Πειραιώς Σεραφείμ: Κάναμε τον κόσμο από στολίδι χωματερή

Loading...


«Το δικό μας Ευαγγέλιο είναι τώρα το χρήμα, η παγκοσμιοποίηση, τα συμφέροντά μας, η ευρωπαική και παγκόσμια καταξίωσή μας….Κι Εκείνος; Εκείνος θα ξαναπεί πάνω από το Σταυρό «Πάτερ, άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι», γιατί περιμένει κι ελπίζει ότι η Ανάστασή Του θα σημάνει, επιτέλους και την ανάσταση των χαμένων συνειδήσεων μας.» αναφέρει μεταξύ άλλων στο μήνυμά του ενόψει της Αγίας και Μεγάλης Τεσαροκοστής ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ. 

ολόκληρο το μήνυμα έχει ως εξής: 
Αγαπητοί μου αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω,

   Η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, η πλέον συμβολική κατανυκτική, περιεκτική και πνευματική περίοδος του Εκκλησιαστικού βίου, προβάλλεται από την Εκκλησία μας ως μια κορυφαία ευκαιρία επαναπροσέγγισης του καθενός μας στην ουσία και στις λεπτομέριες της Ορθόδοξης πίστης και ζωής. Είναι ένας τρόπος να βιώσουμε αυτά τα στοιχεία, από τα οποία το πνεύμα της εποχής, πνεύμα άρνησης, αμφισβήτησης, απαξίωσης αρχών, αξιών και πιστευμάτων, άλλά και η πολυπλοκότητα στην οποία δρομολογήσαμε τη ζωή και τα έργα μας, μας αποστασιοποίησαν. Καί αυτά τα στοιχεία είναι η αυθεντικότητα του Ορθοδόξου βιώματος και η άναζήτηση της προσωπικής μας αυτοσυνειδησίας, όπως εκφράζονται μέσα από το ασκητικό πνεύμα, το ξεχωριστό λατρευτικό τυπικό της περιόδου, αλλά και τα εφόδια με τα οποία μας όπλισε η Εκκλησία μας προκειμένου ν’ ανταπεξέλθουμε στις απαιτήσεις της συμμετοχής στο στίβο του «σταδίου των αρετών».

   Αυτά τα εφόδια παρουσιάζονται και καταγράφονται, με γλαφυρότητα, στον υπέροχο εναρκτήριο ύμνο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής που ψάλλεται στους Αίνους της Κυριακής της Τυρινής :

Το στάδιον των αρετών ηνέωκται,

οι βουλόμενοι αθλήσαι εισέλθετε,

αναζωσάμενοι τον καλόν της νηστείας αγώνα.

Οι γαρ νομίμως αθλούντες δικαίως στεφανούντα

και αναλαβόντες την πανοπλίαν του Σταυρού

τω εχθρώ αντιμαχησόμεθα.

Ως τείχος άρρηκτον κατέχοντες την πίστην.

Καί ως θώρακα την προσευχήν.

Καί περικεφαλαίαν την ελεημοσύνην.

Αντί μάχαιρας την νηστείαν, ήτις εκτέμνει από καρδιάς πάσαν κακίαν.

Ο ποιών ταύτα τον αληθινόν κομίζεται στέφανον παρά του παμβασιλέως Χριστού

εν τη ημέρα της κρίσεως.

Ποιός μπορεί ν’ αμφισβητήσει ότι διανύουμε μια εποχή κατά την οποία κυριαρχεί ο ορθολογισμός και η απολυτοποίηση της ανθρώπινης λογικής, μια εποχή που ο άνθρωπος και τα δημιουργήματα του αυτοανακηρύσσονται το άπαν σ’ αυτό τον κόσμο, απομονώνοντας κι εξοστρακίζοντας κάθε τι το μεταφυσικό, το μυστηριακό, το υπέρλογο; Η φιλολογία ενός νέου, χειρότερου, ουμανισμού τείνει να γίνει καθεστώς και ο άνθρωπος κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στα τείχη των επιτευγμάτων του, τα οποία τελικά, θα τον συντρίψουν. Φυσικά, μέσα σε μια τέτοια αρνητική και απογοητευτική ατμόσφαιρα, το να μιλά κανείς για το μυστήριο του Σταυρού και να επιχειρεί να κατανοήσει τη θέση που έχει ή που θα έπρεπε να έχει στη ζωή των ανθρώπων, μοιάζει με ουτοποία. Είναι καιρός, όμως και απόλυτη ανάγκη, ν’ αφήσουμε πιά αυτή την άκαρπη φιλολογία, για να πλησιάσουμε, όσο το επιτρέπουν οι ασθενείς μας δυνάμεις, το μυστήριο του Σταυρού και να δούμε ποιός είναι ο δρόμος που περνάει κάτω από τον ίσκιο Του, τον οποίο πρέπειν’ ακολουθεί ο Χριστιανός για να βρεί τη λύτρωση και τη σωτηρία της ψυχής του.

   Η ζωή του ανθρώπου σ’ αυτό τον κόσμο και δη η ζωή του πιστού είναι σταυρική, είναι μία πορεία έντονης αγωνίας, πολύμοχθου αγώνα, προσπαθειών, ενστάσεων, πτώσεων και ανατάσεων. Ο βίος μας μοιάζει με μια απέραντη θάλασσα, στα κύματα της οποίας κλυδωνλίζεται καθημερινά ο προσωπικός κόσμος του καθενός μας. Γι’ αυτό, απόλυτη εφαρμογή έχει ο σοφός λόγος της αγίας Συγκλητικής, η οποία χαρακτηρίζει το Σταυρό του Κυρίου «ιστίο», με το οποίο μονάχα μπορούμε να διαπλεύσουμε το πέλαγος της ζωής. Πραγματικά, δίχως το Σταυρό, ο Χριστιανός δεν θα είχε τη δύναμη να προχωρήσει, ν’ αντιπαλέψει σκληρά με τους πειρασμούς, τον Σατανά, τις αντίθεες δυνάμεις του κόσμου και να νικήσει.

Ατενίζοντας κανείς το μέγιστο αυτό σύμβολο της θυσίας και του πόνου με πίστη, μπορεί να δεί, με τα μάτια της ψυχής και της  καρδιάς του, μια πραγματικότητα που μόνο συγκλονισμό και δέος προκαλεί. Βλέπει κρεμασμένο πάνω στο Σταυρό το Πανάγιο σώμα του Χριστού, που τόσα ενήργησε σ’ αυτή τη γη και τόσα έπαθε για τους ανθρώπους όλων των εποχών, ενώ ο άνθρωπος παραλείπει τα περισσότερα για τη σωτηρία του.

   Βλέπει μια λογχισμένη καρδιά να στάζει το αίμα της αγάπης της και να κράζει προς τον Πατέρα «Πάτερ άφες αυτοίς . . .» , τη στιγμή που εκείνος δυσκολεύεται να συγχωρήσει όσους τον έβλαψαν ή τον έκαναν να πονέσει.

   Βλέπει τον τεράστιο εκείνο και βαρύ Σταυρό, αλλά δυσκολεύεται να σηκώσει τους πολύ ελαφρύτερους σταυρούς των δυκολιών και των προβλημάτων αυτής της ολιγόχρονης διαδρομής στη γήινη πραγματικότητα. Με άλλα λόγια, διαβάζει εκεί στο Σταυρό του Κυρίου όσα κανένα βιβλίο, κανένα πανεπιστήμιο, όσα ακόμα και όλη η σοφία αυτού του κόσμου δεν μπορούν να διδάξουν. Διαβάζει ότι «όποιος μας παραδίδει στο Σταυρό, μας αποθέτει στην αγκαλιά της Αγίας Τριάδος, μας χαρίζει το εισιτήριο για την αιώνια μακαριότητα. Όλοι μας, κατά κάποιο τρόπο, είμαστε σταυρωτές του Ιησού ή του αδελφού μας. Το ερώτημα είναι, θα θελήσουμε από σταυρωτές να γίνουμε σταυρωμένοι; Αν το θελήσουμε, θα ζήσουμε τη βασιλεία του Θεού αιώνια και θα την κάνουμε γνωστή και στην εποχή μας και στο περιβάλλον μας».

   Στο κατώφλι του 21ου αιώνα, σ’ αυτό το ιστορικό μεταίχμιο, που φαντάζει βασασνιστικό και τρομακτικό μπροστά στο άγνωστο της τρίτης χιλιετίας, ο άνθρωπος μοιάζει ανήμπορος ν’ ανταπεξέλθει στις προκλήσεις των καιρών. Κατά το παρελθόν, αναζήτησε ποικίλα στηρίγματα, προσπαθώντας να γαντζωθεί και ν’ αυτοεπιβεβαιωθεί.

Η φιλοσοφία, οι τέχνες, ο πολιτισμός, ο αθλητισμός, η πολιτική, το χρήμα, ήταν οι κατά καιρούς «θεοί» που μάγεψαν τον ταλαίπωρο διαβάτη της ιστορίας, ικανοποιώντας, όμως, μόνο προς στιγμήν τους πόθους και τα όνειρά του για κάτι ανώτερο, για κάτι ποιοτικότερο. Στην εποχή μας αυτοί οι «θεοί» έχουν αλλάξει και τη θέση τους πήραν τα τεχνολογικά επιτεύγματα, η ηλεκτρονική τεχνολογία, η εξερεύνηση του διαστήματος, που μετατράπηκαν σε αυτοσκοπό. Οι καταστάσεις αυτές, όμως, αντί τελικά ν’ ανοίξουν νέες προοπτικές και να δημιουργήσουν διεξόδους, επιβάρυναν την πνευματική αποχαύνωσή του και τον αποξένωσαν ακόμα πιο πολύ απο το περιεχόμενο της ουσίας του, που ξεφεύγει απ’ αυτά τα περιορισμένα στεγανά, στα οποία έχει δεσμεύσει τον εαυτό του.

   Ο Κύριος δέχτηκε να κρεμαστεί το πανάγιο Σώμα Του πάνω στο Σταυρό, εταπείνωσε εαυτόν, για να δώσει διέξοδο στ’ αδιέξοδα που γνώριζε ότι πάντα θα ταλαιπωρούν το πλάσμα Του. Με τη σταυρική Του θυσία μας κάλεσε όλους ν’ αποθέσουμε πάνω στο σύμβολό της τη ζωή και τα έργα μας, να στηρίξουμε εκεί τις ελπίδες και τις προσδοκίες μας, να σταυρώσουμε τα πάθη και την αμαρτωλότητά μας, θέλοντας να μας κάνει να κατανοήσουμε ότι η σημασία του Σταυρού έγκειται στην προοπτική της Ανάστασης που τον ακολουθεί, ότι, αν στηρίξουμε τη ζωή μας στο Σταυρό Του, την οδηγούμε σε κανάλια αναστάσιμα, που μόνο μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, μακριά από τις προκλήσεις και τα δέλεαρ του κόσμου, μπορεί κανείς να γευτεί και να βιώσει.

 Σε λίγο θα βρεθούμε καί πάλι ενώπιος ενωπίωμέτόν Εσταυρωμένο Ναζωραίο καί θά ακουμπήσουμε στό σύμβολο τής θυσίας Του, τίςχαρέςκαίτίςλύπεςμας, τήζωήμαςόλη. Θα αντικρίσουμε στο πρόσωπό Του την απόλυτη αγάπη, την άκρα ταπείνωση, την έσχατη κένωση. Καί ίσως, νιώθοντας το έλλειμμα της ειλικρίνειάς μας ή και τον έλεγχο της προσποιητής, πολλές φορές, ευσεβειάς μας, ακούσουμε το δίκαιο παράπονό Του, όπως θ’ ακουστεί το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης στις Εκκλησίες μας : «Λαός μου, τι εποίησά σοι ή τι σοι παρηνώχλησα; Τούς τυφλούς σου εφώτισα, τους λεπρούς εκαθάρισα, άνδρα όντα επί κλίνης ηνωρθωσάμην. Λαός μου, τι εποίησά σοι και τι μοι ανταπέδωκας; Αντί του μάννα χολήν, αντί του ύδατος όξος, αντί του αγαπάν με, σταυρώ με προσηλώσατε . . .».

   Μας έδωσε τα πάντα και προ της ενανθρώπισής Του και κατά τη διάρκεια της επί γης ζωής Του και μετά την Ανάληψή Του. Μας έδωσε τη ζωή, το πολυτιμότερο αγαθό, και την πλούτισε με πνεύμα ανώτερο, υψηλότερο, ξεχωρίζοντάς μας από την υπόλοιπη δημιουργία και καθιστώντας μας άρχοντες του κόσμου.

   Μας χάρισε αθάνατη ψυχή, δείγμα του προορισμού μας, που καμία σχέση δεν έχει με τα στενά και πεπερασμένα όρια αυτής της ζωής.

   Μας χάρισε τάλαντα και μας ζήτησε να τα αναπτύξουμε, να τα καλλιεργήσουμε για να δώσουμε χρώμα, ποιότητα και ομορφιά στη ζωή μας, ελάχιστη ένδειξη ευχαριστίας.

   Μας χάρισε ολόκληρη την πλάση για να κατοικίσουμε σ’ αυτή, να ζήσουμε από τον πλούτο της, να χαιρόμαστε την ομορφιά της.

   Μας στήριξε σε δύσκολες στιγμές, σε στιγμές κλονισμού και πτώσης, σε εποχές αγώνων, θυμίζοντας ότι είναι εδώ, παρών, αρωγός και συμπαραστάτης στον αγώνα της ζωής και της επικράτησης του δικαίου.

   Μας έδωσε αγάπη που ξεπερνά την ανθρώπινη λογική, μια αγάπη που τον έκανε να φορέσει το ανθρώπινο σαρκίο, να υποβιβαστεί δηλ. στο επιπεδό μας, επειδή αγωνιούσε για το κατάντημά μας, επειδή πονούσε για την τραγική πορεία μας.

   ΜάςέδωσετήδιδασκαλίαΤου, μιάδιδασκαλίαπούόμοιάτηςδέγνώρισεοκόσμος, πούστάζειαπότόμέλιτήςαγάπηςΤουκαίθεμελιώνεταιστίςαρχέςτήςσυγγνώμης, τήςειρήνης, τήςκαταλλαγής, τήςαποδοχήςτούάλλουωςεικόναςτούΘεού.

   Μας έδωσε το αίμα Του, γιατί τα λάθη και οι πτώσεις μας ήταν τόσο μεγάλες που τίποτα άλλο δεν θα μπορούσε να εξαγοράσει τη σωτηρία και την επιστροφή μας.

   Μας έδωσε την Εκκλησία Του, αυτή τη Θεανθρώπινη πραγματικότητα, όπου το θεικό και ανθρώπινο στοιχείο συμπλέκονται και συνυπάρχουν με τρόπο θαυμαστό, με σκοπό την καταξίωση, την καλλιέργεια των αρρετών, τη βίωση, από αυτόν εδώ τον κόσμο, του κάλλους και της
και της πληρότητας της Βασιλείας του Θεού.

   Μας εκανε βασιλείς στη θέση Του, διδασκάλους του κηρύγματός του, Θεούς, κατά χάριν, δυνάμει μετόχους της δικής Του δόξας.

   Κι εμείς; Τού προσφέραμε και Τού προσφέρουμε τα πάθη και τον εγωισμό μας. Τού λέμε ότι δε χωρά πιά στη ζωή μας, γιατί είμαστε αυτάρκεις, ικανοί να προχωρήσουμε μόνοι, ότι δε μας εμπνέει πιά γιατί μόνοι μας κατακτήσαμε τα πάντα και δεν έχουμε ανάγκη, πλέον, από τη βοήθειά Του, μπορούμε να γινόμαστε «θεοί» στη θέση Του, μπορούμε μόνοι μας να στέλνουμε χιλιάδες αγέννητα βρέφη στα σκουπίδια κάθε χρόνο, γιατί θέλουμε να απολαμβάνουμε τη ζωή δίχως δεσμεύσεις και περιορισμούς, μπορούμε μόνοι μας ν’ αποφασίζουμε πότε θα δώσουμε τέλος στη ζωή, όταν δεν την αντέχουμε άλλο, γιατί εμείς είμαστε οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού κι όχι Εκείνος.

   Τού προσφέρουμε τα αποτελέσματα της εγωπάθειας και της κομπορρημοσύνης μας. Αρρώστιες ανίατες, που στέλνουν στο θάνατο χιλιάδες. Τού προσφέρουμε τα 2/3 του παγκόσμιου πληθυσμού σε κατάσταση φτώχειας και δυστυχίας, γιατί θέλουμε εμείς να ζούμε καλά, έτσι απλά και λογαριασμό δε δίνουμε σε κανένα. Τού προσφέρουμε, στις αρχές του 21ου αιώνα, πολέμους και καταστροφές, εκατόμβες νεκρών, χιλιάδες δολοφονίες αγέννητων παιδιών με τις φριχτές εκτρώσεις, θύματα της ανθρώπινης μισαλλοδοξίας, λησμονώντας τα δράματα του παρελθόντος, τα οποία πολύ εύκολα καταδικάζαμε και τώρα εξίσου εύκολα επαναλαμβάνουμε.

   Τού προσφέρουμε έναν κόσμο που από στολίδι τον μετατρέψαμε σε μια απέραντη χωματερή, έναν κόσμο άκοσμο, άσχημο, χωρίς πνεύμονες ζωής, που φθίνει καθημερινά, αιχμάλωτος του κέρδους που δεν έχει ήθος και αναστολές.

   Τού προσφέρουμε μια νεολαία βουτηγμένη στα ναρκωτικά και τις εκφυλιστικές πρακτικές, που δεν την αφήνουμε να μεγαλουργήσει, να διαπρέψει, να οραματιστεί, να πιστέψει.

   Τού προσφέρουμε την απαξίωση, βγάζοντάς Τον από την ταυτότητά μας, από τις αρχές που ενέπνεαν τα ήθη και την πολιτεία μας τόσους αιώνες, γιατί δεν μας ταιριάζει δήθεν πλέον, πρέπει να πάμε μπροστά και Εκείνος είναι εμπόδιο στην εξέλιξή μας, αποτελεί τροχοπέδη στα σχέδιά μας, μας γυρίζει πίσω η πίστη στο Ευαγγέλιό Του. Το δικό μας Ευαγγέλιο είναι τώρα το χρήμα, η παγκοσμιοποίηση, τα συμφέροντά μας, η ευρωπαική και παγκόσμια καταξίωσή μας.

   Κι Εκείνος; Εκείνος θα ξαναπεί πάνω από το Σταυρό «Πάτερ, άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι», γιατί περιμένει κι ελπίζει ότι η Ανάστασή Του θα σημάνει, επιτέλους και την ανάσταση των χαμένων συνειδήσεων μας.



Ετικέτες