Προικοννήσου Ιωσήφ: Ο γέροντας Γεώργιος Καψάνης που γνώρισα

Loading...


Το «Αγιορείτικο Βήμα» δημοσιεύει την ομιλία του μητροπολίτη Προικοννήσου Ιωσήφ για τον μακαριστό Γεώργιο Καψάνη, Προηγούμενο της Ιεράς Μονής Γρηγορίου του Αγίου Ορους.

Η ομιλία έγινε κατά την χθεσινοβραδινή εκδήλωση που πραγματοποίηθηκε στην αίθουσα της αρχαιογικής εταιρείας στην Αθήνα . 

Προοίμιο ομιλίας

Σεβασμιώτατοι άγιοι αδελφοί Αρχιερείς,
Κύριε Πρόεδρε του Συλλόγου Οι Φίλοι του Αγίου Όρους,
Αγαπητέ π. Λουκά, εκπρόσωπε της Μονής Οσίου Γρηγορίου,
Αγαπητοί πατέρες,
Κυρίες και Κύριοι,

Κατ’ αρχήν επιτρέψατέ μου να μεταφέρω στην ομήγυρι τις πατρικές ευχές και σεπτές ευλογίες της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος του Οικουμενικού μας Πατριάρχου κ.κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ, τον Οποίο έχω την τιμή να εκπροσωπώ, και τα θερμά Αυτού σγχαρητήρια προς τον Πανελλήνιο Σύλλογο ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ για την διοργάνωσι της αποψινής εκδηλώσεως εις μνήμην του μακαριστού π. Γεωργίου, επί τεσσαρακονταετίαν διτελέσαντος Καθηγουμένου της Ιεράς Πατριαρχικής, Βασιλικής και Σταυροπηγιακής Μονής του Οσίου Γρηγορίου.

Ο Παναγιώτατος βαθύτατα αγαπούσε και εκτιμούσε πάντοτε τον μακαριστό Γέροντα και τα αισθήματά του αυτά καταγράφηκαν ανάγλυφα στην σεπτή Πατριαρχική επιστολή που του απηύθυνε μετά την παραίτησί του από την ηγουμενία. Αλλά και όταν ο π. Γεώργιος βρισκόταν πέρυσι κατάκειτος επί κλίνης οδυνηράς στη Θεσσαλονίκη, ο Πατριάρχης μας τον επεσκέφθη, τον ασπάσθηκε και τον ευχήθηκε. Ο Γέροντας πολύ συγκινήθηκε και διαρκώς εδιηγείτο την ευγένεια του Πατριάρχου, ο Οποίος μάλιστα του κρατούσε και ένα άνθος, το οποίο ο Γέροντας είχε περί πολλού και έλεγε ότι έδειχνε την αρχοντιά και τη λεπτότητα της ψυχής του σεπτού Προκαθημένου. Θα πρέπη να τονίσω εκ παραλλήλου ότι πάντοτε ο π. Γεώργιος από καρδίας αγαπούσε, εσέβετο και ευλαβείτο τον Πατριάρχη και Επίσκοπό του, και ως πρόσωπο και ως θεσμό, και διά βίου προσευχόταν εκτενώς υπέρ αυτού και υπέρ της εσταυρωμένης Μητρός Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, όπως εξ ιδίας αντιλήψεως γνωρίζω.

Ένιωθε εσώψυχα το μαρτύριό Του και το βάρος του σταυρού Του και των ευθυνών Του και συνέπασχε. Καί όχι μόνο αυτό, αλλά και προσπαθούσε στο μέτρο των δυνατοτήτων του να συμπαρίσταται, όπως έπραττε άλλωστε και με το να αποστέλλη κατά καιρούς ιερομονάχους της Μονής να εκτελούν εφημεριακά καθήκοντα στην αδίκως και παρά πάσαν έννοιαν δικαίου επί 42 ήδη χρόνια κεκλεισμένη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, και αλλού.

Αλλά, επιτρέψτε μου παρακαλώ να αναλάβω τώρα, τον ρόλο του ομιλητού της εκδηλώσεως και να ευχαριστήσω τον Πανελλήνιο Σύλλογο των Φίλων του Αγίου Όρους για την τιμή που μου κάνει, ως ένα εκ των ιδρυτικών μελών του και εκ των μελών του πρώτου Διοικητικού Συμβουλίου του, να με προσκαλέση για να πω λόγον καρδιακόν περί του απόψε τιμωμένου ιερού ανδρός.

Ακολουθεί η κυρίως ομιλία: 

Ἡ φετεινὴ ἑορτὴ τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς ὑπῆρξε ἡμέρα τῆς προσωπικῆς Ἀναλήψεως μεγάλου στοιχείου τῆς Ἐκκλησίας στὴν ἐποχή μας, τοῦ Προηγουμένου τῆς Ἁγιορειτικῆς Μονῆς Γρηγορίου πολυσεβάστου Ἀρχιμανδρίτου Γεωργίου, τοῦ κατὰ κόσμον Καψάνη. Ἐπειδὴ «καὶ τὸ μεμνῆσθαι αὐτοῦ ἁγιασμός, καὶ μέγιστον εἰς παράκλησιν ἀρετῆς ὁ λόγος» (Ἅγ. Γρηγ. Θεολ. Εἰς τὸν Ἅγ. Ἱερομ. Κυπριανόν, ΕΠΕ 6,104), θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ περὶ τοῦ ἱεροῦ ἀνδρός, κυρίως τὰ περὶ τὴν νεότητά του καὶ τὸ Ἵδρυμα «ὁ Παντοκράτωρ», τὸ ὁποῖο ἐστάθη ἡ ἀφορμὴ νὰ γνωρισθῶ καὶ νὰ συνδεθῶ μαζί του.

Εὐτύχησα νὰ γνωρίσω τὸν π. Γεώργιο τὸ Πάσχα τοῦ 1977, Ἡγούμενο ἀπὸ τριετίας τοῦ σεβάσμιου Γρηγοριατικοῦ Κοινοβίου, ὅταν ἐκεῖνος ἦταν μόλις 42 ἐτῶν κι ἐγὼ φοιτητὴς, εἴκοσι χρόνια νεώτερός του, καὶ κατ’ εὐδοκίαν Θεοῦ διάδοχός του στὸ ἔργο τῶν εὐσεβῶν νεανικῶν του ὀνείρων, τοὐτέστι στὸν «Παντοκράτορα». Πιὸ σωστά, στὸ Χριστιανικὸ Ἵδρυμα Νεότητος «ὁ Παντοκράτωρ», στὴ συμβολὴ τῶν ὁδῶν Ἥβης Ἀθανασιάδου καὶ Ναϊάδων, στὸ Παλαιὸ Φάληρο. Λίγο νωρίτερα εἶχα γνωρίσει τοὺς μακαριστοὺς γονεῖς του, Ἀναστάσιο καὶ Μαρία Καψάνη. Τὸν ἀρχοντικὸ Τσιριγώτη, διαπρεπῆ παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ δικηγόρο τῶν Ἀθηνῶν, καὶ τὴν εὐγενικὴ Ναξιακῆς καταγωγῆς διδασκάλισσα μὲ τὴ βαθειὰ χριστιανικὴ καλλιέργεια, τὸ πλατὺ χαμόγελο, τὴν πεπυκασμένη σύνεσι καὶ τὴν πολλὴ ἀγάπη, ποὺ ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια σ’ ἐμένα ἔλαχε ἡ τιμὴ κ’ ἡ εὐλογία νὰ τὴν ξεπροβοδίσω στὴ Ζωή. Ἀκόμη τὸν ἀδελφό του Δημήτριο, λαοφιλῆ Δήμαρχο τότε τοῦ Παλαιοῦ Φαλήρου, καθὼς καὶ τοὺς πρώτους συνεργάτες καὶ φίλους του ποὺ ἔκαμαν μαζὶ στὸ ἱστορικὸ προάστειο ἕνα ὡραῖο πνευματικὸ ξεκίνημα μὲ ἄξονα τὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ ζωή, στὰ πλαίσια τῆς Ἐνορίας τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου, ἐν οἷς τε καὶ πρῶτον τὸν φίλτατο διαπρεπῆ Καθηγητὴ τοῦ Πανεπιστημίου κ. Νίκο Ζία, τὸν καὶ σημερινὸ Πρόεδρο τοῦ «Παντοκράτορος». Κοινὴ συνισταμένη ὅλων τους ἡ «πίστις δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη» (Γαλ. 5: 6) καὶ ὁ ζῆλος γιὰ πνευματικὴ στήριξι καὶ εὐαγγελικὸ καταρτισμὸ τῶν παιδιῶν καὶ τῶν νέων τοῦ Φαλήρου.

Εἶδα, ἄκουσα, ρώτησα, πληροφορήθηκα, μοῦ εἶπαν, μοῦ διηγήθηκαν, ψηλάφησα, ξεσκάλισα καὶ ἔμαθα πολλὰ τὰ καλὰ καὶ περισσότερα τὰ κάλλιστα γι’ αὐτὸν τὸν εὐπατρίδη καὶ εὐγενέτη, ποὺ ἔμελλε νὰ γίνῃ καὶ ὁ δικός μου πνευματικὸς πατέρας. Γι’ αὐτὸ τὸ ἀσθενικὸ παιδὶ τὸ γεννημένο στὰ μέσα τοῦ 1935, ποὺ τὸ περίμεναν νὰ πεθάνῃ, τὸ πολὺ ὅταν θἄφθανε τὰ δώδεκά του χρόνια. Κι ἐκεῖνο, μὲ τὶς προσευχὲς τῶν γονέων του διέψευσε τοὺς γιατροὺς καὶ τὶς ἐπιστημονικές τους προβλέψεις, ἔζησε ἐκ θαύματος, ἔστω καὶ μὲ πλεῖστα διὰ βίου προβλήματα σωματικῆς ὑγείας, ἀγάπησε τὸν Θεὸ σφόδρα, κολλήθηκε σὰν στρεῖδι στὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ καὶ παράδοσι, μοσχοβόλισε λιβάνι, ἄνθισε σὰν κρινάκι τῆς Παναγίας, ἄνοιξε σὰν πουλὶ οὐρανόποθο μεγάλα φτερὰ μορφώσεως πνευματικῆς, κάτω ἀπὸ τὰ προστατευτικὰ φιλόστοργα φτερὰ τοῦ πατέρα του καὶ τῆς ἁγιασμένης μεγαλοφτέρουγης περιστερᾶς, τῆς Μητέρας του, καὶ μορφώσεως ἐκκλησιαστικῆς καὶ θεολογικῆς, κάτω ἀπὸ τὰ στιβαρὰ φτερὰ ἑνὸς μεγαλοπτέρυγου ἀετοῦ τῆς ἱερωσύνης, τοῦ Ἀρχιμανδρίτου καὶ μετέπειτα Μητροπολίτου Λήμνου Βασιλείου τοῦ Ἀτέση, καθὼς καὶ τοῦ ὁμολόγου του Ἀντωνίου Κλαουδάτου, τοῦ κατόπιν Μητροπολίτου Ξάνθης, καὶ πέταξε μὲ δύναμι καὶ χάρι Θεοῦ σὲ ὁρίζοντες ἀνοιχτοὺς εὐσεβείας, γραμμάτων, ἀρετῆς, Θεολογίας, Κατηχήσεως τῶν νέων, φιλανθρωπίας, Μοναχισμοῦ, Ἱερωσύνης καὶ Ἱεραποστολῆς, κι ἄφησε στίγμα τοῦ ἱεροῦ πετάγματός του ὁλοφώτεινο καὶ ὁδηγητικὸ γιὰ ὅλους μας.

Ὁ π. Γεώργιος, ἀγαπητοί μου, ἔζησε παιδιόθεν συστοίχως μὲ τὸ ὄνομα ποὺ τοῦ ἐχάρισε στὸ Βάπτισμα ἡ Ἐκκλησία. Ἔγινε κατὰ γράμμα «Θεοῦ γεώργιον» (Α΄Κορ. 3: 9). Ἄφησε τὸ χωράφι τῆς ψυχῆς του νὰ τὸ γεωργήσῃ δυναμικὰ ὁ Θεὸς μὲ τὸ ἄροτρο τῆς καλῆς διδασκαλίας τῶν ἔμπειρων καὶ ἔμπυρων σὲ θεῖο ζῆλο πνευματικῶν πατέρων καὶ μὲ τὴν εὐσεβῆ κατήχησι καὶ τὶς αὐστηρὲς παιδαγωγίες τῆς θεοσεβοῦς Μητέρας του, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ δικέλλι τοῦ πόνου καὶ τῆς ἀσθενείας. Δέχθηκε ὅλες τὶς καλλιεργητικὲς περιποιήσεις τῆς προσευχῆς, τῆς νηστείας, τῆς ὑπακοῆς, τῆς καθαρᾶς ἐξομολογήσεως, τοῦ τακτικοῦ ἐκκλησιασμοῦ, τῆς ἱερᾶς μελέτης, τῆς ἐσωστρέφειας, τῆς ἀσκητικῆς ἀποφυγῆς κάθε συνήθους παιδικῆς τρέλλας καὶ ἀπὸ δίπλα τὴ γεωπονία τῆς ἀρρώστιας. Δὲν ἔπαιξε σὰν παιδί. Εἶχε πάρει παιδιόθεν τὴ ζωὴ πολὺ στὰ σοβαρά. Ἡ παιδικὴ διασκέδασίς του ἦταν νὰ κάνῃ μὲ κάθε σοβαρότητα καὶ ἱεροπρέπεια τὸν παπᾶ, ὅπως κάποτε ἔκανε καὶ ὁ Μέγας ἐν Πατράσι Ἀθανάσιος. Σημεῖο τοῦτο τῶν μελλόντων! Μεγάλωσε ὁ π. Γεώργιος κάτω ἀπὸ τοὺς θόλους τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου, τῆς Ἐνορίας του. Ἄφησε τοὺς πνευματικούς του νὰ σβαρνήσουν καλὰ καὶ νὰ ξεβοτανίσουν ἀπὸ κάθε κακοβότανο τὴν παιδικὴ κι ἐφηβική του καρδιὰ καὶ νὰ φυτέψουν σιγὰ-σιγὰ κι ἀθόρυβα τὶς ἅγιες εὐαγγελικὲς ἀρετὲς κι ὅλα τὰ ἄνθη τῆς πρὸς Θεὸν ἀγάπης καὶ τοῦ θείου φόβου. «Θεοσέβειαν ἐξασκούμενος», ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Θεολόγος Γρηγόριος, «καὶ πρὸς τὴν μέλλουσαν τελειότητα διὰ τῶν ἐξ ἀρχῆς μαθημάτων ἀγόμενος» (Ἐπιτάφιος εἰς τὸν Μ. Βασίλειον, ΕΠΕ 6, 148). Ἔτσι ἀπὸ νωρὶς ἔγινε ἀνθοφόρος τοῦ Πνεύματος, καταστόλιστος μὲ ἀρετές, «κοινὸς ἀρετῆς πίναξ», πάλι κατὰ τὸν Θεολόγο, καὶ γιὰ τοῦτο περίβλεπτος καὶ ἐπίκεντρο γενικῆς ἐκτιμήσεως καὶ ἀγάπης. Ἀπὸ τὰ δεκαοκτώ του χρόνια ἄρχισε μὲ πολλὴ ταπείνωσι, σεμνότητα καὶ ἐπιμέλεια ἔργο Κατηχητοῦ στὴν Ἐνορία τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου. Λίγο κατόπιν, γιὰ καλλίτερα ἀποτελέσματα, ξεκίνησε τὴ «Χριστιανικὴ Συντροφιὰ Νέων» στὸ ὑπόγειο τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου, μιὰ Κατηχητικὴ προσπάθεια σὲ ὑγιεῖς ἐκκλησιαστικὲς βάσεις, ἐν ὑπακοῇ πάντοτε πρὸς τοὺς ὑπευθύνους ἱερεῖς τῆς Ἐνορίας.

Στὰ εἰκοσιένα του χρόνια, φοιτητὴς πιὰ τῆς Θεολογίας, εἶχε ἤδη τὸ κῦρος ν’ ἀπευθύνῃ μιὰ γραπτὴ ἔκκλησι στοὺς εὐκατάστατους Φαληριῶτες νὰ τοῦ χαρίσουν ἕνα χῶρο γιὰ νὰ στεγάσῃ τὸ ὄνειρό του γιὰ μιὰ σοβαρὴ καὶ συστηματικὴ προσπάθεια χριστιανικῆς κατηχήσεως, πνευματικῆς μορφώσεως, ὑγιοῦς ψυχαγωγίας καὶ ἠθικοῦ στηριγμοῦ τῶν νέων, «ποὺ δέρνονται στ’ ἄγρια ξεροβόρια τῆς ἁμαρτίας», ὅπως χαρακτηριστικὰ ὁ ἴδιος ἔλεγε. Καὶ ἡ ἔκκλησις αὐτὴ τοῦ Κατηχητοῦ (μ’ αὐτὴ τὴν ἰδιότητα τὴν ὑπέγραψε), βρῆκε εὐήκοον τὸ οὖς τοῦ μακαρίτη Ἀγησιλάου Σγουρίτσα, πρῶην διευθυντοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ τοῦ Ταμείου Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων, ποὺ ἔχοντας τὶς καλλίτερες πληροφορίες γιὰ τὸν νεαρὸ Κατηχητὴ τοῦ Φαλήρου καὶ τὴν φερεγγυότητά του ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη πρ. Λήμνου Βασίλειο, τὸν ἐμπιστεύθηκε ἀπόλυτα καὶ τοῦ χάρισε τὸ πολύτιμο οἰκόπεδο τοῦ «Παντοκράτορος», 2.650 περ. τ.μ.. Γιὰ καλλίτερη διασφάλισι τῶν πραγμάτων ἱδρύθηκε κοινωφελὲς ἵδρυμα, κατὰ τὶς διατάξεις τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος καὶ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ὑπὸ τὸ ὄνομα: «Χριστιανικὸν Ἵδρυμα Νεότητος ὁ Παντοκράτωρ», μὲ πρῶτο Πρόεδρο τοῦ Δ.Σ. τὸν μακαριστὸ λόγιο ἐκεῖνο καὶ σεβάσμιο Ἱεράρχη πρ. Λήμνου Βασίλειο Ἀτέση.

Στὴθηκε λοιπὸν στὸ οἰκόπεδο τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1959 ἕνα μεγάλο τὼλ ποὺ ἐχάρισε στὸν ἐνθουσιώδη Κατηχητὴ ἡ Ἑλληνικὴ Βασιλικὴ Ἀεροπορία καὶ δίπλα κατασκευάσθηκε ἕνα γήπεδο καλαθοσφαιρήσεως, ποὺ θὰ ἔπαιζε ρόλο τρόπον τινὰ «κράχτου» γιὰ τὰ ζωηρὰ Φαληριωτάκια. Ἄρχισαν ἀμέσως συνάξεις κατηχητικές, ὁμιλίες καὶ διαλέξεις ἀπὸ τὸν Γεώργιο Καψάνη, ποὺ παρὰ τὸ νεαρὸ τῆς ἡλικίας του ἦταν ἤδη «σοφὸς τὸν λόγον, σοφώτερος τὴν διάνοιαν» καὶ ταυτόχρονα εὐέντευκτος, εὐπροσήγορος, ἀπέρπερος, μελητητικός, εἰρηνικός, μετὰ ἐπιεικείας ἄμαχος, σωστὴ μειδιῶσα γαλήνη, «σὰν τὴν καλὴν ἡμέρα», ὅπως λέμε οἱ Κρῆτες, παιδαγωγικότατος καὶ λοιπὸν διαρκῶς μὲ πολλὴ ἀγάπη «ἐσόφιζεν… ἐνουθέτει, … σύμβουλος ἀγαθός, παραστάτης δεξιός, τῶν θείων ἐξηγητής, τῶν πρακτέων καθηγητής» (Γρ. Θεολόγος, Ἐπιτάφιος εἰς τὸν Μ. Βασίλειον, ΕΠΕ 6,186), σὲ ὅλα καλὸ ὑπόδειγμα δίδων τὸ ἀδαμάντινο ἦθος του καὶ τὴν συνεπῆ θεοσέβειά του. Παράλληλα ἄλλοι συνεργάτες ὑπὸ τὴν ἄμεσο πάντοτε ἐποπτεία του ἐπέβλεπαν τὸ παιχνίδι τῶν παιδιῶν, ὀργάνωναν προβολές, ἑορταστικὲς καὶ φιλανθρωπικὲς ἐκδηλώσεις, ἐνῷ καὶ θερινὲς κατασκηνώσεις ἀπετόλμησε μὲ πολλὴ ἐπιτυχία.

Παράλληλα ὁ νεαρὸς ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου δὲν λησμονοῦσε καὶ τὰ «ἄλλα πρόβατα» τοῦ Χριστοῦ. Τοὺς παραστρατημένους νέους ποὺ μέσα στὶς φυλακὲς ἀνηλίκων ἔψαχναν γιὰ νόημα ζωῆς ἤ ἁπλῶς ἀπομαραίνονταν ἤ ἐτρέποντο ἐπὶ τὰ χείρω. Σὲ συστηματικὴ βάσι ἐπισκεπτόταν μαζὶ μὲ ἐκλεκτοὺς νέους συνεργάτες του στὸν «Παντοκράτορα» τὶς φυλακές, μιλοῦσε μὲ ἀγάπη στοὺς νεαροὺς κρατουμένους γιὰ τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος ἔβαζε τὸν ἑαυτό Του στὴ θέσι τους («ἐν φυλακῇ ἤμην» Ματθ. κε΄, 36), τοὺς ἔδινε κουράγιο, τοὺς παρουσίαζε τὴ δυνατότητα τῆς μετανοίας καὶ τῆς ἀναγεννήσεως σὲ μιὰ καινούργια ἐν Χριστῷ ζωή, τοὺς μοίραζε τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ ψυχωφελῆ βιβλία, γλυκίσματα καὶ μικροδῶρα, ἐνῶ ἔδειχνε ἔμπρακτο ἐνδιαφέρον γιὰ ἄλλα προβλήματα ποὺ ἀντιμετώπιζαν, ὅπως οἰκογενειακά, οἰκονομικά, ὁμαλῆς ἐπανεντάξεως στὴν κοινωνία μετὰ τὴν ἀποφυλάκισί τους κ.λπ. Αὐτὸ ἀπετέλεσε παράδοσι τοῦ Ἱδρύματος καὶ γιὰ τὴν μετὰ τὸν π. Γεώργιο ἐποχή.

Ἕνα ἀνθρώπινο λοιπὸν μελίσσι εἶχε μαζευθῆ ἀμέσως γύρω ἀπὸ τὸν φερέλπιδα Θεολόγο, ποὺ μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ συγκέντρωσε περὶ αὐτόν, ἤ πιὸ σωστὰ περὶ τὸν Χριστὸ καὶ ἐν τῆ Ἐκκλησίᾳ, τὸν ἀνθὸ τῶν ἐφήβων καὶ νέων τοῦ Φαλήρου.
Σὲ λίγο, τὸν Μάϊο τοῦ 1961, ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν κυρὸς Θεόκλητος Β΄ αὐτοπροσώπως ἔθεσε τὸν θεμέλιο λίθο τοῦ κτηριακοῦ συγκροτήματος τοῦ Ἱδρύματος, ποὺ θὰ περιλάμβανε τὴ μεγάλη αἴθουσα ἐκδηλώσεων, τὴ θεατρικὴ σκηνὴ καὶ τοὺς βοηθητικοὺς χώρους. Νὰ σημειώσω στὸ σημεῖο αὐτὸ τὴν ἐκκλησιολογικὴ εὐαισθησία τοῦ νεαροῦ τὴν ἡλικία ἀλλὰ «πολιοῦ τὴν σύνεσιν καὶ πρὸ τῆς πολιᾶς» Γεωργίου, ἡ ὁποία τὸν συνώδευσε καὶ σὲ ὅλη τὴν μετὰ ταῦτα πορεία του, πανεπιστημιακή, μοναχική, ἱερατική, ἡγουμενική.

Μὲ κανέναν τρόπο δὲν ἤθελε ἡ πνευματικὴ προσπάθειά του νὰ χαἰρῃ ἱδρυματικῆς αὐτονομίας ἔναντι τῆς κανονικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς, ὅπως συνέβαινε μὲ πλῆθος ἄλλες ἀνάλογες προσπάθειες κατὰ τὸν τότε κρατοῦντα ἥκιστα ὀρθόδοξο συρμό. Ἤξευρε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι σωματεῖο, ἀλλὰ σῶμα. Σῶμα Χριστοῦ. Καὶ τὸ σῶμα ἔχει κεφαλή. Καὶ ἡ κεφαλὴ τῆς μὲν ὅλης Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, ἑνὸς δὲ τοπικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος. Ὁ π. Γεώργιος δὲν ἤθελε ἡ κεφαλὴ νὰ ἔχῃ διακοσμητικὸ ρόλο στὸ ἔργο του, ἀλλὰ οὐσιαστικό.

Ἐγνώριζε καλῶς τὰ λόγια τοῦ Ἁγ. Ἰγνατίου: «Μηδεὶς χωρὶς τοῦ Ἐπισκόπου τι πρασσέτω τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Ἐκκλησίαν» (Σμυρναίοις VIII, ΒΕΠΕΣ 2, 281) καὶ ὅτι «ὁ λάθρα Ἐπισκόπου τι πράσσων τῷ διαβόλῳ λατρεύει» (αὐτόθι ΙΧ). Καὶ ἀκόμη ὅτι «Πρέπον οὖν ἐστιν, μὴ μόνον καλεῖσθαι Χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ εἶναι· ὥσπερ καί τινες Ἐπίσκοπον μὲν καλοῦσιν, χωρὶς δὲ αὐτοῦ πάντα πράσσουσιν» (Μαγνητεῦσιν IV, ΒΕΠΕΣ 2,269). Ἐζήτησε λοιπὸν ἀπὸ τὸ Διοικητικὸ Συμβούλιο τοῦ Ἱδρύματος, πρὶν ἀκόμα ἀπὸ τὴ θεμελίωσι τοῦ κτηρίου, νὰ ἀπευθυνθῆ ἐγγράφως στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Θεόκλητο καὶ νὰ τὸν παρακαλέσῃ ὄχι μόνον νὰ θέσῃ τὸ Ἵδρυμα ὑπὸ τὴν προστασία του, ἀλλὰ καὶ νὰ ὁρίσῃ ἐπὶ πλέον ἕνα τῶν Βοηθῶν Ἐπισκόπων του ὡς Ἐπόπτη τοῦ Ἱδρύματος, ὥστε ἡ ὅλη δραστηριότης του νὰ εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἄμεση καθοδήγησι καὶ ἐποπτεία τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, στὴν ὁποία ἀνῆκε τότε ἐκκλησιαστικῶς τὸ Παλαιὸ Φάληρο. Τοῦτο καὶ ἔγινε καὶ ὡρίσθηκε Ἐπόπτης ὁ Ἐπίσκοπος Ἀχαΐας Παντελεήμων, ὁ μετὰ ταῦτα Μητροπολίτης Κορίνθου.

Ὁ Ἀχαΐας Παντελεήμων ἦταν ποὺ ἐτέλεσε καὶ τὰ ἐγκαίνια τοῦ κτηρίου αὐτοῦ στὶς 23 Μαΐου τοῦ 1963. Πολὺ παραστατικὰ διεζωγράφισε τοὺς σκοποὺς τοῦ Ἱδρύματος στὴν ἐπὶ τῷ γεγονότι προσφώνησί του ἐνώπιον τοῦ Ἐπισκόπου, τοῦ Δημάρχου Παλαιοῦ Φαλήρου καὶ τῶν ἄλλων ἀρχῶν, τῆς πνευματικῆς ἐλὶτ τοῦ προαστείου καὶ πλήθους ἐνθουσιώντων νέων καὶ λαοῦ, ὁ εἰκοσιοκτάχρονος Διευθυντής: «Τὸ Ἵδρυμα ἔχει σκοπὸ νὰ δείξῃ τὴν ἀξία τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος, νὰ βοηθήσῃ τοὺς νέους νὰ σεβασθοῦν τὸν ἄνθρωπο, ποὺ εἶναι πλασμένος κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, νὰ τὸν σεβασθοῦν στὸ πρόσωπο τὸ δικό τους καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ συνανθρώπου τους…. Νὰ βοηθήσουμε τὴ νέα γενιὰ θετικὰ καὶ ὄχι ἀρνητικά. Νὰ τὴν βοηθήσουμε: -Μὲ τὸ παράδειγμά μας. –Μὲ τὴ συνέπειά μας. –Μὲ τὴν κατανόησί μας.». Περαιτέρω: «Τὸ Ἵδρυμα, πέρα ἀπὸ τὴν βοήθεια ποὺ προσφέρει σὲ ἕνα κύκλο νέων τοῦ Παλαιοῦ Φαλήρου, ἔχει καὶ ἄλλους σκοπούς: Νὰ διατηρήσῃ σὲ ἐγρήγορσι τὴν συνείδησι τῆς κοινωνίας σχετικὰ μὲ τὸ χρέος της γιὰ τὴ νεότητα». Καὶ ὄντως ἐργάσθηκε φιλότιμα, συστηματικὰ καὶ ἀκαταπόνητα γιὰ τὴν ἐπίτευξι τῶν σκοπῶν αὐτῶν ἐξαρτώντας πάντοτε τὰ πάντα ἀπὸ τὸν Χριστὸ διὰ τῆς προσευχῆς καὶ διὰ τῆς εὐλογημένης ὑπακοῆς στὴν αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἐργαζόμενος ἔτσι γινόταν καθημερινὰ μαγνήτης γιὰ πολλοὺς καὶ ἄξιους συνεργάτες ποὺ ἔσπευδαν νὰ τοῦ συμπαρασταθοῦν ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς. Ὅλη ἡ ἀφρόκρεμα τῆς φαληρικῆς κοινωνίας στάθηκε δίπλα του. Κι ἐκεῖνος ὅλους τοὺς τιμοῦσε, σὲ ὅλους ἔδειχνε σεβασμό.

Τὸν Μάϊο τοῦ 1964, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν ἐπιθυμία τοῦ διαθέτου Σγουρίτσα, θεμελιώθηκε ἀπὸ τὸν πρώην Λήμνου Βασίλειο ὁ ὡραῖος Ναὸς τοῦ Παντοκράτορος Ἀναληφθέντος Κυρίου σὲ κυκλαδίτικο ρυθμό, γιὰ τὰ οὐσιαστικώτερα τοῦ πνεύματος καὶ τὴν εὐχαριστιακὴ ἐμπειρία. Στὴν προσφώνησή του ὁ νεαρὸς Γεώργιος εἶπε ὅτι ἡ ἀφιέρωσις τοῦ Ναοῦ στὸν Παντοκράτορα Χριστὸ ἦταν γιὰ πολλοὺς λόγους ἐπιβεβλημένη, ἀλλὰ καὶ διότι: «Σήμερα, ποὺ ἕνα ρεῦμα ἰδεολογικό, ἀντιχριστιανικὸ καὶ ἀντίθεο προσπαθεῖ νὰ πείσῃ τοὺς ἀνθρώπους ὅτι δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ τὸν Θεό, γιατὶ ὁ ἄνθρωπος ἔγινε παντοκράτωρ, καὶ ἀντὶ τοῦ Θεοῦ Παντοκράτορος πρέπει νὰ λατρεύῃ τὸ δικό του εἴδωλο, ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ νέοι ὑψώνουμε τὴν φωνή μας γιὰ νὰ καταδικάσουμε τὴ σύγχρονη πλάνη, τὴν αὐταπάτη τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου, τὴ νεοειδωλολατρία καὶ τὸν ἄθεο ἀνθρωπισμό, καὶ νὰ διακηρύξουμε μαζὶ μὲ τοὺς Χριστιανοὺς ὅλων τῶν αἰώνων τὴν πίστη μας στὸν ἀληθινό Θεό: «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα… Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν…

Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον». Ἡ ἐκκλησία τοῦ Παντοκράτορος στὸ χῶρο τοῦτο, ποὺ εἶναι τὸ ὑψηλότερο σημεῖο τοῦ Παλαιοῦ Φαλήρου, ἔρχεται νὰ θυμίσῃ τὴν αἰώνια παντοδυναμία καὶ παρουσία τοῦ Κυρίου μας…». Σὲ δύο χρόνια, στὶς 3 Ἰουλίου 1966, ἔγιναν τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ καὶ πάλι ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη πρ. Λήμνου. Ἦταν ἡ ὥρα νὰ ξανακουσθῆ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἐμπνευστοῦ τοῦ ὅλου ἔργου βαθυκάρδιο τό: «Εὐχαριστοῦμεν Σοι, Κύριε, ὁ Θεὸς ὁ Παντοκράτωρ»! (Ἀποκ. 11,17). Τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο τῆς Εὐχαριστίας, ὡς προέκτασις τοῦ ἐνοριακοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου, θὰ ἦταν πλέον τὸ κέντρο ὅλης τῆς ζωῆς τοῦ Ἱδρύματος. Τὸ προσευχητήριο καὶ τὸ ἀναπαυτήριο τῆς καρδιᾶς τῶν νέων, ἀλλὰ καὶ τῶν μεγάλων. Ὁ ἄμβωνάς του θὰ γνωρίσῃ ἡμέρες δόξης μὲ τὰ κηρύγματα τοῦ ζηλωτοῦ Διευθυντοῦ. Ὁ πολιὸς δωρητὴς Ἀγησίλαος Σγουρίτσας ἦταν εὐτυχὴς νὰ βλέπῃ ὅτι τὸ κοινὸ ὄνειρό του μὲ τὸν ζηλωτὴ νέο Θεολόγο εἶχε πλήρως λάβει σάρκα καὶ ὀστᾶ καὶ εὐτυχέστατος ὅταν στὶς Θεῖες Λειτουργίες τοῦ Παντοκράτορος εἶχε τὴν εὐλογία νὰ ἀπαγγέλλῃ τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως!
Ἀκολούθησε λίγο ἀργότερα ὁ ἐπάνω ὄροφος τοῦ κτηρίου μὲ τὶς αἴθουσες, τὸ ἐντευκτήριο, τὶς βιβλιοθῆκες καὶ τὰ γραφεῖα, ποὺ θὰ γινόταν τὸ στέκι τῶν διψασμένων γιὰ πνευματικὲς ἀναβάσεις νέων καὶ μεγαλυτέρων. Αὐτὸ ἀργότερα, μετὰ τὴ συμφορὰ τῆς Κύπρου τὸ 1974, θὰ μετεξελισσόταν καὶ σὲ φοιτητικὸ Οἰκοτροφεῖο γιὰ τὶς πιεστικὲς ἀνάγκες προσφυγόπουλων καὶ ἄλλων ἐμπερίστατων Κυπρίων νέων ποὺ σπούδαζαν στὴν Ἀθήνα. Ἐδὼ στὸν «Παντοκράτορα» ὁ «καλοκαλλουργημένος», ὅπως λέμε ἐμεῖς στὴν Κρήτη, νεαρὸς Θεολόγος ἐγεώργησε μὲ τὸ λόγο του τὸν γλυκύ, τὸν πειστικὸ καὶ θεοφώτιστο, ἀλλὰ προπάντων μὲ τὸ προσωπικό του φωτεινὸ καὶ στίλβον παράδειγμα πλεῖστες νεανικὲς ψυχὲς ποὺ θὰ τὸν εὐγνωμονοῦν γι’ αὐτὸ ὥς τὴν αἰωνιότητα.

Στὴ λογοκρατούμενη Θεολογικὴ Σχολὴ τῶν Ἀθηνῶν μετὰ ἀπὸ λίγο ξεκίνησε τὴ γεωργία τῶν φοιτητῶν, συνεχίζοντας τὴ διακονία στὸν Παντοκράτορα. Εἶχαν μεσολαβήσει οἱ μεταπτυχιακὲς σπουδές του στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες τῆς Ἀμερικῆς καὶ μιὰ λαμπρὴ διδακτορία γιὰ τὴν Ποιμαντικὴ τῶν Φυλακισμένων, ποὺ τοῦ χάρισε τὸν τίτλο τοῦ Διδάκτορος τῆς Θεολογίας ἀπὸ τὴν τροφὸ Σχολὴ τοῦ Ἀθήνησι.

Ὅμως εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα νὰ εἰσέλθῃ στὰ ἐνδότερα τοῦ καταπετάσματος καὶ νὰ λάβῃ τὸ πλήρωμα τῆς ἱερατικῆς χάριτος, ὅπως ἄλλωστε ἀπὸ παιδὶ ἐπιθυμοῦσε. Ἐκάρη μικρόσχημος Μοναχὸς στὴ Μονὴ Πεντέλης καὶ ἐχειροτονήθη Διάκονος ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Ἱερώνυμο καὶ κατόπιν Πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο (Μητροπολίτη σήμερα) Εὐρίπου κ. Βασίλειο. Ἱερεὺς πιὰ ἐννομώτατος καὶ «τετελειωμένος τὰς χεῖρας» (Λευιτ. 1:15), ὑπῆρξε ἡ «ἄλλη» παρουσία μέσα στὴ Θεολογικὴ Σχολή. Θεολόγος παραδοσιακὸς καὶ πατερικός, μὲ τὴ φωτεινὴ διδαχή του, μὲ τὰ μυστικῆς εὐωδίας βιβλία του, μὲ τὸ φιλάνθρωπο πετραχήλι του καὶ τὸ κομποσχοινάκι του, κάτω ἀπὸ τὴ στοργὴ καὶ τὴ φωτισμένη ἐπίβλεψι τοῦ Καππαδόκου Καθηγητοῦ Κωνσταντίνου Μουρατίδου τοῦ Καισαρέως, ποὺ τὸν καμάρωνε καὶ τὸν ὑπεραγαποῦσε, ἐγεώργει ἐμμελῶς τοὺς αὐριανοὺς γεωργοὺς τοῦ ἀγροῦ τοῦ Κυρίου. Καινούργιος ἀέρας, ἄλλο πνεῦμα στὶς μουχλιασμένες αἴθουσες!

Εἶχε ἑτοιμάσει καὶ τὴν ἐπὶ Ὑφηγεσίᾳ διατριβή του καὶ ἦταν μπροστά του ἀνοικτὸς πλατὺς ὁ δρόμος γιὰ πανεπιστημιακὴ εὐδοκίμησι. Ὅμως φαίνεται ὅτι τὰ σχέδια τοῦ Θεοῦ ἦσαν ἄλλα! Ἀπὸ τὴ Σχολή, τὴ Μονὴ Πεντέλης καὶ τὸν «Παντοκράτορα», ποὺ ἀκόμα συνεδύαζε τὴν διακονία καὶ στὰ τρία, μὲ παρότρυνσι καὶ εὐλογία τοῦ ἡγουμένου του μακαριστοῦ π. Θεοκλήτου Φεφέ, δέχεται τὴν πρόσκλησι τοῦ ἁγιασμένου Μητροπολίτου Χαλκίδος Νικολάου καὶ ἀναχωρεῖ μαζὶ μὲ μιὰ μικρὴ συνοδεία νέων τοῦ «Παντοκράτορος» γιὰ τὸ ἐρημωμένο Μοναστήρι τ’ Ἅη Γιώργη στὸν Ἀρμᾶ, τὸ ὁποῖο καὶ ἀναστηλώνει. Ἐπιθυμεῖ νὰ συνδέσῃ τὸν φοιτητόκοσμο τῆς Θεολογικῆς, καὶ τοὺς διψασμένους πνευματικῶς νέους γενικώτερα, μὲ τὸν παραδοσιακὸ Ὀρθόδοξο Μοναχισμὸ καὶ τὴν ἀσκητικὴ ἐμπειρία. Τὸ βέβαιο εἶναι ὅτι ἐκαλλιέργησε μερικὲς ὄμορφες ψυχές, «Παντοκρατορινὲς» κυρίως στὴν καταγωγή, κάποιες ἀπ’ τὶς ὁποῖες τὸν ἀκολούθησαν στὴν πορεία του ἕως θανάτου. Μεταξύ τους ὁ σεβαστὸς πνευματικὸς παπᾶ – Πανάρετος, ὁ Ἐπίσκοπος σήμερα Κατάγκας Θεοφιλέστατος Μελέτιος, ὁ π. Τιμόθεος, ὁ μακαριστὸς π. Νικόδημος, ὁ π. Βασίλειος ὁ Κύπριος, ὁ παπᾶ – Παΐσιος καὶ εἴ τις ἕτερος. Ὁ Ἀρμᾶς ἔζησε μιὰ βραχεῖα περίοδο πνευματικῆς αἴγλης μὲ τὴν συνοδεία τοῦ Γέροντος.

Ὁ «Παντοκράτωρ» τώρα, ὑπὸ τὴν προεδρεία τοῦ μακαριστοῦ Καθηγητοῦ Μουρατίδου, συμπαραστατούμενου ἀπὸ ἐκλεκτὰ στελέχη, ὅπως οἱ μακαρίτες Γιάννης Ἰωαννίδης – Φαληριώτης, Ἀντιγόνη Λαμπράκη, Ἀλέξανδρος Βακίρης, Γιάννης Μπόσκοβιτς καὶ ἄλλοι, πρὸ πάντων δὲ τὸν εὐτυχῶς ἀνάμεσά μας Καθηγητὴ κ. Ζία, ὁ ὁποῖος καὶ εἶναι ὁ σημερινὸς Πρόεδρος τοῦ Ἱδρύματος, ἐσυνέχισε τὴν διακονία καὶ μαρτυρία του στὸν χῶρο τῆς νεότητος, στὰ ἴχνη ποὺ εἶχε χαράξει ο ἀξιόθεος Ἱδρυτής του. Ἄλλωστε ὁ π. Γεώργιος δὲν ἀποκόπηκε ποτέ. Πέραν τῆς διαρκοῦς προσευχῆς του ὑπὲρ τοῦ «Παντοκράτορος», τοῦ ἔργου του, τῶν στελεχῶν του καὶ τῶν πολυπληθῶν μελῶν του, συχνὰ ἀναζητοῦσε εὐκαιρίες γιὰ νὰ τὸν ἐπισκεφθῇ, συνήθως σὲ συνδυσμὸ μὲ ἐργασίες γιὰ ὑποθέσεις τῆς Μονῆς ποὺ ἐπέβαλλαν τὴν κάθοδό του στὴν πρωτεύουσα, κάποτε δὲ καὶ στὴν πανήγυρι τῆς Ἀναλήψεως.

Ἐρχόταν, πήγαινε πρῶτα στὸν Μητροπολίτη πρὸς ἐκζήτησι τῆς εὐλογίας του καὶ κατόπιν λειτουργοῦσε, ἐκήρυττε, ἐπικοινωνοῦσε μὲ τὰ παιδιά, μὲ φοιτητές, μὲ κληρικούς, μὲ φίλους Θεολόγους, ὅπως ὁ μακαρίτης Παναγιώτης Νέλλας, ποὺ πολὺ ἀγαποῦσε καὶ τὸν Γέροντα καὶ τὸν «Παντοκράτορα», ὁμιλοῦσε, ἐξομολογοῦσε, ἐστήριζε, παρηγοροῦσε, συνεργαζόταν πολὺ διακριτικὰ μὲ τὸ Διοικητικὸ Συμβούλιο καὶ τὸν Διευθυντή, ποὺ περίμεναν πάντοτε τὴ σοφὴ γνώμη καὶ καθοδήγησί του γιὰ τὰ κυριώτερα θέματα.

Ἡ παρουσία του ἦταν φῶς καὶ χαρὰ γιὰ ὅλους! Συχνὰ ἔστελνε Πατέρες τῆς Μονῆς ποὺ ἐρχόντουσαν στὴν Ἀθήνα γιὰ ἐργασίες τῆς Μονῆς ἤ χάριν τῆς ὑγείας των κι ἐστήριζαν καὶ αὐτοὶ ἐξ ὀνόματός του μὲ τὸ λόγο τους, τὴ συμβουλή τους, τὴν προσευχή τους καὶ τὴν ὅλη παρουσία τους τὸν Διευθυντή, τοὺς οἰκοτρόφους καὶ τὰ ἐξωτερικὰ μέλη. Προσωπικῶς εἶχα τὴ μεγάλη εὐλογία καὶ τιμὴ νὰ μοῦ ἀνατεθῆ, μετὰ ἀπὸ πρότασι τοῦ μακαριστοῦ Καθηγητοῦ μου Μουρατίδου, ἡ διεύθυνσίς τοῦ Ἱδρύματος ἐπὶ δυόμιση χρόνια, κατὰ τὰ ἔτη 1977, 1978 καὶ 1979. Στὸ παρεκκλήσιό του ἔγινε ἡ κουρά μου μὲ νυμφαγωγὸ τὸν πολυσέβαστο Γέροντα, κι ἐκεῖ ἔζησα τὴν χαρὰ καὶ κατάνυξι τῶν πρώτων διακονικῶν λειτουργιῶν μου. Καὶ νιώθω ξεχωριστὴ συγκίνησι ἐνθυμούμενος ὅλα τὰ βιώματά μου κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐκεῖ ταπεινῆς ὑπηρεσίας μου, κάτω ἀπὸ τὴ φιλόστοργη καθοδήγησι τοῦ σεπτοῦ Γέροντος καὶ τὴ συνεργασία μου μὲ πλεῖστα σεβάσμια καὶ ἐκλεκτὰ πρόσωπα, πολλὰ τῶν ὁποίων εἶναι ἤδη στοὺς οὐρανοὺς καὶ ὀλίγα ἀπόψε ἐδῶ μαζί μας.

Προέκυψε κατόπιν τὸ Ἅγιον Ὄρος. Πῆγε ὁ Γέροντας μὲ τὴν Συνοδεία του γιὰ προσκύνημα στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας καὶ γιὰ νὰ δοῦν τὸν τρόπο τῶν Ἁγιορειτῶν καὶ νὰ ἀκούσουν λόγον ἀγαθὸν καὶ σωτήριον ἀπὸ φθασμένους Ἀββᾶδες, κατὰ τὰ πρότυπα τοῦ Γεροντικοῦ. Ὅμως οἱ γέροντες Γρηγοριάτες μοναχοὶ εἶδαν στὸ φωτεινὸ πρόσωπό του μαργαρίτην πολύτιμον. Τὸν πίεσαν φορτικῶς «καὶ παρεβιάσαντο αὐτὸν λέγοντες· μεῖνον μεθ’ ἡμῶν ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστὶ καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα» (Λουκ. 24: 29) τοῦ Μοναστηριοῦ μας. Δὲν βλέπεις τὴν ἀνάγκη μας; Κάμε ἀγάπη. Καὶ ἔκαμε! Αὐτὸ ἐπληροφορήθη ὅτι ἦταν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ! Ἔτσι ἔγινε μιὰ μεγάλη στροφή, ἀνατροπὴ θὰ ἔλεγα στὰ σχέδιά του. Πῆγε στὴν ἄκρη ἡ ἀκαδημαϊκὴ σταδιοδρομία, ἡ διατριβὴ τῆς Ὑφηγεσίας ἄν καὶ ἕτοιμη δὲν ὑπεβλήθη κἄν, ἐγκατελείφθη τὸ Πανεπιστήμιο καὶ πάντα τὰ ἐν τῷ κόσμῳ. Ἡ κλῆσις ἐζήτει τὴν ξενιτεία στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὁ Παντοκράτωρ παρεχώρησε τὸν π. Γεώργιο στὴν Παναγία Μητέρα Του!

Ἔτσι ὁ νεαρὸς Ἀρχιμανδρίτης μεταφύτεψε τὴν ἐκλογάδα του στὰ βράχια τὴς νοτιοδυτικῆς πλευρᾶς τοῦ Ἄθωνα καὶ τὴν αὔξησε κατὰ Θεόν, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ σὲ ἀριθμούς, καὶ ἐξαπέστειλε ἀναδενδράδες της στὰ πέρατα τοῦ κόσμου πρὸς ἐξάπλωσι τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας καὶ τοῦ παραδοσιακοῦ μοναχικοῦ πνεύματος. Ἐκεῖ, ὑπὸ τὴ σκέπη τῆς Παναγίας, τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου καὶ τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Ρωμαίας κατέστη κυριολεκικῶς νέος Κτήτωρ τῆς Μονῆς καὶ ἐσυνέχισε ἐν μέσῳ πολλῶν θλίψεων καὶ ὑπομονῶν τὴν θεοφιλῆ σταυροαναστάσιμη πορεία του πρὸς τὸν ἀγαπημένο του Χριστὸ ἐπὶ σαράντα ὁλόκληρα χρόνια, πληρούμενος Πνεύματος, ὥσπου αὐτὸ τὸ Πνεῦμα ἐπιφοιτῆσαν στοὺς Ἀποστόλους τὸν ἀνήρπασε φωτεινό, καθαρό, λελαμπρυσμένο, πολύκαρπο, ἀγλαόκαρπο, πλεῖστα παράσημα μόχθων ἱερῶν ὑπὲρ τοῦ Εὐαγγελίου, τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἀνθρώπου φέροντα ὡς στίγματα ἐπὶ τοῦ καθαροῦ σώματός του.

Ὅμως τὰ τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ τὰ τῶν λοιπῶν ἑδρῶν τοῦ πολυεδρικοῦ τούτου ἀδάμαντος τῆς Ὀρθοδοξίας, θὰ τὰ ἐκδιηγηθῇ ὁ ἀγαπητὸς π. Λουκᾶς, ὁ μέχρι θανάτου διακονήσας φιλοστοργώτατα καὶ μετ’ ἐπιστήμης συστοίχου τοῦ ὀνόματός του τὸν μακαριστό, ἄξιος υἱὸς τοιούτου πατρός.

Ἡ εὐχή τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος ἄς μᾶς συνοδεύῃ ὅλους. Καὶ τὸν ἄξιο διάδοχό του στὴν ἡγουμενία σεπτὸ Καθηγούμενο π. Χριστοφόρο, καὶ ὅλη τὴν Γρηγοριατικὴ Ἀδελφότητα μὲ τὶς εἰς τὴν Ἀφρικὴ ἱεραποστολικὲς ἀναδενδράδες της μὲ τὸν Θεοφιλέστατο ἀδελφὸ Ἐπίσκοπο Κατάγκας κ. Μελέτιο καὶ τοὺς νέους, τα στελέχη, τὸν Διευθυντὴ καὶ τὴν Διοίκηση τοῦ Παντοκράτορος καὶ ὅλους μας, καὶ τὸ παράδειγμά του ἄς φωτίζῃ τὰς τρίβους μας!
 



Ετικέτες