Πανορθόδοξη Σύνοδος και παρουσία της Ορθοδοξίας στην εποχή μας

Loading...


Του Σεβ. Μητροπολίτη Ζιμπάμπουε Σεραφείμ Κυκκώτη (εκπροσώπου Αλεξανδρινού Προκαθημένου κ. Θεοδώρου Β’ σε Διεθνείς Οργανισμούς)

   Χρονικά η αναφορά μας στη περίοδο αυτή της παρουσίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο σύγχρονο κόσμο αρχίζει από τις αρχές του εικοστού αιώνα μέχρι σήμερα.

   Πέρα από τις καθιερωμένες εόρτιες επιστολές και ποιμαντικές επισκέψεις των Προκαθημένων των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών για να δηλωθεί εκτάκτως η ορατή ενότητα των Ορθοδόξων Εκκλησιών, συνήθως με αφορμή την κοίμηση και την εκλογή νέων Προκαθημένων και επί τη ευκαιρία των εορτών του Πάσχα, των Χριστουγέννων και του νέου ενιαυτού, μπορούμε να πούμε ότι ένα σημαντικό βήμα κατά τον εικοστό αιώνα για την σύσφιξη των σχέσεων των Ορθοδόξων Εκκλησιών και την κοινή τους μαρτυρία στο σύγχρονο κόσμο έγινε με την σύγκληση των τεσσάρων Πανορθοδόξων Διασκέψεων[1].

    Σημαντική επίσης ήταν και η Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιος του 1902 του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως που απευθυνόταν στις αδελφές Εκκλησίες Αλεξανδρείας, Ιεροσολύμων, Κύπρου, Ρωσίας, Ελλάδος, Ρουμανίας, Σερβίας και Μαυροβουνίου. Ήδη τα ονόματα των Ορθοδόξων Εκκλησιών που απουσιάζουν από τον πιο πάνω κατάλογο δείχνουν ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία εβίωνε ένα ρήγμα ή μάλλον μια έλλειψη επικοινωνίας. Απουσιάζουν τα ονόματα των Ορθοδόξων Εκκλησιών Αντιοχείας, Βουλγαρίας, Γεωργίας, Πολωνίας, Αλβανίας και Τσεχοσλοβακίας. Στη σημαντική αυτή επιστολή την οποία υπογράφουν ο τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ και τα μέλη της Ιεράς Συνόδου του ιδίου Πατριαρχείου ζητούνται οι σκέψεις και οι προτάσεις των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Τοπικών Εκκλησιών για θέματα προστασίας και ενισχύσεως της ενότητας των Ορθοδόξων Εκκλησιών, για το θέμα του Ημερολογίου και του θεολογικού διαλόγου μετά των άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών, ιδιαίτερα μετά των Ρωμαιοκαθολικών[2].

  Από τις παραπάνω Εκκλησίες που έλαβαν την επιστολή αυτή απάντησαν μόνον έξι: των Ιεροσολύμων, της Ρωσίας, της Ελλάδος, της Ρουμανίας, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου. Σε όλες τις απαντήσεις τονίζεται η σημασία της ενότητας της κοινής πίστεως των Ορθοδόξων Εκκλησιών, ο σεβασμός της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας των τοπικών Εκκλησιών, η μη ανάμειξη της μιας στα εσωτερικά της άλλης ο σκεπτικισμός για τον διάλογο με τις μη Ορθόδοξες Εκκλησίες και για το Ημερολόγιο, που ήδη δημιουργούσε τεράστιο πρόβλημα στον καθημερινό βίο των Ορθοδόξων, γιατί η Πολιτεία ακολουθούσε το Γρηγοριανό κι η Εκκλησία το Ιουλιανό.

    Μετά από δύο χρόνια, το 1904, ο ίδιος Πατριάρχης είχε την ευκαιρία να απευθύνει νέο γράμμα προς τις αυτοκέφαλες Εκκλησίες, με αφορμή τις αντιδράσεις και απαντήσεις τους. Και πάλι αναφέρεται στο θέμα των οικουμενικών επαφών με τις ετερόδοξες εκκλησίες, τονίζοντας μάλιστα τη μεγαλύτερη συγγένεια μεταξύ Ορθόδοξης Εκκλησίας και Παλαιοκαθολικών και Αγγλικανών. Ωστόσο η ενότητα πρώτα πρέπει να μη διακυβεύεται μέσα στους κόλπους των αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Με πολλή λεπτότητα αναφέρεται στις τότε προστριβές μεταξύ του Πατριαρχείου Αντιοχείας και της Εκκλησίας της Κύπρου, υπενθυμί-ζοντας πως είναι απαραίτητο οι Ορθόδοξες Εκκλησίες να ακολουθούν την τάξη που θέσπισαν οι Πατέρες διά μέσου των Οικουμενικών Συνόδων. Εννοεί τον 8ο Κανόνα της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου που καθιερώνει την αυτοτέλεια της Εκκλησίας της Κύπρου, η οποία μπορεί να εκλέγει και να χειροτονεί επισκόπους δίχως τη σύμπραξη του Πατριάρχη Αντιοχείας[3].

Ανεξάρτητα από την πρωταρχική επιδίωξη του Πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄, που ήταν η διαφύλαξη της κανονικής ευταξίας μέσα στον Ορθόδοξο χώρο, η επιστολή δίνει την εντύπωση ότι η ενότητα ανάμεσα σε όλες τις Εκκλησίες, Ορθόδοξες και Ετερόδοξες, έχει πηγή και αφετηρία την ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τα δύο αυτά εγκύκλια Πατριαρχικά γράμματα[4], που κατά βάση ήταν ένα, εκφράζουν κατά ένα έντονο τρόπο την αγωνία της Ορθοδοξίας για την ενότητα του κόσμου και την προκοπή του στην χριστιανική ζωή[5].

   Πέραν όμως από τις καθαρά εκκλησιαστικές κινήσεις για τη μαρτυρία της Ορθοδοξίας, είχαμε και περιπτώσεις όπου η Πολιτική ή ακόμη το κοσμικό κράτος επηρεαζόταν από την υφιστάμενη ανάγκη των Ορθοδόξων λαών να δράσουν με ενότητα και να οργανώσουν τον αγώνα τους για να διαφυλάξουν τα αγαθά της ελευθερίας, της ειρήνης, της ασφάλειας και του σεβασμού των αξιών της πίστεως τους, της πατρίδος, του θεσμού της οικογένειας, της ιδιοκτησίας και γενικά τη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους.

Έτσι, με πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ του Γ΄. συνασπίσθηκαν οι χριστιανικοί λαοί οι εν Τουρκία βιούντες προς υπεράσπισή τους από τις καταπιέσεις των Νεουτούρκων, ο συνασπισμός δε εκείνος προκάλεσε τη συμμαχία των ομογενών και ομοδόξων κρατών. Ελλάς, Σερβία, Μαυροβούνιον και Βουλγαρία διά κοινής διακοινώσεως εζήτησαν παρά της Τουρκίας να εισαγάγει μεταρρυθμίσεις εξασφαλίζοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα στους υπηκόους της Χριστιανούς.

Επειδή η Τουρκία απέκρουσε τη διακοίνωση, τα σύμμαχα κράτη τής κήρυξαν τον πόλεμο[6], που διεξήχθη εν ονόματι της χριστιανικής πίστεως προσλαβών χαρακτήρα Σταυροφορίας. Ο Βασιλεύς των Ελλήνων Γεώργιος ο Α΄. (+1913) σε τηλεγράφημά του προς τους συμμάχους έλεγε:‘οι Ορθόδοξοι ημών λαοί, εν κοινή εξεγέρσει ενούνται δι’ αρρήκτων δεσμών συμφωνίας και θυσίας, αι δε προσευχαί των στενώς συνδεδεμένων τεσσάρων Εθνών ανέρχονται προς τον Ύψιστον, εν θερμή ικεσία απεκδεχόμεναι την ευλογίαν Αυτού να ενισχύση την σύγχρονον προσπάθειαν των στρατών ημών και να επιστέψη διά νίκης το άγιον έργον της Ορθοδοξίας διά της απελευθερώσεως των αδελφών ημών.

Με τα βλέμματα δε προσηλωμένα εις το Σύμβολον του Σταυρού ας έχωμεν έμβλημα το ‘εν τούτω νίκα’. Ο αγών εστέφθη υπό πλήρους επιτυχίας. Η Ήπειρος, η Μακεδονία, η Θράκη, αι νήσοι απηλευθερώθησαν…[7]. Σε καμμία περίπτωση φυσικά δεν πρέπει να αγνοείται η μεγάλη μορφή του Εθνάρχη Ελευθερίου Βενιζέλου, που στην πραγματικότητα η πολιτική του οδήγησε στο γεωγραφικό διπλασιασμό της Ελλάδος.

   Στο χώρο των Βαλκανίων με το γεωγραφικό περιορισμό της Τουρκίας άρχισαν να αποκτούν την ανεξαρτησία τους Ορθόδοξες χώρες και ταυτόχρονα να αναζητούν και το Εκκλησιαστικό τους Αυτοκέφαλον, άλλες με κανονικό τρόπο μέσω του Οικουμε-νικού Πατριαρχείου και άλλες με αυθαίρετη δική τους απόφαση, όπως οι Εκκλησίες της Ελλάδος και της Βουλγαρίας. Το ίδιο φαινόμενο βλέπουμε να συμβαίνει και επί των ημερών μας με την κατάλυση της πρώην Σοβιετικής Ενώσεως, όπου μέσα από την πολιτική χειραφέτηση και τη δημιουργία νέων κρατών αναζητείται και εκκλησιαστική ανεξαρτησία.

    Όπως είναι γνωστό,«η συνθήκη της Λωζάνης[8] έθηκε τέρμα εις την μεγάλην εκείνην τραγωδίαν και καθώρισε τα όρια της Τουρκίας, εν οις συμπεριλήφθη μόνον το Πατριαρχείον Κωνσταντινουπόλεως. Η μεν Παλαιστίνη ετέθη υπό την εντολήν της Αγγλίας, η δε Συρία υπό την εντολήν της Γαλλίας, ούτω δε εξήλθον εκ της Τουρκικής κυριαρχίας αι Επαρχίαι των Πατριαρχείων Ιεροσολύμων και Αντιοχείας»[9].

   Από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως προήλθαν ως Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες τα Πατριαρχεία Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας και οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες Ελλάδος, Αλβανίας και Τσεχίας-Σλοβακίας. Από το Πατριαρχείο Ρωσίας προήλθαν ως Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες το Πατριαρχείο Γεωργίας και η Ορθόδοξη Εκκλησία της Πολωνίας, και οι Αυτόνομες Εκκλησίες Φιλλανδίας, Εσθονίας, Λεττονίας και Λιθουανίας.

   Όπως τόνιζε χαρακτηριστικά στη δεκαετία του 1950 ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, «αι Ορθόδοξαι Εκκλησίαι παρακολουθούσαι και το χριστιανικόν έργον μεγάλων οργανώσεων, οίον του ‘Συνδέσμου διεθνούς Φιλίας των λαών διά των Εκκλησιών’, του παγκοσμίου Συνδέσμου ‘Πίστεως και Πράξεως’, του Οικουμενικού Συνδέσμου ‘Ζωή και Έργον’, επεδίωξαν και την από κοινού μελέτην των τρόπων αναζωογονήσεως των χριστιανικών αρχών εν τη ζωή των λαών.

Εις την αρξαμένην δε κίνησιν, τείνουσαν εις την προπαρασκευήν και συγκρότησιν Οικουμενικής Συνόδου της καθόλου Ορθοδόξου Εκκλησίας, οφείλεται το εν Κωνσταντινούπολει Πανορθόδοξον Συνέδριον (1923) και η εν αγίω Όρει Πανορθόδοξος Διάσκεψις (1930), ην πρόκειται να επακουληθήση η Προσύνοδος. Την κίνησιν ταύτην μεγάλως ενισχύει η προσωπική συνάφεια των ορθοδόξων θεολόγων, αι επιστημονικαί διαλέξεις αυτών εν ταις θεολογικαίς Σχολαίς των Πανεπιστημίων, η μετάφρασις των συγραμμάτων αυτών εις τας οικείας γλώσσας και άλλοι τρόποι. Τελευταίως (1936) συνεκροτήθη εν Αθήναις το πρώτον ‘Συνέδριον της Ορθοδόξου Θεολογίας’ εκ τεσσαράκοντα και πλέον Καθηγητών των Ορθοδόξων Θεολογικών Σχολών, οίτινες και εις σπουδαιοτάτας επιστημονικάς θεολογικάς ανακοινώσεις προέβησαν και έθηκαν τας βάσεις κοινής επιστημονικής συνεργασίας. Διά πάντων δε τούτων εκδηλούται η αδιάσπαστος ενότης και συνοχή της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας της Ανατολής»[10].

 Σε ένα ενδιαφέρον άρθρο, με τίτλο «Η Μέλλουσα να συγκληθή Οικουμενική των Ορθοδόξων Εκκλησιών Σύνοδος και αι Εκκλησιαστικαί Μεταρρυθμίσεις – Η ανάγκη της συγκλήσεως και τα μέλλοντα να τεθώσιν υπ’ όψιν της Συνόδου ζητήματα», στο περιοδικό «Απόστολος Βαρνάβας»[11], ο Αρχιμ. Μακάριος Μαχαιριώτης, Καθηγητής του Παγκύπριου Ιεροδιδασκαλίου Κύπρου, εκφράζει την αγωνία των Ορθοδόξων της εποχής εκείνης (1920) για το μέλλον της Ορθοδοξίας.

   Οι φωνές αυτές αποτέλεσαν μια δυνατή ηθική πίεση προς την Διοικούσαν Ορθόδοξη Εκκλησία να προβληματισθεί σοβαρά μέσα στα πλαίσια της ενάρξεως μιας μόνιμης συνεργασίας μεταξύ των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών. Από τη δεκαετία του του 1960 που ξεκίνησαν οι Πανορθόδοξες Διασκέψεις πέρασαν περισσότερα από πενήντα ολόκληρα χρόνια, και μέσα στον κόσμο μας και στην ιστορία των Ορθοδόξων Εκκλησιών πολλά συνέβησαν και πολλά που ανέμενε κανείς να συμβούν δεν έχουν ακόμη υλοποιηθεί.

 

[1] Α΄., Β΄., Γ΄. στη Ρόδο τα έτη 1961, 1963 και 1964 και η Δ΄. στη Γενεύη το 1968.
[2] Παπαδοπούλου Αντωνίου, Κείμενα Διορθοδόξων και Διαχριστιανικών Σχέσεων, Οικουμενικά ΙΙ, Θεσσαλονίκη, 1984.
[3] Ιωάννου Καλογήρου, Έννοια της οικουμενικότητος της Ορθοδοξίας εν σχέσει προς τας εθνικάς αυτοκεφάλους Εκκλησίας, Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τόμος 19, Θεσσαλονίκη, 1974, σελ. 219.
[4] βλ. το κείμενο στην έκδοση C. G. Patelos, The Orthodox Church in the Ecumenical Movement, Documents and Statements, 1902 – 1975, Geneva, 1978, σελ. 27 – 39. Το πρωτότυπο κείμενο στην ελληνική, βλ. Βασιλείου Σ. Σταυρίδου, Ιστορία της Οικου-μενικής Κινήσεως, σελ. 18.
[5] Νίκου Ματσούκα, Οικουμενική Κίνηση, Ιστορία – Θεολογία, Θεσσαλονίκη, 1984, σελ. 217 – 219.
[6] 5 Οκτωβρίου 1912.
[7] Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Η Ορθόδοξος Αν. Εκκλησία, Αθήνα, 1954,σ.187.
[8] 6 Αυγούστου 1922.
[9] Παπαδοπούλου Χρυσοστόμου, Η Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία, Αθήνα,1954, σ.188.
[10] Η Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία, Αθήνα, 1954, σελ. 192.
[11] Έτος Γ΄., τεύχος 50, σελ. 51 – 58, Λευκωσία, 1920.
 



Ετικέτες