Πασχαλινό μήνυμα Χίου Μάρκου: Είναι κοι­νή η σωτηρία και η α­νά­στα­ση ψυχής και σώματος

Loading...


«Είναι κοι­νή η σωτηρία και η α­νά­στα­ση ψυχής και σώματος» αναφέρει μεταξύ άλλων στο πασχαλινό μήνυμά του ο Μητροπολίτης Χίου Μάρκος. 

Ολόκληρη η Πα­σχά­λιος Ποι­μαν­το­ρι­κή Εγ­κύκλιος έχει ως εξής: 

«Θα­να­του ε­ορ­τα­ζο­μεν νε­κρω­σιν,
Α­δου την κα­θαί­ρε­σιν,
αλ­λης βι­ο­της, της αι­ω­νι­ου α­παρ­χην»
Α­γα­πη­τοί μου,

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

Με την Α­να­στα­ση του Σω­τη­ρος και Κυ­ρι­ου η­μων Ι­η­σού Χρι­στού, ε­ορ­τα­ζου­με «θα­να­του την νε­κρω­σιν, Α­δου την κα­θαί­ρε­σιν, αλ­λης βι­ο­της, της αι­ω­νι­ου α­παρ­χην». Προ­κει­ται για το ε­πι­κεν­τρο της χρι­στι­α­νι­κης δι­δα­σκα­λι­ας και ζω­ης. Γι’ αυ­το και α­πο­τε­λεί το με­γι­στο των «με­γα­λεί­ων του Θε­ου» (Πραξ. 2, 11). Δι’ αυ­της φω­τι­ζον­ται και α­πο­κτούν νο­η­μα η α­γα­πη και προς τους ε­χθρούς, η θυ­σι­α προς τον συ­ναν­θρω­πο, ο α­γω­νας κα­τα του πα­λαι­ου, ε­γω­πα­θούς αν­θρω­που, και η ζω­η μας ο­λη εν­δυ­ε­ται α­πτως την αι­ω­νι­ο­τη­τα. Χω­ρις την Α­να­στα­ση του Χρι­στού, η πραγ­μα­τι­κο­τη­τα του Θε­ου και ο,τι φαί­νε­ται εν Αυ­τω ως προ­σω­πο, ως θεί­ο, ως πνεύ­μα, ως ε­λευ­θε­ρι­α, ως δη­μι­ουρ­γος δυ­να­μη, θα η­ταν αυ­τα­πα­τη και φαν­τα­σι­ω­ση, χω­ρις καμ­μι­α βα­ση. Καί ο­λοι ο­σοι πι­στεύ­ουν στον Α­να­σταν­τα Κυ­ριο ε­χουν α­πο αυ­τη τη ζω­η με­ρι­διο στην ει­ρη­νη, τη δι­και­ω­ση, την α­γι­ο­τη­τα και σε ο­λους τους καρ­πούς του Α­γι­ου Πνεύ­μα­τος.

Την εμ­πει­ρι­α της Α­να­στα­σε­ως ε­ζη­σαν α­πο κον­τα οι α­γιοι Α­πο­στο­λοι, στους ο­ποί­ους και εμ­φα­νι­στη­κε ο α­να­στας Κυ­ριος, κα­θως και οι α­γιοι Μαρ­τυ­ρες, οι α­γιοι Πα­τε­ρες και οι πι­στοί ο­λων των ε­πο­χων. Την εμ­πει­ρι­α της Α­να­στα­σε­ως, αυ­τη την και­νη πο­ρεί­α, βι­ω­νου­με κι ε­μείς με­σα στη λα­τρευ­τι­κη ζω­η της Εκ­κλη­σι­ας. Ει­ναι η δι­α­κο­νι­α των Μυ­στη­ρι­ων, διά των ο­ποί­ων μυ­ει τον αν­θρω­πο στην υ­περ λο­γον α­λη­θεια που ει­ναι ο α­να­στας Χρι­στος, για να τον κα­τα­στη­σει με­το­χο της αι­ω­νιας ζω­ης και της α­θα­να­σι­ας που μας δω­ρι­σε α­πο τον ζω­ο­δο­χο Τα­φο Του.

Ο Χρι­στος γι­νε­ται η α­να­στα­ση και η α­λη­θι­νη ζω­η ο­λων των αν­θρω­πων. Κα­θε­νας α­πο μας ερ­χε­ται στο «ει­ναι» με τη γεν­νη­ση του, πο­ρεύ­ε­ται στο «ευ ει­ναι» με το βα­πτι­σμα και προ­χω­ρεί στο «α­ει ει­ναι» με την α­να­στα­ση. Η Εκ­κλη­σι­α συ­νι­στα το Σω­μα του Α­να­σταν­τος Χρι­στού.

Συ­χνα πα­ρε­ξη­γεί­ται η δι­δα­σκα­λι­α της Εκ­κλη­σι­ας για το αν­θρω­πι­νο σω­μα και την υ­λι­κη κτι­ση. Ε­πει­δη το­νι­ζε­ται η σω­τη­ρι­α της ψυ­χης, πα­ρα­με­λεί­ται η α­λη­θεια ο­τι και το σω­μα ει­ναι αρ­ρη­κτα συν­δε­δε­με­νο με τη σω­τη­ρι­α του αν­θρω­που. Γιά το λο­γο αυ­το και αλ­λη­λο­ε­πη­ρε­α­ζον­ται: ο­ταν α­γι­α­ζε­ται η ψυ­χη, α­γι­α­ζε­ται και το σω­μα. Κι ο­ταν α­μαρ­τα­νει ο αν­θρω­πος, α­μαρ­τα­νει και στην ψυ­χη και στο σω­μα. Ει­ναι κοι­νη η σω­τη­ρι­α και η α­να­στα­ση ψυ­χης και σω­μα­τος, δη­λα­δη του αν­θρω­που στην ο­λο­τη­τα του.

Αυ­τη η βα­θειά ε­νο­τη­τα γι­νε­ται κα­τα­νο­η­τη α­πο το γε­γο­νος της Α­να­στα­σε­ως του Χρι­στού. Το­σο η ψυ­χη της αν­θρω­πι­νης φυ­σης Του εν­δυ­θη­κε την α­θα­να­σι­α, ο­σο και το υ­λι­κο σω­μα Του εν­δυ­θη­κε την α­φθαρ­σι­α. Ου­τε η ψυ­χη Του, ως αν­θρω­που, ε­μει­νε στον Α­δη, ου­τε το σω­μα Του υ­πε­στη τη φθο­ρα του θα­να­του. Ο ι­διος ει­πε στους μα­θη­τες Του (Λκ. 24, 38-43): «Τι τε­τα­ραγ­με­νοι ε­στε, και δια­τι δι­α­λο­γι­σμοί α­να­βαί­νου­σιν εν ταίς καρ­δι­αις υ­μων; Ι­δε­τε τας χεί­ρας μου και τους πο­δας μου ο­τι αυ­τος ε­γω ει­μι· ψη­λα­φη­σα­τε με και ι­δε­τε, ο­τι πνεύ­μα σαρ­κα και ο­στε­α ουκ ε­χει κα­θως ε­με θε­ω­ρεί­τε ε­χον­τα. … και λα­βων ε­νω­πιον αυ­των ε­φα­γεν», αν και το α­να­στη­με­νο σω­μα Του δεν ει­χε α­ναγ­κη τρο­φης.

Με την κα­ταρ­γη­ση της φθο­ρας του θα­να­του α­πο την Α­να­στα­ση του Θε­αν­θρω­που, το σω­μα μας γι­νε­ται δε­κτι­κο Χα­ρι­τος και α­για­σμού. Με τη με­τα­λη­ψη του Σω­μα­τος και του Αι­μα­τος του Κυ­ρι­ου στη Θεί­α Λει­τουρ­γι­α, με­τε­χου­με ο­λοι μας στην Χα­ρη της Α­να­στα­σε­ως Του, δι­ο­τι γι­νο­μα­στε με­λη του Σω­μα­τος του Χρι­στού. Γρα­φει σχε­τι­κα ο α­πο­στο­λος Παύ­λος: «Ουκ οι­δα­τε ο­τι τα σω­μα­τα υ­μων με­λη Χρι­στού ε­στιν;» (Α΄ Κορ., 6, 15). Καί ως με­λος του Σω­μα­τος του Χρι­στού, το σω­μα μας γι­νε­ται κα­τοι­κη­τη­ριο του Α­γι­ου Πνεύ­μα­τος, που α­για­ζει ο­λα τα με­λη της Εκ­κλη­σι­ας.

Το γε­γο­νος της Α­να­στα­σε­ως, ο­πως το­τε ε­τσι και ση­με­ρα, προ­κα­λεί τη λο­γι­κη μας και μας προ­σκα­λεί να α­φε­θού­με με πι­στη και ελ­πι­δα στην πραγ­μα­τι­κο­τη­τα του μυ­στη­ρι­ου και της α­λη­θειας του Θε­ου. Μας προ­σκα­λεί να δού­με με την πι­στη τι κρυ­βε­ται στο σκο­τει­νο χω­ρο του θα­να­του. Η βε­βαι­ο­τη­τα του θα­να­του φαί­νε­ται το­σο α­πο­λυ­τη, για­τι πα­ρα­με­νει για τον κα­θε­να α­πο μας α­γνω­στη εμ­πει­ρι­α. Κα­νείς δεν ει­ναι δυ­να­τον να α­πο­κτη­σει εμ­πει­ρι­α του θα­να­του του. Κα­νείς μας δεν ε­χει βι­ω­σει τον βι­ο­λο­γι­κο θα­να­το, για να μας φα­νε­ρω­σει πως ει­ναι. Βε­βαί­ως, ο Χρι­στος και τα χα­ρι­σμα­τι­κα με­λη του Σω­μα­τος Του, οι Α­γιοι της Εκ­κλη­σι­ας, φα­νε­ρω­σαν την αν­τι­πε­ρα ο­χθη της ζω­ης, την πραγ­μα­τι­κη και α­φθαρ­τη ζω­η της αι­ω­νι­ο­τη­τας με­τα τον φυ­σι­κο θα­να­το.

Αυ­τη η βε­βαι­ο­τη­τα ει­ναι α­πο­κα­λυ­ψη μιάς αλ­λης δι­α­στα­σης της ζω­ης, η ο­ποί­α ο­μως υ­περ­βαί­νει κα­τα πο­λυ την εμ­πει­ρι­α μας. Ε­δω, ο λο­γος του Θε­ου και η μαρ­τυ­ρι­α της Εκ­κλη­σι­ας α­πο­βαί­νουν τα μο­να ση­μεί­α στη­ρι­ξης της υ­παρ­ξε­ως μας, α­πο­κα­λυ­πτον­τας το θαύ­μα της Α­να­στα­σε­ως. Χω­ρις αυ­τα, καμ­μι­α λο­γι­κη, καμ­μι­α ε­πι­στη­μο­νι­κη ή φι­λο­σο­φι­κη γνω­ση, καμ­μι­α δυ­να­μη του ε­αυ­του μας και του κο­σμου του­του δεν μπο­ρεί να φω­τι­σει το σκο­τα­δι του θα­να­του και να δι­α­λυ­σει τα α­δι­ε­ξο­δα μας. Μο­νο η Α­να­στα­ση του Κυ­ρι­ου, δη­λα­δη η α­πο­κα­λυ­ψη του ι­διου του Θε­ου, που γι­νε­ται πι­στη του αν­θρω­που, ει­ναι η α­παν­τη­ση. Αυ­τη μας φα­νε­ρω­νει ο­τι ο θα­να­τος δεν ει­ναι πλε­ον το τε­λος, αλ­λα ε­γι­νε εν Χρι­στω πα­σχα, δη­λα­δη δι­α­βα­ση και με­τα­βα­ση στην ον­τως «αι­ω­νιον ζω­ην».

Βε­βαί­ως, ο θα­να­τος ει­ναι κα­τι που αν­τι­με­τω­πι­ζου­με κα­θη­με­ρι­να. Η πα­ρού­σα ζω­η δεν φαί­νε­ται ο­μως το­σο βα­ναυ­ση και κα­τα­πι­ε­στι­κη ω­στε να υ­πο­τι­μη­σου­με και να αρ­νη­θού­με αυ­τον τον κο­σμο και να θε­λη­σου­με ε­να αλ­λον, ι­δε­ω­δη, που δεν ε­χου­με γνω­ρι­σει. Δεν ει­ναι πε­ρι­φρο­νη­ση των ε­πι­γεί­ων πραγ­μα­των. Ει­ναι α­γω­νας για α­λη­θεια, α­γα­πη, ελ­πι­δα και πι­στη. Προ­κει­ται για μια δια­ρκη σχε­ση και κοι­νω­νι­α με τον Θε­ο και τον αν­θρω­πο. Μι­α τε­τοι­α ζω­η υ­περ­βαί­νει το φραγ­μα του θα­να­του και, το­τε, ο­χι μο­νο οι χα­ρες, τα α­γα­θα και οι ο­μορ­φι­ες της ζω­ης, αλ­λα α­κο­μη και αυ­τες οι λυ­πες, οι δο­κι­μα­σι­ες και τα δα­κρυ­α της με­τα­μορ­φω­νον­ται λυ­τρω­τι­κα. Ο­σοι α­πο μας βλε­που­με με αυ­τον τον τρο­πο τη ζω­η, μπο­ρού­με να βι­ω­σου­με εν Χρι­στω τον θα­να­το σαν υ­πνο, που θα μας ξυ­πνη­σει στην κοι­νη α­να­στα­ση. Προ­κει­ται για δρο­μο σκλη­ρο, ε­πι­πο­νο και ο­δυ­νη­ρο, που ο­μως το τερ­μα του ει­ναι λυ­τρω­τι­κο. Η ζω­η του Θε­αν­θρω­που μας δεί­χνει ο­τι Σταυ­ρος και Α­να­στα­ση ει­ναι αλ­λη­λεν­δε­τα, και ο­τι ο πο­νος του Σταυ­ρού και της σταυ­ρι­κης πο­ρεί­ας φω­τι­ζε­ται παν­το­τε α­πο τη χα­ρα της Α­να­στα­σε­ως.

«Βε­βαί­ως, δεν κη­ρυσ­σου­με Κυ­ριο τον ε­αυ­το μας, αλ­λα τον Ι­η­σού Χρι­στο, ε­νω τον ε­αυ­το μας δού­λο σας για χα­ρη του Ι­η­σού. Για­τι ο Θε­ος που ει­πε να λαμ­ψει φως α­πο το σκο­τα­δι, αυ­τος ε­λαμ­ψε και στις καρ­δι­ες μας για να φε­ρει στο φως τη γνω­ση της δο­ξας του Θε­ου στο προ­σω­πο του Χρι­στού. Κι ε­χου­με τον θη­σαυ­ρο αυ­το με­σα σε ευ­θρα­στα σκεύ­η, για να φα­νεί ο­τι τε­τοι­α υ­περ­βο­λι­κη δυ­να­μη ει­ναι του Θε­ου και δεν προ­ερ­χε­ται α­πο μας. Πι­ε­ζο­μα­στε με κα­θε τρο­πο, αλ­λα δεν φτα­νου­με σε α­δι­ε­ξο­δο· βρι­σκο­μα­στε σε α­μη­χα­νι­α, αλ­λ’ ο­χι και σε α­πελ­πι­σι­α· δι­ω­κο­μα­στε αλ­λα δεν εγ­κα­τα­λεί­που­με, κα­τα­βαλ­λο­μα­στε αλ­λα δεν χα­νο­μα­στε. Παν­το­τε φε­ρου­με στο σω­μα μας τον θα­να­το του Κυ­ρι­ου Ι­η­σού, για να φα­νε­ρω­θεί και η ζω­η του Ι­η­σού στο σω­μα μας. Δι­ο­τι, ε­νω ζού­με, πα­ρα­δι­νο­μα­στε παν­το­τε σε θα­να­το χα­ριν του Ι­η­σού, για να φα­νε­ρω­θεί και η ζω­η του Ι­η­σού στο θνη­το μας σω­μα. Ω­στε ο μεν θα­να­τος συν­τε­λεί­ται σε μας, αλ­λα η ζω­η σε σας» (Κορ. Β΄ 4, 5-12).

Η α­λη­θι­νη ζω­η δεν μπο­ρεί πα­ρα να προ­ερ­χε­ται α­πο την πη­γη της ζω­ης, τον Θε­ο. Το νο­η­μα της ζω­ης βρι­σκε­ται συ­νε­πως σε σχε­ση και α­να­φο­ρα προς τον Κυ­ριο. Ο­ποι­ος α­πο­συν­δε­ε­ται α­πο τον Θε­ο ει­ναι ου­σι­α­στι­κα νε­κρος. Α­κο­μη και οι με­γα­λυ­τε­ρες α­ρε­τες και τα α­γα­θο­τε­ρα χα­ρι­σμα­τα δεν υ­παρ­χουν α­πο μο­να τους, αλ­λα κα­θι­σταν­ται λει­ψα χω­ρις την α­να­στα­σι­μη προ­ο­πτι­κη. Γιά μας τους πι­στους, η Α­να­στα­ση του Χρι­στού ει­ναι η εκ­μη­δε­νι­ση του θα­να­του και η πη­γη της ζω­ης πε­ρα α­πο τον τα­φο. Ει­ναι η α­παρ­χη μιάς «αλ­λης βι­ο­της, της αι­ω­νι­ου». Η μαρ­τυ­ρι­α του Ευ­αγ­γε­λι­ου και η εμ­πει­ρι­α της Εκ­κλη­σι­ας μας α­πο­κα­λυ­πτει και μας εγ­γυά­ται το «πε­ρισ­σον της ζω­ης» και τη συ­νε­χειά της στην αι­ω­νι­ο­τη­τα.
 



Ετικέτες