαιοκαθολικούς λέμε ότι είναι 600 εκατομμύρια, οι ορθόδοξοι 200. Μα, να είναι και δισεκατομ­μύρια! Δεν μετρώνται έτσι τα θέματα της πίστης. Μετρώνται με ο­νόματα. Ο ιερεύς δε μνημονεύει 2000, αλλά ονόματα συγκεκρι­μένα. Είναι ο Παύλος, η Μαρία, ο Νικόλαος. Ξέρει ο Θεός και εί­ναι η μνήμη των ονομάτων. Ένα όνομα, δύο ονόματα σώζουν την οικουμένη. Και αν είμαστε χάλια, δια της χάριτος των αγίων που διεστάλλησαν, σωζόμαστε. Αυτοί τιμούν το ανθρώπινο γένος και μας δείχνουν το δρόμο και είναι οι πολικοί αστέρες.
Αν τυχόν νιώθω ότι υπάρχει αυτός που αγαπά τον κόσμο, υπάρχει αυτός που είναι ο δεσπόζων των επουρανίων και των επιγείων, υπάρχει αυτός ο οποίος στη λειτουργία του σύμπαντος κόσμου εί­ναι ο προσφέρων και προσφερόμενος και διαδιδόμενος και βλέ­πω έναν αδελφό ο οποίος πονάει, τότε τον πλησιάζω και του μιλώ. Και ο Θεός θα δώσει τη συνέχεια.

Υπάρχει μια συγγραφέας η Σιμόν Βέιλυ, όχι η πρόεδρος της ΕΟΚ, αλλά μια Εβραία συγγραφέας στην κατοχή, η οποία έζησε πολλά χρόνια στη φυλακή επί κατοχής και ήθελε να γίνει χριστιανή και είχε αλληλογραφία με έναν καθολικό παπά. Ο καθολικισμός δεν τη χωρούσε τη Σιμόν Βέιλυ και καλά έκαμε και δεν μπήκε σ’ αυτή τη φυλακή. Αν τυχόν δεν αλληλογραφούσε με τον καθολικό πα­πά, αλλά με το Γρηγόριο Νύσσης ή τον Μάξιμο τον Ομολογητή θά ‘βρισκε τη σωτηρία της. Δεν μπορούσε αυτή να μπει από φυ­λακή σε φυλακή, αλλά στην ορθοδοξία θα έμπαινε. Λοιπόν, να είμαστε ορθόδοξοι κι είτε μιλάμε είτε σιωπούμε, είτε είμαστε ζωντανοί, είτε είμαστε πεθαμένοι, βοηθάμε όλο τον κό­σμο και βοηθιόμαστε από όλους. Είτε μιλάμε επιεικώς, είτε αυ­στηρά, μεταδίδουμε την ίδια χάρη που σώζει τον κόσμο.

Ερώτηση: Πώς θα ανοίξουμε τα αυτιά μας για να ακούσουμε τη φωνή του Θεού στη ζωή μας;
Ομιλητής: Να το πείτε εσείς αυτό. Να το πουν αυτοί. Κάποιος να απαντήσει. Μα λέει «πάντες οι εν τοις μνημείοις ακούσονται της φωνής αυτού». Νομίζω ότι μπορούμε να ακούσουμε εάν μπορέσουμε να είμαστε κεκοιμημένοι και πεθαμένοι και ανύπαρ­κτοι. Όταν ένας είναι ανύπαρκτος, δηλαδή όντως ων, τότε, όπως λέει το Γεροντικό, όλη του η ύπαρξη γίνεται μία αίσθηση και δι’ όλων ακούει τον ένα Λόγο. Κι όταν ακούει τους λόγους των όντων ακούει τον ένα Λόγο. Κι όταν ακούει τις παραλογίες του παραμορφωμένου λόγου, δι’ αυτών πάλι γνωρίζει τον ένα Λόγο.
Το έργο της ζωής μας είναι το έργο της μετανοίας εν ειλι­κρίνεια και εν ελευθερία. Να απεκδυόμαστε σιγά-σιγά τους δερ­μάτινους χιτώνες της φθοράς και της απάτης που μοιάζουνε με ε­πιτυχία, που μοιάζουν με παρηγοριά και δεν είναι ούτε επιτυχία, ούτε παρηγοριά. Κι όταν κανείς απεκδυθεί αυτές τις φιλοδοξίες, αυτές τις ελπίδες και τους φόβους, τότε γίνεται ευαίσθητος στο να ακούει τον ένα Λόγο. Αλλά είπαμε ότι όλοι οι άλλοι λόγοι μας ο­δηγούν στον ένα Λόγο.

Ερώτηση: Είπατε, γέροντα, ότι αν είμαστε κουφοί και δεν ακού­με, να παρακαλέσουμε το Θεό να σπάσει την πόρτα και να μπει μέσα. Κι αν παρακαλούμε το Θεό να σπάσει την πόρτα και δεν την σπάει τι γίνεται;
Ομιλητής: Θα τη σπάσει. Παρακαλέστε και να είστε σίγουρος ότι θα μπει.

Ερώτηση: Θα ξαναγυρίσω στο ότι πολλοί, που είναι έξω θεωρητι­κά, είναι μέσα. Αυτοί οι άνθρωποι θέλουν να μας προσεγγίσουν οπωσδήποτε. Τι γίνεται όμως όταν μας ζητήσουν να συμπροσευχηθούμε; Λέμε ότι είναι σχισματικοί, απέχουν από μας, δεν μπο­ρούμε να προσευχηθούμε. Είναι όμως μια ανάγκη. Είναι ό,τι πιο φυσικό θα μπορούσε να ζητήσει κανείς: να μιλήσουν δυο αδελφοί στο Θεό και η προσευχή να τους ενώσει. Θα θυμίσω το παράδειγ­μα του π. Γεωργίου Δράγα, από το Durham της Αγγλίας, που είχε μιλήσει στη Θεσσαλονίκη και είπε ότι τον παρακαλούν να κάνει λειτουργία κάποιοι ευαγγελιστές και δεν μπορεί να την τελέσει. Ο π. Γεώργιος Δράγας έχει πολλές προσκλήσεις από ευαγγελικούς. Θέλουν να γνωρίσουν τον λειτουργικό πλούτο. Αλλά δεν μπορεί να τελέσει λειτουργία και να συμπροσευχηθεί μ’ αυτούς. Τι απα­ντάμε σ’ αυτούς τους αδελφούς μας;
Ομιλητής:
Να πούμε αρχικά ότι η ζωή μας είναι ένας σταυρός. Όταν λέμε ότι οι εκτός έχουν κάτι, πολλές φορές, μια χάρη που μας κρίνει, αυτό είναι κάτι που μας κρίνει και μας καταδικάζει. Αυτό που έχουν ανάγκη, άσχετα αν το ξέρουν ή όχι, είναι ότι θα πρέπει να έχουμε τη δυνατότητα να φυσήξουμε με τέχνη την ελά­χιστη αλλά αληθινή φλόγα που διακρίναμε μέσα στην ψυχή τους, ώστε να αυξηθεί, να γίνει πυρκαϊά. Και αυτή η πυρκαϊά πραγμα­τοποιείται και γίνεται κανείς παρανάλωμα του πυρός της Πεντη­κοστής, της χαράς της αλήκτου, μόνο μπαίνοντας μέσα στην ορ­θόδοξη Εκκλησία. Εάν βλέπω έναν αδελφό μου εκτός κι έχει ένα χάρισμα που μου πονάει, μου πληγώνει την καρδιά και παρασυρθώ από αυ­τόν, τότε και αυτόν κατέστρεψα και τον εαυτό μου. Αυτός περιμέ­νει εμάς, που έχουμε γίνει κοινωνοί -έστω και ελάχιστα- του πλη­ρώματος, να τον βοηθήσουμε για να προχωρήσει προς την ορθό­δοξη Εκκλησία, η οποία είναι μη ορθόδοξη Εκκλησία. Δηλαδή είναι η όντως Εκκλησία, την οποία δεν μπορούμε να καταλάβου­με ανθρωπίνως εμείς. Κι αυτό που λέω μη-ορθόδοξη εκκλησία, το λέω ζώντας όχι με ιεροκήρυκες αλλά με τους αγίους, το Μάξιμο τον Ομολογητή, τον Αγ. Ιωάννη το Χρυσόστομο, το Γρηγόριο Νύσσης.

Νομίζω ότι μιλάμε αδελφικά και ό,τι λέγεται, λέγεται με α­γάπη. Η γνώμη μου δεν έχει καμιά αξία. Η ομιλία του κ. Βασιλειά­δη χτες μου άρεσε πολύ. Είναι μερικές όμως φράσεις οι οποίες χτυπούν άσχημα όπως «η επανάκτηση της καθολικότητας της εκ­κλησίας», «προς μία σύνθεση ανατολής και δύσεως». Δεν μου α­ρέσει, γιατί δεν αναπαύει τους καθολικούς. Δηλαδή δεν σώζει τον άνθρωπο. Ούτε να συναντηθούμε οι δύο παραδόσεις. Δυνάμει το σύνολο βρίσκεται μέσα στην ορθόδοξη εκκλησία. Αυτό δεν είναι κάτι που μας δίδει αφορμή να καυχώμεθα με τρόπο απαράδεκτο, αλλά να καυχώμεθα με το να διαλύσουμε τη ζωή μας. Να φτά­σουμε δια της ταπεινώσεως εις το μη είναι και δι’ αυτού του τρό­που να δεχτούμε τη χάρη του αγίου Πνεύματος και να γίνουμε λόγος Θεού, που να χαρούμε κι εμείς τη ζωή μας και δι΄ αυτής της χαράς να δοθεί ένα μήνυμα χαράς, αισιοδοξίας και απελευθε­ρώσεως του ανθρώπου παντού, όπου βρίσκεται.

Νομίζω επίσης ότι θα πρέπει να διακρίνουμε το «ορθοδοξία» και «ορθόδοξοι» ή «ρωμαιοκαθολικοί» και «ρωμαιοκαθολικισμός». Ένας ρωμαιοκαθολικός μπορεί να βα­πτισθεί και να γίνει ορθόδοξος. Ο ρωμαιοκαθολικισμός, το Βατι­κανό, δε βαπτίζεται. Είναι αυτό που λέει ο Απόστολος Παύλος, «τω νόμω του Θεού ουχ υποτάσσεται κάποια λογική, ουδέ γαρ δύναται». Αυτό φανερώνεται ξεκάθαρα σήμερα, με τις αλλα­γές στις ανατολικές χώρες και με την προώθηση με μεσαιωνικότατο τρόπο της ουνίας εκ μέρους του Βατικανού. Οπότε φάνηκε τι είναι οι θεολογικοί διάλογοι και οι διάλογοι της αγάπης οι οποίοι διεξάγονται εκ μέρους του Βατικανού. Μέσα στο Ρωμαιοκαθολικισμό υπάρχουν εκατομμύρια ευαίσθητοι άνθρωποι, αλλά δεν εί­ναι οι υπάλληλοι του Βατικανού οι οποίοι βαπτίζονται. Αυτοί είναι θύματα ενός καθεστώτος. Όπως ήτανε θύματα του καθεστώτος στο Βορρά άλλοι υπεύθυνοι.

Τώρα φεύγουμε λίγο από το θέμα. Στη Σοβιετική Ένωση οι άνθρωποι πίστεψαν στο σύστημα ως σε θρησκεία. Είχανε τα δόγματά τους, είχανε τις τελετές τους, είχανε τους αγίους τους. Μια στιγμή έρχεται κάποιος, ο Γκορμπατσώφ, και αρχίζει να τα ξηλώνει όλα αυτά. Άλλος λέει ότι δεν τα ξηλώνει αυτός, αλλά συ­νέπεσαν οι ιστορικές συνθήκες. Θα μπορούσε όμως να ακολου­θήσει π.χ. τη γραμμή του Τσαουσέσκου, ή να ήταν ένας ηπιότερος Μπρέζνιεφ. Αλλά, αυτός τα διαλύει. Και βλέπουμε να συναντάται ο πάπας με τον Γκορμπατσώφ στο Βατικανό: ο άθεος αρχηγός του αθεϊστικού και κοσμικού συστήματος και ο βικάριος του Χρι­στού στη γη. Τι ειρωνεία αλήθεια! Ο μεν άθεος είναι ένθεος, ο δε ένθεος είναι δαίμονας ενόσω διατηρεί αυτό το οποίο διαλύει και διαιρεί τους ανθρώπους.
Αυτή η συνάντηση που γίνεται αυτή τη στιγμή εδώ δε θα χωρούσε στο Βατικανό. Το ξέρετε; Ήρθατε εδώ και λέτε με ελευ­θερία τα δικά σας. Οι φωνές σας, οι φωνές των υπευθύνων της συ­νάντησης… Πολλές φορές λέω στα παιδιά ότι όλα αυτά τα λέω ε­πειδή είμαι ορθόδοξος μοναχός και αυτά που σας λέω σαν μονα­χός, έχουμε μια σχέση με την εκκλησία. Και η Θ. Λειτουργία έχει μια σχέση με τον τρόπο υπάρξεως της εκκλησίας. Τα λάθη μας τονίζουν την ανοχή της αγάπης του Θεού που είναι πατέρας μας και δεν μας παίρνει στα σοβαρά. Και το επικίνδυνο είναι ότι μας αγαπάει. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα μπορούμε να αμαρτάνουμε, δη­λαδή μπορούμε να μετανοήσουμε. Όταν κάτι γίνεται με το ζόρι, όταν δεν υπάρχει ένα περιθώριο να σφάλλει κανείς, τότε δεν υ­πάρχει περιθώριο να διορθωθεί, να κλάψει και να πει «Κύριε ελέησον». Και δια του «Κύριε ελέησον», του «μνήσθητί μου Κύριε» να μπει στον Παράδεισο.

Το Βατικανό είναι μια κατάρα μεγαλύτερη από το Κρεμλί­νο. Γιατί το Κρεμλίνο, εξ αρχής, παρουσιάστηκε ότι κάνει αλλοιώσεις στην ιστορία. Εδώ θεωρεί ο πάπας ότι εξουσιάζει τον ουρανό και τη γη. Μα αυτά είναι θέματα τα οποία βασανίζουν ε­κατομμύρια ανθρώπους. Αυτοί είναι οι καταδυναστευόμενοι. Κι αν θέλει κανείς να δει τη σάρκωση της απιστίας, ας πάει στο ναό του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη: όλο το συγκρότημα και το σύστημα πάει να επιβληθεί με τη δύναμη, σαν το Μουσολίνι. Και μπαίνο­ντας μέσα στο ναό έχει γραμμές και λέει, εδώ τελειώνει η Πανα­γία των Παρισίων, εδώ ο καθεδρικός ναός του Λονδίνου* και με­τράει το μέγεθος και το κάλλος του ναού με τα μέτρα. Θεωρούν τον εαυτό τους καλύτερο, επειδή έχουν περισσότερα μέτρα. Μα αυτά είναι χαμένα πράγματα! Μα τότε δεν μπορεί να συγκριθεί π.χ. η Παναγία των Παρισίων με ένα ξωκλήσι ορθόδοξο.

Χθες, πήγαμε σ’ ένα χωριό που έχει σαν εκκλησία το κα­θολικό μιας μονής. Εκεί είδαμε μια κυρα-Βασίλω, γιαγιά, η οποία είναι γριά παντοδύναμη. Βγαίνει πάνω στα κατσάβραχα, εξυπηρε­τεί όλους τους γείτονες, μεταφέρει νερό απ’ την πηγή, για να μην πίνουν ζεστό νερό, σκάβει τους κήπους όλων, δεν την ξέρει κα­νείς. Για μένα η κυρά-Βασίλω είναι μέλος της βασιλείας των ου­ρανών. Η κυρά-Βασίλω είναι μια ελπίδα σωτηρίας του σύμπαντος κόσμου, γιατί ζει ως άνθρωπος. Ζει κενωτικά. Έχει διαγράψει τον εαυτό της, ζει για τα παιδιά της, για τα εγγόνια της και για όλο τον κόσμο. Διαλύει τον εαυτό της. Και εφόσον διαγράφει τον εαυτό της και ζει για τον άλλο, όλοι ζουν γι’ αυτή και ο Θεός δεν την α­φήνει. Αυτό είναι το ήθος που σώζει και ελευθερώνει το πρόσωπο.

Είπε ο κ. Βασιλειάδης χθες ότι, πολλές φορές, γνωρίζουμε με δυτικό τρόπο την ορθοδοξία, γι’ αυτό από αγάπη προς τους δυ­τικούς θα πρέπει να γίνουμε ορθόδοξοι. Αλλά το να γίνει κανείς ορθόδοξος, είναι τόσο δύσκολο όσο το να πάψει κανείς να ζει για τον εαυτό του και να ζει μόνο για τον υπέρ ημών αποθανόντα και για τους αδελφούς του. Αλλά, ενώ είναι τόσο δύσκολο, δεν υπάρ­χει άλλος δρόμος κι άλλη πόρτα που να μας μεταφέρει στην ό­ντως αιώνια ζωή. Κι αυτή η αιώνια ζωή δεν είναι η ζωή που θα αρ­χίσει μετά το θάνατο. Είναι η ζωή που άρχισε από τώρα. Δεν είναι η ζωή των εσχάτων και δεν είναι της ιστορίας είναι αυτή η ζωή που αγιάζει την ψυχή και το σώμα. Γι’ αυτό βλέπετε ότι οι άγιοι μας, εάν τυχόν με πάθος υπεστήριξαν τη θεότητα του Κυρίου, με το ίδιο πάθος υπεστήριξαν και την ανθρωπότητα του Κυρίου.

Λέει ο Αγ. Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, ότι ο Χριστός παρουσιάστηκε στους μαθητές μετά την ανάσταση και είπε: «ελάτε να με ψηλαφίσετε και να δείτε, ότι εγώ δεν είμαι άσαρκο δαιμόνιο, να μην έχω σάρκα και οστά». Έχω σάρκα και οστά, οπότε, νιώθει ο πιστός, ο ταπει­νός ότι είναι ελεύθερος του χώρου και του χρόνου και ταυτόχρονα έχει καταποθεί το θνητόν από την αθανασίαν και το φθαρτό από την αφθαρσία και έχει γεμίσει η κτίστη με άκτιστη χάρη. Και, ό­πως λέει ο Αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός, η ύλη είναι πλήρης χάρι­τος και οι λίθοι κεκράξονται, που λέει ο Κύριος, αν τυχόν αυτοί σιωπήσουν. Οι λίθοι ήδη κράζουν και κάθε κίνησις υλική έχει πνευματικό περιεχόμενο. Και λέει πάλι ο Αγ. Ιγνάτιος ότι εσείς χριστιανοί όσα κατά σάρκα πράσσετε, πνευματικά εστί, εν Ιησού Χριστώ γαρ πάντα πράσσετε. Όσα κάνετε κατά σάρκα σωματικά είναι πνευματικά, γιατί τα πράττετε εν Ιησού Χριστώ, ο οποίος εί­ναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος.

Γι’ αυτό μέσα μου υπάρχει μια αντίδραση, όταν ακούω ότι εμείς έχουμε το μισό και οι άλλοι το μισό. Δεν είναι έτσι! Και α­ντιδρώ όχι γιατί προσβαλλόμεθα εμείς, αλλά γιατί βασανίζουμε τους μη-ορθοδόξους. Όταν λέμε αγαπώ τον μη ορθόδοξο και τον τιμώ και η συμπεριφορά του και η χάρη του με κατακρίνει δε ση­μαίνει ότι θα διαλύσω την ορθοδοξία. Έχω χρέος απέναντι σ’ αυ­τούς τους πεινασμένους και ευαίσθητους οι οποίοι δε χωρούν ε­κεί που βρίσκονται και ο Θεός ξέρει γιατί τους έβαλε εκεί και ο Θεός ξέρει τι θα γίνει, οφείλω μ’ ένα τρόπο αγάπης, που θα ρυθ­μιστεί από μένα προσωπικά να τους δείξω το δρόμο που φέρνει στην ελευθερία η οποία δεν είναι χάος και στην ενότητα η οποία δεν είναι σκλαβιά. Να τον φέρω στη θεανθρωπία της ορθοδόξου εκκλησίας η οποία είναι μία εκκλησία.

κ. Βασιλειάδης: Θα ήθελα να δώσουμε μια διευκρίνηση. Παραδέχτηκα στον π. Βασίλειο, ότι η χθεσινή μου διατύπωση η ο­ποία αναφέρεται και στο κείμενο το οποίο έχετε ίσως να δη­μιουργήσει και δημιούργησε όπως φαίνεται, παρανοήσεις. Κατα­λαβαίνω τις έννοιες παράδοση ανατολική, και παράδοση δυτική, όχι ορθόδοξη παράδοση και ρωμαιοκαθολική ή δυτικοχριστιανική παράδοση, διαφορετικά. Αυτό το οποίο ο π. Βασίλειος ονομά­ζει ορθοδοξία, το ονομάζω εκκλησία. Ό,τι καταλαβαίνω εγώ με τον όρο εκκλησία που περιβάλλει τα πάντα και είναι καθολική.
Ομιλητής: Μα η ορθοδοξία είναι εκκλησία.

κ. Βασιλειάδης: Ακριβώς. Ό,τι ονομάζουμε εκκλησία, υπολογί­στε το σαν ορθοδοξία. Αλλά η διαφορά μεταξύ παραδόσεων ανα­τολής και δύσεως -όχι ορθοδοξίας και μη ορθοδοξίας- είναι δε­δομένη. Απ’ αυτήν την άποψη δεν διαφωνώ καθόλου με ό,τι είπε ο π. Βασίλειος. Αν χρησιμοποιούσα ως κεντρικό όρο, και νομίζω ότι ο π. Βασίλειος χρησιμοποιεί ως κεντρικό όρο γύρω από τον οποίο υφαίνει την ομιλία του, τον όρο ορθοδοξία, ακριβώς αυτά τα πράγματα θα έλεγα. Χρησιμοποιώ ως κεντρικό όρο αυτό που λέ­γεται εκκλησία και υπονοώ ότι η ορθοδοξία είναι η εκκλησία. Δεν είναι το μισό της εκκλησίας που χρειάζεται κάποια συνάντηση με το άλλο μισό. Είναι η καθολική εκκλησία. Αλλά υπάρχει παράλ­ληλα μια παράδοση στον ανατολικό χώρο όπως και υπάρχει μια παράδοση στο δυτικό χώρο. Μερικές φορές είναι μπλεγμένη αυτή η παράδοση. Άλλο αυτό και συνάντηση των παραδόσεων και άλλο των θεολογικών ή των ορθοδόξων και καθολικών παραδόσεων.

κ. Βουλγαράκης(5): Θα ήθελα να κάνω κι εγώ μια ερώτηση; Στο πρόγραμμα γράφεται σαν τίτλος της εισήγησης σας «Αναζητώντας ένα σύγχρονο ορθόδοξο λόγο (προς μια αναδια­τύπωση του λόγου της παραδόσεως)». Ήθελα να ρωτήσω ανεξάρ­τητα, αν είναι δικός σας ο τίτλος ή όχι, ποια είναι τα κριτήρια που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας, για να αναπτύξουμε ένα σύγχρονο ορθόδοξο λόγο και για να αναδιατυπώσουμε το λόγο της παρα­δόσεως. Τι παράγοντες θα λάβουμε υπόψη μας σήμερα, για να προχωρήσουμε σ’ αυτή την αναζήτηση και την αναδιατύπωση;

Ομιλητής: Η διατύπωση δεν είναι δική μου είναι των οργανωτών της συνάντησης και δεν την πολυχωνεύω. Αυτή η επαναδιατύπωση του ορθοδόξου λόγου μου θύμιζε κάτι που είχα ακούσει στους καθολικούς ότι ο σκοπός της θεολογίας σήμερα είναι να διατυπωθεί όχι με σχολαστική ορολογία, αλλά με περσοναλιστική. Βλέπετε ότι, για να βρισκόμαστε σε δουλειά και να τρώμε την ώρα μας αυτά δεν τελειώνουν ποτέ. Εγώ λέω απλώς να ζούμε, να μετα­νοούμε, να ησυχάζουμε, να δρούμε και να γινόμεθα θεολόγες ψυχές. Που λέει θεολόγος ψυχή, και ο Λόγος έγινε σαρξ και καθέ­νας μπορεί να γίνει μεγάλος και μπορεί να γίνει θεολόγος και δια της ζωής του, δια της διαγωγής του, δια της σιωπής του, να επαναδιατυπώνει συνέχεια μ’ ένα νέο, πρωτάκουστο, προσωπικό τρό­πο, τον ένα και αιώνιο Λόγο που σώζει όλους.
Εδώ, σε γραπτή ερώτηση, έχει γράψει κάποιος: «Οι πετυχεμένοι έχουν ελπίδα;» Έχει δίκιο. Το πετυχημένοι το έχει «πετυχεμένοι». Έχει δίκιο που το ρωτάει, γιατί και εγώ το λέω λίγο παράξενα. Δεν είναι κακό η επιτυχία. Κι εγώ σας εύχομαι καλή επιτυχία και να πάτε όλοι καλά στα μαθήματα και να είστε αριστούχοι. Μόνο να καταλάβουν οι πετυχημένοι ότι η επιτυχία τους είναι αποτυχία και να πάνε παραπέρα.

κ. Βουλγαράκης: Να επανέλθουμε στο αρχικό ερώτημα σχετι­κά με το αν ο π. Δράγας, επιτρέπεται να κάνει τη λειτουργία που του ζητούν και να είναι ακροατές. Εσείς στραφήκατε στη γενικό­τερη θεώρηση του πράγματος.

Ομιλητής: Η θέση μου είναι αρνητική. Όχι, δεν γίνεται Θεία Λειτουργία, δε συμμετέχουμε σ’ αυτήν κι αυτό είναι έκφραση λε­πτότατη, πραγματικής αγάπης. Κι αν τυχόν κάναμε, θα σας εμπαί­ζαμε και θα κοροϊδεύαμε και θα ανακατεύαμε τα θεία και τα αν­θρώπινα. Επειδή θέλω να είμαστε συνέχεια μαζί, βγαίνετε έξω οι κατηχούμενοι, αλλά σας έχω στην καρδιά μου και προσεύχομαι συνέχεια για σας. Κι ένας ορθόδοξος ο οποίος δε δίδει την Θεία Κοινωνία επειδή σέβεται το στομάχι και την ύπαρξη του άλλου, αγαπά τον άλλο -ο αληθινός ορθόδοξος- περισσότερο απ’ ότι ο ίδιος τον εαυτό του. Κι όπως λέει ο αββάς Ισαάκ έχει πάθει τέτοιο πυράκτωμα η καρδιά του, που βάζει μέσα και κατακαίει αιρετι­κούς, αμαρτωλούς και τον ίδιο το διάβολο. Αλλά στη συγκεκριμέ­νη περίπτωση, όχι με τη λογική των μανιακών ορθοδόξων, αλλά με τη λογική του αββά Ισαάκ του Σύρου από περίσσευμα αγάπης σου λέω όχι, και σου λέω ναι στο δρόμο της ζωής. Γιατί το θέμα είναι να φτάσεις σε μια ενηλικίωση πνευματική, και σ’ ένα δυνατό στομάχι το οποίο θα μπορεί να χωνέψει κάθε τροφή.

κ. Βουλγαράκης: Δεν αναφέρθηκε το να μεταλάβουν, αλλά να παραστούν.

Ομιλητής: Εάν κάποιος ξένος θέλει να παρακολουθήσει μια δική μας λειτουργία και δεν το κάνει από ειρωνεία και εμπαιγμό, αλλά πράγματι ενδιαφέρεται, νομίζω, αν συζητηθεί, μπορεί να παρακο­λουθήσει. Όπως με την χθεσινή ερώτηση, εάν κάποιος στη Σουηδία, που δεν έχει ναό, προσευχηθεί σε ένα ρωμαιοκαθολικό ή προτεσταντικό ναό, εκεί θέλει προσοχή. Ένας ο οποίος ξέρει την ορθοδοξία, μπορεί να μπει μια στιγμή σ’ ένα ήσυχο χώρο προ­σευχής για τους ρωμαιοκαθολικούς. Να καθίσει σε μια γωνιά και να πει ένα «Κύριε ελέησον». Ίσως όμως κάποιος ο οποίος δεν έ­χει πολλή σχέση με την ορθοδοξία, με το πλήρωμα της ζωής, να παρασυρθεί απ’ αυτό. Και εκεί η ποιμαντική φροντίδα της εκκλη­σίας λέει όχι στη συμπροσευχή με τους αιρετικούς.

κ. Βουλγαράκης: Θα ήθελα να θυμίσω εδώ ότι στην εκκλησια­στική ιστορία έχουμε και συμπροσευχή του αποστόλου Παύλου μετά των Ιουδαίων κατ’ επανάληψη, παρ’ όλους τους κανόνες της εκκλησίας. Δεν μπορούμε να βάζουμε πάντοτε στεγανά, αλλά εί­ναι το θεοποιόν πνεύμα, το οποίο ανά πάσα στιγμή μας καθοδη­γεί τι πρέπει να κάνουμε.
Να παρατηρήσω εδώ ότι ανάγετε τα θέματα σε κάποια γε­νικότερη θέση και θεωρία που είναι πάρα πολύ ωραία. Αλλά φο­βάμαι, μήπως υπάρχει κάποιος μονισμός από μια άλλη άποψη. Ο Χριστός δεν είπε χορτάζου και θερμαίνου, το κατηγόρησε μάλι­στα αυτό, ούτε στη χήρα της Ναΐν περιορίστηκε σε ένα εξαιρετικό κήρυγμα περί αθανασίας, αλλά ανέστησε αμέσως το γιο της. Για κείνους που πεινούσαν, έκανε θαύμα και πολλαπλασίασε τους πέντε άρτους κτλ. Υπάρχει λοιπόν και μια άλλη διάσταση που ζη­τάει μια απάντηση πιο συγκεκριμένη. Μια απάντηση πράξεως και όχι ενδοσκόπησης, η οποία είναι το προέχον και το βασικό.
Γίνεται μονισμός, αν μείνουμε μόνο στη μια διάσταση και δεν πάμε και στα έργα. Γι’ αυτό νομίζω ότι σε μερικές ερωτήσεις θα ήθελαν κάποιοι πιο συγκεκριμένη απάντηση, όπως μερικές φορές δίνει ο πνευματικός στα παιδιά του. Εάν είναι σωστό να το λέει, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Γι’ αυτό μερικές φορές αισθανό­μαστε λίγο μετέωρα στο πρακτέο.

Ομιλητής: Αναφέραμε κάποια στιγμή ότι ανέστησε ο Χριστός, νεκρούς. Δεν έκανε κήρυγμα, αλλά ανέστησε τον νεκρό προσκαίρως. Και έδωσε και το ψωμί, για να χορτάσουν οι άνθρωποι που ήταν στην έρημο, αλλά δεν έμεινε σ’ αυτό μόνο. Αμέσως μετά, δί­νει τον άρτο τον εκ του ουρανού καταβάντα. Τώρα στην ορθοδο­ξία νομίζω γίνεται αυτό που έκαμε ο Κύριος. Ούτε το ένα μόνο, ούτε το άλλο. Γι’ αυτό και παλιά δεν υπήρχαν οι θεολόγοι και οι μη θεολόγοι, αλλά όλη η ζωή του ανθρώπου ήταν θεολογική πρά­ξη. Και δε χωρίζεται η ζωή από την πνευματική ζωή. Κι ο Χριστός, ως τέλειος Θεός και ως τέλειος άνθρωπος, αγιάζει την ψυχή και το σώμα του ανθρώπου.

Κι αν θέλετε, δε χωρίζεται η εργασία από την προσευχή. Οπότε εγώ τα λέω τραυλά, δε γεννάται θέμα, αλλά προσπαθώ. Μου λέει κάποιος κάποτε σ’ ένα αμφιθέατρο, δεν μπορώ να κατα­λάβω που το πας. Λέω, κοίταξε το πάω στην ορθόδοξη εκκλησία. Μπες εκεί και ό,τι θα δεις, ό,τι θα ακούσεις είναι άγιο κι ιερό και θα με θυμηθείς μετά από ένα χρόνο και μετά από πέντε χιλιάδες χρόνια.
Θέλω να οδηγηθεί ο καθένας στην ορθόδοξη εκκλησία. Επίσης νομίζω ότι αυτή η είσοδος στην ορθόδοξη εκκλησία και το να γινόμαστε αυτό που όντως είμαστε, ορθόδοξοι δηλαδή, και να κερδίζουμε αυτό που κατέχουμε είναι μια πράξη ιερά, η οποία διενεργείται, πάντα, με ελευθερία και με τη χάρη του Θεού. Και πρέπει ν’ αφήσει κανείς τον άλλον να πετύχει, μετά να ησυχάσει, να καταλάβει ότι η επιτυχία του δεν τον χωρά και να ακούσει από την εκκλησία ότι υπάρχει μια άλλη επιτυχία. Και να απογοητευτεί από αυτήν και να πάει σε άλλη επιτυχία και να προχωρεί από δό­ξης εις δόξαν, σε δόξα που δεν τελειώνει ποτέ. Τώρα λέμε ότι, ένα μαχαίρι όταν είναι στραβό το παραστραβώνουμε απ’ την άλλη μεριά, για να έρθει ίσια. Εγώ πολλές φορές σκοπίμως λέω άλλα αντί άλλων, για να πάει ο άλλος να βρει αυτό που είναι να βρει.
Λέει ο απ. Παύλος ερμηνεύοντας τις παραβολές του Κυρί­ου, μα γιατί Κύριε μιλάς με παραβολές και δεν τα λες ξεκάθαρα στους ανθρώπους; Και βάζει ο Χρυσόστομος στο στόμα του Κυρί­ου να λέει ότι, τα λέω δια παραβολών, ώστε δια της ασάφειας των λεγομένων, να ξυπνήσουν οι άλλοι και να βρουν το νόημα της παραβολής.

Ερώτηση: Αυτό που θα ρωτήσω ίσως είναι αφελές, αλλά μου γεννήθηκε σαν απορία, όταν αναφέραμε ότι ο Χριστός δεν έκανε θεολογία, αλλά έδωσε το ίδιο Του το σώμα. Δεν άφησε μια συ­γκεκριμένη και στεγανή διδασκαλία, αλλά το παράδειγμά Του, το θάνατο και την ανάστασή Του.
Γιατί προέκυψε στους επόμενους αιώνες η τόσο μεγάλη ανάγκη να θεολογήσουν οι άνθρωποι που είχαν ζήσει από κοντά το Χρι­στό, γεγονός που φτάνει μέχρι σήμερα; Γιατί προέκυψε η ανάγκη να θεολογήσουν οι πατέρες, να γράφουν ερμηνείες στην Καινή Διαθήκη, να κάνουν έργα απολογητικής, να κάνουν όλη αυτή τη λεγόμενη καταφατική και αποφατική θεολογία και να μας αφή­σουν συγγράμματα ερμηνευτικά, απολογητικά κ.α.; Δεν αρκούσε το γεγονός της ενανθρωπήσεως του Χριστού, και χρειαζόταν να αναπτυχθεί μια ολόκληρη φιλολογία σχετικά;

Ομιλητής: Κάθε φορά που μια σύνοδος αρχίζει να μιλά για το θέμα που την απασχολεί, λέει ότι δεν υπήρχε λόγος να γίνει λό­γος, αλλά επειδή παρουσιάζονται κάποιοι οι οποίοι με τις θεωρίες τους και τις απόψεις τους παραποιούν την αλήθεια, προσπαθούν οι πατέρες να καταγράφουν και να εκφράσουν το άρρητο και α­νείπωτο, το οποίο ευθύς εξ’ αρχής από την Πεντηκοστή, στο πλή­ρωμα του, βρίσκεται μέσα στην εκκλησία. Νομίζω ότι αυτό το βλέπουμε ξεκάθαρα και στον Αγ. Γρηγόριο τον Παλαμά τόσο, που λέμε στο τέλος ότι ίσως μπορούμε να πούμε ότι είμαστε ευγνώμο­νες και προς τον Βαρλαάμ και προς τους άλλους Δυτικούς, οι ο­ποίοι ανάγκασαν τον Αγ. Γρηγόριο Παλαμά να σταματήσει την εν ησυχία σιωπή του και να μας εκφράσει κάτι από την άρρητη μα­καριότητα μέσα στην οποία ζούσε.
Αυτή η καταγραφή των αρρήτων γίνεται από αγάπη εκ μέρους των αγίων και θεολόγων (άγιοι και θεολόγοι στην παράδοσή μας δεν χωρίζονται) και στη συνέχεια πλουτίζεται όχι μια φιλοσοφία, όχι κάτι το οποίο μας πονά το κεφάλι, αλλά μεταδίδεται μια χάρις ζω­ής, η οποία μεταγγίζεται με μόνη την ύπαρξη του Αγίου. Δηλαδή, εάν ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος δεν έγραφε τίποτα, νομίζω ότι τίποτα δε θα χανόταν από τη χάρη του. Αλλά επειδή εμείς δεν είμαστε ικανοί, δεν έχουμε τέτοια ώτα και τέτοιες αισθήσεις και τέτοια ευαισθησία, για να παίρνουμε εν σιγή το μήνυμά του, γι’ αυτό από αγάπη κάθεται και γράφει.

Ο Κύριος ήρθε και ως τελευταία πράξη της διδασκαλίας του μπορεί να θεωρηθεί ο μυστικός δείπνος που λέει λάβετε, φά­γετε το σώμα μου και πιείτε το αίμα μου. Και νομίζω ότι και κάθε ένας άγιος, κάθε ένας άνθρωπος που ζει μέσα στην εκκλησία προσφέρει τη ζωή του, ως σώμα κλώμενον και ως αίμα εκχυνόμενον και δι’ αυτού του τρόπου διδάσκει. Όταν έτσι ζούμε μέσα στην εκκλησία, σας ανέφερα προηγουμένως για τη γιαγιά Βασίλω, η οποία είναι μια περίπτωση απ’ τις πολλές γιαγιάδες που θυ­σιάζουν τον εαυτό τους, όταν ζούμε μέσα σ’ αυτή τη μήτρα της ορθοδόξου εκκλησίας, παίρνουμε τη θεολογία απ’ τη γιαγιά Βασίλω, καταλαβαίνουμε πως δίδεται η θεολογία από τον άγ. Γρηγόριο τον Παλαμά και από όλους τους άλλους τους αγίους και κα­ταλαβαίνουμε στη συνέχεια και όλη τη θεολογία των αγίων. Τώρα, ζώντας μέσα στην εκκλησία μπορούμε να καταλάβουμε την Θεολογία των αγίων και μπορούμε να συνεχίσουμε τη θεολο­γία και η θεολογία μας να είναι μια παρηγοριά και ένα μήνυμα ζωής και όχι κάτι σχολαστικό και εγκεφαλικό που απλώς κουρά­ζει τον άνθρωπο.

Ερώτηση: Αυτά που γίνονται στη Λάρισα ανήκουν στην κακο­μοιριά ή στη δόξα της Ορθοδοξίας; Και ακόμη, πώς θα βρούμε το δικό μας ρυθμό και θα ελευθερωθούμε από την αγωγή που μας δίνεται μέσα στη συμβατικότητα της πόλης, μέσα στις ενορίες που γίνεται χαμός! Πώς θα ησυχάσουμε τη ζωή μας;
Ομιλητής: Εδώ να απαντήσει ο κ. Βουλγαράκης. Κάτι έλεγε σχε­τικό με το ότι δεν ήταν και τόσο άψογα και παλιότερα τα πράγμα­τα και δεν πρέπει να τα εξιδανικεύουμε.

κ. Βουλγαράκης: Αυτό είναι αλήθεια. Αλλά το ζήτημα είναι ότι να μην κάνουμε αναγωγές στο παρελθόν. Εδώ είναι καυτό θέμα και ζητάει απάντηση. Είναι γεγονός βέβαια, ότι πάντα στην εκ­κλησία μας είχαμε πολλά τραγικά προβλήματα. Προς παρηγοριά μερικών, διαβάστε ένα τελευταίο μου άρθρο γι’ αυτά που λέει ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος για τον εκκλησιασμό στην εποχή ε­κείνη. Σήμερα είμαστε πολύ πιο ευσεβείς σε σχέση προς τους χριστιανούς της εποχής του Αγ. Ιωάννη του Χρυσοστόμου.

Ομιλητής: Να αρχίσουμε από το εύκολο μήπως βρούμε το ρυθ­μό μας. Νομίζω ότι, όταν δεν σεβαστούμε εμείς τον εαυτό μας, δεν πρόκειται να μας σεβαστεί κανείς. Τον εαυτό μας, λέει ο Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος, θα πρέπει καμιά φορά να τον επισκεπτόμεθα. Να μην τον εγκαταλείπουμε τελείως τον ταλαίπωρο. Και επίσης οπουδήποτε και αν βρισκόμαστε, να του έχουμε φτιάξει μια ήσυχη γωνιά και μια ήσυχη ώρα. Εγώ προχθές, έμενα κάτω σ’ ένα σπίτι με τον π. Ιγνάτιο. Πάω επάνω στο μοναστήρι και μου λέ­νε ότι εκεί πέρα είναι δύσκολο να ζήσει κανείς γι’ αυτό με πήγαν κάτω πιο επίσημα. Εγώ σαν άγριο θηρίο βρήκα τον εαυτό μου εκεί πάνω. Στο μοναστήρι είναι τέλεια, εδώ πέρα μπορώ να μείνω συ­νέχεια, ενώ κάτω, στο σπίτι, δεν μπορώ να μείνω καθόλου. Οπότε έχει σημασία να πάρουμε τον εαυτό μας και οπουδήποτε και αν βρισκόμαστε να του έχουμε μια ήσυχη γωνιά και μια ήσυχη ώρα για να μηρυκάζει την τροφή που πήρε.

Δε χωρίζεται η πνευματική από την καθημερινή ζωή η ο­ποία με όλες τις κακομοιριές, τις αντεγκλήσεις, με όλες τις επα­ναστάσεις και τις οδομαχίες της Λάρισας έχει να μας πει κάτι πνευματικό, ήρεμο και μόνιμο. Αλλά για να το πάρει κανείς και για να το χωνέψει θα πρέπει να ησυχάζει. Και η ησυχία θα του πει τι θα κάνει. Ο εν τη ησυχία θ’ ακούσει τη φωνή του Θεού. Επίσης, νομίζω ότι αυτό που λέμε μετάνοια είναι μια πράξη προ­σωπική, ένα δώρημα της χάριτος. Και είναι ένας τοκετός. Θα έλθει η ώρα του παιδιού που θα γεννηθεί, η ώρα που θα έχουμε τη συγκομιδή των καρπών. Αυτό που χρειάζεται είναι ότι, όπως επω­άζει η κλώσσα τα αυγά της, θα πρέπει κι εμείς να επωάσουμε εν ησυχία τον εαυτό μας για να κυοφορηθεί ο λόγος της μετανοίας που θα μας οδηγήσει στην άνεση και στην μεταμόρφωση. Κι έτσι συνεχίζει ο άνθρωπος την πορεία του. Είναι ο ίδιος και ταυτόχρο­να είναι άλλος. Αυτό το «άλλος» είναι μια προσθήκη και μια δω­ρεά της χάριτος. Αυτό δε θα μπορούσε να το κατορθώσει μόνος του, ούτε το φανταζόταν στη ζωή του ότι θα γίνει. Και όταν μια στιγμή νοιώσει ότι, κοίταξε κι εμένα τον κακομοίρη που κανονικά θα έπρεπε να με έχουν απορρίψει όλοι, κι εμένα τον ανάξιο της παρούσας ζωής, ο Θεός με αγαπά και με φροντίζει, τότε μια στιγ­μή κάτι γίνεται, πέφτει στο φιλότιμο και αλλοιούται. Και πάσχει την οθνείαν αλλοίωσιν την ευπρεπεστάτην. Κι ενώ αλλοιούται, ε­νώ γίνεται άλλος, είναι ο ίδιος. Και νομίζω ότι αυτό είναι το χρέος που έχομε. Να αγιάσουμε το σκεύος μας.

Κατόπιν, το τι θα κάνουμε και πώς θα μιλήσουμε δεν έχει σημασία. Ένα δέντρο έχει σκοπό να βγάλει το δικό του λουλούδι, ούτε μεγαλύτερο ούτε μικρότερο και να δέσει το δικό του καρπό, που να τρέφεται ο καρπός από τις ρίζες, από τον κορμό, από τα κλαδιά και από τα φύλλα. Ο καθένας μας έχει σκοπό να βγάλει ένα φυτό, δηλαδή, να εκφράσει ένα λόγο μετανοίας, ένα «μνήσθητί μου Κύριε», το οποίο τον φέρνει μεμιάς στον Παράδει­σο. Και αυτός ο παράδεισος και αυτό το φως, το άκτιστο, αυτή η φανέρωση του Χριστού, του δείχνει την αρχή και το τέλος, το Α και το Ω. Όπως λέει ο άγ. Μάξιμος ο Ομολογητής, τον κάνει κατά χάριν άναρχο και ατελεύτητο. Κι όταν πέσει κανείς μέσα σ’ αυτή τη θάλασσα και παρασυρθεί από αυτή τη δύνη, αφήνει σ’ αυτήν να κάνει ότι θέλει.

Αλλά το κακό είναι, όπως έλεγε κάποιος, ότι εμείς παρέβημεν την εντολή του Θεού την ένθεον. Κι όταν ο Θεός κυκλο­φόρησε στον παράδεισο, θελήσαμε να κρυφτούμε πίσω από τα φυλλώματα του παραδείσου. Και σήμερα, για να μη δούμε το πρό­σωπο του Θεού, θέλουμε να κρυφτούμε πίσω από τις απασχολή­σεις μας, πίσω από τις δουλειές μας και, ενίοτε, πίσω από τις θεο­λογίες μας. Γι’ αυτό δεν είναι άσχημο να βρούμε στον εαυτό μας μια ήσυχη γωνιά και μια ώρα που να ησυχάζουμε, να βλέπουμε τα πράγματα κατάματα κι εκεί, όταν δούμε τα πράγματα κατάματα μπορεί να απογοητευτούμε, αλλά εκείνη τη στιγμή, όπως ο Πέ­τρος βούλιαξε και ο Κύριος τον έπιασε απ’ το χέρι νιώθουμε ότι υπάρχει μια φωνή που λέει μην απογοητεύεσαι, εγώ υπάρχω για σένα. Έτσι προχωρεί η ζωή του ανθρώπου κι έτσι στη συνέχεια βγαίνοντας από το κελί της ησυχίας προχωρεί στον αγώνα της ζωής ή του δρόμου. Προχωρεί στις οδομαχίες της Λαρίσης και μετά θα ξαναγυρίσει πάλι πίσω και θα δει τι θα του πει το κελί εν ησυχία και θα δει πώς στη συνέχεια θα συνεχίσει την οδομαχία της Λαρίσης.

κ. Βουλγαράκης: Να ευχαριστήσουμε θερμά τον π. Βασίλειο για όλη αυτή την θεοφιλή αδολεσχία που ήταν πολύ γόνιμη και χρή­σιμη και ελπίζω ότι αν τη θάψουμε μέσα μας καλά, θα βλαστήσει και θα καρποφορήσει.

Ερώτηση: Πώς αντιμετωπίζει ο σημερινός μοναχός την τεχνο­λογική πρόοδο; Μήπως η εναντίωση του μοναχισμού στο δυτικό τρόπο ζωής έχει ως συνέπεια την άρνηση της τεχνολογίας; Ακό­μη, είπατε ότι ο Θεός σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου και γι’ αυτό ζητάμε έναν πιο πρακτικό τρόπο, δηλ. πώς θα μπορέσουμε να μιλήσουμε στο συνάνθρωπό μας, μέσα στην οικογένεια, στο επάγγελμα, στην ενορία. Πολλές φορές εμείς οι ίδιοι μιλάμε για ελευθερία αλλά δεν την εφαρμόζουμε στους άλλους.
Στη δική μας ομάδα συζήτησης δόθηκε έμφαση στο βίωμα και κάποιος αναρωτήθηκε τι βιώνει κανείς και σχετικά με αυτό υ­πήρξαν πολλές διαφωνίες.

Ομιλητής: Η ερώτηση είναι τι βιώνει κανείς. Και εκεί βρίσκεται η απάντηση.
Ο Danielou δίδασκε Γρηγόριο Νύσσης, ενθουσιαζόταν και όταν ενθουσιαζόταν τράβαγε τις κάλτσες του. Όταν τράβαγε τις κάλτσες του έλεγε ότι, τώρα βλέπετε τι σημαίνει ανατολική θεο­λογία (όχι ορθόδοξη). Και τώρα στην περίφημη οικουμενική θα πρέπει να γνωρίζουμε τους ανατολικούς πατέρες. Βασικά, θα πρέ­πει να υπακούουμε στο magisterium ecclesiae, δηλ. στις αποφάσεις του Βατικανού. Ένοιωθα ότι εκείνη την ώρα θα τρίζανε τα κόκκαλα του Γρηγορίου Νύσσης, γιατί κάποιος που τον αγαπούσε και ενθουσιαζόταν με τη διδασκαλία του τον αθετούσε την ίδια στιγμή. Αν τυχόν, κ. Danielou, είναι αλήθεια αυτά που λέει ο Γρηγόριος Νύσσης και σ’ ενθουσιάζει, άφησε την αλήθεια να κάνει κουμάντο και να τα διαλύσει όλα. Μέσα στην ορθόδοξη εκκλησία δεν έχουμε αυτή τη σχιζοφρένια. Εκκλησία είναι η Θεία Λειτουρ­γία, εκκλησία είναι ο ίδιος ο Θεάνθρωπος. Μέσα στην εκκλησία δεν νοιώθουμε ότι ο άνθρωπος είναι ένα κομμάτι μιας μηχανής, μιας τεχνολογίας, αλλά ένα μυστήριο, εικόνα του Θεού και ανα­κεφαλαιώνει όλη την εκκλησία.

Γι’ αυτό, όταν λέμε «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται», βλέπουμε αοράτως δια της θεοειδούς συστάσεως του είναι τους, τον ίδιο το Θεό. Κι έτσι, όπως λέμε ότι στον Χριστό έχουμε την ασύγχητη και αδιαίρετη ένωση της θείας και ανθρωπινής φύσεως, το ίδιο βλέπουμε να πραγματοποιείται ως ευλογία σ’ όλη τη ζωή της εκκλησίας και έτσι δεν υπάρχει δι­χασμός μεταξύ Θείας Λειτουργίας και εκκλησιαστικής διοικήσε­ως. Δεν υπάρχει διχασμός μεταξύ ανθρωπίνου βιώματος και λει­τουργικού βιώματος. Αλλά για να φτάσουμε εκεί χρειάζεται ένας αγώνας, υπομονή, άρση του σταυρού. Οπότε στο τέλος λέμε, α­πλώς υπάρχει κανείς. Και με το να υπάρχει γίνεται ένας πομπός, ο οποίος αενάως και αθελήτως εκπέμπει μηνύματα ζωής και παρακλήσεως. Λέει ο αββάς Ισαάκ: κάνε υπομονή στον αγώνα σου και κάποτε, «σου μη ειδότος», «αναιτίως» θα γεμίσεις από χαρά και α­γαλλίαση. Και αυτή η αγαλλίαση στη συνέχεια θα εκπέμπεται σού μη ειδότος αενάως προς όλους.

Θα πραγματοποιείται αυτό που είχα ρωτήσει κάποιο γέρο­ντα, «τι κάνεις», και λέει: «εδώ μένω». Αλλά, όταν λέει «εδώ μένω», σημαίνει ότι με την ύπαρξή του, με το να μένει κάπου, τα κάνει ό­λα. Γι’ αυτό υπάρχει ένα βίωμα παραπλανητικό, συναισθηματικό, το οποίο μας βασανίζει και υπάρχει κι ένα βίωμα λειτουργικό, το οποίο μας σώζει. Όταν λέμε μας σώζει σημαίνει ότι είναι αφορμή σωτηρίας για όλους. Και μας σώζει αυτός ο οποίος είναι πνευματοκίνητος, θεοκίνητος. Και, ενώ δεν κάνει ο ίδιος στο τέλος τίποτα, τα πάντα πράττει δι’ αυτόν το μήτε αρξάμενον και μήτε παυσάμενον πνεύμα.

Αυτός είναι ο λόγος που δεν είμαι υπέρ του προσωπικού βιώματος, που λέει ένας ότι εγώ μιλάω αυθόρμητα και εκφράζω το βίωμά μου και καταθέτω την προσωπική μου μαρτυρία. Δεν εν­διαφέρει κανέναν αυτό. Αυτό που ενδιαφέρει όλους είναι το βίω­μα της Εκκλησίας, η μαρτυρία του Αγίου Πνεύματος. Αυτό το ο­ποίο τρέφει τον άνθρωπο είναι το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Αυτό που έχει σημασία είναι, αν μπορούμε κατά χάριν να φτά­σουμε στο σημείο να μπορεί η ζωή μας τεμνομένη να μοιράζεται και εκχεομένη από αγάπη να δίδεται στους άλλους και έτσι η μαρτυρία της ζωής μας να είναι μια προσφορά τροφής και πόματος που είναι το σώμα και το αίμα του Χριστού, το οποίο τρέφει ό­λους. Κι είναι ένας πλούτος άλλης μορφής, ο οποίος αυξάνει διδόμενος και διασκορπιζόμενος.

Ερώτηση (γραπτή): Λόγος και πράξη καταξιώνονται εν Χριστώ. Η συζήτηση ξεκίνησε με το τι θα πει εν Χριστώ και μετά περιεστράφη ο λόγος σχετικά με τους θεολόγους και ειπώθηκαν, χωρίς να συμφωνούμε: θεολόγος είναι αυτός που έχει καθαρίσει τον εαυτό του. Οι θεολόγοι έχουν τη τάση να περιαυτολογούν. Η μεγαλύτε­ρη θεολογία δεν είναι τα λόγια που είπε ο Χριστός; Μήπως τελικά, ο σταυρός του Κυρίου είναι η μεγαλύτερη θεολογία; Και κάποιος είπε ο πρώτος θεολόγος ήταν ο ληστής. Επίσης τέθηκε ένα άλλο θέμα. Κάποιος από τα μέλη της ομάδας συζήτησης είπε ότι ένιω­σε ολοκλήρωση μ’ αυτή την εισήγηση, την κάνατε το πρωί, και πε­ρισσότερο εντόπισε το θέμα του εξευτελισμού με την ταπείνωση.

Ομιλητής: Μόνο οι θεολόγοι περιαυτολογούν;

Σύνεδρος: Να διευκρινίσουμε λίγο αυτές τις ερωτήσεις. Νομίζω ότι, ένα πρόβλημα ξεκίνησε επειδή θεωρήθηκε ότι μέσα από την ομιλία σας δε δώσατε μεγάλη σημασία στην αξία της θεολογίας και την διαχωρίζατε από το βίωμα κρατώντας μόνο αυτό ως χρή­σιμο.

Ομιλητής: Ποια είναι αυτή η θεολογία, η οποία περιφρονήθηκε, υπογραμμιζομένου του βιώματος;

Σύνεδρος: Εγώ κατάλαβα ότι περιφρονήθηκε η θεολογία στε­ρουμένη από την αγιότητα. Και ειπώθηκε επίσης ότι η θεολογία, ο λόγος δηλαδή, όπως μπορεί να γράφεται ή να μεταφέρεται προ­φορικώς, είναι απλώς μια πλευρά του συνόλου που έχουμε και το βίωμα και η πράξη και τα πάντα όλα αυτά είναι πλευρές του συ­νόλου, όπως όψη πλευρά είναι και η θεολογία. Δεν ξέρω αν διευ­κρίνισα κάπως περισσότερο το πνεύμα και την απορία που υπήρχε στην ομάδα.

κ. Βουλγαράκης: Έχω την εντύπωση ότι δεν υπάρχει πάντοτε ένα κοινό γλωσσάρι όχι μόνο μεταξύ ορθοδόξων και ρωμαιοκα­θολικών ή άλλων, αλλά και μεταξύ των ορθοδόξων. Υπάρχουν μερικές φορές κάποιες διαφοροποιήσεις, τις οποίες αν τις τραβήξουμε περισσότερο, πάμε σε κάποιους δρόμους πιο μα­κρινούς.
Ασφαλώς δεν μπορεί να υπάρξει θεολογία χωρίς βίωμα και δεν μπορεί να υπάρξει βίωμα χωρίς θεολογία. Και δεν μπορούν να υ­πάρξουν και τα δύο χωρίς τη συνεργασία του Αγίου Πνεύματος. Αυτά είναι αλληλένδετα.
Θα ήθελα εδώ να σχολιάσω κάτι για να βοηθήσω. Μήπως η τρο­φή είναι λίγο βαριά; Υπάρχει η εν Χριστώ παιδαγωγία και υπάρ­χουν οι δούλοι, οι μισθωτοί και οι υιοί. Φοβούμαι μάλιστα ότι βλέπω κάποιους νεαρούς θεολόγους ή μη, που ενασμενίζονται ότι διαβάζουν Συμεών το Νέο Θεολόγο, τα Αρεοπαγίτικα κ.λπ. και διερωτώμαι μήπως αντί να διαβάζουν καν την Αγία Γραφή πηγαί­νουν απευθείας στα βαθιά. Αναρωτιέμαι μήπως, αθέλητα βέβαια, επιδιώκουν να μοιάσουν εξωτερικά με κάποιο πρόσωπο και στην ουσία δεν λειτουργούν σωστά.

Ομιλητής: Αν είναι κάτι ψεύτικο, θα φανεί. Να σημειώσουμε ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ Αγ. Γραφής και αγίων. Λέει ο Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς: «η δόξα του Θεού είναι η δόξα των αγίων». Κι όταν κανείς κοντά σ’ έναν ταπεινό γνωρίσει αυτή τη δόξα και αυτήν την ανάπαυση έρχεται σ’ επαφή με την ίδια τη δόξα και τη χάρη του Θεού.
Μην ξεχνάμε ότι μεγάλοι εν τέλει είναι οι μικροί και οι ε­λάχιστοι. Οι μεγάλοι άγιοι, Μάξιμος Ομολογητής, Γρηγόριος Νύσσης και όλοι οι άλλοι έχουν χάρη, όχι γιατί ήταν καταρτισμέ­νοι και διανοητικώς προικισμένοι, αλλά γιατί έφτασαν στην τα­πείνωση, στη διάλυση του εαυτού τους κι έτσι εξαγίασαν το σκεύ­ος τους. Είτε βλέπεις έναν άγιο που είναι αγράμματος και, όπως λέει το Γεροντικό, γυρίζει στα βουνά ως ζώο, είτε βλέπεις τον κα­ταρτισμένο άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, παίρνεις την ίδια χάρη και από τους δύο. Είτε εγώ σας μιλώ για ένα αγιορείτη απλό ά­γνωστο ή για μια απλή γριά, ένα γέρο ή θα έλεγα και ένα νέο, πάλι μιλάμε για το ίδιο πράγμα. Έτσι λοιπόν, τα πολύ μεγάλα και τα α­πλησίαστα είναι αυτά τα καθημερινά, τα άγνωστα και περιφρονη­μένα. Ο Αγ. Ισαάκ ο Σύρος λέει ότι, ένας ταπεινός είναι ως άνθρωπος μη ελθών εις το είναι, είναι σαν ανύπαρκτος, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Και τον ταπεινό τον αγαπούν όλοι και όλοι θέλουν να είναι δίπλα τους. Ένας εγωιστής που κάνει θόρυβο διώχνει τους ανθρώπους από κοντά του. Ενώ ο ταπεινός αποφεύγει τη δό­ξα και τον κόσμο, όλος ο κόσμος τον δοξάζει, μιλάει γι’ αυτόν ε­παινετικά, γιατί επαινώντας αυτόν επαινεί την ανθρωπότητα και ενδύει και τρέφει την ανθρωπότητα ολόκληρη. Και κοντά σ’ έναν ταπεινό γνωρίζει κανείς τον Υιό του Θεού, γιατί γενόμενος άν­θρωπος ο Υιός του Θεού ενεδύθη αυτό το ένδυμα της ταπεινώσεως.

Λέει ο άγιος Ισαάκ ότι, όπως είναι αόρατη η ψυχή του αν­θρώπου, έτσι είναι αόρατος και ανύπαρκτος και ο ταπεινός άν­θρωπος. Με ρωτά λοιπόν κάποιος που έχει έρθει στο Άγιον Όρος, πες μου πού είναι οι ταπεινοί να πάω να τους δω. Του απαντώ: «αν τυχόν μπορείς να βλέπεις τα αόρατα τότε δεν χρειάζεται να κά­νεις αυτήν την ερώτηση. Εάν δεν τα βλέπεις, τότε πάλι ό,τι και να λεχθεί μένουν αόρατα». Και νομίζω ότι Μάξιμοι Ομολογητές, μέ­γιστοι άγιοι υπάρχουν παντού και σήμερα. Μόνο δεν τους βλέ­πουμε. Δεν έχουμε μάτια να βλέπουμε τα αόρατα και αυτιά να α­κούμε τα ανήκουστα. Γι’ αυτό, εάν τυχόν λέμε κάτι αληθινό, αυτό είναι απλό, εάν τυχόν λέμε κάτι ψεύτικο, αυτό είναι περίπλοκο και δεν έχει καμία σημασία.

Εγώ μίλησα αυθόρμητα και ξέρω ότι αυτά που είπα είναι ανακατεμένα με τις τοξίνες του δικού μου ακάθαρτου εαυτού. Δεν με ενδιαφέρει να πει κάποιος ότι μίλησα καλά ή όχι. Άλλωστε, κα­λές αντιδράσεις για μένα είναι οι απορριπτικές. Αυτό που μ’ εν­διαφέρει είναι εσείς να σωθείτε. Αυτό που με αναπαύει είναι αυτό που γίνεται στη μοναχική κούρα: ο γέροντας παίρνει το μοναχό και τον οδηγεί στο Άγιο Θυσιαστήριο. Έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στο Άγιο Θυσιαστήριο, στη Θεία Λειτουργία και στην υπέρλογον αυτή λογικήν. Όσα ασαφή σας λέω μπορείτε να τα χαρακτηρίσετε όπως θέλετε, πετάξτε τα, περιφρονήστε τα, αλλά έχουν νόημα τη στιγμή που είμαστε άνθρωποι και ο καθένας έχει την πνοή του Θεού μέσα του. Κι ο καθένας έχει ένα όνομα και τον καλεί κατ’ όνομα ο Θεός. Και υπάρχει η ορθόδοξη εκκλησία, υπάρχει και η Θ. Λειτουργία και υπάρχουν πολλά βάσανα στην προσωπική ζωή του καθενός. Και υπάρχουν πολλά βάσανα στην πατρίδα μας και στην περιοχή και σ’ όλη την εποχή μας. Κι όλα αυτά τα βάσανα και οι δοκιμασίες είναι ευλογίες.
Γιατί μετά τη διάλυση όλων βλέπει κανείς ότι ο Θεός «καλά λίαν εποίησε τα πάντα» και υπάρχει δυνατότητα ο άνθρω­πος να σωθεί, να αναπαυθεί, να πραγματοποιηθεί αυτό που λέμε στη Θεία Λειτουργία: «Σοί παρακατατιθέμεθα την ζωήν ημών άπασαν και την ελπίδα» και να νιώθει ότι είναι σαν το μπόλι που εγκεντρίζεται στην καλλιέλαιο. Δεν κάνει τίποτα και δια μιας γί­νονται δικές του όλες οι ρίζες του αιωνόβιου δέντρου της εκκλη­σίας και νοιώθει ότι υπάρχει νόημα και όλα είναι καλά και όλα δρουν θετικώς.

Οπότε τώρα ερχόμαστε εδώ, σ’ αυτή τη συνάντηση όπου ακούτε άναρθρους λόγους. Αφήστε τα όλα αυτά, ξεχάστε τα. Γι’ αυτό λέω ότι ούτε μαγνητόφωνα χρειάζονται. Η καλύτερη μνήμη είναι η λήθη. Θά ‘ρθει καιρός που θα πονέσετε, θα δυσανασχετή­σετε και μερικά θα τα θυμηθείτε παρήγορα. Θυμάμαι, όταν πήγα στο Όρος πρώτη φορά, ένοιωσα ότι εδώ πέρα ακούγεται ο λόγος της σιωπής. Και οπουδήποτε και να πας σε συνοδεύει το Όρος. Γι’ αυτό λέω δεν θα ήταν άσχημο τα παιδιά να ερχόταν. Να κάνουν ένα προσκύνημα και μετά να κάνει ο καθένας ό,τι αγαπάει. Είναι καλό, όπως λέγαμε και το πρωί, να φροντίζει κανείς τον εαυτό του, να τον εκκλησιάζει. Να τον φέρνει στην ορθόδοξη εκκλησία και στη συνέχεια να προχωρεί στη ζωή του. Και βλέπει μετά κανείς, ότι κάποτε θα γνωρίσει τα γνωστά και κάποτε μπορεί να νοιώθει ότι γνώριζε πιο πολύ αυτά που δεν γνώριζε και αγνοούσε αυτά που νόμιζε ότι γνώριζε. Μετά από αυτά, εγώ δεν μπορώ να ξεχω­ρίσω ποιος είναι ο δούλος, ο μισθωτός και ο υιός. Επειδή είμαστε όλοι κεκλημένοι να γίνουμε υιοί κάποια στιγμή, λέει ο αββάς Ισα­άκ, ότι κάποτε μερικοί δια της μετανοίας, ως γίγαντες βαδίζουν, όχι την πεπατημένη οδό.
~~~
Για το ληστή μιλάει το Τριώδιο. Ο ληστής έγινε σε μια στιγμή θεολόγος, με το να πει μνήσθητί μου Κύριε. Βλέπετε τι γί­νεται; Είναι ληστής, εγκλήματα έκανε! Τον σταυρώνουνε. Οι άλ­λοι είναι μαθητές: ένας τον πουλάει, ο άλλος λέει ανάθεμα, αν τον ξέρω. Και μπαίνει στον Παράδεισο πρώτος ο ληστής και γίνεται Θεολόγος. Και λέει τώρα κανείς: «Τι είναι καλό; Να είσαι ληστής ή μαθητής»; Ποιός προετοιμάζεται και πώς προετοιμάζεται για να φτάσει σ’ αυτό το τέλος. Να γίνει μέλος του παραδείσου. Να δε­χθεί και να γευτεί αυτά τα άρρητα. Γι’ αυτό λέμε ότι υπάρχει αυτός ο κανονικός δρόμος. Αλλά συνέχεια γίνονται εκπλήξεις και η ίδια η πνευματική ζωή είναι μια έκπληξη. Λέγεται ότι ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος πήγε εφτά χρόνια στην έρημο και μετά έγινε Χρυ­σόστομος. Δεν μπορώ να πω εγώ ότι πήγα εφτά χρόνια και μετά γίνομαι Χρυσόστομος.

Μπορεί να κάτσω εβδομήντα και να μη γί­νει τίποτα. Απ’ την άλλη μεριά ένας άνθρωπος, όπως λέει το Γε­ροντικό, μπορεί από πρωίας έως εσπέρας να φτάσει σε θεία μέτρα. Άρα υπάρχει μια τάξις που λέμε υιός, μισθωτός και δούλος και έρ­χεται και η χάρις του Θεού, η οποία ανά πάσα στιγμή νικά της φύ­σεως την τάξη και ανατρέπει τα πράγματα. Κι επειδή είμαστε άν­θρωποι και έχουμε την πνοή του Θεού μέσα μας, μπορεί ανά πάσα στιγμή να γίνει ένα μεγάλο θαύμα, το οποίο εμείς να μη περιμένουμε. Αλλά, αν τυχόν περιμένουμε και κάνουμε υπομονή μέσα στην Εκκλησία οπωσδήποτε, θα σπάσει την πόρτα, θα σπάσει τα δεσμά, όπως «λύει τα δεσμά και δροσίζει την φλόγα» η χάρις του Θεού. Και θα έρθει και θα μας θωπεύσει το πρόσωπο, το καμένο από τον αγώνα, μια δροσιά και μια χάρις αιώνια, η οποία είναι η δροσιά και η χάρις που δίδει ο ίδιος ο Θεός, ο Χριστός και η Πα­ναγία.

Αυτά που σας λέω θέλω να τα σεβαστείτε περιφρονώντας τα. Μην τους δώσετε καμία σημασία. Κι αν τυχόν κάτι έχει αξία για σας, αυτό θα παρουσιαστεί μόνο του. Σε έναν κήπο έχουμε διάφορα δέντρα και το κάθε δέντρο παίρνει τα στοιχεία που θέλει. Ένα παίρνει πιο πολύ σίδηρο, άλλο παίρνει κάλιο, το άλλο αμμω­νία. Αφήστε τον καθένα να λειτουργήσει ελεύθερα και δια της ελευθερίας δα φτάσουμε στην ενότητα.

Να διευκρινίσουμε εδώ και κάποια τυχόν παρεξήγηση για το ακατάληπτο του λόγου των Πατέρων.
Ο λόγος του Ευαγγελίου, ο λόγος της Θείας Λειτουργίας και ο λόγος των πατέρων είναι απλούστατος. Το ίδιο απλός είναι ο λόγος ενός αγραμμάτου γέροντος του Γεροντικού και του Μα­ξίμου του Ομολογητού. Ο άγιος Μάξιμος δεν κάνει φιλοσοφία και ο γέροντας δε λέει «πνευματικά». Απλά, και ο ένας και ο άλλος σου μεταγγίζει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Ακούς μια απλή κουβέντα και νιώθεις ότι έχει ένα βάθος απερινόητο, αόρατο και ένα βάρος ασήκωτο. Αυτό που έχει ση­μασία είναι να ζούμε εν Χριστώ Ιησού και αν τυχόν βρισκόμαστε στην κατάσταση του δούλου, του μισθωτού ή του υιού να δείχνου­με αυτή τη μία κατεύθυνση. Μπορεί να διαβάσεις ένα πνευματικό κείμενο και να νιώθεις ότι δεν οδηγεί πουθενά, οπότε το απορρί­πτεις. Εάν τυχόν κάποιος αναπαύεται με το να διαβάζει βίους α­γίων τότε παίρνει την ίδια χάρη του Θεού. Αν ένας έχει στραβό κεφάλι και τον βασανίζουν προβλήματα υπαρξιακά ή διανοητικά, ας σπάσει το κεφάλι του και ας βρει την ανάπαυση στον Μάξιμο τον Ομολογητή. Ο Μάξιμος ο Ομολογητής είναι «μάξιμος», είναι μέγιστος και βλέπετε ότι δεν έχει την διάδοση βιβλιογραφικά που έχει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Γιατί ο Χρυσόστομος μετα­δίδει το ίδιο μήνυμα και δεν έχει καθόλου λιγότερο βάθος και δεν έχει καθόλου λιγότερη τόλμη. Μόνο τον κατηχητικό λόγο της Αναστάσεως να διαβάσουμε, διαλύονται τα πάντα και μας δίδεται ένα φως του μέλλοντος αιώνος. Ο Μάξιμος είναι πολύ δύσκολος και είναι γι’ αυτούς που θέλουν να σπάσουν το κεφάλι τους. Αλλά στο τέλος δεν σου μεταδίδει γρίφους και πονοκέφαλο αλλά μετα­δίδει την ίδια ανάπαυση σ’ αυτούς που έχουν ανάγκη να πάρουν την ανάπαυση με τον τρόπο αυτό.

Ερώτηση (γραπτή): Τι θέση έχει το συναίσθημα στη ζωή μας; Και πώς κρίνετε τις αποφάσεις της δευτέρας βατικάνειας συνόδου; Κατά πόσο κάποιες αποφάσεις, π.χ. απλοποιήσεις στη λατρεία, ενδυμασία κατά τη Θεία Λειτουργία θα μπορούσαν να λειτουργή­σουν ως συνδετικές γέφυρες με τους Δυτικούς από μέρους μας;

Ομιλητής: Τις απαντήσεις στα τελευταία ερωτήματα και τις διευκρινήσεις για όλα θα τα βρείτε στον εσπερινό. Και αύριο ίσως θα είμαστε μαζί και πάντα μαζί με το να χωριστούμε από απόψε.

κ. Βουλγαράκης: Είναι και αυτός ένας τρόπος.

Σημειώσεις:

(1) Ο Όμιλος δραστηριοποιείται στην Ερμούπολη της Σύρου από το 1982 και εντάσσεται στην ενοριακή δραστηριότητα του Ναού του Αγίου Νικολάου. Σημαντικό έργο επιτελείται με την ετήσια διεξαγωγή των πανελληνίων συναντήσεων Γνωριμίας και Επικοινωνίας ορθοδόξων νέων. Οι συνάξεις αυτές πραγματοποιούνται από το 1986, κάθε φορά σε άλλη περιοχή της χώρας μας και συμμετέχουν σ’ αυτές νέοι-εκπρόσωποι εκκλησιαστικών νεανικών κινήσεων από την Ελλάδα και το Εξωτερικό. Σκοπός τους είναι να δοθεί η ευκαιρία στους νέους της Εκκλησίας μας να συναντηθούν, να ανταλλάξουν προβληματισμούς, να διαλεχθούν γύρω από πνευματικά θέματα και να αντλήσουν δυνάμεις ο ένας από τον άλλο για τον κοινό αγώνα.
(2) Οι εισηγήσεις που ακούστηκαν σ’ αυτή την συνάντηση (εκτός απ’ του πατρός Βασιλείου) ήταν: α) Γιάννης Χατζηνικολάου, καθηγ. Πολυτεχνείου Montreal: «Ζώντας την Ορθοδοξία στη Δύση. Ο ορθόδοξος πιστός στον περίγυρο του δυτικού ανθρώπου» και β) Πέτρος Βασιλειάδης, καθηγ. Θεολογικής Σχολής Πανεπ. Θεσσαλονίκης: «Ζώντας τη Δύση στην Ορθοδοξία. Η είσοδος του δυτικού πνεύματος στον Ορθόδοξο χώρο»
(3) 4η συνάντηση, Παναγία Σουμελά, 1989, Θέμα: «Οι νέοι μέσα στον μεταβαλλόμενο κόσμο». Οι εισηγήσεις αυτής της συνάντησης ήταν: α) Βασίλειος Γιούλτσης, καθηγ. Θεολογικής Σχολής Πανεπ. Θεσσαλονίκης: «Η Εκκλησία στη διαδικασία της αλλαγής», β) π. Γεώργιος Αναγνωστόπουλος, επικ. καθηγ. Πολυτεχνικής Σχολής Πανεπ. Θράκης: «Η πρόοδος της επιστήμης και η σχέση της με την πίστη», γ) Γεώργιος Παύλος, επικ. καθηγ. Πολυτεχνικής Σχολής Πανεπ. Θράκης: «Ο κόσμος και ο άνθρωπος. Στοχασμοί και σκέψεις ενός φυσικού», δ) Θεόδωρος Καλογρίδης, οικονομολόγος: «Η σύγχρονη εποχή και η οικογένεια», ε) π. Βασίλειος Γοντικάκης, «Ο μοναχισμός και τα νέα δεδομένα της ζωής».
(4) Πέτρος Βασιλειάδης, καθηγ. Θεολογικής Σχολής Πανεπ. Θεσσαλονίκης: «Ζώντας τη Δύση στην Ορθοδοξία. Η είσοδος του δυτικού πνεύματος στον Ορθόδοξο χώρο»
(5) Στις οκτώ πρώτες συναντήσεις συντονιστής ήταν ο κ. Ηλίας Βουλγαράκης (+1999), καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ στις υπόλοιπες (λόγω προβλημάτων στην υγεία του κ. Βουλγαράκη) η κα Δήμητρα Κούκουρα, λέκτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ο κ. Βουλγαράκης έδωσε το δικό του στίγμα στη νεανική αυτή προσπάθεια, βοηθώντας στην επιλογή κατάλληλων και επίκαιρων θεμάτων, ικανών εισηγητών και διευθύνοντας τις εισηγήσεις με ιδιαίτερο ταλέντο. Διατηρούσε σε υψηλό επιστημονικό επίπεδο το διάλογο, εκτόνωνε εντάσεις, διέκρινε και καθοδηγούσε τη συζήτηση προς το ουσιώδες.



Ετικέτες